Το δώρο του Αγίου Βασιλείου προς τους νέους και η σχέση Ελληνικής Παιδείας και Χριστιανισμού

Γράφει ο Παναγιώτης Παπαδάς *

 Στην εποχή μας, στην οποία έχει διεισδύσει η εμπορευματοποίηση σε κάθε πτυχή του βίου, ακόμα δυστυχώς και στον θρησκευτικό και στον πολιτισμικό τομέα, είναι δύσκολο κάποιος που ακούει το όνομα ‘’Άγιος Βασίλειος’’ να μη σκεφτεί συνειρμικά και σχεδόν αμέσως την μορφή του εύσωμου γηραιού κυρίου, ο οποίος μοιράζει δώρα στα παιδιά. Αυτήν που προέκυψε αρχικά ως διαφημιστικό, και πλέον λόγω της παγκοσμιοποίησης καθιερώθηκε και ως εικόνα και πολιτισμικό στοιχείο και στον ορθόδοξο κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ουδεμία σχέση μεταξύ του ξενόφερτου και άνωθεν επιβεβλημένου ‘’Santa Claus’’ με την ασκητική, σεβάσμια και λόγια μορφή του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, την οποία έχουμε συνηθίσει από την Ορθόδοξη Εικονογραφία.

Θα έλεγε ακόμα κανείς, όχι απλώς ότι είναι μεταξύ τους απλά αντίθετες περιπτώσεις, αλλά άκρα αντίθετες· με τον μεν να εκπροσωπεί την υπερκατανάλωση, την λαιμαργία, τον υλισμό και την συμφεροντολογία, τον δε να εκπροσωπεί την ολιγάρκεια, το μέτρο, την πνευματικότητα, την Παιδεία, την μόρφωση, την ηθικότητα και την επιδίωξη του κοινού συμφέροντος. Με το ίδιο σκεπτικό δεν είναι απλώς αντίθετα και ως ηθικά πρότυπα, αλλά θα έλεγε κανείς και πολεμικά αντίθετα πρότυπα· από τα οποία ο κάθε άνθρωπος μπορεί να επιλέξει, όποια πλευρά θεωρεί ως σωστή βάσει την οποίας θα πορευθεί και στην ζωή του.

      Ο βίος του Μεγάλου Βασιλείου μαρτυρεί, τόσο ότι ήταν μια ηγετική μορφή της Χριατινιακής Εκκλησίας, όσο και ότι ήταν μια πολυσχιδής προσωπικότητα ως επίσκοπος, επιστήμων, συγγραφέας, μαχητής υπέρ του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος και θεολόγος, παράλληλα και με σημαντική -όπως θα φανεί και παρακάτω- κατάρτισή του στην κοσμική παιδεία. Με καταγωγή από οικογένεια ευγενών της Καππαδοκίας με πατέρα τον Βασίλειο, που ήταν ρητοροδιδάσκαλος και τον δίδαξε τα πρώτα γράμματα και με μητέρα την Εμμέλεια, που είχε ανατραφεί σε ευσεβές χριστιανικό περιβάλλον. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι μητέρα του πατέρα του ήταν η Μακρίνα, που είχε ως διδάσκαλο τον Γρηγόριο Νεοκαισαρείας τον θαυματουργό. Μετά τις σπουδές δίπλα στον πατέρα του φοίτησε στην Καισάρεια και αργότερα λόγω της φιλομάθειάς του στην Κωνσταντινούπολη, δίπλα στον ρητοροδιδάσκαλο Λιβάνιο, με τον οποίο παρά τις όποιες διαφορές υπήρξε βαθύτατα φίλος. Ύστερα από εκεί φοίτησε επίσης και στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε μαθήματα ρητορικής, φιλολογίας, ιστορίας, φιλοσοφίας, μαθηματικών και ιατρικής. (Παναγιώτου 2013, 197-198)

      Το 370 μ.Χ. εξελέγη επίσκοπος Καισαρείας και για τα επόμενα έτη, όπου έμεινε σε αυτήν την θέση διακρίθηκε για την κοινωνική του δράση, την δυναμική του στάση απέναντι στις πολιτικές αυθαιρεσίες, για την φιλανθρωπία του και την υπεράσπιση της ορθοδοξίας έναντι των αιρέσεων της εποχής. Μνημειώδης ήταν η οργάνωση της ‘’Βασιλειάδος’’, ενός συγκροτήματος κτιρίων ευαγούς και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, το οποίο διέθετε καθεδρικό ναό, οικήματα για τον επίσκοπο και τους κληρικούς, οικήματα για την φιλοξενία των αρχόντων και των δημόσιων λειτουργών, ξενώνα για τους ξένους και τους περαστικούς, νοσοκομείο με το αναγκαίο προσωπικό, αλλά και χώρους εργαστηριακής και τεχνικής φύσεως, ενώ αργότερα προσετέθησαν στο συγκρότημα επιπλέον χώροι. Μετά από πολλή μεγάλη προσπάθεια, για να ανταποκριθεί σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις και λόγω της ασκητικής ζωής του η υγεία του κλονίσθηκε σημαντικά, με αποτέλεσμα την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. -οπότε και τιμάται η μνήμη του- να αποβιώσει αφήνοντας πίσω του τεράστιο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, το οποίο σε συνδυασμό με τα πνευματικά του επιτεύγματα, δικαίως τον κατέστησε ‘’Μέγα’’. Τέλος, θεωρείται μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο ως προστάτης των γραμμάτων από τον 11ο αιώνα μ.Χ., όταν και καθιερώθηκε επισήμως η εορτή τους από τον επίσκοπο Ευχαϊτών, Ιωάννη Μαυρόποδα. (Παναγιώτου 2013, 198-99)

      Ένα ιδανικό παράδειγμα, το οποίο παρουσιάζει την μόρφωση, την ηθική σκέψη, αλλά και εξηγεί τα έργα και τρόπο δράσεως του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ο λόγος που απευθύνει ’Πρὸς τοὺς νέους ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων= προς τους νέους για το πώς θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τα ελληνικά γράμματα’’. Σε αυτήν την σύντομη ηθικό-παιδαγωγική πραγματεία του, απευθύνεται στα παιδιά της αδελφής του και ασχολείται με το ζήτημα της σχέσεως της ελληνικής γραμματείας και των χριστιανών μελετητών της. Την Αγία Γραφή και την χριστιανική γραμματεία την θεωρεί ανώτερη, επειδή φανερώνει στους ανθρώπους τον Λόγο του Θεού, αλλά δεν απορρίπτει συλλήβδην και την κλασσική γραμματεία της εποχής του, η οποία ήταν κοινώς αποδεκτή ως μορφολογικό πρότυπο, υπό την προϋπόθεση όμως να υπάρχουν εντός της σημεία, τα οποία θα διδάσκουν την αρετή, τις σωστές ηθικές αξίες και άλλα υγιή παιδευτικά μηνύματα. Η προσέγγιση αυτή είναι ωφελιμιστικής, παιδαγωγικής και προπαρασκευαστικής φύσεως. Αυτό δείχνει επίσης, ότι ο συγγραφέας του λόγου προσέγγιζε το ζήτημα της σχέσεως Χριστιανισμού και ελληνικού πολιτισμού αμερόληπτα και ισορροπημένα, αναγνωρίζοντας έμμεσα την αξία του δεύτερου για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. (Montanari 2017, 720-722). Σύμφωνα με τον καθηγητή της  Πατρολογίας Στυλιανό Παπαδόπουλο, γράφηκε μεταξύ των ετών 359 και 362 μ.Χ., όταν ο Βασίλειος ασκήτευε στα «Άννησα και στο ασκητήριο του Πόντου, όπου δεχόταν και νουθετούσε νέους». (Παπαδόπουλος 1990, 39). Αντιθέτως, κατά τον θεολόγο Ιωάννη Σιδηρά συγγράφηκε το 363 ή το 364 μ.Χ., δηλαδή μετά την έκδοση του διατάγματος του Αυτοκράτορα Ιουλιανού, με το οποίο απαγορευόταν στους Χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν την κλασική αρχαιοελληνική γραμματεία στους νέους (https://el.wikipedia.org/wiki/Προς_τους_νέους)

        Στην αρχή του λόγου του (Migne 1856-1861, 564-589) ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει στους αναγνώστες, ότι ο χρόνος και οι εμπειρίες της ζωής τού έχουν διαμορφώσει γνώση περί των ανθρωπίνων πραγμάτων, η οποία συμπλήρωσε παράλληλα και την μόρφωσή του και γι’ αυτό τους συμβουλεύει. Αξιοποιώντας και μεταλαμπαδεύοντας σε αυτούς τα παραπάνω έχει ως σκοπό να διαπαιδαγωγήσει τους νέους -σχεδόν σαν πατέρας και όχι με λιγότερο ενδιαφέρον- ώστε να επωφεληθούν ηθικά και πνευματικά. Λέγει συγκεκριμένα για αυτό, ότι ‘’Εἰ μὲν οὖν προθύμως δέχοισθε τὰ λεγόμενα, τῆς δευτέρας τῶν ἐπαινουμένων ἔσεσθε παρ᾿ Ἡσιόδῳ τάξεως· εἰ δὲ μή, ἐγὼ μὲν οὐδὲν ἂν εἴποιμι δυσχερές, αὐτοὶ δὲ μέμνησθε τῶν ἐπῶν δηλονότι, ἐν οἷς ἐκεῖνός φησιν ἄριστον μὲν εἶναι τὸν παρ᾿ ἑαυτοῦ τὰ δέοντα συνορῶντα, ἐσθλὸν δὲ κἀκεῖνον τὸν τοῖς παρ᾿ ἑτέρων ὑποδειχθεῖσιν ἑπόμενον, τὸν δὲ πρὸς οὐδέτερον ἐπιτήδειον ἀχρεῖον εἶναι πρὸς ἅπαντα.= Αν λοιπόν ακούσετε με προθυμία, τις συμβουλές μου, θα ανήκετε στην δεύτερη περίπτωση αυτών που επαινεί ο Ησίοδος, ότι δηλαδή είναι άριστος άνθρωπος, όποιος μονάχος του διακρίνει το σωστό και είναι καλός, όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις, ενώ όποιος δεν μπορεί, τον χαρακτηρίζει ως για όλα ανίκανο’’  

      Έτσι τους παρουσιάζει στο κείμενο τον ιδανικό τρόπο μελέτης της κοσμικής παιδείας και δεν τους προτρέπει, όπως οι δάσκαλοι της εποχής του, στην στείρα μελέτη των αρχαίων ελληνικών έργων. Και πράγματι, όπως θα φανεί και παρακάτω, θα παρουσιάσει μια νέα και ρηξικέλευθη προσέγγιση μελέτης της ‘’θύραθεν’’ παιδείας υπό το πρίσμα του Χριστιανισμού, το οποίο και θα συμβάλλει γενικότερα -όπως απεδείχθη από την Ιστορία- στην απαγκίστρωση από τα καθιερωμένα πρότυπα και στην περαιτέρω εξέλιξη της διανόησης ακόμα και σε θρησκευτικό πλαίσιο. Το ουσιαστικό όμως ζήτημά του είναι, ότι δεν πρέπει να δέχονται οι νέοι άκριτα ως αυθεντία και οδηγό στην ζωή τους την κλασσική παιδεία αυτή καθ’ εαυτήν, καθώς μπορεί να μη συνάδει σε κάποια σημεία της με την χριστιανική διδασκαλία και την Αγία Γραφή και να μην έχει πάντα ηθικά πρότυπα εντός της. Σε αυτό το πρόβλημα έρχεται να συμβάλλει ο προτεινόμενος από αυτόν τρόπος μελέτης και να διδάξει στους νέους την ελευθερία σκέψης, την κριτική αξιολόγηση της γραμματείας, την αποδοχή, όσων στοιχείων είναι χρήσιμα με την παράλληλη μη αποδοχή των ανήθικων και μη ψυχωφελών στοιχείων.

      Επειδή ακριβώς θεωρείται κατά τον Χριστιανισμό ως βασική η σημασία της ηθικής προπαρασκευής της ψυχής για την μετά θάνατον ζωή -που είναι οντολογικά ανώτερη της επίγειας- δεν υπάρχει περιθώριο αποδοχής όποιου πράγματος αποτελεί ανηθικότητα και ψευδό-αξία, αλλά και οποιουδήποτε αποσπά τον άνθρωπο από τον παραπάνω σκοπό. Η Αγία Γραφή λοιπόν είναι ο οδηγός της ζωής των χριστιανών και το μέτρο ελέγχου της χρησιμότητας και της ηθικότητας της ‘’θύραθεν’’ παιδείας, η οποία παράλληλα αποτελεί και προετοιμασία για τον Λόγο της. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητη η μελέτη ακόμα και των ρητόρων, και των ποιητών και των πεζογράφων, και καθενός που έχει μέσα του υγιή, συμβατά με Αυτήν ειδικά και τον Χριστιανισμό γενικά ηθικά στοιχεία, που μπορούν να προετοιμάσουν το έδαφος για την κατανόηση των βαθύτατων μηνυμάτων και αποκαλύψεων της Γραφής. Οι δυο γνώσεις δεν είναι κατά αυτόν ίσες, καθώς ανώτατη είναι η Θεία Αποκάλυψη και ύστερα η κοσμική παιδεία, αλλά μπορεί η μεν να συμβάλλει όπως είπαμε στην προετοιμασία κατανόησης της δε και συγκεκριμένα λέγει ‘’καὶ οἷον ἐν ὕδατι τὸν ἥλιον ὁρᾶν ἐθισθέντες οὕτως αὐτῷ προσβαλοῦμεν τῷ φωτὶ τὰς ὄψεις= αφού πρώτα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο μέσα στο νερό, τον αντικρίζουμε κατάματα’’.

      Επομένως, σκοπός του παιδαγωγικού πονήματός του είναι να αναδείξει τον μεθοδολογικά ορθό και ορθόδοξο τρόπο προσέγγισης της ελληνικής παιδείας, ώστε μετά από σωστό κριτικό έλεγχο να μπορούν οι νέοι να αφομοιώσουν από αυτήν τα ψυχωφελή στοιχεία της μη δεχόμενοι παράλληλα οτιδήποτε άχρηστο και ανήθικο. Υποστηρίζει μάλιστα ακράδαντα -καθώς και ο ίδιος είναι σπουδαίος γνώστης της κοσμικής παιδείας- ότι τα έργα των αρχαίων Ελλήνων σοφών και συγγραφέων έχουν εντός τους κάποια κοινά και συμβατά με τον Χριστιανισμό στοιχεία, τα οποία θα αποτελέσουν μεταβατικό στάδιο και προετοιμασία για την κατανόηση της θείας γνώσης. Όσα από τα κατορθώματα των ηρώων και τους ευγενείς λόγους των ρητόρων της κοσμικής παιδείας, έχουν εντός τους σωστά ηθικά στοιχεία, επιβάλλεται να γίνουν πρότυπα προς μίμηση για τους νέους, ακριβώς επειδή συνάδουν με το χριστιανικό πρότυπο αρετής. Κατά τον Άγιο Βασίλειο περιπτώσεις προσώπων -και εν προκειμένω ηρώων- όπως ο Οδυσσέας, που προσπάθησε κλείνοντας τα αυτιά του να αποφύγει τον πειρασμό των Σειρήνων, είναι από τα σημαντικότερα παραδείγματα προς μίμηση, ειδικά για την επιζητούμενη σε αυτό το έργο προσπάθεια αποφυγής των πειρασμών και της εξοικείωσης με τα ψευδή και ανήθικα λόγια. Γιατί η εξοικείωση αυτή δημιουργεί στον άνθρωπο αντίστοιχους λογισμούς, οι οποίοι με την σειρά τους παρακινούν βίαια την ψυχή του σε τέτοιου είδους πράξεις. Σκέψη, η οποία σε πολλά σημεία θυμίζει την αριστοτελική ηθική διδασκαλία ‘’Περὶ ἕξεως’’ (Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια).

      Την Αγία Γραφή πρέπει να έχουν ως αυθεντία και οδηγό για την ζωή, η οποία θα πιστοποιεί ύστερα και το ποια είναι τα υγιή πρότυπα της κοσμικής γραμματείας, για να μη παρασύρονται οι νέοι από την υψηλή λογοτεχνία και το ταλέντο των συγγραφέων, αποδεχόμενοι συγχρόνως και τα διαφθείροντα κατ’ αυτόν στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζει μάλιστα και ως ‘’δηλητήριο με μέλι’’. Στα μη ορθά στοιχεία εντάσσεται και η ύπαρξη των πολλών θεών -λογικό και κατανοητό εν πολλοίς, καθώς ο ίδιος κηρύττει τον Χριστιανισμό- οι οποίοι ενίοτε και μισιούνται μεταξύ τους ακόμα και σε περιπτώσεις αδελφών, ενώ διακατέχονται και από πάθη, δόλο, και άλλα χαρακτηριστικά ανάρμοστα στο Θείον. Από τους ρήτορες δεν είναι ηθικά σωστοί και αποδεκτοί οι ψευδολόγοι και συκοφάντες των δικαστηρίων, αλλά μόνον όσοι μεγαλύνουν και επαινούν την αρετή και στηλιτεύουν την κακία. Ουσιαστικά, για να κατανοήσουμε το παραπάνω σκεπτικό, που προτείνει ο Μέγας Βασίλειος, του τρόπου μελέτης, ταιριάζει ο παραλληλισμός -που ο ίδιος αναφέρει- με την εργασία των μελισσών, οι οποίες συλλέγουν από τα καλύτερα άνθη την καλύτερη γύρη στον βαθμό που χρειάζεται στο έργο τους. Σκοπός λοιπόν κατ’ αυτόν δεν είναι η τέρψη της ψυχής από την υψηλή τέχνη των συγγραφέων, αλλά η ηθικοπλαστική διαπαιδαγώγηση δια της κοσμικής γραμματείας και η προετοιμασία της ψυχής για την κατανόηση του Θείου Λόγου.

      Από όλα όμως τα είδη της αρχαίας διανόησης δίνει περισσότερη έμφαση στα φιλοσοφικά έργα θεωρώντας τα καταλληλότερα για την προαναφερθείσα σπουδή της ηθικής προπαρασκευής· εγγύτερα στην χριστιανική ιδέα περί Αρετής, όπως και στην Αλήθεια του Τριαδικού Θεού. Η μελέτη των οποίων πρέπει να ξεκινά ήδη από την νεαρή ηλικία, επειδή τότε η ανθρώπινη ψυχή είναι τρυφερή και απλή και θα μπορέσει να αφομοιώσει καλύτερα αυτά τα στοιχεία. Ειδική μνεία κάνει και στον Ησίοδο, με του οποίου τις απόψεις εν πολλοίς ταυτίζεται σχετικά με την δυσκολία της παραπάνω διαδικασίας, την οποία ο αρχαίος Έλληνας παρομοιάζει με ανηφορικό και δύσβατο δρόμο, που τελικά όμως οδηγεί σε άξια και αγαθά έπαθλα για την ψυχή του ανθρώπου, αντίθετα με την επιλογή των κακών και ανήθικων πράξεων. Γι’ αυτό παροτρύνει την μελέτη του έργου αυτού, αλλά και των ομηρικών κειμένων, γιατί κατ’ αυτόν ο Όμηρος διδάσκει την Αρετή. Γι’ αυτό και σε αυτό το σημείο αναφέρει ως υπόδειγμα αρετής τον Οδυσσέα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκε γυμνός μετά από ναυάγιο, προκάλεσε λόγω της αρετής του τον θαυμασμό της Ναυσικάς και των Φαιάκων, που οι δε με την σειρά τους προσπάθησαν από εκείνη την στιγμή να τον μιμηθούν λοιδορώντας ακόμα και τις περιουσίες τους χάριν της ηθικής ολοκλήρωσης.

      Γι’ αυτό και ασπάζεται την άποψη περί της ανάγκης μίμησης των ενάρετων ανθρώπων και περί της πρακτικής εφαρμογής της Φιλοσοφίας, διότι από αυτά φαίνεται η σωφροσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έτσι δεν ‘’φιλολογεί’’ και δεν ‘’ηθικολογεί’’ σπαταλώντας άσκοπα τον πολύτιμο για την ψυχή του χρόνο του. Υποστηρίζει δηλαδή ο Μέγας Βασίλειος, ότι το να κηρύττει κάποιος δημοσίως περί Ηθικού και Δικαίου, ενώ στην προσωπική του ζωή φέρεται με ακόλαστο και άδικο τρόπο χωρίς να ακολουθεί σωστά πρότυπα, θυμίζει τους ηθοποιούς ταπεινής καταγωγής που παριστάνουν τους βασιλείς και τους προύχοντες· θυμίζει ‘’ξεκούρδιστο’’ μουσικό όργανο· παράφωνη χορωδία και γενικά ανάρμοστη και υποκριτική συμπεριφορά.

      Μεταξύ των παραδειγμάτων, που χρησιμοποιεί προς επίρρωση των λόγων του, αναφέρεται και στην περίπτωση του αρχαίου Έλληνα πολιτικού, Περικλέους, ο οποίος αν και υβριζόταν από κάποιον συμπολίτη του με χυδαιότατο τρόπο, έδειξε σημαντική ηθική ανωτερότητα, όταν είδε τον δεύτερο μεθυσμένο να προσπαθεί να επιστρέψει στην οικεία του, ζητώντας να τού φωτιστεί ο δρόμος για λόγους ασφαλείας. Μνημονεύει ακόμα και την περίπτωση του Ευκλείδη, τον οποίο κάποτε απείλησαν να τον φονεύσουν, που απάντησε ότι θέλει να τους ικανοποιήσει αυτό το αίτημα, όπως και το παράδειγμα της εγκράτειας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο οποίος δεν εκμεταλλεύθηκε με κανένα τρόπο τις συλληφθείσες θυγατέρες του ηττηθέντος εχθρού του, Δαρείου. Τέλος, αναφέρει και την περίπτωση του Σωκράτους, ο οποίος εδάρη κάποτε βιαίως σε σημείο μάλιστα να έχει μελανιάσει και να έχει πρηστεί το πρόσωπό του, επί του οποίου ύστερα έγραψε το όνομα του δράστη, για να τον διαπομπεύσει δημοσίως στην Αθήνα. Όλα αυτά τα παραδείγματα δεν επελέγησαν τυχαία από τον μέγα Ιεράρχη·  τα επέλεξε αφ’ ενός για να δείξει την εξοικείωση και την εντρύφησή του στην αρχαία ελληνική κοσμική γνώση, αφ’ ετέρου επειδή αναγνωρίζει σε αυτά στοιχεία που θυμίζουν την χριστιανική ηθική και επομένως είναι κατάλληλα για τον πραγματευόμενο σκοπό. Το πρώτο παράδειγμα θυμίζει την χριστιανική επιταγή για πραότητα, αλλά και εκείνη της βοήθειας προς τον συνάνθρωπο και της απαγόρευσης της μνησικακίας. Το δεύτερο την προτροπή του να προτιμάται το ‘’αδικείσθαι’’ παρά το ‘’αδικείν’’, αλλά και το να γυρίζει ο χριστιανός και το άλλο μάγουλο, όταν τον χαστουκίζουν (Ματθ. 5, 39). Όλα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως προετοιμασίες για τις ευαγγελικές εντολές και της κατανόησης -όπως είπαμε πρότερα- των μηνυμάτων της Αγίας Γραφής.

     Όπως οι αθλητές ασκούνται στο άθλημά τους, για να είναι τέλειοι σε αυτό και οι μουσικοί στην τέχνη τους, έτσι πρέπει να κάνουν και οι χριστιανοί για την ψυχή τους, η οποία τους διακρίνει από τα άλογα ζώα και δεν πρέπει να την παραμελούν θεωρώντας την κατώτερη των ενασχολήσεων των προαναφερθέντων επαγγελμάτων μην αποβλέποντας στην τελείωση και στην ηθική εξύψωσή τους. Η διαφορά όμως της ηθικής και της επαγγελματικής εξάσκησης είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από τις δυο αυτές περιπτώσεις. Στην περίπτωση των αθλητών -λέγει ο Μέγας Βασίλειος- το έπαθλο του νικητή είναι ένα ταπεινότατο στεφάνι, για το οποίο παλεύουν κυριολεκτικά με κόπο, ιδρώτα και τρώγοντας φαγητά, τα οποία δεν θα ζήλευε κανείς, ενώ για την αιώνια ζωή αδιαφορούν, αν και το έπαθλο είναι μεγαλύτερης αξίας. Η ηθική διδασκαλία, η μίμηση και η εξάσκηση είναι λοιπόν για τον Μέγα Βασίλειο η τροφή της ψυχής και είναι επομένως ντροπή, όταν οι χριστιανοί αδιαφορώντας γι’ αυτήν, ουσιαστικά αδιαφορούν και για το συμφέρον τους.

     Άρα συμπεραίνεται από τα παραπάνω, ότι παρακινεί τους νέους να στραφούν προς το πνεύμα και όχι προς τα πάθη ή το σώμα, στο οποίο πρέπει απλώς να δίνουμε τα αναγκαία και απαραίτητα και όχι παραπάνω από ό,τι χρειάζεται με σκοπό την ηδονή. Με τον τρόπο αυτό θεωρούσε, ότι τελειοποιείται ο άνθρωπος ηθικά ως πρόσωπο, αλλά και ότι εξευγενίζεται και το ίδιο το σώμα. Αντίθετα η ενασχόληση μόνο με το σώμα καθιστά τον άνθρωπο χυδαίο, αναξιοπρεπή και ασχολούμενο με πράγματα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα προς την διάνοια και κυρίως προς την ψυχή.

     Για την περίπτωση αυτή της πνευματικής αρετής διακρίνει τον φιλόσοφο Διογένη, ο οποίος θεωρούσε ανήθικο τον καλλωπισμό, την ενασχόληση με το σώμα και εν γένει κάθε τι που δεν ωφελεί την ψυχή. Η αυτοκυριαρχία επί των παθών αναδεικνύει την πραγματική αξία και την δύναμη του ανθρώπου, ενώ η ενασχόληση με την εικόνα του το αντίθετο, είναι όμως ως διαδικασία δυσκολότερη και από το να προσπαθεί κανείς να αντικρίσει ευθέως τον ήλιο με γυμνά μάτια. Με αυτόν τον τρόπο όμως αποκτάται η καθαρότητα της ψυχής· σε αυτό δεν συμβάλλουν, ούτε τα θεάματα, ούτε οι μουσικές, αν δεν αποβλέπουν στον ανθρώπινο εξευγενισμό. Το ίδιο ισχύει και για τις γεύσεις και για κάθε άλλη αίσθηση! Οποιαδήποτε ενασχόληση δεν πρέπει να είναι υπέρ το δέον, πρέπει να είναι έλλογη και να υπηρετεί την ψυχή, αλλιώς υποτιμάται η ανωτερότητα αυτής και του ίδιου του ανθρώπου ως προσώπου. Γι’ αυτό και παραπέμπει στον Πλάτωνα και στον Απόστολο Παύλο, οι οποίοι και οι δύο συμβουλεύουν να μη δίνεται υπερβολική σημασία στο σώμα, για να μην ανοίγει η όρεξη των παθών. Πιστεύει ακόμα, ότι ο πλούτος είναι άχρηστος, για όποιον ζει λιτά και χωρίς ηδονές και αναφέρει ξανά την περίπτωση του Διογένους, ο οποίος αντίθετα με τον υπόλοιπο κόσμο της εποχής του, που επιζητούσε τα υλικά αγαθά και την ηδονή και όχι την εξύψωση του πνεύματος, περιφρονούσε τα πάντα και δήλωνε πλουσιότερος και του Μεγάλου Βασιλέως των Περσών! Σε σχέση με αυτό εν τέλει ο Μέγας Βασίλειος παρακινεί τον έχοντα πλούτη να μη καυχάται για αυτά και να τα χρησιμοποιεί έλλογα, ενώ τους φτωχούς συνανθρώπους του να προσπαθούν να μιμούνται το ενάρετο παράδειγμα του Διογένους και να μη θέλουν τα πλούτη και τους θησαυρούς, ώστε να μπορούν να προσηλωθούν στην εξάσκηση απόκτησης της αρετής. Αν όλα αυτά επιτευχθούν, δεν πρέπει να επηρεάζει τον άνθρωπο η γνώμη των άλλων και οι συνέπειες αυτής και επιπλέον δεν πρέπει αυτός να αποβλέπει στην επίδειξη του εαυτού του, γιατί αυτή η συμπεριφορά αρμόζει σε ψεύτες και κόλακες, που δεν ενδιαφέρονται για καμμία αξία, που δεν αποβλέπουν στο Δίκαιο και στο Ηθικό, παρά μόνο στο συμφέρον. Πράγματα, τα οποία γενικά δεν είναι χαρακτηριστικά ανθρώπων ηθικά ελευθέρων, αλλά σκλάβων της αμαρτίας και την ανηθικότητας.

      Βάσει των παραπάνω, η γενικότερη άποψή του παραπέμπει εν μέρει στην Κλασσική Παιδεία της εποχής του· τόσο το σκεπτικό, ότι το εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να καθορίζεται βάσει ενός προτύπου που θα αποκλείει κάθε τι μη συμβατό προς αυτό, θυμίζει εν μέρει το πλατωνικό εκπαιδευτικό πρότυπο της πλατωνικής ”Πολιτείας”, το οποίο απέκλειε τα ”ανήθικα” διδάγματα των ποιητών και προέκρινε τον Δώριο μουσικό Τρόπο ως αρμόζοντα σε υπηκόους, οι οποίοι πρέπει να γίνουν ηθικοί, ανδρείοι και σώφρονες, όσο και το σκεπτικό του, ότι οι χριστιανοί δεν πρέπει να ηθικολογούν, αλλά να μιμούνται στην ζωή τους στην πράξη τα πρότυπα της κοσμικής/ Ελληνικής Παιδείας, τα οποία μελετούν, παραπέμπει στο ομηρικό πρότυπο αρετής το οποίο θέλει τον άνθρωπο ”ικανό στα λόγια και στις πράξειςμύθων τε ῥητῆρ᾽ ἔμεναι πρηκτῆρά τε ἔργων” (Ομήρου ”Ἰλιάς”, Ραψωδία Ι, στίχος 443). Το όλο σκεπτικό του Μεγάλου Βασιλείου, ότι δηλαδή η ανήθικη διδασκαλία συνηθίζει τον νου σε αντίστοιχες σκέψεις και αυτές εξωθούν τον άνθρωπο στο να πράττει ανήθικα, παραπέμπει στην αριστοτελική ηθική διδασκαλία ”Περὶ ἕξεως”,  η οποία υποστηρίζει, ότι η συνήθεια σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς κάνει την ηθική του ανθρώπου να τον υιοθετεί, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.

       Όπως συμπεραίνει, η κοσμική σοφία είναι απλώς σκιαγράφηση και προπαρασκευή απόκτησης της αρετής, η οποία προετοιμάζει και ενδυναμώνει ηθικά τον άνθρωπο, όπως «το ποτάμι που δέχεται νερό από άλλα ρεύματα και μεγαλώνει». Με αυτόν τρόπο αποκτάται η αρετή και γίνεται εφόδιο της ψυχής, ώστε να  μπορεί να αποδεχθεί και να κατανοήσει τα νοήματα του Θείου Λόγου και να προετοιμαστεί για την Αιώνιο Ζωή. Το ότι είναι όμως δύσκολη διαδικασία, δεν σημαίνει, ότι πρέπει να αδιαφορεί ο χριστιανός γι’ αυτήν, αλλά ότι πρέπει να προσπαθεί να αξιοποιεί κάθε στιγμή της ζωή του, για να κατακτήσει τα σπουδαία και αγαθά δώρα, τα οποία ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτόν.

    Όπως φάνηκε και από τα παραπάνω, ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας ήταν ένας ακούραστος εργάτης στην υπηρεσία του Χριστιανισμού, με ευρύτατη κοσμική μόρφωση, όπως φάνηκε και από τις πλείστες αναφορές στο παραπάνω κείμενό του σε αρχαίους συγγραφείς, ήταν επίσης και ένας εκ των σημαντικότερων που προσπάθησε να αναδείξει την σχέση του ελληνικού πολιτισμού και του Χριστιανισμού, αλλά και ένας άνθρωπος, ο οποίος με τα έργα του απέδειξε, ότι η θεωρία είναι ανούσια, αν δεν ακολουθείται από ειλικρινές ενδιαφέρον και προσπάθεια. Ένα υγιές πρότυπο, από το οποίο τα παιδιά, αλλά και γενικά όλοι οι άνθρωποι, θα λάβουν ειλικρινή και χρήσιμα δώρα και εφόδια για όλη τους την ζωή, άφθαρτα στο πέρασμα του χρόνου και όχι αναλώσιμα και προσωρινά, απευθυνόμενα στα κατώτερα ένστικτα του ανθρώπου και όχι στον Λόγο, το Πνεύμα και την Ψυχή, ανθυγιεινά και  προσωπολατρικά. Από αυτό το σημείο και ύστερα είναι στην κρίση εκάστου, ποιόν Άγιο Βασίλη θα ακολουθήσει, τον αληθινό ή τον ψεύτικο…

Βιβλιογραφία

https://el.wikipedia.org/wiki/Προς_τους_νέους, _όπως_αν_εξ_ελληνικών_ωφελοίντο_λόγων#cite_note-1.

Migne, Jean Paul. Patrologia Graeca. Τόμ. 31. Jean Paul Migne, 1856-1861.

Montanari, Franco. Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως και τον 6ο αιώνα μ.Χ. 2η Έκδοση. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2017.

Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια.

Κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον.

Παναγιώτου, Αντώνιος Δ. Κειμενοδρόμιο. Αρμός, 2013.

Παπαδόπουλος, Στυλιανός. Πατρολογία. Τόμ. Β’. Αθήνα, 1990.

Όμηρος, Ἰλιάς, Ραψωδία Ι, στίχος 443.

*Ο Παπαδάς Παναγιώτης είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

, , , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *