Η σημασία της ρήξης Φαναρίου-Μόσχας

Του Κώστα Ράπτη

Η απόφαση που έλαβε τη Δευτέρα η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας για πλήρη διακοπή των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως απάντηση στις πρωτοβουλίες του Φαναρίου για τη συγκρότηση αυτοκέφαλης ουκρανικής Εκκλησίας, σηματοδοτεί την κλιμάκωση μιας σύγκρουσης η οποία δεν προορίζεται να περιοριστεί στο εκκλησιαστικό πλαίσιο, ούτε στα τοπικά όρια της Ουκρανίας.

Βρισκόμαστε, σε κάθε περίπτωση, στα «βαθιά» της εργαλειοποίησης της θρησκείας από την πολιτική (και αντιστρόφως).

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα απασχόλησε μεταξύ άλλων και το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της Ρωσίας το οποίο συνεδρίασε υπό την προεδρία του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Όπως είναι χαρακτηριστικό ότι η συνεδρίαση της ρωσικής Συνόδου πραγματοποιήθηκε, για πρώτη φορά στα χρονικά, στο Μινσκ της Λευκορωσίας – κίνηση που έρχεται να υπενθυμίσει το κρίσιμο δεδομένο ότι το Πατριαρχείο Μόσχας αποτελεί τον μόνο «σοβιετικής εμβέλειας» θεσμό που απέμεινε μετά το 1991, καλύπτοντας υπό τη δικαιοδοσία του το σύνολο των ανατολικών σλαβικών λαών και όχι μόνο.

Πρόκειται για ένα μοντέλο εκκλησιαστικής υπερεθνικότητας, το οποίο τα τελευταία χρόνια κωδικοποιήθηκε στο ιδεολόγημα του «ρωσικού κόσμου» (ρούσκι μιρ), με αυτοσυνειδησία αυτοκρατορική και στενή συνάφεια με την πολιτική εξουσία της Μόσχας.

Η ολοκλήρωση της εκκλησιαστικής απόσχισης της Ουκρανίας, θα αποτελέσει για τον «ρωσικό κόσμο» ενδεχομένως μοιραίο πλήγμα, όχι μόνο με όρους υλικούς (με την αφαίρεση του ενός τρίτου των ενοριών του Πατριαρχείου Μόσχας) αλλά κυρίως ιδεολογικούς και δημιουργίας προηγουμένου το οποίο μπορεί να επεκταθεί περαιτέρω. 

Ήδη ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ διέκρινε προσπάθεια αποκοπής του ιστορικού ομφάλιου λώρου που συνδέει τους Ρώσους με τους Ουκρανούς.

Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ υπενθύμισε ότι Ορθοδοξία είναι ένα από τα τέσσερα επίσημα δόγματα της Ρωσίας και πρόσθεσε ότι η Μόσχα παγίως ενδιαφέρεται για την τύχη όχι μόνο των Ρώσων ή των ρωσόφωνων εκτός συνόρων, αλλά συνολικά των Ορθοδόξων. Συνταιριάζοντας μάλιστα αυτό το ενδιαφέρον με τη γραμμή της μη παρέμβασης στα εσωτερικά θέματα των εκκλησιών, έκανε λόγο για τον κίνδυνο να υπάρξουν στην Ουκρανία φαινόμενα ανομίας, απέναντι στα οποία η Ρωσία ασφαλώς θα αντιδράσει πολιτικο-διπλωματικά.

Η αμηχανία που αποπνέουν οι τοποθετήσεις της ρωσικής πολιτικής ηγεσίας είναι εμφανής, ενώ πληροφορίες φέρουν το Κρεμλίνο να είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένο με τους αναποτελεσματικούς χειρισμούς του Πατριάρχη Κύριλλου και του υπεύθυνου εξωτερικών σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας, μητροπολίτη Ιλαρίωνος του Βολοκολάμσκ.

Οι ιθύνοντες του Κιέβου, πάλι, έχουν κάθε λόγο να επενδύσουν στην προοπτική της αυτοκεφαλίας, καθώς στην ανώμαλη κατάσταση που επικρατεί μετά το 2014, η σφυρηλάτηση του ουκρανικού εθνικισμού σε αντιρωσική βάση αποτελεί τη μόνη τους απάντηση στα πολλαπλά αδιέξοδα της χώρας. Για δε τον πρόεδρο Ποροσένκο το εκκλησιαστικό ζήτημα αποτελεί βασικό όπλο του καθ’ οδόν προς τις εκλογές του 2019.

Το ενδεχόμενο μάλιστα να ξεσπάσουν βίαια επεισόδια ανάμεσα στους πιστούς διαφορετικών δικαιοδοσιών για την κατάληψη λατρευτικών χώρων κάθε άλλο παρά αποτρεπτικά δείχνει να λειτουργεί για την ουκρανική πολιτική ηγεσία, η οποία τρέφεται από την «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» της σύγκρουσης με τη Ρωσία και περιγράφει και το εκκλησιαστικό ζήτημα με όρους «εθνικο-απελευθερωτικούς”.

Ο κίνδυνος αιματοχυσίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί σε μία χώρα στην οποία λ.χ. παραμένει ατιμώρητο το έγκλημα του φόνου δεκάδων ανθρώπων στο πυρπολημένο από τους ακροδεξιούς Κτήριο των Συνδικάτων της Οδησσού τον Μάιο του 2014. Οι δε πιθανές συγκρούσεις για τον έλεγχο ναών και μονών, σε ένα πλαίσιο ουσιαστικής απονομιμοποίησης όσων παραμένουν υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Μόσχας, κινδυνεύουν να αποτελέσουν τη διάχυτη επανάληψη, αυτή τη φορά σε όλη την ουκρανική επικράτεια, του πολέμου στο Ντονμπάς.

Όμως οι επιπτώσεις της σύγκρουσης Φαναρίου και Μόσχας είναι πολύ ευρύτερες, εφόσον εμπλέκουν το σύνολο των Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Ήδη η προηγούμενη απόφαση της ρωσικής εκκλησίας να διακόψει την κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη σε επίπεδο ιεραρχών έπληξε τη διεθνή παρουσία της Ορθοδοξίας, σε ό,τι έχει να κάνει λ.χ. με τη λειτουργία των κοινών επιτροπών διαλόγου με τους ετεροδόξους ή των επισκοπικών συνελεύσεων στην κατακερματισμένη Ορθόδοξη Διασπορά.

Τώρα η πλήρης διακοπή των σχέσεων επηρεάζει ιδιαίτερα τον ελλαδικό χώρο, που κατά το ήμισυ ανήκει στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αρκεί και μόνο να αναλογιστεί κανείς τι σημαίνει η διακοπή της συρροής Ρώσων προσκυνητών στο Άγιο Όρος ή η απογύμνωση των ελληνορωσικών πολιτικών σχέσεων από το τελευταίο περιεχόμενο που έμοιαζε να διατηρούν, ήτοι τις στερεότυπες αναφορές στους θρησκευτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς των δύο πλευρών.

Ανοιχτό παραμένει το ερώτημα πώς θα τοποθετηθούν οι υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Πολλές από αυτές δεν θα ήταν ιδιαίτερα πρόθυμες να αναγνωρίσουν την ουκρανική αυτοκεφαλία, όμως ελάχιστες θα μπορούσαν να ακολουθήσουν τη Μόσχα στη διακοπή των σχέσεων με το Φανάρι. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας, λόγω των προφανών πολιτικών δεσμών Συρίας-Ρωσίας, και η εκκλησία της Σερβίας, που αισθάνεται απειλούμενη από αντίστοιχες κινήσεις εκκλησιαστικής απόσχισης λ.χ. του Μαυροβουνίου, αποτελούν τους πρώτους υποψηφίους.

Παρά την ασυμμετρία των μεγεθών, η Κωνσταντινούπολη δείχνει να έχει εξασφαλίσει τακτικό πλεονέκτημα, στον βαθμό που η επιθετική ρητορική της Μόσχας, η προβολή της λογικής της αριθμητικής και υλικής ισχύος και η εύκολη καταφυγή στην «ακοινωνησία” δεν διευκολύνει στην εξεύρεση συμμάχων.

Ωστόσο πιθανή είναι και η εμφάνιση «οριζόντιων» διαιρέσεων στο εσωτερικό των επιμέρους Εκκλησιών. Το ότι όλα αυτά ενδέχεται να επενδυθούν με αναφορές στην ορθόδοξη «καθαρότητα” έναντι του «οικουμενισμού”, δεν αναιρεί το γεγονός ότι και η Μόσχα προορίζεται, όπως το Φανάρι, να εντατικοποιήσει τα ανοίγματα προς τη Ρώμη, για την κατοχύρωση διεθνούς ρόλου.

Ο αμερικανικός παράγοντας, από την πλευρά του, δεν μπορεί παρά να επιχαίρει με τον περιορισμό της «μαλακής ισχύος” της Ρωσίας και επιρροής της σε ομόδοξους λαούς χωρών μελών του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., μεσούντος του νέου «ψυχρού πολέμου».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πάλι, δείχνει να κινείται, κατά τους φαναριώτικους ρυθμούς, με σχεδιασμό που έχει βάθος δεκαετιών. Οι κινήσεις του μπορούν να ερμηνευθούν από την ανησυχία που δημιουργεί η συρρίκνωση του ποιμνίου του στην ιστορική του έδρα, η προοπτική αποχώρησης μιας σειράς ισχυρών εκκλησιαστικών φυσιογνωμιών στον ελληνόφωνο χώρο, αλλά και η «προσχισματική κατάσταση”, όπως λεγόταν χαρακτηριστικά πέριξ του Φαναρίου, που είχε ούτως ή άλλως δημιουργήσει η πρωτοβουλία της Ρωσικής Εκκλησίας να σαμποτάρει την τελευταία στιγμή την Πανορθόδοξη Σύνοδο που συγκλήθηκε το 2016 στην Κρήτη. Το timing της τωρινής εμπλοκής του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο χρονίζον σχίσμα της Ουκρανίας, το οποίο μέχρι πρότινος παρακολουθούσε από απόσταση, είναι χαρακτηριστικό.

Η δημιουργία εθνικών εκκλησιών που σμίκρυνε τη δική του δικαιοδοσία τους τελευταίους δύο αιώνες είναι το «νόμισμα” με το οποίο το Φανάρι ξεπληρώνει τις φιλοδοξίες των Μοσχοβιτών ανταγωνιστών.

Υπολογίζει άλλωστε η Κωνσταντινούπολη ότι η απήχηση του Πατριαρχείου Μόσχας εντός της Ουκρανίας είναι μικρότερη του νομιζόμενου – κατά τις δημοσκοπήσεις, είναι πολλοί οι Ουκρανοί πιστοί που δηλώνουν απλώς «Ορθόδοξοι”, άνευ δικαιοδοτικού προσδιορισμού, αδιαφορώντας για τις σχετικές διαιρέσεις. Παράλληλα, πληροφορίες θέλουν διψήφιο αριθμό Ουκρανών επισκόπων του κλίματος της Μόσχας να προετοιμάζει την προσχώρησή του στην νέα αυτοκέφαλη Εκκλησία.

Οι επιθυμίες της υπερδύναμης στην οποία βρίσκονται οι σημαντικότερες επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου προφανώς λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Η Άγκυρα, από την άλλη, δεν έχει λόγους να δυσφορεί: οι τουρκο-ουκρανικές σχέσεις είναι εξίσου θερμές με τις τουρκο-ρωσικές.

Το ρίσκο ωστόσο είναι τεράστιο – διότι το Φανάρι έχει προς το παρόν την πολυτέλεια να εστιάζει σε καθαρά εκκλησιολογικά επιχειρήματα, αντλημένα από προηγούμενους αιώνες, αποστρέφοντας το βλέμμα από τα πολιτικά συμφραζόμενα με τα οποία αντικειμενικά συντονίζεται η κίνησή του. Δεν θα μπορεί ωστόσο να κάνει το ίδιο αν το εγχείρημα οικοδόμησης ουκρανικής αυτοκέφαλης εκκλησίας δεν εξελιχθεί ομαλά και εκτραπεί σε θρησκευτικό διωγμό της μειοψηφίας από πλευράς των ουκρανικών αρχών.

Εξ ού και στο ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως την περασμένη Πέμπτη περιλαμβάνεται έκκληση για αποφυγή κάθε πράξης βίας, ενώ η διαδικασία της αναμενόμενης παροχής του Τόμου Αυτοκεφαλίας δείχνει να κινείται (αντίθετα από ό,τι θα προσδοκούσαν οι επιτόπιοι πρωταγωνιστές) με τρόπο που προδιαγράφει μακρά και στενή εποπτεία της κατάστασης από το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το αν βέβαια τα δικαιοδοτικά ζητήματα, που βρίσκονται μονίμως στην κορυφή της διορθόδοξης «ατζέντας”, εκπέμπουν μήνυμα θελκτικό για τον σημερινό δοκιμαζόμενο κόσμο, αποτελεί ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο το Φανάρι, αλλά και κάθε άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία.

capital.gr

 

 

 

 

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.