Μέγας Αλέξανδρος: Πόλεμος στο Αιγαίο (Μέρος Δ’)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Tο 331 ήταν χωρίς αμφιβολία δύσκολο έτος για τον αντιβασιλιά Aντίπατρο. Εν όψει της προέλασης στο εσωτερικό της περσικής αυτοκρατορίας, ο βασιλικός απεσταλμένος Αμύντας του Ανδρομένους είχε περάσει τον χειμώνα του 332-331 στην Μακεδονία στρατολογώντας άντρες. Σύμφωνα με τον Κούρτιο, 15.000 νεοσύλλεκτοι, εκ των οποίων τουλάχιστον οι μισοί Μακεδόνες, επιστρατεύτηκαν και στάλθηκαν στην Ασία, στερώντας κατά αυτόν τον τρόπο από τον Αντίπατρο πολύτιμες εφεδρείες σε μια περίοδο που θύμιζε την ηρεμία λίγο πριν την καταιγίδα.

Δίπλα σε αυτήν την αιμορραγία έμψυχου δυναμικού προς την ανατολή (ο Αντίπατρος άλλωστε έστελνε σε ετήσια βάση ενισχύσεις προς τον Αλέξανδρο) ήρθαν να προστεθούν καταιγιστικές εξελίξεις στην Θράκη. Στις αρχές του 331 ο στρατηγός της ανατολικής θρακικής ακτής Ζωπυρίωνας διεξήγε εκστρατεία εναντίον της Σκυθίας που κατάληξε σε τραγική αποτυχία. Καθώς οι πηγές είναι φειδωλές για το ζήτημα, δεν γνωρίζουμε την αιτία της εκστρατείας. Ίσως να είχε σχέση με την έλλειψη σιταριού που αναφέρθηκε προηγουμένως, την εχθρική στάση των Σκυθών, που έλεγχαν την πλούσια σε σιτηρά βόρεια ακτή του Ευξείνου Πόντου, απέναντι στο μακεδονικό βασίλειο και την κατοχή της Κρήτης από τους Λακεδαιμόνιους, που τους έδινε την δυνατότητα να παρενοχλούν τα θαλάσσια φορτία σίτου από την Κυρηναϊκή προς την Ελλάδα. Πάντως το παραπάτημα αυτό οδήγησε σε ένα ντομινο εξελίξεων στην Θράκη. Οι φυλές πέριξ του Δούναβη εξεγέρθηκαν, ένας Θράκας πρίγκιπας στην ανατολική ακτή ονόματι Σεύθης αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς και ο στρατηγός της Θράκης Μέμνων (που πιθανότατα έδρευε στην Φιλιππούπολη, το σημερινό Πλοντιβ στη Βουλγαρία) βρήκε την ευκαιρία να αυτονομηθεί από την κεντρική μακεδονική εξουσία.

Εκείνη την στιγμή και προφανώς έχοντας πληροφορηθεί την κατάρρευση της μακεδονικής κυριαρχίας στην Θράκη, επέλεξε ο Άγις για να κινηθεί ανοικτά κατά της μακεδονικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο. Σύντομα την Σπαρτη πλαισίωσαν η Τεγέα, το αρκαδικό κοινό πλην της Μεγαλόπολης, η Ήλιδα, οι Αχαιοί (πλην των Πελληνέων) και πιθανότατα οι Αιτωλοί και οι Φωκείς, δημιουργώντας μια εικόνα χάους στην νότια Ελλάδα. Γίνεται έτσι προφανές πως η μακεδονική ηγεμονία, υπό τον πολιτικό μανδύα του Συνεδρίου της Κορίνθου, κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη ήταν. Τα μόνα κράτη που δεν ενώθηκαν με τον Άγι είτε είχαν παραδοσιακή εχθρότητα με την Σπάρτη λόγω εδαφικών διενέξεων (Άργος, Μεγαλόπολη, Μεσσήνη), είτε εγκατεστημένες μακεδονικές φρουρές (Κόρινθος, Ευβοείς) ή κυβερνούνταν από φιλομακεδονικά καθεστώτα, όπως η αχαϊκή πόλη Πελλήνη όπου κυβερνούσε ο εγκατεστημένος από τους Μακεδόνες τύραννος Χαίρων.

Παρόλο που τα γεγονότα στην Πελοπόννησο τείνουν γενικά να υποτιμούνται, αν δει κανείς το σύνολο των δυνάμεων που κινητοποιήθηκαν τελικά και το πόσο αμφίρροπα εξελίχθηκε η σύγκρουση με τους Λακεδαιμόνιους, γίνεται σαφές πως η κρίση στην Ελλάδα ήταν εξαιρετικά σοβαρή και η ένταξη της αναγεννημένης μετά την Χαιρώνεια Αθήνας στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο θα μπορούσε να γείρει την πλάστιγγα αποφασιστικά. Προς ανακούφιση του Αντιπάτρου όμως η Αθήνα επέλεξε την ουδετερότητα. Χρησιμοποιώντας το ευφυώς απλό επιχείρημα ότι ο κάθε πολίτης θα έχανε 50 δραχμές που θα λάμβανε ως χορηγία κατά την εορτή των Ανθεστηρίων για έναν πόλεμο που δεν αφορά την πόλη, ο ρήτορας Δημάδης, υπεύθυνος για τα αθηναϊκά κρατικά έσοδα και καλός φίλος του αντιβασιλέα Αντιπάτρου, έπεισε τον δήμο να μην κινητοποιήσει τον ισχυρό αθηναϊκό στόλο, ενώ ο Δημοσθένης, για πρώτη φορά στην πολιτική του καριέρα, σιώπησε.

Αν και αντιμακεδόνας ως το μεδούλι, για τον ψυχρά υπολογιστή ρήτορα η κατάσταση είχε ως εξής:
Aν οι Αθηναίοι επέλεγαν να βοηθήσουν τον Άγι, το μέλλον τους θα εξαρτιόταν απο δύο αναγκαίες συνθήκες: την ήττα του Αντίπατρου από τους Πελοποννήσιους και τους Αθηναίους και την ήττα του Αλέξανδρου από τον Δαρείο. Αν ο Αντίπατρος νικούσε, οι Αθηναίοι θα μοιράζονταν την τιμωρία της Θήβας μαζί με την Σπάρτη. Αν ο Αλέξανδρος νικούσε τον Δαρείο, θα είχε τους πόρους της περσικής αυτοκρατορίας στη διάθεσή του για να τιμωρήσει τους στασιαστές.
Από την άλλη αν δεν βοηθούσαν τον Άγι, οι Αθηναίοι δεν είχαν κάτι να χάσουν και ίσως και να έβγαιναν και κερδισμένοι: Αν ο Άγις νικούσε τον στρατό του Αντίπατρου και ο Δαρείος νικούσε τον Αλέξανδρο, η Αθήνα θα ήταν σε θέση να επαναδιεκδικήσει την ηγεμονική της θέση στην χώρα. Αν έχανε ο Άγις, αλλά ηττάτο και ο Αλέξανδρος, η Αθήνα θα είχε να αντιμετωπίσει την φθίνουσα ισχύ μιας αποδυναμωμένης Μακεδονίας. Τέλος, εάν τόσο ο Αντίπατρος όσο και ο Αλέξανδρος έβγαιναν νικητές, όπως και έγινε τελικά, οι Αθηναίοι δεν θα διακινδύνευαν να καταστραφεί η πόλη τους.

Επιπλέον ο Αντίπατρος, φερόμενος συνετά, δεν φαίνεται να εξώθησε την κατάσταση στα άκρα αξιώνοντας στρατιωτική βοήθεια από την πόλη (εξάλλου 20 αθηναϊκές τριήρεις πιθανότατα εκστράτευαν μαζί με τον Αμφότερο στην Κρήτη, με τα πληρώματά τους να λειτουργούν ουσιαστικά ως όμηροι), ενώ ο Μακεδόνας βασιλιάς προσπαθούσε σε κάθε ευκαιρία να εξευμενίζει τους Αθηναίους. Τον Μάιο του 331 π.Χ, ενώ βρισκόταν ακόμα στην Τύρο και σε συνάντηση που είχε με τους Αθηναίους πρέσβεις Αχιλλέα και Διόφαντο, απελευθέρωσε τελικά τους Αθηναίους αιχμαλώτους από την μάχη του Γρανικού, ενώ όταν αργότερα μπήκε στα Σούσα επέστρεψε στην πόλη της Παλλάδας τα χάλκινα αγάλματα των τυραννοκτόνων Αρμοδίου και Αριστογείτονα που είχαν αρπάξει οι Πέρσες κατά την εισβολή τους στην Αττική το 480 π.Χ.

Όπως και να ‘χει, πρώτη προτεραιότητα του Αντιπάτρου ήταν η καταστολή της εξέγερσης στην Θράκη. Με το σύνολο του στρατού που διέθετε (πιθανότατα όχι πάνω από 15.000 άνδρες και μαζί ίσως και κάποιοι σύμμαχοι βοηθητικοί) στράφηκε κατά του στασιαστή Μέμνωνα, πιθανότατα ακολουθώντας την οδό διαμέσου της θρακικής ακτής του Αιγαίου και της κοιλάδας του Έβρου. Αν και είναι άγνωστο τι μεσολάβησε μεταξύ των δύο στρατηγών, οι δύο στρατοί τελικά απέφυγαν την σύγκρουση και ο Αντίπατρος, θεωρώντας πλέον το βορειοανατολικό του σύνορο ασφαλές, έστρεψε την προσοχή του προς τα όσα γίνονταν στην Πελοπόννησο. Μέχρι το τέλος του έτους θα έμενε στην Μακεδονία όπου θα συγκέντρωνε στρατό κυριολεκτικά ξύνοντας τον πάτο της δεξαμενής στρατολόγησης της χώρας.

Λίγο νοτιότερα, ο Άγις είχε καταφέρει να συντρίψει σε μάχη την μακεδονική φρουρά της Κορίνθου υπό τον διοικητή Κορράγο (πιθανότατα την επικουρούσαν και Πελοποννήσιοι σύμμαχοι των Μακεδόνων) και πολιορκούσε πλέον την Μεγαλόπολη στην Αρκαδία. Είχε συγκεντρώσει πλέον ένα στράτευμα περίπου 30.000 ανδρών αποτελούμενο από Λακεδαιμονίους, συμμάχους και τους πρώην μισθοφόρους των Περσών. Ένα σημαντικό μέρος αυτών όμως φαίνεται πως αναγκάστηκε να αναλάβει καθήκοντα φρουράς στην Λακεδαίμονα, καθώς κατά την μάχη που έλαβε χώρα στην περιοχή της Μεγαλόπολης λίγο αργότερα αναφέρονται να συμμετέχουν μόνο 20.000 πεζοί και 2.000 ιππείς. Αυτό ίσως οφείλεται στην παρουσία των 200 πλοίων του Αμφότερου στο Αιγαίο. Αν και η δράση του στόλου αυτού δεν καταγράφεται, έχοντας μάλλον ήδη επαναφέρει την Κρήτη στο μακεδονικό στρατόπεδο, ήταν πλέον σε θέση να απειλήσει τις λακωνικές ακτές δημιουργώντας ένα πρόβλημα ασφαλείας που ο Άγις δεν μπορούσε να παραβλέψει.

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 331 π.Χ ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε τα γεγονότα στην Ελλάδα από το άρτι αφιχθέντα με τις ενισχύσεις από την Μακεδονία Αμύντα του Ανδρομένους. Θέλοντας να ενισχύσει τον πιεζόμενο αντιβασιλιά του, ο βασιλιάς έστειλε μαζί με τον Μένη τον Πελλαίο, που θα αναλάμβανε διοικητής της μεσογειακής ακτής από την Κιλικία μέχρι την Φοινίκη, 3.000 τάλαντα, μέρος των οποίων θα διεκπεραίωνε στην Μακεδονία. Παρά την γενναιόδωρη βοήθεια (το ποσό ήταν αστρονομικό για την εποχή) είναι αμφίβολο αν τελικά αυτή έφτασε έγκαιρα στον Αντίπατρο. Πιθανότατα στις αρχές της εκστρατευτικής περιόδου του 330, ο Αντίπατρος με ένα στράτευμα 40.000 ανδρών που περιελάμβανε τους νεοσύλλεκτους του έτους, παλαιότερες κλάσεις βετεράνων που είχαν μείνει στην Μακεδονία, την φρουρά που άφησε ο Αλέξανδρος και ενισχύσεις συμμάχων, έφτασε επιτέλους στην πολιορκημένη από τον Άγι Μεγαλόπολη. Η μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή και αιματηρότατη και πιθανότατα δεν υπήρξαν περίτεχνοι ελιγμοί, παρά μόνο σκληρή σύγκρουση κατά μέτωπο μεταξύ της μακεδονικής φάλαγγας και της οπλιτικής των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους. Με 40.000 και 22.000 άνδρες να μετέχουν για την κάθε πλευρά και με 3.500 Μακεδόνες και 5.300 Λακεδαιμόνιους και σύμμαχους να πέφτουν αντίστοιχα, επρόκειτο για μια μάχη μεγέθους αντίστοιχου με αυτήν της Χαιρώνειας και σίγουρα αρκετά αιματηρότερη. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο γενναίος βασιλιάς Άγις.

Οι ηττημένοι Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοι έστειλαν πρεσβεία στον Αντίπατρο. Αν και τα ζητήματα των μικρότερων πόλεων τα διευθέτησε ο ίδιος ο αντιβασιλιάς, το ζήτημα της Σπάρτης το παρέπεμψε στο Συνέδριο της Κορίνθου. Οι σύμμαχοι κρίνοντας πως είναι αναρμόδιοι αφού η Σπάρτη δεν ήταν μέλος του Συνεδρίου, παρέπεμψαν τους Λακεδαιμόνιους στον Αλέξανδρο για συγχώρεση, ο οποίος, έχοντας πλέον την Ελλάδα ειρηνευμένη και τις απειλές από τον χώρο του Αιγαίου να έχουν εξαλειφθεί, είχε κάθε δυνατότητα να φανεί γενναιόδωρος.

Ο Αντίπατρος δεν είχε μόνο υπηρετήσει τα συμφέροντα του βασιλιά του και της χώρας του κατά τον καλύτερο τρόπο, αλλά είχε ενισχύσει θεαματικά και την ισχύ του στην Ελλάδα. Αν και δεν είχε επίσημα κάποιον θεσμικό ρόλο στην χώρα (πρόεδρος του Συνεδρίου της Κορίνθου ήταν προσωπικά ο Αλέξανδρος και τις αποφάσεις για τα σημαντικά ζητήματα τις λάμβανε ο ίδιος), έχοντας υπό τον έλεγχό του ένα πλέγμα σύμμαχων κυβερνήσεων και ευνοούμενων στις ελληνικές πόλεις που εξαρτούνταν προσωπικά από τον ίδιο και με τον Αλέξανδρο να αποστασιοποιείται όλο και περισσότερο από τα ελληνικά πράγματα, ο γηραιός αντιβασιλιάς ήταν πλέον ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού, ενώ και το κύρος του ανάμεσα στους Μακεδόνες βρισκόταν στο απόγειό του. Ο βασιλιάς το είχε αντιληφθεί πλέον αυτό και θα προσπαθούσε στο εξής να υπονομεύει την προσωπική εξουσία του αντιβασιλιά του, προβαλλοντας το πολιτικό αίτημα της αυτονομίας των ελληνικών πόλεων, αίτημα που στρεφόταν ουσιαστικά κατά των πολιτικών πελατών του Αντιπάτρου. Ενδεικτικός των νέων αισθημάτων του Αλέξανδρου για τον στρατηγό του είναι εξάλλου και ο τρόπος που προσπάθησε να υποτιμήσει την μεγάλη νίκη του στην Μεγαλόπολη (πράγμα που ίσως και να αποδεικνύει πως ο Αντίπατρος νίκησε πριν φτάσει σε αυτόν η βοήθεια του βασιλιά του):

«Φαίνεται ότι, ενώ εμείς κατακτούσαμε την Ανατολή, στην Αρκαδία συνέβη κάποια ποντικομαχία»…

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.