Βενετοκρατούμενη Κρήτη: Η διαμόρφωση της φεουδαρχικής τάξης και η συγκρότηση των τοπικών συμβουλίων

Κατά την περίοδο εγκατάστασης των Βενετών στην Κρήτη το 1211 προϋπήρχαν στο νησί δύο κυρίαρχες κοινωνικοοικονομικές τάξεις : Οι οικογένειες μεγαλογαιοκτημόνων, με τη μυθοποιημένη βυζαντινή καταγωγή τους[1] (οικογένειες των Αργυρόπουλων, των Αρκολέων, των Βαρούχων, των Βλαστών, των Καλαφατών, των Μουσούρων, των Φωκάδων, των Χορτάτσιδων κ.α.) και το μεγάλο πλήθος των ελληνορθόδοξων αγροτικών πληθυσμών, ακτημόνων ή καλλιεργητών ξένων γαιών. Οι δύο αυτές τάξεις, παρά τις κοινωνικές διαφορές τους, εμφανίζουν ενιαία στάση έναντι της βενετικής διοίκησης κατά την πρώτη περίοδο της βενετοκρατίας, προασπιζόμενοι την Ορθόδοξη πίστη έναντι της αλλόδοξης λατινικής επιβολής.[2]

Οι Βενετοί, για να αντιμετωπίσουν τις αντιδράσεις, επέβαλαν ένα αυστηρά συγκεντρωτικό σύστημα μοιράζοντας τις μεγάλες ιδιοκτησίες (που ανήκαν εν πολλοίς στους ντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες και στην Ορθόδοξη εκκλησία) σε Βενετούς φεουδάρχες που έφτασαν στην Κρήτη με τους διαδοχικούς εποικισμούς του 1211, 1222, 1233 και 1252. Οι Βενετοί φεουδάρχες από τη μεριά τους όφειλαν να συγκροτήσουν (με την συμμετοχή των ίδιων) τον φεουδαρχικό στρατό, να ανταποκρίνονται στις φορολογικές απαιτήσεις της βενετικής διοίκησης και να αποδίδουν ένα τμήμα από την παραγωγή τους στο Δημόσιο.

Το νέο επιβεβλημένο πολιτικοοικονομικό καθεστώς προκάλεσε την εκδήλωση επαναστατικών κινήσεων από τους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς, κατά τον πρώτο ενάμισι αιώνα της βενετικής κατάκτησης. Οι επαναστάσεις αυτές στην πλειονότητά τους είχαν ως έκβαση τη συνθηκολόγηση των αρχηγών τους, με αντάλλαγμα την παραχώρηση φέουδου, το οποίο συχνά αντιστοιχούσε με την παλαιότερη απαλλοτριωμένη ιδιοκτησία.[3] Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του Αλέξιου Καλλέργη, ο οποίος μετά από μία πολυετή επαναστατική δράση (1283-1299), με τη συνθήκη του 1299, έγινε ένας από τους σημαντικότερους κατόχους φεουδαρχικής γης στο νησί, με εξέχον κοινωνικό κύρος. Ο Γεώργιος Καλλέργης, μάλιστα, απόγονος της ίδιας οικογένειας, έγινε ο μόνος ελληνικής καταγωγής Κρητικός που εντάχθηκε στο Μεγάλο Συμβούλιο της Γαληνοτάτης το 1381, λαμβάνοντας τη βενετική ευγένεια.[4]

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, οι Βενετοί φεουδάρχες απάρτιζαν τα πρώτα συλλογικά όργανα στην υπό βενετική κατάκτηση Κρήτη : τα Συμβούλια Φεουδαρχών, τα Μείζονα Συμβούλια και την Κρητική Σύγκλητο. Η συγκρότηση αυτή των οργάνων μπορεί να ιδωθεί ως η θεσμική έκφραση της κυριαρχίας μίας πληθυσμιακής κατηγορίας, η οποία είχε διαμορφωθεί με όρους εθνο-θρησκευτικούς, κοινωνικο-οικονομικούς και νομικού χαρακτήρα. Η ιδιότητα του μέλους του συμβουλίου αναδείχθηκε σταδιακά σε προνομιακό καθεστώς και πηγή κοινωνικού διαχωρισμού, που εξασφάλισε στους κατόχους της το δικαίωμα να αναφέρονται απευθείας στις βενετικές Αρχές και τη συμμετοχή τους στη διοίκηση, μέσω της δυνατότητας ανάληψης τοπικών αξιωμάτων και διοικητικών εξουσιών στα ίδια τα συμβούλια.[5]

Κατά πάσα πιθανότητα, το πρώτο συλλογικό σώμα που λειτούργησε στο νησί ήταν το «συμβούλιο των φεουδαρχών» (consilium feudatorum) του Χάνδακα, στο οποίο συμμετείχαν οι φεουδάρχες κάτοικοι του νησιού. Αν και νομικά η σύστασή του καταγράφεται το 1211, η λειτουργία του ξεκίνησε στα μέσα του 13ου αιώνα, οπότε δραστηριοποιήθηκαν και τα αντίστοιχα συμβούλια των Χανίων και του Ρεθύμνου. Κατά την ίδια περίοδο χρονολογείται και η απαρχή του Μείζονος Συμβουλίου που, σύμφωνα με τις επικρατούσες εκτιμήσεις, αποτελούσε ένα επιμέρους αντιπροσωπευτικό όργανο του συμβουλίου των Φεουδαρχών.[6]

Όσον αφορά στις αρμοδιότητες των συμβουλίων, το Συμβούλιο του Φεουδαρχών του Χάνδακα λειτουργούσε υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της βενετικής αρχής, αφού απαιτείτο η έγκριση της διοίκησης για να συγκαλεστεί, ενώ οι αποφάσεις του έπρεπε να επικυρωθούν από τους παριστάμενους στη συνέλευση Βενετούς αξιωματούχους για να έχουν ισχύ. Τα Μείζονα Συμβούλια μαρτυρούνται κατά το πρώτο μισό του 14ου αιώνα στον Χάνδακα, το Ρέθυμνο και τα Χανιά, τα οποία, σταδιακά, αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερο εύρος αρμοδιοτήτων. Κατά τον 14ο αιώνα, το Μείζον Συμβούλιο του Χάνδακα εκτελούσε τις πρεσβείες του νησιού προς τη Μητρόπολη, επικύρωνε τις αποφάσεις της Συγκλήτου της Κρήτης, καθόριζε τοπικούς αξιωματούχους (όπως καπετάνιους κατά των κλεπτών ή ελεγκτές φεουδαρχικών τίτλων και τήρησης της υποχρέωσης στρατιωτικής βοήθειας στη Βενετία). Από αυτό προήλθε και το 90μελές «Συμβούλιο των Κλητών», ένα όργανο περισσότερο ευέλικτο που στόχευε στην άμεση αντιμετώπιση προβλημάτων, που αδυνατούσε να επιλύσει το πολυμελές Μείζον Συμβούλιο. Τέλος, η κρητική Σύγκλητος είχε σημαντικές αρμοδιότητες, τις οποίες παραχωρούσε σε ολιγομελείς επιτροπές «σοφών» (sapientes). Αυτές αναλάμβαναν υποχρεώσεις σχετικές με την εξωτερική και την εσωτερική πολιτική, με αμυντικά, οικονομικά, εκκλησιαστικά θέματα, με την αποστολή διπλωματών στο εξωτερικό, καθώς και με την εκλογή στρατιωτικών αξιωματούχων.[7]

Μ.Ρ.


[1] Προερχόταν από τη διαδεδομένη ιστορία των «δώδεκα αρχοντόπουλων» από την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι, σύμφωνα με τον μύθο, είχαν εγκατασταθεί στην Κρήτη με εντολή του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, μετά την ανακατάληψη του νησιού με την εκδίωξη των Σαρακηνών το 961 μ.Χ.

[2] Παπαδία – Λάλα, Αστικές κοινότητες, 55.

[3] Παπαδία – Λάλα, 57.

[4] Κώστας Λαμπρινός, “Κοινωνία και διοίκηση στο Βενετοκρατούμενο Ρέθυμνο: το ανώτερο κοινωνικό στρώμα των ευγενών (1571-1646)” (Doctoral Dissertation, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τμήμα Ιστορίας, 1999), 17, https://doi.org/10.12681/eadd/11998.

[5] Παπαδία – Λάλα, Αστικές κοινότητες, 61.

[6] Παπαδία – Λάλα, 62.

[7] Παπαδία – Λάλα, 63–64.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *