Μηνᾶς ὁ Ρέμπελος, τοῦ Κωστῆ Μπαστιᾶ

Τὸ 1939 ἐκδόθηκε τὸ μυθιστόρημα τοῦ Κωστῆ Μπαστιὰ «Μηνὰς ὁ Ρέμπελος». Μὲ αὐτὸ τὸ μυθιστόρημα ἢ μυθιστορία, ὅπως τὸ ὀνομάζει ὁ ἴδιος, ἀρχίζει νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὰ σοβαρὰ θέματα τῆς θρησκείας καὶ τῶν πνευματικῶν συγκρούσεων. Θὰ ἀκολουθήσουν τὰ ἄλλα δύο βιβλία του ὁ «Παπουλάκος», καὶ «Παπαδιαμάντης» καὶ ἔτσι θὰ συμπληρωθῇ ἡ τριλογία του γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Κώστα Παπαδημητρίου, ἐπ. Σχολικοῦ Συμβούλου – Εκκλησιαστική Παρέμβαση (μητρόπολη Ναυπάκτου) τ. 195 Οκτωβρίου 2012 – 24/11/2014

Τὸ «Μηνᾶς ὁ Ρέμπελος» δὲν εἶναι ἀκριβῶς μυθιστόρημα, ἀλλὰ ἕνας συνδυασμὸς ἱστορικῶν στοιχείων καὶ φανταστικῶν. Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας γράφει σχετικὰ στὸν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου:

«Πολλὰ τεφτέρια, κιτάπια χιλιοσκονισμένα, σκωροφαγωμένα, ποῦ τὰ διαβάζουνε οἱ γερόντοι, γράφουνε γιὰ κάποιον ὅσιο Μηνά, ποῦ ἔζησε χρόνους ἑκατὸν δέκα, ποῦ ἀπὸ κουρσάρος ἀσκήτεψε στὴ σκήτη τοῦ ὄσιου Σεραφεὶμ καὶ θράφηκε χρόνους τὼ χρονὼ μὲ τ’ ἄγριο χόρτο τοῦ βουνοῦ καὶ μὲ τὸ λιγοστὸ ψωμὶ ποῦ τοῦ’ στελνε τὸ μοναστήρι».

Αὐτὴν τὴν παράδοση γιὰ τὸν Μηνὰ τὸν Ρέμπελο ποῦ συζητιόταν ἀπὸ πολλοὺς στὴν Σῦρο τὴν ἄκουσε ὁ Μπαστιὰς ἀπὸ τὴν μάνα του. Ἀργότερα τὴν ἅπλωσε ὁ ἴδιος στὸ μυαλό του πρῶτα καὶ ὕστερα τὴν κέντησε μὲ περίσσια χάρη καὶ τέχνη σὲ θαλασσινὸ καμβᾶ, δίνοντας τὴν κεντρικὴ γραμμὴ γιὰ νὰ στηθῇ ἕνα μυθιστόρημα ἱστορικό, κοινωνικὸ καὶ ψυχολογικό.

Τὴν ἤξερε καλὰ τὴν θάλασσα ὁ Μπαστιάς. Τὴν ἔζησε, τὴν ἀγάπησε, ἤξερε τὶς ἀναποδιὲς καὶ τὰ ξελογιάσματά της. Γνώριζε πῶς γεμίζει ἡ μέρα τοῦ θαλασσινοῦ μὲ ἀγῶνες καὶ περιπέτειες, γλυκὲς καὶ πικρές. Ὅλα αὐτὰ τὰ προσάρμοσε στὸν ἥρωά του καὶ προέκυψε τοῦτο τὸ λαμπρὸ ἀφήγημα ποῦ σαγηνεύει τὸν ἀναγνώστη. Στήνει ψηλὰ τὸν ἥρωά του φορτωμένο μὲ σπάνιες ἀρετὲς καὶ πλούσιο μὲ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Ὅλα τὰ ἄλλα πρόσωπα τοῦ μυθιστορήματος ἐξαρτῶνται ἀπὸ αὐτόν, κινοῦνται στὸν ἴσκιο του καὶ ὑπάρχουν γιὰ νὰ φωτίζουν τὸν πρωταγωνιστὴ ἥρωα. Δεσπόζουν σὲ ὅλες τὶς σελίδες τοῦ βιβλίου οἱ περιπέτειες , οἱ ἔρωτες, οἱ ἀνταρσίες, τὰ φονικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ψυχικὲς συντριβὲς καὶ ἀνατάσεις πνευματικὲς τοῦ κεντρικοῦ ἥρωα Μηνά.

Ἡ αὐλαία τοῦ ἔργου ἀνοίγει στὴν Σῦρο. Οἱ κάτοικοί της ζοὺν μέρες ἀγωνίας. Βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τῶν κουρσάρων συχνὰ τοὺς ἀναστατώνουν. Νύχτα καὶ ξαφνικὰ μπαίνουν στὸ νησὶ καὶ τὸ ρημάζουν. Στὸ νησὶ ζὴ καὶ ὁ 17χρονος γιός, ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ παιδιὰ τοῦ Γιακουμὴ Ρέμπελου, ὁ Μηνάς. Ἕνα τραγικὸ γεγονὸς συμβαίνει μιὰ νύχτα. Ὁ κουρσάρος Κατραμάνης μὲ συντρόφους του μπαίνει στὸ νησί. Σφάζει καὶ λεηλατεῖ τὸν προύχοντα Κάργα, προστάτη τοῦ Μηνά, καὶ παίρνει μαζί του στὰ καράβια τρεὶς ἀδερφὲς τοῦ Μηνὰ γιὰ νὰ τὶς πουλήση σκλάβες.

«Ποτὲς δὲν εἶχε πνίξει τέτοιο παράπονο τὸ γέρο Ρέμπελο. Ξύπνησε μέσα του ἡ ὀργὴ τῆς ἀντεκδίκησης. Πῶς ὅμως; Ποῦ νὰ στηριχτῇ; Ὁ ἴδιος γέρος, τὰ ἄλλα του παιδιά, κορίτσια καὶ ἕνα ἄλλο ἀγόρι μικρότερο ἀπ’ τὸ Μηνά. Ὁ μόνος στηριγμός του ὁ 17χρονος Μηνάς. Αὐτὸς ἂν ἔκανε κάτι, θὰ ἀποκατασταινόταν ἡ τιμὴ τῆς φαμελιάς του. («Μηνὰς ὁ Ρέμπελος» σέλ. 264)

Τὶς ἴδιες σκέψεις ἔκανε καὶ ὁ Μηνάς:

«Ποτὲς δὲν ἔνιωσε τὸν πατέρα του τόσο σιμά του, τόσο ψυχωμένον. Κάθησε δίπλα του, χωρὶς ν’ ἀλλάξει μιὰ λέξη μαζί του. Κι ὅμως φαινόταν πῶς τάχε ὅλα κουβεντιάσει. Ὕστερα εἶδε τὸν κόσμο, τὶς γυναῖκες ποῦ κλαίγανε, τοὺς ἄντρες ποῦ τὸν κουβεντιάζανε, θυμήθηκε τὴ σφαγὴ τοῦ Ἀντώνη Κάργα, τὶς ἀδερφές του καὶ τελευταῖο τὸν Κατραμάνη. Ὕστερα ἄφηνε τὸ μυαλό του ν’ ἀλητέψει. Θάθελε ἕνα σωρὸ πράματα. Θάθελε νὰ κυβερνήσει ἕνα καράβι ὤς τὸ μέρος ποῦ θάχε φυλακισμένες τὶς ἀδερφές του ὁ κουρσάρος. Νὰ τὶς βρεὶ καὶ νὰ τὶς λευτερώσει. Κι’ ἀκόμα κάτι, ποῦ δὲν τόλεγε: Νὰ σφάξει μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὸν κουρσάρο, καθὼς ὁ κουρσάρος ἔσφαξε μπροστὰ στὰ μάτια του τὸν Ἀντώνιο Κάργα. Ἔτσι ὀνειρευότανε στὴ γωνιά του». (σέλ. 18)

Ὕστερα ἄχαρη καὶ σκληρὴ ἦταν ἡ ζωή του στὸ νησί. Βασανιστικὴ ἠρεμία καὶ μιζέρια.

«Πάσκιζε νὰ θυμηθεῖ κάτι ποὺ νὰ τοῦ γέννησε τὴ χαρά, τὴ λαχτάρα ἢ τὸ φόβο, καὶ δὲν εὕρισκε τίποτα: Θύμησες ἁπλές, μέρες ποὺ μοιάζανε ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, ἀνθρῶποι ποῦ χανόντανε σὲ λειψὴ ζωὴ καὶ ποῦ φοβόντανε τὸν ἴσκιο τους, κορίτσια καὶ γυναῖκες ποῦ σωπαίνανε μπροστὰ στοὺς ἄνδρες, τάχα ἀπὸ σεμνότη καὶ ντροπή, στ’ ἀλήθεια ὅμως γιατί δὲν εἴχανε τίποτα ὄμορφο, τίποτα γουστόζο ἢ πετυχημένο νὰ ξεστομίσουν….» (σέλ. 57)

«Στὴ θάλασσα λοιπὸν ἔβλεπε τὴ σωτηρία του. Τούτη θὰ ξέπλενε τὴν προσβολή του, τούτη θὰ τούδινε τὸν τρόπο νὰ χαρεῖ, αὐτὴ θὰ σκόρπαγε τὴ μιζέρια ἀπὸ τὸ σπιτικὸ τοῦ πατέρα του. Τὴν ἔβλεπε λοιπὸν καὶ συλλογιότανε. Τὴν ἀγνάντευε κι’ ὀνειρευότανε. Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἀποφάσισε νὰ τὸ πεὶ στὸ σπίτι του. Δὲν ἤθελε νὰ κουβεντιάσει, ἀλλὰ νὰ τὸ πεί, γιὰ νὰ μὴ φύγει δίχως νὰ πάρουν εἴδηση οἱ γονιοί του» (σέλ. 20)
«Γιὰ μιὰ στιγμὴ ὁ Μηνὰς ἔνιωσε τὴν ἀπελπισία ν’ ἁπλώνεται μέσα του. Σηκώθηκε ὅμως ὁλόρθος, ἔσφιξε τὶς γροθιές του καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν κάμαρη, γιὰ νὰ μὴν ἀκούει τὶς κλάψες καὶ τὸ κουβεντολόϊ τῶν γυναικῶν. Κάθησε στὸ πεζούλι κι ἀγνάντεψε τὸ πέλαγο. Τὸ σχέδιό του ἦταν ἁπλό: Νὰ μπαρκάρει σ’ ἕνα καράβι. Σ’ ὅποιο καὶ νάτανε. Τ’ ἄλλα θάρχονταν μόνα τους καὶ θὰ τὰ σκεφτότανε στὸ πέλαγο. Βλέποντας καὶ κάνοντας. Κείνη τὴν ὥρα δὲν πολυσκοτιζότανε παρὰ τὸ πῶς θὰ ξέφευγε ἀπὸ τὴ φυλακή του. Γιατί ἔτσι ἔβλεπε τὸ νησί…»

Τὰ κατάφερε ὕστερα ἀπὸ χίλιες δυὸ δυσκολίες νὰ μπαρκάρει μ’ ἕνα κουρσάρικο καράβι, τὸ «Σκύλο». Καὶ οἱ ἐλπίδες τοῦ πατέρα του μαζὶ μὲ τὴν πίκρα γιὰ τὸ μισεμὸ τοῦ γιοῦ του φούντωσαν. Ἄνοιξε μέσα του μιὰ προσμονὴ πῶς τοῦτο τὸ παιδὶ θὰ ξέπλυνε τὴν προσβολὴ τῆς φαμίλιας του. Ἔβλεπε τὸ σπλάχνο του νὰ ξεμακραίνει καὶ οἱ ἐλπίδες του ἀρμένιζαν παντοῦ καὶ θέρμαιναν τὴν καρδιά του. (σέλ. 19)

Γρήγορα στὸ καράβι φάνηκαν τὰ προσόντα τοῦ Μηνά. Παλληκαριὰ καὶ ἐξυπνάδα. Καὶ οἱ κίνδυνοι κάθε στιγμὴ μπροστά. Γαλλικὸς στόλος μὲ ναύαρχο τὸν Μπονὲ κυκλώνει τὸ δικό του καράβι. Πηδοῦν μέσα οἱ Γάλλοι καὶ σκοτώνουν τὸν πλοίαρχο. Ὁ Μηνὰς σκοτώνει κάποιους κουρσάρους καὶ γίνεται αὐτὸς καπετάνιος. Συναντιέται μὲ τὸ στόλο τοῦ Κατραμάνη ποῦ τοῦ εἶχε ρημάξει τὸ σπίτι. Μὲ τὴν βοήθεια μιᾶς σκλάβας ἐκείνου, τῆς Στυλιανής, σκοτώνει τὸν Κατραμάνη καὶ γίνεται αὐτὸς κυρίαρχος τοῦ στόλου του. Στὸ μεταξὺ ἐρωτεύεται τὴν ὄμορφη καὶ δυναμικὴ σκλάβα τὴν Στυλιανή. Δυὸ καλὰ μαζί: Ἔρωτας καὶ ἕνας ὁλόκληρος στόλος στὶς προσταγές του.

«Θυμόταν τὸν καιρὸ ποὺ καθόταν στὸ νησί, ποῦ ἔβλεπε τὰ καράβια καὶ τοὺς καπεταναίους κι ὀνειρευότανε κι αὐτὸς ἕνα καράβι κι ἕνα καπετανλίκι. Τώρα τόχε. Κουμαντάριζε μεγάλα καράβια, τὸν τρέμανε οἱ θάλασσες κι οἱ ἀκροθαλασσιές, κοτζὰμ βασίλεια τῆς Φραγκιᾶς στέλνανε τὶς φρεγάδες τους γιὰ νὰ τὸν ἀφανίσουν». (σέλ. 171)

Δὲν ἦταν ὅμως χαρούμενος. Ἡ θάλασσα κρύβει μικροὺς καὶ μεγάλους κινδύνους. Μικροὺς καὶ μεγάλους χαμούς. Χαμὸς ἦταν καὶ ὁ θάνατος στὴν θάλασσα, ἀλλὰ χαμὸς καὶ ἡ πεῖνα, ἂν παράταγε τὴν θάλασσα καὶ γύριζε στὸ νησί. Ἤθελε ὅμως μιὰ ἤρεμη ζωὴ νὰ χαρῇ καὶ τὸν ἔρωτά του μὲ τὴν Στυλιανή. Ποῦ ὅμως; Στὰ νησιὰ εἶχε πέσει πανούκλα. Βρίσκει μιὰ λύση καὶ ἀποσύρεται μὲ τὴν Στυλιανὴ σὲ μιὰ ἀπόμερη γωνιὰ ἑνὸς νησιοῦ. Ἐκεῖ μένει ἡ Ἀρετή, μιὰ φιλενάδα τῆς Στυλιανὴς ἀπὸ παλιά, ποῦ ὁ ἄνδρας της ταξίδευε μὲ τὰ κουρσάρικα. Ἐκεῖ περνᾶνε εὐτυχισμένες στιγμές. Ἀνακαλύπτει ὅμως ἐκεῖ ὁ Μηνὰς πῶς ὑπάρχει καὶ ἄλλη δύναμη, μεγαλύτερη ἀπὸ ἐκείνη ποῦ εἶχε αὐτὸς μὲ τὰ καράβια του καὶ τὸν ἔρωτά του. Τὴν ἔχει ἕνας μοναχός, ὁ Συμεῶν, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε καὶ τὴν προστασία τῆς Στυλιανής, ὅταν αὐτὸς σὲ λίγο γύρισε στὰ καράβια του. Ἔβγαζε μιὰ λάμψη ποῦ γοήτευε αὐτὸς ὁ γέροντας.

Μεσολαβοῦν καινούργιες αἱματηρὲς περιπέτειες στὴν θάλασσα μὲ ἐπιτυχίες δικές του, ἀλλὰ καὶ θλιβερὰ γεγονότα. Γάλλοι ἀπαγάγουν τὴν Στυλιανὴ καὶ τὸ μικρὸ παιδί της γιὰ νὰ ἐξαναγκάσουν τὸν Μηνὰ νὰ παραδοθῇ. Στὸ μεταξὺ ὁ ἴδιος κυριαρχεῖ στὸ Αἰγαῖο πάμπλουτος, βρίσκει καὶ ἐλευθερώνει τὶς ἀδελφές του καὶ τὶς προικώνει νὰ παντρευτοῦν. Τὸν τρώει ὅμως τὸ μαράζι ἀπὸ ἕνα κακὸ προαίσθημα γιὰ τὴν γυναῖκα του καὶ τὸ παιδί του. Θυμᾶται τὰ λόγια τοῦ γέρου μοναχοῦ Συμεῶν, ὅταν τὸν στεφάνωνε μὲ τὴν Στυλιανή, πῶς ὑπάρχουν καὶ μεγαλύτερες δυνάμεις ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες. Ἡ ἐσωτερικὴ γαλήνη αὐτοῦ τοῦ γέροντα τὸν εἶχε βάλει σὲ βαθειὰ ἔγνοια:

«Τούτη ἡ σεβάσμια μορφὴ τοῦ Συμεῶν ψήλωνε κι ἅπλωνε στὰ μάτια τοῦ καὶ γινότανε ἕνα πελώριο κορμὶ ποῦ γιόμιζε ὅσον τόπο ἔπιανε τὸ μάτι τ’ ἀνθρώπου. Ὁ νοὺς τοῦ πῆγε στὸ Θεό (…). Ὅλη του ἡ δύναμη κι ὅλα τοῦ τὰ ἔργατα δὲν πιάνανε χαρτωσιὰ μπροστὰ στὸ βλέμμα τοῦ γέροντα. Κι αὐτὸ σιγά-σιγά τὸν ἔκανε νὰ θέλει νὰ σκαλίσει τὸ γέροντα μπὰς καὶ ξεδιαλύνει τὸ μυστήριο. Καὶ ἢ νὰ νικηθεῖ πέρα γιὰ πέρα ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ καλόγερου καὶ τότες νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ τὸν προσκυνήσει ἢ νὰ νικήσει αὐτὸς κι ἅμα σαλπάρει νὰ φύγει ξαλαφρωμένος» (σέλ. 208)

Γυρίζει στὸ νησὶ νὰ βρῆ τὴν γυναῖκα του καὶ τὸ παιδί του. Ἀπὸ τὸν Συμεῶν μαθαίνει τὰ καθέκαστα. Τὸ κακὸ προαίσθημα βγῆκε ἀληθινό. Αἰσθάνεται νὰ φεύγη ἡ ζωὴ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Τοῦ ἐρχόταν νὰ χτυπάη καταγὴς τὶς σάρκες του, νὰ ἀφανιστῇ. Τόση λοιπὸν ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα; Τίποτα δὲν ἀξίζουν; Ἔρχεται μιὰ στιγμὴ καὶ γίνονται ὅλα φτερά. Καὶ τὰ ξεκάρφωτα ὄνειρα καὶ οἱ πλανερὲς ἰδέες κι ἡ περηφάνια κι ὁ ἐγωϊσμός; Καὶ χρειάζεται μιὰ συμφορὰ γιὰ νὰ δὴ ὁ ἄνθρωπος τὴν ματαιότητα τῶν ἀγαθῶν! Πῆρε κουράγιο καὶ κυνήγησε τὸ γαλλικὸ στόλο ποῦ προχωροῦσε κατὰ τὰ Δαρδανέλλια. Τὸν νίκησε, λευτέρωσε τὴν γυναῖκα του καὶ τὸ παιδί του. Τὸ παιδί του ὅμως νεκρὸ καὶ τὴν γυναῖκα του πληγωμένη, γιὰ νὰ τὸ ἀκολουθήση σὲ λίγες μέρες στὸ θάνατο. Γύριζε σὲ λίγες μέρες μὲ τὸν στόλο του. Ἀμίλητος, ἀγριεμένος, νηστικὸς ἀρμένιζε κοντὰ στὰ πόδια τῆς Χαλκιδικῆς. Ἀντίκρυσε τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ξύπνησε ξανὰ μέσα του ἡ ἀνθρώπινη ἀχορταγιά. Λέει στὸν ὑπαρχηγό του:

«Θὰ σηκώσουμε ὅ,τι θησαυρὸ ἔχει τὸ Ὅρος. Λένε πῶς εἶναι πιὸ πλούσιο κι’ ἀπὸ τὸ Σουλτᾶνο τὸν ἴδιο καὶ πῶς εἶναι βουτηγμένο στὸ μαλαματικὸ καὶ στὰ πετράδια. Τί θένε οἱ ἅγιοι τέτοια πλούτη; Τοῦτο θὰ τοὺς κάνω νὰ μοῦ τὸ ξεράσουνε, ἅμα δοῦνε πῶς ὅλα φορτώνουνται στὰ καράβια μου. Τότε θὰ δὼ τί λογῆς φάτσες θὰ κάνουνε οἱ ἅγιοι πατέρες. Δὲ θὰ τοὺς σφάξω, γιατί ἔχουνε τὴ μπόρεση νὰ κρύβουνε τὸ φόβο τους. Θὰ τοὺς ληστέψω. Μόνο γιὰ νὰ δὼ τὴ λαχτάρα τους. Αὐτοὺς δὲν κατάφερα νὰ πολεμήσω ἀκόμα κι ‘ ἦρθε ἡ μέρα τους». (σέλ. 240)

Ἀνέβηκε στὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ συντρόφους. Μπῆκε στὴν ἐκκλησιὰ στὴν μονὴ Ξενοφῶντος. Οἱ καλόγεροι λειτουργοῦσαν. Κοίταξε γύρω του. Μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα ὁ γέροντας ἡγούμενος Ἀνανίας. Θυμήθηκε τὸν γέροντα τοῦ νησιοῦ Συμεῶν. Καὶ καθὼς τὸν κοίταζε καὶ ἄκουγε τὴν ψαλμωδία του χάνει ξαφνικὰ τὸ φῶς του. Σκοτάδι ἁπλώθηκε μπροστά του. Μὰ δὲν βάσταξε πολύ. Ξανάρθε τὸ φῶς του. Καὶ βλέπει στὸ ἱερὸ μιὰ λάμψη δυνατή. Καὶ δίπλα στὸν Ἀνανία μιὰ γυναῖκα γονατιστὴ μὲ ἕνα παιδὶ στὴν ἀγκαλιά. Τὴν γνώρισε, ἦταν ἡ Στυλιανὴ μὲ τὸ παιδί του. Καλὰ καλὰ δὲν ἤξερε ὁ ἴδιος ἂν εἶναι στὴν ἀγκαλιά του. Δὲν ἔβλεπε τίποτα γύρω του. Ταράχτηκε φοβερὰ καὶ ἔπεσε καταγὴς καὶ ἄρχισε νὰ κλαίη σὰν μωρὸ παιδί. Συνῆλθε σὲ λίγο καὶ πλησίασε τὸ τέμπλο. Γονάτισε καὶ προσκύνησε τὶς εἰκόνες. Ὕστερα πλησίασε τὸν ἡγούμενο καὶ ζήτησε νὰ ἐξομολογηθῆ.

«-Ἡ ἐξομολόγηση, τοῦπε, παιδί μου, εἶναι μεγάλο μυστήριο. Χαρὰ στὸν ἄνθρωπο ποῦ θὰ μπορέσει ν’ ἀνοίξει τὴν καρδιά του καὶ νὰ φωτίσει τὸ σκοτάδι τῆς ψυχῆς του. Θὰ σ’ ἀκούσω, τέκνο μου.
Ὁ Μηνὰς δὲν ἀποκρίθηκε. Πρώτη φορὰ τὸ χέρι του ἔτρεμε κι ἡ φωνή του εἶχε μικρύνει.
-Δὲν ἦρθα γιὰ καλὸ σκοπό, γέροντα, στὸ μοναστήρι σου. Εἶμαι ὁ Μηνὰς ὁ Ρέμπελος, ποῦ κουρσεύω ἐπὶ χρόνια τὶς θάλασσες. Σκοπός μου ἦταν νὰ σηκώσω ὅλο τὸν πλοῦτο τῶν μοναστηριῶν καὶ νὰ σαλπάρω εὐτὺς ἀμέσως γιὰ μακρινὰ μέρη.
-Ὁ σατανᾶς, παιδί μου, πειράζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν σπρώχνει καὶ σὲ χειρότερα.
-Μὰ δὲν εἶναι τὸ μόνο ποῦ ἔκαμα, συνέχισε ὁ Μηνάς. Μὲ τὸ ἴδιο μου τὸ χέρι ἔσφαξα σὰν τραγιὰ ἀνθρώπους κι ἄλλους ἀφάνισα πολεμῶντας ἢ κρίνοντας. Ἀμέτρητες εἶναι οἱ ζωὲς ποῦ χαθήκανε ἐξ αἰτίας μου, ἀπὸ τὸ χέρι μου ἢ τὴν προσταγῇ μου. Κι’ ὅσο βιὸς ἔχω -κι’ ἔχω πολύ- σὲ τέτοια ἔργατα τὸ χρωστάω…Συχώριο ἔχει, γέροντα, ἄνθρωπος σὰν καὶ μένα;
-Εἶναι μεγάλος ὁ Κύριος, τέκνο μου, ὅσο δὲ μπορεῖ νὰ βάλει μὲ τὸ νοῦ του ὁ ἄνθρωπος. Χρέος δικό σου εἶναι νὰ βγάλεις ὅλο τοῦτο τὸ κακὸ φορτίο ἀπὸ πάνω σου. Κι’ ἂν τὸ βγάλεις, θὰ βρεὶς τὴ γαλήνη μέσα σου.
-Εἶναι νύχτες τώρα ποῦ ὕπνος δὲν κολλάει στὰ μάτια μου. Τόσοι νεκροὶ σκοτώσανε τὸν ὕπνο μου. Καὶ φαίνεται πῶς ἡ τιμωρία ποῦ πέρασα δὲν εἶναι μεγάλη γιὰ νὰ μπορέσω νὰ ἡσυχάσω, γέροντα» (σέλ. 244-245)

«Τοῦτο τὸ βραδυνό, ἅγιε ἡγούμενε, συνέχισε ὁ Μηνάς, ξεδιάλυνε κάποιο μεγάλο μυστήριο. Φόβος δὲν εἶναι πιὰ ν’ ἀλλάξω καὶ ν’ ἀλητέψω. Ἐδῶ θὰ μείνω ὅσες μέρες ὁ Κύριος φυλάει γιὰ μένα, καὶ δίπλα σου θὰ πασχίσω νὰ ξαλαφρώσω ἀπ’ ὅσα βάρητα ἡ ξαστοχιά, ὁ φόβος καὶ ἡ περηφάνεια φόρτωσαν πάνω μου» (σέλ. 248)

Σὲ λίγο στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ ἀποχαιρετοῦσε τὸν πιστό του σύντροφο Φανουράκη:

«Τ’ ἅρματά μας κι ἡ παλληκαριά μας, τοῦ εἶπε, δὲ φελᾶνε μπροστὰ στὸ γέροντα Ἀνανία. Σῦρε καὶ σὺ στὸ καλὸ καὶ μὴ χαλᾶς τούτη τὴν ὥρα μὲ κουβέντες ποῦ δὲ φελάνε σὲ τίποτα…Η χάρη τοῦ Θεοῦ ἅς σὲ εὐλογεῖ…» (σέλ. 248)

Ὁ γέροντας σὲ λίγο καιρὸ τοῦ ἔβαλε μεγάλο κανόνα καὶ ἡ νηστεία ἦταν φοβερή. Μόνο ψωμὶ καὶ νερό. Τόση λειψὴ τροφὴ καὶ ἀγρύπνια. Μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ πόνος στὴν ψυχὴ τοῦ τὸν σούρωσαν, τοῦ αὐλάκωσαν οἱ ρυτίδες τὸ πρόσωπο, ἄσπρισαν οἱ τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ του. Στὰ τρία χρόνια ντύθηκε καὶ τὸ ράσο. Μεγάλη ἦταν ἡ χαρά του, ὅταν ἕνα πρωΐ πρωτοκοινώνησε. Τραβήχτηκε σιγὰ σὲ μιὰ γωνιὰ κι ὅταν τέλειωσε ἡ λειτουργία καὶ πῆρε τὸ ἀντίδωρο ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἀνανία, πῆγε μοναχός του καὶ στάθηκε κάτω ἀπὸ τὸ τέμπλο καὶ κοίταξε πονετικὰ τὴν Θεοτόκο. Τὰ χείλια του πρόφεραν ἕνα «εὐχαριστῶ». Ἦταν γεμᾶτος χαρά.

Συχνὰ ὁ ἡγούμενος Ἀνανίας μιλοῦσε γιὰ τὴν ὑπέρτατη εὐτυχία ποῦ τὴν εἶχε βρεὶ ἕνας ἀσκητὴς ποῦ εἶχε τὴν σκήτη του λίγο μακριὰ ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Καὶ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ τὴ βρῆ. Ὁ νοῦς μοῦ δὲ φτάνει σὲ τόσο ψηλὲς κορφές, εἶπε ὁ Μηνᾶς. Κι’ ἀπόστασα μάλιστα νὰ ψάχνω τόσα χρόνια.

«Μὴ γελιέσαι, τ’ ἀποκρίθηκε ὁ Ἀνανίας. Ἅμα πλημμυρίζει ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ κάθε τί ποὺ σὲ τριγυρίζει, γιὰ τὸ σκουλήκι ποῦ ξεφυτρώνει ἀπὸ τὸ χῶμα, γιὰ τὸ μερμήγκι…γιά…γιά…γιά τότες θὰ δεὶς καὶ ἄλλα πράματα νὰ φουντώνουν μέσα σου»

Σὲ λίγες μέρες ὁ Ἀνανίας πῆγε τὸν Μηνᾶ στὸν ἀσκητὴ Σεραφείμ.

«Μιὰ χτισμένη καλύβα μπροστὰ σὲ μιὰ φουντουκιὰ ἦταν ἡ σκήτη. Δίπλα ἀνάβλυζε νερὸ καὶ μπροστὰ ἁπλωνόταν τὸ πέλαγο. Θυμήθηκε τοὺς παλιούς του πόθους κι ἔκλαψε γιὰ τὶς ἄνομες πιθυμιές του. Ὕστερα ἔσκυψε πάνω στ’ ἄγρια χόρτα ποῦ βλάσταιναν ὄξω ἀπὸ τὴ σπηλιά του, πάνω ἀπὸ τὸ ρυάκι μὲ τ’ ὁλόδροσο νερό, γύρισε κι’ εἶδε τὸν Ἄθωνα ὤς ψηλὰ στὴν κορφή του καὶ δοξολόγησε τὸ Θεὸ γιὰ ὅσα εἶδε κι’ ἔβλεπε. Ποτὲς δὲν τὸν εἶχε χαροποιήσει τόσο λίγο νερό, μιὰ πέτρα ὅπου καθότανε ὁ Σεραφείμ, ἕνα χόρτο ποῦ ἔβαλε στὸ στόμα του νὰ μασουλίσει, ἕνα πουλὶ ποῦ ἦρθε καὶ κάθισε πάνω στὴ φουντουκιὰ κι’ ἕνα λουλούδι ποῦ φύτρωνε κι’ ὀμόρφαινε τὸ μέρος. Ποτὲς δὲν εἶχε πιστέψει πῶς ἡ πέτρα, τὸ χῶμα, ἕνα κλωνάρι μπορούσανε νάναι τόσο ἀξιαγάπητα πράματα» (σέλ. 263)

Λένε πὼς σὲ κείνη τὴν σκήτη ἀσκήτεψε ἀργότερα καὶ ὁ Μηνάς. Τρεφόταν μὲ ἄγρια χόρτα καὶ λιγοστὸ ψωμὶ ποῦ τοῦ’ στελνε τὸ μοναστήρι. «Ξομολόγησε χιλιάδες γέροντες καὶ ὑποταχτικούς, παρακάλεσε κι ἀγρύπνησε γιὰ ὅλη τὴν πλάση κι ἔκλαψε γιὰ τ’ ἀνομήματα τὰ δικά του καὶ τῶν ἄλλων…» (σέλ. 264)

Μὲ αὐτὴν τὴν ἀφήγησή του ὁ Μπαστιὰς ἔδωσε ὅλη του τὴν δύναμη στὴν σύνθεση καὶ κέρδισε τὸν ἀναγνώστη. Ὁ νεαρὸς νησιώτης εἶναι δίπλα του μὲ κάθε ἐκδήλωσή του καὶ ἀπόδειξε πῶς ξέρει νὰ διηγεῖται. Καὶ κυρίως νὰ κρατᾶ τὴν διήγησή του ζωηρὴ ὧρες ὁλόκληρες. Θὰ μποροῦσε ὅλο τὸ μυθιστόρημα νὰ χωριστὴ σὲ δύο μέρη. Στὸ πρῶτο ἀναπτύσσεται μιὰ πολεμικὴ καὶ ἐρωτικὴ περιπέτεια, ἕνα ρομάντσο, μὲ ἀρκετὰ κατορθώματα. Στὸ δεύτερο μέρος, ποὺ ἴσως ἦταν καὶ ἡ κύρια πρόθεση τοῦ Μπαστιά, ἡ ἀφήγηση περιστρέφεται σὲ πνευματικὰ θέματα. Συγκεκριμένα, ἀπεικονίζει τὸν ἐσωτερικὸ ἀγῶνα τοῦ Μηνὰ νὰ μεταπηδήση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία στὴν μετάνοια. Νὰ διακρίνη τὴν μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὸ πρόσκαιρο τῆς ἀνθρώπινης δύναμης, τὸν πλοῦτο καὶ τὴν δόξα, καὶ στὴν αἰωνιότητα τῆς θεϊκῆς εὐτυχίας.

Καὶ πετυχαίνει τὸν σκοπό του ὁ συγγραφέας γιατί, ὅπως γράφει ὁ Γ. Ξενόπουλος στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Ἔχει κάτι τὸ ἀρρενωπὸ καὶ ρωμαλέο αὐτὸ τὸ βιβλίο. Κάτω ἀπὸ τὴν περιπέτεια ὑπάρχει πάντα ἡ ποίηση ποῦ τὴν ἐξευμενίζει καὶ τὴν ἀνυψώνει… Ὁ ἀναγνώστης νομίζει πῶς ὁ Μπαστιὰς ἦταν παρὼν σὲ ὅλα τὰ ταξίδια τοῦ Κουρσάρου τοῦ Αἰγαίου, κι ἅς ἔγιναν στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰῶνα. Ὄχι μόνο στὴ δική μας, ἀλλὰ καὶ στὴν παγκόσμια λογοτεχνία, λίγα μυθιστορήματα περιπετειῶν ἔχουν τόση μελέτη…» (σέλ. 7).–

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *