Ο θεσμός των κοινοτήτων κατά την οθωμανική περίοδο – Τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας

του Ιωάννη Κουζίου, Ιστορικού ερευνητή, Π.Ε. Ελληνικού Πολιτισμού

Ο θεσμός των κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας δημιουργήθηκε εξ αιτίας της αδυναμίας της οθωμανικής διοίκησης να εισπράξει τους φόρους που επέβαλε στους υπόδουλους και της διοικητικής ανεπάρκειας του οθωμανικού κράτους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ως θεσμός εμφανίζεται τότε για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο καθώς μέχρι και τον 13ο αιώνα οι αγροτικές κοινότητες αποτελούν ισχυρό θεσμό της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με σαφώς όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά των χριστιανικών κοινοτήτων της οθωμανικής περιόδου (Λιάτα, 2008, σελ: 138), (Ζαΐμάκης, 2011, σελ: 60), ),(Κόκκινος, 1956, σελ:16).

Το κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης των Ελλήνων δεν είχε ενιαία μορφή και αυτονομία, ούτε είχε επίσημη νομική αναγνώριση από το οθωμανικό κράτος, αλλά ήταν ένα συλλογικό όργανο, δομικά ευέλικτο, με χαρακτηριστικά που διέφεραν μεταξύ των κοινοτήτων, γεγονός που οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες όπως ο χρόνος και ο τρόπος κατάκτησης μιας περιοχής (με υποταγή ή αντίσταση), η γεωγραφική της θέση (αστική ή ορεινή), ο πληθυσμός της και η οικονομία της, σημαντικό επίσης ρόλο είχε η έγγεια ιδιοκτησία που ανέβαζε ψηλά τον φορολογικό πήχη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα άλλες κοινότητες όπως π.χ. το Μελένικο, να έχουν μια άρτια δομική οργάνωση, άλλες να μην έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, ή άλλες να παίρνουν την μορφή ομοσπονδίας μέσα από την συνένωσή σε Κοινό όπως τα Ζαγοροχώρια της Ηπείρου (Λιάτα,2008, σελ:139).

Οι κοινότητες ήταν χωριά ή πόλεις, που εξυπηρετούσαν από την μια μεριά την ανάγκη των υπόδουλων για αυτοδιοίκηση στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους, που τους χορηγούσε προνόμια και αυξημένη δικαιοδοσία και από την άλλη εξυπηρετούσαν της ανάγκες της Υψηλής Πύλης (ως διοικητικοί και φορολογικοί μηχανισμοί),με τους εκλεγμένους εκπροσώπους της εκάστοτε κοινότητας. Η εκλογή των κοινοτικών αντιπροσώπων που ονομάζονταν προεστοί ή δημογέροντες γινόταν κάθε έτος μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου (Αγ. Γεωργίου), ενώ για μερικές κοινότητες ίσχυε και η ημερομηνία 26 Οκτωβρίου. Οι αυτόχθονες ενήλικοι άνδρες κάθε κοινότητας που είχαν καταβάλει τον κεφαλικό τους φόρο συγκεντρώνονταν σε ένα δημόσιο χώρο που μπορεί να ήταν η πλατεία, ή η εκκλησία και εν μέσω αυτής της δημόσιας συνέλευσης ασκούσαν δια βοής, το αρχαιότατο δημοκρατικό δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Τα κριτήρια ωστόσο που καθόριζαν την εκλογή στα κοινοτικά αξιώματα ήταν η ηλικία, η τιμιότητα αλλά κυρίως ο πλούτος και η κοινωνική προέλευση. Ο τρόπος εκλογής παρουσιάζει διαφοροποιήσεις (κυρίως κατά τον 18ο αιώνα), καθώς ήταν συνάρτηση του βαθμού ελευθερίας και οικονομικής ανάπτυξης της κάθε κοινότητας, αλλά ο ανωτέρω τρόπος θεωρείτε ο επικρατέστερος. Οι κοινοτικοί άρχοντες που εκλέγονταν σε κάθε χωριό από τον λαό, εξέλεγαν όλοι μαζί τους προκρίτους της επαρχίας οι οποίοι αποτελούσαν το ανώτερο επαρχιακό συμβούλιο. Το ανώτερο συμβούλιο το εκπροσωπούσε στην τοπική τουρκική διοίκηση ο Αγιάνης. Από τους Αγιάνηδες των βιλαετιών εκλέγονταν ο Βεκίλης. Τον Βεκίλη έστελναν στην Κωνσταντινούπολη ως εκπρόσωπο της επαρχίας του απέναντι στον Σουλτάνο αλλά και ως υπόλογο με την ζωή του για την υποταγή του πληθυσμού που αντιπροσώπευε. (Ζαΐμάκης, 2011, σελ:61), (Λιάτα, 2008, σελ:140), (Κόκκινος,1956, σελ:18).

Οι αιρετοί άρχοντες εκλέγονταν για ένα έτος και είχαν αυξημένες αρμοδιότητες. Αρχικός σκοπός τους ήταν η κατανομή και είσπραξη των φόρων (εξάμηνο),ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του κάθε μέλους της κοινότητας. Η δίκαιη φορολογία των κατοίκων εξασφαλιζόταν μέσα από την κατάρτιση του κτηματολογίου (Μάνας) της κοινότητας και σε περιπτώσεις αδυναμίας της κοινότητας να καταβάλει τον αναλογούν φόρο λειτουργούσε η αλληλεγγυότητα, δηλαδή η ευθύνη των κοινοτικών αρχόντων να καταβάλλουν τα χρήματα στην οθωμανική διοίκηση είτε μέσω εσωτερικής φορολογίας, είτε μέσω δανεισμού, είτε να τα πληρώσουν οι ίδιοι. (Λιάτα, 2008, σελ: 142,145,147),

Οι κοινοτικοί άρχοντες προσπαθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους δημοκρατικά εξισορροπώντας τα αντικρουόμενα συμφέροντα τόσο των υπόδουλων όσο και των Οθωμανών, όπως ο προεστός των Ιωαννίνων Ιωάννης Σταύρου που διοικούσε έντιμα και δίκαια. Φυσικά υπήρξαν φαινόμενα κακοδιοίκησής και κατάχρησης της εξουσίας σε ορισμένες περιοχές, δίχως όμως αυτό να καταδικάζει συλλήβδην τον θεσμό της κοινοτικής διοίκησης. Επίσης οι κοινοτικοί άρχοντες είχαν καθήκον να φροντίζουν για την απονομή δικαιοσύνης, την οργάνωση των σχολείων, τις αμοιβές των δασκάλων, τις υγειονομικές υπηρεσίες, την οργάνωση της υπηρεσίας των αγροφυλάκων και των πολιτοφυλάκων, υπεύθυνων, για την προστασία των κτημάτων και των πολιτών αντίστοιχα. (Λιάτα,2008, σελ: 144,146)

Οι κοινότητες όμως, δεν ήταν ένας απλός φοροεισπρακτικός μηχανισμός αλλά ένα πολυδιάστατο σύστημα με κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική σημασία. Τα μέλη της κοινότητας μέσα από την προσπάθειά τους να ελέγξουν το φυσικό περιβάλλον κατά την διαδικασία εγκατάστασής τους σε ένα τόπο δημιουργούσαν κοινωνικές δεσμούς, όπως συνέβαινε για παράδειγμα κατά την διαδικασία χτισίματος π.χ. ενός μύλου. Επίσης οι άνθρωποι προσπαθούσαν να οριοθετήσουν και να προστατεύσουν των χώρο εγκατάστασής τους μέσα από τελετουργίες, π.χ. έκτιζαν εξωκλήσια ή έκαναν λιτανείες για να αποτρέψουν το κακό, καθώς πίστευαν ότι η ευημερία έρχεται όχι μόνο μέσα από την καλλιέργεια του φυσικού χώρου αλλά και με την συνδρομή του θεϊκού στοιχείου. Αλλά και μέσα από την παραγωγική δραστηριότητα (τόσο στον αγροτικό τομέα όσο και την βιοτεχνία και το εμπόριο), αναπτύσσουν μεταξύ τους κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις, δηλαδή ισχυρούς δεσμούς κοινοτικής αλληλεγγύης, ανεξάρτητα από το μέγεθος και τον πληθυσμό της κοινότητας, π.χ. κατά την διάρκεια των αγροτικών εργασιών (έκτιζαν αναβαθμίδες ή πεζούλες) δημιουργούσαν και κοινωνικούς δεσμούς. Διαμορφώνεται έτσι μέσα στον κοινοτικό οργανισμό ένα σύστημα αξιών κανόνων και συμπεριφορών που ως άγραφοι νόμοι εξασφαλίζουν δεσμούς συνοχής μεταξύ των μελών της και αντανακλούν το συλλογικό ήθος της κοινότητας (Σπαθάρη-Μπεγλίτη, 2002, σελ: 262,269)

Οι κοινότητες λειτούργησαν επίσης ως πολιτικοί οργανισμοί μέσω των οποίων οι υπόδουλοι Έλληνες κατάφεραν να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις καταπιέσεις και αυθαιρεσίες των κατά τόπους Οθωμανικών αρχών, να διατηρήσουν την συνοχή τους και τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά κάτω από μια ξένη κυριαρχία. Παράλληλα οι κοινότητες, μέσα από τον πολιτισμικό τους ρόλο κατάφεραν να διαφυλάξουν όλα τα στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού (δημοτικό τραγούδι, χορό, ήθη, έθιμα), τα οποία συνέβαλαν στην διατήρηση της κοινοτικής ενότητας και ενίσχυσαν μεταξύ των μελών της το αίσθημα ότι ανήκουν σε αυτήν. Αποτέλεσε έτσι η κοινότητα μια μικρή εθνική εστία με σχετική αυτοτέλεια, μέσα στην οποία οι υπόδουλοι Έλληνες επικοινωνούσαν μεταξύ τους, διέσωζαν την θρησκεία, την γλώσσα, τα ήθη τους και διατηρούσαν την εθνική τους συνείδηση.
Συνοψίζοντας ο θεσμός των ελληνικών κοινοτήτων εξυπηρέτησε την οθωμανική διοίκηση στην άσκηση του διοικητικού και οικονομικού ελέγχου, ταυτόχρονα όμως μέσα στις κοινότητες οι υπόδουλοι μπόρεσαν ως ένα βαθμό να διατηρήσουν το ελεύθερο φρόνημά τους, να αναπτύξουν κοινωνικούς δεσμούς και ένα άγραφο κώδικα ηθικής που λειτουργούσε ως νόμος που διατηρούσε την κοινωνική τους συνοχή. Επίσης η κοινοτική αλληλεγγύη, η κοινή ευθύνη, οι κοινές παραδόσεις λειτούργησαν ως παράγοντες συσπείρωσης των υπόδουλων έναντι των Οθωμανών και συνέβαλαν στην ανάπτυξη του αισθήματος του ανήκειν στην κοινότητα. Συνεπώς οι κοινότητες με τον πολυδιάστατο ρόλο τους κατάφεραν να λειτουργήσουν ως συντελεστές επιβιώσεως του ελληνισμού στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Ο θεσμός των κοινοτήτων θα διαλυθεί με τον Ν.1833/34 περί Δήμων ως αποτέλεσμα της νέας οικονομικής πραγματικότητας (Σπαθάρη-Μπεγλίτη, 2002, σελ: 265,271).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ζαΐμάκης, Γ. (2011). Κοινοτική εργασία και τοπικές κοινωνίες. Ανάπτυξη, Συλλογική δράση, Πολυπολιτισμικότητα. Αθήνα: Πλέθρον, σσ. 60-61.
Κόκκινος Δ. (1956). «Η ελληνική Κοινότης» στο Η Ελληνική Επανάστασις. εκδ. Μέλισσα, Αθήνα.
Λιάτα, Ε. (2008). «Οι κοινότητες. Ένας θεσμός με πολλές όψεις». Στο: Κ. Γκότσης – Ε. Σπαθάρη-Μπεγλίτη (επιμ.), Ανθολόγιο Δοκιμιών για τον Δημόσιο και Ιδιωτικό Βίο στην Ελλάδα (19ος-20ος αιώνας). Πάτρα: ΕΑΠ, σσ. 138-147.
Σπαθάρη-Μπεγλίτη, Ε. (2002). «Οικισμοί, χωριά, πόλεις: μορφές κοινωνικής οργάνωσης- Ο συνεκτικός ρόλος της κοινότητας». Στο: Γ. Αικατερινίδης κ.α., Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα ΙΙ. Οι Νεότεροι Χρόνοι, τ. Α΄ κεφ 9. Πάτρα: ΕΑΠ,σσ.261-271.

istorikoxronologio.blogspot.com

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *