Το Ελληνικό Έθνος ως μετα-αυτοκρατορική μορφή: Απόπειρα συγκριτικής μακροϊστορίας

Μάριος Νοβακόπουλος*

Α’ ΜΕΡΟΣ: ΕΘΝΗ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ

Βασικές έννοιες

Στην παγκόσμια ιστορία οι λαοί και οι κρατικές-εδαφικές δομές διαπλέκονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, από το νεοτερικό έθνος κράτος μέχρι πολυεθνικές αυτοκρατορίες, συνομοσπονδίες φυλών, πόλεις-κράτη, τοπικές αρχοντίες εντός ενός ευρύτερου έθνους κλπ. Ισχυρά και πολυπληθή έθνη από τα οποία αναπτύσσονται μεγάλης εμβέλειας και διάρκειας αυτοκρατορίες συγκροτούνται σε έθνη-πολιτισμούς, τα οποία σημαδεύουν τη ζωή και τη φυσιογνωμία των υφισταμένων ή παρακειμένων τους λαών και δημιουργούν δομές με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο χρόνο. Οι αυτοκρατορίες που οικοδομούν είναι κατ’ ανάγκην πολυεθνοτικές, αλλά ο κυρίαρχος λαός χρησιμοποιεί τη διοίκηση, τον πολιτισμό ή και την μεγάλη δημογραφική του μάζα για να ελκύσει τους υπολοίπους και να δημιουργήσει ένα μονιμότερο πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο μακροπρόθεσμα θεωρείται από ένα αξιόλογο τμήμα της γνωστής ανθρωπότητος ως αγαθό κοινό και κτῆμα ἐς ἀεί.

Αυτά τα έθνη-πολιτισμοί ή έθνη-αυτοκρατορίες, ενδέχεται είτε α) να αποτελούν οικογένεια με κοινή φυλετική ρίζα, η οποία στη συνέχεια επεκτείνεται (Πέρσες, Τούρκοι), είτε προκύπτουν από τη συνένωση οικείων και περιοίκων ομάδων σε σχετικά κλειστό γεωγραφικό χώρο, οι οποίες σταδιακά συγκροτούνται σε ομοιογενή πολιτισμό υπό κοινά κράτη ή μία υπερκείμενη αυτοκρατορία (Ινδία, Κίνα). Η πλήρης αποκρυστάλλωση των μαζών αυτών ως πολιτισμών με καίρια κοινά χαρακτηριστικά, απαιτεί (με όρους ανθρωπογεωγραφίας) μία ισχυρή εσωτερική κυκλοφορία και ανεξάρτητη εικονογραφία. Κυκλοφορία είναι η κοινωνική τάση για μετακίνηση και αλληλεπίδραση – ανθρώπων, αγαθών και ιδεών – η οποία προκαλείται από τις διαφορετικές συνθήκες και ανάγκες του κάθε τόπου. Η κυκλοφορία στο εξωτερικό της κοινότητας οδηγεί στην αλληλεξάρτηση και τις ανταλλαγές (ή συγκρούσεις) με τους γείτονες, ενώ εντός της κοινότητας αυξάνει την ομοιογένεια και τις κεντρομόλες πολιτικοοικονομικές δυνάμεις. Η εικονογραφία από την άλλη περιλαμβάνει την ταυτότητα και τα σύμβολα, τα οποία συνδέουν έναν λαό, τον διακρίνουν από τον περίγυρο και δημιουργούν ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση με το έδαφος. Η εικονογραφία μπορεί να είναι ενδογενής, να προέρχεται δηλαδή από τις ίδιες τις παραδόσεις του λαού, αλλά κάποτε αποτελεί δάνειο. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ο αυτοκρατορικός λαός κατακτά έναν προγενέστερο και πιο ανεπτυγμένο πολιτισμό, ή δέχεται μία σημαντική εξωτερική εισροή.

Τέλος, για τη δημιουργία μίας αυτοτελούς και σταθερής οικουμένης χρειάζεται ευνοϊκή γεωγραφική θέση, η απαραίτητη ισχύς και βούληση, όπως και κάποιος πληθυσμιακός όγκος για την επιτυχία της επιβολής. Η οικουμένη αυτή χρειάζεται, με τη σειρά της, ισχυρή κυκλοφορία και εικονογραφία, η οποία δημιουργεί πνευματικό και υλικό πολιτισμό και θέλγει υποτελείς και ξένους.  Η ανάμνησή της, την οποία μαρτυρούν θρύλοι, μνημεία, έργα πολιτισμού, ακόμη και ερείπια, συχνά μένει και έπειτα από την πτώση της και ο επόμενος κυρίαρχος ζητά να λάβει την σκυτάλη – ακόμη και εάν υπήρξε ο ίδιος πρόξενος της διάλυσής της.  Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων είναι πως οι βάρβαροι Γερμανοί θέλησαν πολύ νωρίς να διεκδικήσουν τον τίτλο του συνεχιστή της Ρώμης, εις βάρος του όντως διαδόχου Βυζαντίου, να αναπαράγουν τον λατινικό νομικό και γλωσσικό πολιτισμό και να θεωρήσουν εαυτόν ως φυσική σχεδόν του εξέλιξη. Μια μορφή διαδοχής του ρωμαϊκού κόσμου επεδίωξαν και οι Οθωμανοί Τούρκοι, καθώς μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως οι σουλτάνοι έλαβαν τον τίτλο του καίσαρος.

Η δημογραφική πτυχή

Εάν κρατήσει στο χρόνο, η αυτοκρατορία μπορεί να αλλάξει τους εντός αυτής πληθυσμούς, δρώντας ομογενοποιητικά. Ο κυρίαρχος μεταδίδει την γλώσσα και τη θρησκεία του, ανοίγοντας παράλληλα στους υποτελείς τον δρόμο για το στρατό και τη διοίκηση. Με τον τρόπο αυτό οι πάλαι ποτέ κατακτημένοι ταυτίζονται με τη νέα τάξη και την ενστερνίζονται. Ο εξελληνισμός της ανατολής έπειτα από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, ο εκλατινισμός της δύσης ύστερα από τις κατακτήσεις των Ρωμαίων είναι ο εξαραβισμός της Μέσης ανατολής και της νότιας Μεσογείου από το ισλαμικό Χαλιφάτο είναι τα πιο προφανή παραδείγματα. Στην αρχή βέβαια ο ξένος κατακτητής μπορεί να έρχεται με τη βία, και να προκαλεί τρομερές καταστροφές (όπως οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και την Γαλατία), όμως εάν το καθεστώς είναι σχετικά ανοικτό στις εισροές και μακροπρόθεσμα προσφέρει τάξη και οικονομική πρόοδο, οι υφιστάμενοι μπορούν να συμβιβαστούν με αυτό. Η περίπτωση Ελλήνων και Ρωμαίων είναι ιδιαίτερη, καθώς ναι μεν οι δεύτεροι κατέκτησαν τις πόλεις κράτη και τα βασίλεια των πρώτων, όμως ως υπέρτερος ο ελληνικός πολιτισμός δεν αφομοιώθηκε, αλλά συνέβη μάλλον το αντίθετο. Και πάλι όμως, τούτη η πνευματική επικράτηση του κυριαρχουμένου επί του κυριάρχου δημιουργεί μία νέα όσμωση, που σταθεροποιεί και εμπλουτίζει το αυτοκρατορικό καθεστώς.

Έχει μεγάλη σημασία εάν ο αυτοκρατορικός κυρίαρχος έχει μεγάλο πληθυσμιακό μέγεθος ή αν περιστοιχίζεται από όμορα φυλετικά στρώματα, τα οποία μπορούν να αλλάξουν άρδην τη σύνθεση μίας περιοχής (όπως οι Τουρκομάνοι στη Μικρά Ασία), ή να υποκαταστήσουν την ηγεμονική φυλή όταν πίπτει, χωρίς να αλλάζουν ριζικά τον πολιτισμικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας (διαδοχή Μήδων, Περσών και Πάρθων στο Ιράν). Οι Ρωμαίοι διέθεταν και τα δύο χαρακτηριστικά, καθώς ξεκίνησαν από πολύ νωρίς να αφομοιώνουν τους γύρω λαούς και να τους αποδίδουν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη, και ήταν πολυανθρωπότατοι, με αποτέλεσμα να μπορέσουν να απορροφήσουν καταστροφικές απώλειες, σαν εκείνες που τους προκάλεσε ο Αννίβας. Στη συνέχεια, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν αποικίες στις κατακτημένες επαρχίες, οι οποίες με τη φυσική τους παρουσία και την αφομοίωση των εντοπίων άλλαξαν ολοσχερώς την δημογραφική εικόνα της δυτικής Μεσογείου.

Από νωρίς φαίνεται λοιπόν, το δημογραφικό πρόβλημα του ελληνικού κόσμου. Ο Μέγας Αλέξανδρος δημιούργησε την εκτεταμένη ελληνιστική οικουμένη με μία αστραπιαία εκστρατεία κατάλυσης της Περσικής αυτοκρατορίας, όχι με έναν πληθυσμιακό κατακλυσμό (Γερμανοί 5ου, Τούρκοι 11ου αι.). Ο εξελληνισμός της μετέπειτα εποχής έδρασε κυρίως στα παράλια της ανατολικής Μεσογείου και τις πόλεις που ίδρυσε ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Μόνον στη Μικρά Ασία υπήρχε ο όγκος, η όσμωση και η προϋπάρχουσα εθνολογική εγγύτητα για τον εξελληνισμό της ενδοχώρας, ο οποίος ολοκληρώθηκε ως την πρωτοβυζαντινή περίοδο και δημιούργησε έναν δεύτερο ελληνικό κορμό μέχρι την τουρκική εισβολή. Δεν υπήρχαν άλλα ελληνικά ή ελληνίζοντα γένη, να έλθουν να τονώσουν το Βυζάντιο ή να το διαδεχθούν χωρίς να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ρήξη. Τον ρόλο αυτό έπαιξαν άθελά τους οι Ρωμαίοι, οι οποίοι κατέκτησαν τον ελληνιστικό κόσμο χωρίς να τον αφανίσουν ή να τον αλλοτριώσουν πολιτισμικά και δημογραφικά, λειτουργώντας εν τέλει ως συντηρητές και πολιτικο-στρατιωτικοί του προστάτες. Ο αρχαίος και μεσαιωνικός Ελληνισμός δεν ήταν, βέβαια, ασήμαντος δημογραφικά, είχε όμως στην καλύτερη περίπτωση μέτριο μέγεθος – συνέβαλε σε αυτό και η γεωμορφολογία του ελλαδικού χώρου, η οποία δεν επέτρεπε την μεγάλη παραγωγή ειδών διατροφής ή την πυκνή συγκέντρωση πληθυσμών, οι οποίοι ωθούντο στη διασπορά ανά τη Μεσόγειο. Ο Ελληνισμός όμως βρισκόταν ακριβώς στην ροή των μεγάλων μεταναστευτικών οδών του πλανήτη, στο διάβα Γότθων, Σλάβων, Τούρκων και Αράβων, οπότε κάποια στιγμή «πνίγηκε» στην αλλόφυλη πλημμυρίδα.

Την παραμονή της ισλαμικής έγερσης του 7ου αιώνος, υπήρχε ένας ρωμαϊκός ελληνιστικός κόσμος στην λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος περιελάμβανε την χερσόνησο του Αίμου, τη Μικρά Ασία, την Συρία-Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Το ελληνικό και ελληνόφωνο στοιχείο είχε πολύ ισχυρή παρουσία, αλλά συνυπήρχε με ποικίλους λαούς, όπως τους λατινόγλωσσους των βορείων Βαλκανίων, τους Σύρους και τους Αιγυπτίους. Οι δύο τελευταίοι είχαν ισχυρούς και αρχαίους πολιτισμούς, αξιόλογη γλώσσα και γραμματεία, ταυτότητα και δικές τους χριστιανικές εκκλησίες, οπότε ανθίσταντο στην αφομοίωση. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική γλώσσα είχε σημαντική παρουσία στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Γάζα και η Καισάρεια της Παλαιστίνης κλπ.

Εάν οι ανατολικοί χριστιανικοί πληθυσμοί και πολιτισμοί είχαν αποφύγει την αραβο-μουσουλμανική κατάκτηση και αφομοίωση, και η ελληνική επίδραση παρέμενε στις παλαιές κτήσεις του Αλεξάνδρου, τότε, ακόμη και εάν οι θρησκευτικές διαφορές εμπόδιζαν την πλήρη ομογενοποίηση, ίσως να ανέκυπτε μία οικογένεια ελληνο-ανατολικών εθνών. Έλληνες, Σύροι, Αιγύπτιοι Κόπτες και Καυκάσιοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα σύνολο ανάλογο των ρωμανικών, σλαβικών ή γερμανογενών εθνών της Ευρώπης. Τούτη η σφαίρα δεν θα εξασφάλιζε απαραίτητα πολιτική ενότητα και συνεργασία (όπως δείχνει η μακρά ιστορία των αρχαιοελληνικών ή ευρωπαϊκών πολέμων), αλλά ένα επίπεδο συνεννόησης, κοινών πολιτισμικών αναφορών και γλωσσικής οικειότητας. Βέβαια, τούτο δεν αποτελεί παρά εικασία. Ο Ελληνισμός εξέπεσε από την οικουμενική του μορφή σε ένα έθνος ανάδελφο, ενώ οι λαοί της ανατολής είτε αφομοιώθηκαν από τους Άραβες, είτε φυτοζωούν ως διωκόμενες μειονότητες (χριστιανοί Μέσης Ανατολής) ή πολιορκούμενα κρατίδια εν μέσω εχθρών (Αρμενία). Θα ήταν ενδιαφέρον για την έρευνα της ιστορίας του Ελληνισμού, και ειδικά για την μετάπτωσή του από μείζονα οικουμενική μορφή σε περιχαρακωμένο έθνος κράτος, να εξεταστούν οι ευρύτερες γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες της απώλειας ειδικά της Αιγύπτου, κατά το ανάλογο τρόπο με τον οποίο η απώλεια της Μικράς Ασίας θεωρείται κομβική για την πτώση του Βυζαντίου (1071) και τον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας (1922).

Το αυτοκρατορικό έθνος υπό άλλον ηγεμόνα

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όταν ένας νέος κατακτητής, συνήθως χαμηλότερης στάθμης, καταλαμβάνει την αυτοκρατορία, συχνά ζητά να ενσαρκώσει τη συνέχειά της, λαμβάνοντας το όνομα, τα σύμβολα και τους τρόπους των ηττημένων, οι οποίοι ακόμη και μέσα στην ήττα τους διατηρούν την λάμψη του υψηλού πολιτισμού και του ενδόξου παρελθόντος. Πέρα από τους Γερμανούς με την Ρώμη ή τους Ρωμαίους με τον ελληνικό κόσμο, κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τους ποικίλους κατακτητές της Ινδίας, της Περσίας και της Κίνας (Τούρκους, Μογγόλους κλπ), οι οποίοι αφομοιώθηκαν πολιτισμικά και δημογραφικά. Ενώ η αυτοκρατορία καταλύεται, από κάποια πλευρά διασώζεται και ενδυναμώνεται, καθώς ο νέος κυρίαρχος εμφυσεί νέες δυνάμεις, συνήθως πολεμικές και οργανωτικές, και υπό την ηγεσία του ο πρότερος πολιτισμός συνεχίζει να αναπτύσσεται.

Τούτο το σχήμα βέβαια υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς. Τούτη η συνέχεια και διαδοχή μπορεί να είναι περισσότερο ρητορική και εικονική, παρά ουσιαστική. Αυτό γίνεται είτε επειδή η αρχική καταστροφή είναι τόσο ολοσχερής που διακόπτει απότομα τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες του πολιτισμού της παλαιάς αυτοκρατορίας, είτε επειδή το πνευματικό επίπεδο των νέων κυριάρχων είναι πολύ χαμηλό για να λάβουν την σκυτάλη. Η μετέπειτα μίμηση αποτελεί ουσιαστικά κάτι καινούριο, με το στοιχείο της ρήξης εντονότερο από αυτό της μείξης και της ανανέωσης με τον προηγούμενο κόσμο. Εδώ ταιριάζει η περίπτωση της κατάκτησης της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τις γερμανικές φυλές. Η παρακμή των πόλεων και του αστικού τρόπου ζωής, η οικονομική καχεξία και η εκτεταμένη αγραμματοσύνη οδήγησαν τις παλαιές ρωμαϊκές επαρχίες σε σημαντική υλική και μορφωτική οπισθοδρόμηση. Η διατήρηση ρωμαϊκών τίτλων και της λατινικής γλώσσας ήταν ασθενή υπολείμματα της παλαιάς pax romana, και η μετέπειτα «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου και λογοτεχνίας αποτελούν περισσότερο συστατικά ενός νέου (ευρωπαϊκού – δυτικού – φαουστικού) κόσμου, με την όποια «ρωμαϊκότητά» του να μεσολαβείται από την Καθολική Εκκλησία ή να αποτελεί τρόπαιο στην τιτλοφορία των Φραγκο-Γερμανών αυτοκρατόρων. Στην περίπτωση του Ισλάμ, η κάθοδος των Τούρκων τον 11ο αιώνα οδήγησε στην ανανέωση της πολεμικής αλκής του μουσουλμανικού κόσμου και τη δημιουργία ισχυρών κρατών (που κατέβαλαν το Βυζάντιο, απέκρουσαν τις Σταυροφορίες και απείλησαν τη Δύση). Όμως το ταπεινό πολιτισμικό επίπεδο των επηλύδων δεν τους επέτρεψε να λάβουν τη σκυτάλη του ανεπτυγμένου αραβικού πολιτισμού, ο οποίος, χτυπημένος από την μογγολική άλωση της Βαγδάτης, παρήκμασε ανεπανόρθωτα.

Τούτο το φαινόμενο, ειδικά με την μορφή της άνθησης του Ελληνισμού υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία και την πολιτισμική του επικράτηση στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία της ανατολής (Βυζάντιο), έχει οδηγήσει στην προσπάθεια συναγωγής αντιστοίχων συμπερασμάτων σχετικά με τη διαδοχή του Βυζαντίου από τους Οθωμανούς. Είναι αληθές ότι οι Οθωμανοί επανένωσαν τον (διασπασμένο μετά το 1204) βυζαντινό χώρο και βοήθησαν στην ανανέωση της οικουμενικής διάστασης του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και στην ελληνική «κηδεμονία» επί των άλλων ορθοδόξων λαών. Όμως η θρησκευτική διαφορά εμπόδισε την όσμωση των λαών και την ανάπτυξη οικειότητας και θαυμασμού, όπως μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων. Ως αντίπαλοι μονοθεϊσμοί, ο χριστιανισμός και το Ισλάμ κράτησαν την ταυτοτική διάκριση και την κοινωνική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σε απόλυτο βαθμό, όπως το λάδι και το νερό, παρά την προσαρμογή των υποδούλων στο καθεστώς των κυριάρχων ή τη συμμετοχή πολλών Ρωμιών στις διευθύνουσες θέσεις της Υψηλής Πύλης. Για τον λόγο αυτό αποδείχθηκαν και χιμαιρικά τα οράματα για τον μετασχηματισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την εξίσωση των χριστιανών, ή μία μορφή δυαδική συγκυριαρχίας κατά τα πρότυπα των Αψβούργων.

Β’ ΜΕΡΟΣ – Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΙΑΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ

Μεσαιωνική Χριστιανοσύνη και Βυζαντινή Κοινοπολιτεία

Εάν η αραβική κατάκτηση έθεσε τέλος στον αλεξανδρινό κόσμο της Ανατολής, οι Βυζαντινοί Έλληνες μπόρεσαν μέσω των ιεραποστολών να επεκτείνουν την πολιτισμική σφαίρα επιρροής τους στον αχανή ευρωπαϊκό βορρά, εκχριστιανίζοντας μεγάλο μέρος ειδικά των Σλάβων. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύχθηκαν έντονες σχέσεις, όχι μόνο θρησκευτικές, αλλά και καλλιτεχνικές, διπλωματικές, μορφωτικές και νομικές. Οι διάφοροι ορθόδοξοι ηγεμόνες αναγνώριζαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, την υπεροχή της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής αρχής και του οικουμενικού πατριαρχείου, στο βαθμό που για να τονώσουν τις δικές τους αυτοκρατορικές φιλοδοξίες ζητούσαν τον ρωμαϊκό τίτλο ή την αναγνώριση αυτοκέφαλης εκκλησίας στα εδάφη τους.

Το σχήμα αυτό ονομάστηκε από τον D. Obolensky «Βυζαντινή Κοινοπολιτεία», και συχνά αντιπαρατάσσεται στον οργανισμό της δυτικής μεσαιωνικής Χριστιανοσύνης, η οποία περιστρεφόταν γύρω από την γερμανορωμαϊκή αυτοκρατορία και (κυρίως) την Παποσύνη (res publica Christiana, societas Christiana, Christianitas). Αν όμως από τη μεσαιωνική Χριστιανοσύνη αναδύθηκε η σημερινή Ευρώπη και ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός, τότε γιατί ο μεταβυζαντινός κόσμος (ο «ορθόδοξος πολιτισμός» κατά τη διαίρεση του S. Huntington) δεν έχει τον ίδιο βαθμό πολιτισμικής και πολιτικής ολοκλήρωσης και ανάπτυξης, που είχε η «κατ’ εξοχήν» Ευρώπη ακόμη και δια μέσω των τρομερών της πολέμων; Γιατί δεν μπόρεσε η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία να εξελιχθεί σε μία βαθύτερη κοινότητα πολιτισμού, και να υποκαταστήσει για τον Ελληνισμό τη χαμένη ανατολή;

α) Η προφανέστερη διαφορά είναι πως στην ανατολή επιβίωσε η μία, ενιαία και συγκεντρωτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τα όποια πολιτισμικά και θρησκευτικά δίκτυα απέρρεαν από αυτήν. Αντιθέτως, η δυτική αυτοκρατορία καταλύθηκε και επιβλήθηκαν τα ασταθή βαρβαρικά βασίλεια, τα οποία μετασχηματίστηκαν κατά το αποκεντρωμένο και ρευστό σύστημα της φεουδαρχίας, με εφήμερες και επισφαλείς ενοποιήσεις υπό τις αυτοκρατορίες των Φράγκων και των Γερμανών.

β) Η Δύση καταλήφθηκε από χαμηλού πολιτισμικού επιπέδου πολυθεϊστές βαρβάρους, οι οποίοι προσέλαβαν την θρησκεία, την γλώσσα και διάφορα ήθη και δομές των κατακτημένων λατινόγλωσσων Ρωμαίων χριστιανών. Αυτή η επιβίωση της καταλυθείσας ρωμαϊκή οικουμένης συνδυάστηκε με τις εμπειρίες και τις προσθήκες των νέων λαών, δημιουργώντας τις βάσεις του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού. Μάλιστα, χάρη στον εκχριστιανισμό ο πολιτισμός αυτός – μαζί με τα αρχαία ρωμαϊκά και δευτερευόντως ελληνικά στοιχεία του – μεταδόθηκε και έξω από τα όρια των ρωμαϊκών κατακτήσεων, στην Γερμανία, την Κεντρική Ευρώπη, την Σκανδιναβία και την Ιρλανδία. Αντίθετα, οι μεγάλες απώλειες της Ανατολής, η Συρία και η Αίγυπτος τον 7ο αιώνα και έπειτα η Μικρά Ασία τον 11ο, προκλήθηκαν με την απορρόφησή τους σε έναν κόσμο-πολιτισμό με κλειστή, δομημένη ταυτότητα, εκείνον του Ισλάμ. Δεν μπόρεσε έτσι να εκτυλιχθεί το φαινόμενο της ιδιόμορφης πολιτισμικής «ανάκτησης», όπως έγινε στη Δύση, ή της «γοητείας» του κυριάρχου από τον υποτελή, όπως μεταξύ Ρωμαίων και Ελλήνων.

γ) Το Βυζάντιο, βέβαια, βρήκε πρόσφορο έδαφος στους Σλάβους τους βαρβάρους της ανατολικής Ευρώπης. Η γεωγραφία όμως και η κοινωνική ιστορία της «σκυθικής ερημίας» δρούσε ανασταλτικά στον βαθύτερο και επωφελέστερο «εκβυζαντινισμό» της. Η ανατολική Ευρώπη ήταν μία αχανής έκταση στέπας, πεδιάδων και δασών, δίχως αξιοσημείωτες πόλεις αρχικά, και εκτεθειμένη στις αιώνιες εισβολές της κεντρικής Ασίας. Το αποτέλεσμα ήταν να μη στερεωθούν ισχυρά κράτη με αστικό πολιτισμό, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έδωσαν μία αξιόλογη παλαιοσλαβική παράδοση γραμματείας, νομοθεσίας και τέχνης. Ακόμη και στη χερσόνησο του Αίμου, η οποία τον 6-7ο αιώνα κατακλύστηκε από Σλάβους, η καταστροφή της υπάρχουσας ελληνορωμαϊκής κοινωνίας ήταν τόσο ολοσχερής μεταξύ Δούναβη και Θεσσαλονίκης, και το πολιτικό επίπεδο των Σλάβων τόσο χαμηλό, που και εκεί διαμορφώθηκε το ίδιο πρόβλημα. Όπως σημειώνει ο Ντιμίτρι Ομπολένσκυ, δεν βρέθηκε μεταξύ αυτών των Σλάβων ένας Χλωδοβίκος ή ένας Θεοδώριχος, σαν αυτούς που οδήγησαν τους Γερμανούς της Δύσης στην επαφή με τλατινική κουλτούρα και το χριστιανισμό – ο ευαγγελισμός των βαλκανίων Σλάβων άργησε πολύ σε σχέση με την εγκατάστασή τους.

Παρότι ο αστικός πολιτισμός παρήκμασε ραγδαία και επί μακρόν στην βαρβαρική Δύση, και οι ίδιοι οι βάρβαροι ήταν αρχικώς νομάδες, η ρωμαϊκή παράδοση των θεσμών και των γραμμάτων συντηρήθηκε στα μοναστήρια και τις επισκοπές των πόλεων, για να ανακάμψει μόλις το επέτρεψαν οι συνθήκες από τον «υψηλό» μεσαίωνα και ύστερα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις πρώτες αναγεννήσεις πρωτοστάτησαν χώρες εντός του παλαιού ρωμαϊκού συνόρου, ειδικά η Ιταλία και η Γαλλία. Από τον 12ο αιώνα και έπειτα αναπτύσσονται οι πόλεις, τα εμπορικά δίκτυα, τα πανεπιστήμια και πανευρωπαϊκής εμβέλειας μοναχικά τάγματα, ενώ σύντομα θα μπουν και οι βάσεις συγκεντρωτικών κρατών.

δ) Στην πρώιμη μορφή της (7-10ος αι.), η Μεσαιωνική Χριστιανοσύνη σφυροκοπήθηκε από νέα κύματα εισβολών και μεταναστεύσεων. Οι Άραβες κατέλαβαν αμετάκλητα την βορειοδυτική Αφρική (πατρίδα του Ιερού Αυγουστίνου) και εφόρμησαν στην Ισπανία και την Γαλατία, ώσπου αποκρούστηκαν στο Πουατιέ (732) και περιορίστηκαν στα Πυρηναία όρη. Οι γερμανογενείς Σκανδιναβοί Βίκινγκς υπήρξαν αληθινή μάστιγα της βορειοδυτικής Ευρώπης με τις επιδρομές τους, το ίδιο και οι ασιατικής προέλευσης Μαγυάροι (Ούγγροι) ανατολικότερα. Και οι δύο όμως αυτοί πολεμικοί λαοί εν τέλει ανασχέθηκαν, εκχριστιανίστηκαν και ενσωματώθηκαν στη δυτική Χριστιανοσύνη, επεκτείνοντάς την γεωγραφικά και προσφέροντας πολεμική και δημογραφική τόνωση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα η Δύση «ηρεμεί» από τις μεταναστεύσεις, οι πληθυσμοί «κατακάθονται» και απορροφώνται. Ο Ατλαντικός ωκεανός προσέφερε από δυσμάς ένα αχανές γεωπολιτικό κενό, από όπου φυσικά δεν μπορούσε να προέλθει κάποια εισβολή.  Στα ανατολικά, το Βυζάντιο και η Ρωσία, μαζί με κάποια άλλα μεθοριακά κράτη (Πολωνία, Ουγγαρία, Βουλγαρία), ως εκτεθειμένα υφίσταντο τα αλλεπάλληλα κτυπήματα των Αράβων, των Τούρκων και των Μογγόλων, μέχρι τελικά να υποκύψουν και να διαλυθούν. Στην ανατολή η ήττα και η κατάκτηση έφερνε μετανάστευση νέων λαών οι οποίοι δεν αφομοιώνονταν, αλλά αφομοίωναν μέσω της επιβολής και της θρησκείας (Ισλάμ), ενώ στη δύση όσο τρομεροί και ακατάπαυστοι και να ήταν οι πόλεμοι, δεν άλλαζε η υφή του πληθυσμού και του πολιτισμού. Η στρατιωτική ενεργητικότητα λοιπόν, το δημογραφικό πλεόνασμα και η φιλοκίνδυνη διάθεση του γερμανορωμαϊκού κόσμου γρήγορα πέρασε από την άμυνα και την απόκρουση, στην επέκταση και τον αποικισμό. Οι Γερμανοί προέλασαν από τον ποταμό Έλβα ως την Εσθονία (Drang nach osten), οι Βενετοί κατέλυσαν και αποίκισαν το Βυζάντιο και οι Γενουάτες τον Εύξεινο Πόντο. Οι Νορμανδοί κατέκτησαν την βυζαντινή κάτω Ιταλία και την αραβική Σικελία, την ίδια περίοδο που τα χριστιανικά βασίλεια της Ιβηρικής αργά αλλά σταθερά εκπαραθύρωναν τους Άραβες πίσω στην Αφρική. Οι Σταυροφορίες είναι ισχυρό σύμβολο αυτής της δυτικής εξάπλωσης, του θρησκευτικού ενθουσιασμού και του ακόρεστης ανάγκης για επέκταση, όσο και εάν οι νίκες και οι εδαφικές κτήσεις στον Λεβάντη υπήρξαν εφήμερες.

ε) Ο σημαντικότερος συνεκτικός δεσμός της δυτικής Χριστιανοσύνης ήταν η Αγία Έδρα, ο πάπας της Ρώμης, ο οποίος συνδύαζε το απόλυτο εκκλησιαστικό πρωτείο με την αξίωση αναγνώρισης ενός δικαιώματος υπεροχής επί των κοσμικών αρχόντων. Βασιλείς και αυτοκράτορες, ειδικά Γάλλοι και Γερμανοί, αντιστάθηκαν στις αξιώσεις αυτές του πάπα, με ποικίλα αποτελέσματα (έριδα της περιβολής, Γουέλφοι εναντίον Γιβελίνων, αιχμαλωσία της Αβινιόν, δυτικό σχίσμα). Με εξαίρεση όμως τον μικρόκοσμο των ιταλικών πόλεων κρατών, ανάμεσα στα οποία ίστατο το παπικό κράτος του Λατίου, της Πενταπόλεως και της Ρωμανίας (Romagna), η πολιτική υπεροχή του πάπα δεν απειλούσε την εδαφική εξουσία των ηγεμόνων. Ακόμη και η εξέχουσα θέση του γερμανορωμαίου αυτοκράτορα μόνο τύποις αναγνωριζόταν από τους άλλους βασιλείς της Ευρώπης (και αυτό αρχικώς), εάν δε έλειπε ο ισχυρός άνδρας από το θρόνο (Όθων Α’, Φρειδερίκος Βαρβαρόσσα, Φρειδερίκος Β’), αποσκιρτούσαν και οι φεουδαρχικοί υποτελείς του. Η παγίωση δηλαδή του πολυκεντρικού και κατακερματισμένου χαρακτήρα της Ευρώπης σήμαινε πως η πρόσληψη πολιτισμικών στοιχείων όπως η λατινική γλώσσα και γραμματεία, ή η εδραίωσε εκκλησιαστικών θεσμών όπως τα μοναχικά τάγματα, δεν απειλούσαν την εξουσία και την ταυτότητα των κοσμικών μορφωμάτων. Το ίδιο το καθεστώς της λατινικής γλώσσας ως κοινού μέσου επικοινωνίας όλων των δυτικών χριστιανών, δίχως να υποδηλώνει την πολιτισμική υπεροχή της μίας ή της άλλης δύναμης, ευνόησε την αυτονόητη υιοθέτησή της από όλους.

Στην ανατολή όμως, όπως αναφέρθηκε στο σημείο (α), η ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμενε στην πρότερη συμπαγή μορφή της, υπερέχοντας πολιτικά, οικονομικά και πληθυσμιακά έναντι των περιφερειακών ηγεμονιών της λεγόμενης Βυζαντινής Κοινοπολιτείας. Ο πατριάρχης και ο αυτοκράτορας έδρευαν ομού στην Κωνσταντινούπολη και, όσο και εάν ήταν συχνές οι συγκρούσεις τους, γενικά συνεργάζονταν ως προς την εξωτερική πτυχή της δράσης τους. Η επέκταση της ισχύος του πατριαρχείου λοιπόν, υπέκρυπτε την πολιτική παρέμβαση και κηδεμονία της αυτοκρατορίας, και αντιστρόφως. Οι περιφερειακοί λαοί λοιπόν, Σέρβοι, Βούλγαροι, Αρμένιοι κλπ., ένιωθαν την ανάγκη διαφοροποίησης σε ιδεολογικό και εκκλησιαστικό επίπεδο, ώστε να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία τους, ή και κάποτε να προωθήσουν τους εαυτούς τους ως αντικαταστάτες των Ελλήνων στη θέση της ρωμαϊκής παγκόσμιας ηγεμονίας. Δεν είναι τυχαίο πως «χρυσή εποχή» της επιρροής του οικουμενικού πατριαρχείου υπήρξε εκείνη των Παλαιολόγων, οπότε όσο η αυτοκρατορία έφθινε και διασπάτο, τόσο το κύρος του πατριάρχη ως ενοποιητικού πόλου της Ορθοδοξίας ανερχόταν

Η εδαφικότητα λοιπόν του Βυζαντίου έδρασε ανασταλτικά στην ολοκλήρωση της ανατολικής Χριστιανοσύνης ως αληθούς κοινοπολιτείας. Τούτο βέβαια δε σημαίνει πως η ιδιότητα αυτή πρέπει να κριθεί αρνητικά – το Βυζάντιο άλλωστε ανέπτυξε τέτοιον πολιτισμό και κράτησε ορθό για τόσους αιώνες, επειδή ακριβώς παρέμεινε μία ενιαία αυτοκρατορία, με στρατό, νόμισμα, αστικά κέντρα και κλασσική λογιοσύνη. Ακόμη και ο περισσότερο ανοικτός (οιονεί «δημοκρατικός») χαρακτήρας της Εκκλησίας, η οποία δεχόταν ή ανεχόταν την ύπαρξη αυτοκεφάλων εθνοτοπικών δικαιοδοσιών, και η χρήση των εθνικών γλωσσών στην λειτουργία (σλαβονική, γλαγολιτικό-κυριλλικό αλφάβητο) αποτελούν σημεία δύναμης και καταλύτες εξάπλωσης της βυζαντινής θρησκείας και πολιτισμού, όσο και εάν δεν συνέβαλαν στην ομογενοποίηση.  Μία μεγαλύτερη εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας πάντως, δεν θα ήταν άλογο να υποτεθεί πως θα βοηθούσε στη στενότερη επικοινωνία του Βυζαντίου με την λοιπή ανατολική Χριστιανοσύνη, και θα ευνοούσε τη μεγαλύτερη προς βορράν ροή όχι μόνο της βυζαντινής (θεολογία, χρονογραφία, δίκαιο) αλλά και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (επιστήμες, φιλοσοφία κλπ).

Οικουμενικά εγχειρήματα ολοκληρωμένα και θνησιγενή. Ο νέος Ελληνισμός.

Στον Παλαιό Κόσμο (δεν εξετάζεται εδώ η Αμερική, ως μία πολύ ειδική περίπτωση), μία σειρά από συνήθως μεγάλες χώρες διεκδικούν την θέση του κράτος-πολιτισμού (civilization state), με μία υλική, πολιτική και συμβολική βαρύτητα η οποία υπερβαίνει τον χαρακτήρα του απλού έθνους κράτους και αντλεί κύρος και ταυτότητα από προγενέστερες αυτοκρατορικές μορφές, οι οποίες μπορούν να δράσουν κεντρομόλα για άλλους λαούς, ενώ οι ρίζες τους χάνονται σε ένα παρελθόν το οποίο μετρά αιώνες, κάποτε δε και χιλιετίες. Οι ηγεσίες των χωρών αυτών έχουν πλήρη συνείδηση πως είναι διάδοχοι αυτής της κληρονομιάς, η οποία προσφέρει αυξημένη αυτοπεποίθηση αλλά και αξιώσεις μίας ιδιαίτερης σφαίρας αρμοδιοτήτων και πολιτικής-κανονιστικής πρωτοπορίας, ειδικά εάν έχουν τις απαιτούμενες δυνάμεις. Τέτοιες χώρες είναι η Ρωσία (φέρουσα την ιδέα της Ρωσικής αυτοκρατορίας και της ΕΣΣΔ, διατηρώντας δε μέρος του πολυεθνικού χαρακτήρα των), η Τουρκία (ειδικά μετά την κάμψη του κεμαλισμού και την ισλαμική-οθωμανική αναβίωση, η οποία έχει φιλοδοξίες σε όλη την ευρύτερη Μέση Ανατολή και τα Βαλκάνια, με όχημα την κοινή θρησκεία), η Ινδία (πολυπληθέστερη χώρα της γης, η οποία αποτελούσε αυτοκρατορία ακόμη και υπό βρετανικό έλεγχο), το Ιράν (του οποίου η αυτοκρατορική παράδοση ξεκινά από τον Σάχη και καταλήγει στους Αχαιμενίδες, ενώ αποτελεί κέντρο του σιιτικού Ισλάμ) και η Αίγυπτος (πανάρχαιος πολιτισμός και η σημαντικότερη χώρα του αραβικού κόσμου, αν και με επισφαλή εσωτερική ευστάθεια).

Υπήρξαν λαοί που προσπάθησαν, μέσω της επέκτασής τους και η της προσπάθειας μιας πολιτισμικής πρωτοπορίας και αφομοίωσης των υποτελών τους, να φθάσουν στο επίπεδο των αυτοκρατοριών-πολιτισμών.  Εν τέλει όμως δεν μπόρεσαν, τα εγχειρήματά τους δεν άντεξαν στο χρόνο, παρέμειναν σε μικρή σχετικά έκταση ή δεν είχαν το πολιτισμική ιδιαιτερότητα για να θεωρηθούν κάτι παραπάνω από μία απλή ηγεμονία ή σφαίρα επιρροής. Τούτες οι προσπάθειες προς την οικοδόμηση μίας ηγεμονίας-οικουμένης θα μπορούσαν να θεωρηθούν ατελείς ή θνησιγενείς (abortive). Τέτοια ήταν τα αυτοκρατορικά ή γενικώς υπερεθνικά μορφώματα των Πολωνών στην ανατολική Ευρώπη (16-18ος αι.), των Δανών στη Σκανδιναβία (14-17ος αι.), των Σέρβων (επί Στεφάνου Δουσάν και επί Νοτιοσλαβίας) και των Βουλγάρων στον Αίμο (10ος και 13ος αι.). Μονιμότερα αποτελέσματα, αν και επίσης παρήλθε, είχε η γερμανική κηδεμονία της κεντρικής Ευρώπης (Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία/Αυστρία, 16-20ος αι.), η οποία αποτυπώνεται στους γεωπολιτικούς όρους της Μεσευρώπης (Mitteleuropa) και των Αυστρο-βαλκανίων.

Οι Έλληνες ως ευρύτερη πολιτισμική μονάδα (όχι απαραίτητα ως ο στενός εθνοφυλετικός πυρήνας, αν και τα όρια μεταξύ των δύο δεν είναι πάντοτε ευδιάκριτα), ως βυζαντινή και μεταβυζαντινή οικουμένη, εξέπεσαν με την οθωμανική κατάκτηση. Η Εκκλησία παρέμεινε, με ισχυρό πολιτικό ρόλο πέραν του θρησκευτικού, ως βασικός οργανισμός της νέας, μουσουλμανικής αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες ήταν οι περισσότερο αστικοποιημένοι και ανεπτυγμένοι μεταξύ των άλλων ορθοδόξων υποδούλων λαών, έλεγχαν την Εκκλησία και την εκπαίδευση, η γλώσσα τους χρησιμοποιείτο ευρύτατα, ενώ η εμπορική και γενικά οικονομική τους δραστηριότητα ήταν πρωταγωνιστική, από την κεντρική Ευρώπη και τα παρευξείνια μέχρι την Αίγυπτο. Ο κρίσιμος παράγων όμως της ισχύος και της εθνικής αυτονομίας απωλέσθηκε. Υπό την κατάκτηση και καταπίεση των Οθωμανών, οι ελληνικοί πληθυσμοί μειώθηκαν, προσφυγοποιήθηκαν και εξαθλιώθηκαν, ενώ το πνευματικό τους επίπεδο κυριολεκτικώς καταποντίστηκε. Η δημιουργική έκρηξη της τελευταίας Βυζαντινής Αναγέννησης δεν είχε συνέχεια, καθώς οι πλέον φωτισμένοι Έλληνες βρήκαν καταφύγιο στην Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο πάλαι ποτέ βαρβαρικός δυτικός κόσμος προχωρούσε με άλματα προς τη νεοτερικότητα, προβαίνοντας σε καινοτομίες, επινοήσεις και κατακτήσεις με συντριπτική επίδραση στην ανθρώπινη ιστορία. Ο παράγων ισχύς είναι απαραίτητος και για την διατήρηση σε καθεστώς δορυφόρου των περιφερειακών οντοτήτων της οικουμένης, δια της προσέλκυσης ή του εξαναγκασμού. Από τον 19ο αιώνα και μετά, ήταν πολύ ευκολότερο και επωφελέστερο για τα ορθόδοξα έθνη της χερσονήσου του Αίμου να στραφούν προς τη δυτική Ευρώπη ή την Ρωσία. Το άρτι απελευθερωθέν νεοελληνικό κράτος, το ίδιο πολλαπλά εξαρτημένο και σε διαδικασία πολιτισμική αλλοτρίωσης, θα μπορούσε στην καλύτερη περίπτωση να προσδοκά σε μία καλή θέση πρόσκτησης εδαφών μετά τη διαφαινόμενη αποσύνθεση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και να αποτελέσει ένα «πρότυπο βασίλειο» για τον εκπολιτισμό και εξευρωπαϊσμό της ανατολής. Με την αποκρυστάλλωση των βαλκανικών εθνικισμών, και ειδικά του βουλγαρικού και του αλβανικού, έμεινε ο νέος Ελληνισμός πίσω στον εθνοφυλετικό του πυρήνα, με μεθοριακές προσθήκες ή απώλειες στις τάξεις των ταυτοτικά υβριδικών και γλωσσικά ή θρησκευτικά διαφοροποιημένων κοινοτήτων του Αίμου και της Μικράς Ασίας. Η καταστροφή του 1922 οδήγησε στην έκπτωση της Μεγάλης Ιδέας, του ενωτικού, συλλογικού οράματος που κινητοποιούσε τους Έλληνες, σε τεράστιες απώλειες και εκρίζωση από πανάρχαιες πατρογονικές εστίες, ενταφίασε δε τις ελπίδες του Ελληνισμού να δειχθεί ως μία μέση-περιφερειακή δύναμη στην καθ’ ημάς Ανατολή, με την προοπτική ότι αυτό ίσως οδηγούσε και σε μία σχετική πολιτική και πολιτισμική χειραφέτηση από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

Μετά από αυτές τις εξελίξεις και ειδικά μέσα από τις καταστροφές και απώλειες του 20ου αιώνα (κατοχή και εμφύλιος, Κυπριακό), η Ελλάδα μένει ως ένα μικρό έθνος κράτος σε πολιτικο-οικονομική κάμψη, δημογραφική κρίση και πολιτισμική ξηρότητα. Παρά τις νόμιμες ιστορικές περγαμηνές, η οποιαδήποτε συμπερίληψή της στην χορεία των παν-πολιτισμικών/αυτοκρατορικών εθνών, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω, θα ήταν όχι απλώς άτοπη αλλά και τεκμήριο μεγαλομανίας. Κι όμως αυτή η παράδοση και ιστορική μορφή, η οποία βασιζόταν στην διαλεκτική μεταξύ του εθνικού πυρήνα και της οικουμενικής σφαίρας, ήταν ο φυσικός τρόπος ζωής του Ελληνισμού, ο οποίος κατά την έκφραση του Οδυσσέα Ελύτη «επέτυχε ως γένος, αλλ’ απέτυχε ως κράτος». Η χαώδης ασυμμετρία μεταξύ όμως αυτής της δέουσας μορφής και της ισχύος την οποία προϋποθέτει η διατήρηση ή ανάκτησή της, η γεωγραφική συρρίκνωση, η απώλεια των υπερεθνικών ερεισμάτων στους όμορους λαούς και η εσωτερική αποξένωση προκαλεί τη νεότερη εθνική σχιζοφρένεια, με την πόλωση του δυτικισμού, ανατολισμού, αρχαιολατρείας κλπ, και την παλινωδία μεταξύ μεμψιμοιρίας και έπαρσης.

Τούτη η μετέωρη κατάσταση του Ελληνισμού, μεταξύ του έθνους κράτους και της ευρύτερης οικουμένης, θα μπορούσε να αποτυπωθεί με τους όρους του «πολιτισμικού ιζήματος» (Γ. Πρεβελάκης) ή του «αυτοκρατορικού υπολείμματος» (Δ. Φάρος).

Γ’ ΜΕΡΟΣ – ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Μορφή και ιδέα του ελληνικού κράτους

Η ιδέα ενός ενιαίου ελληνικού έθνους κράτους, όπως συστάθηκε μετά την Επανάσταση του 1821, ήταν πρωτοφανής για την πολυχιλιετή ιστορία του Ελληνισμού. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος ήταν διαιρεμένος σε πόλεις κράτη και φυλετικά βασίλεια, ενώ παρ’ ότι το ρεύμα του πανελληνισμού (Ισοκράτης κλπ) προσέβλεπε στην ηγεμονία της Μακεδονίας με στόχο την λήξη των αδελφοκτόνων πολέμων και την αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού, ό Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δεν έφτιαξαν ένα συγκεντρωτικό ελληνικό κράτος, το οποίο να περιλαμβάνει οργανικά τις ελληνικές πολιτείες του νότου. Η απόλυτη πολιτική ενότητα του Ελληνισμού επιτυγχάνεται με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η οποία επικρατεί σε όλες τις ελληνικές χώρες και τα βασικότερα ελληνιστικά βασίλεια. Με την απώλεια της ρωμαϊκής κοιτίδας στους βαρβάρους και τον ένδοθεν εξελληνισμό της ανατολικής αυτοκρατορίας, το λεγόμενο Βυζάντιο μετασχηματίζεται σε ένα οιονεί ελληνιστικό βασίλειο, παρά τη διατήρηση του ρωμαϊκού ονόματος και της συνημμένης συλλογικής ταυτότητας πολιτικής ιδεολογίας. Ο κλασσικισμός των Βυζαντινών αναγεννήσεων, σε συνδυασμό με την απώλεια του πολυεθνικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας μετά τον 13ο αιώνα, οδηγούν σε μία αναβίωση του ελληνικού ονόματος και μία πιο «στενή» κατανόηση του κράτους ως εθνικού ελληνορθοδόξου βασιλείου. Τούτο θα ισχύσει περισσότερο στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, με τους συνειδητά ελληνιστές βασιλείς Ιωάννη Γ’ Βατάτζη και Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη (που ονόμαζε την μικρασιατική επικράτειά του Ελλάς), και λιγότερο στην αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, όπου μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1261 η ρωμαϊκή ιδέα αναζωογονείται.

Μετά την άλωση του 1453, οι υπόδουλοι Έλληνες (οι κυρίως ελληνόφωνοι μεταβυζαντινοί Ρωμαίοι ορθόδοξοι) θα προσδοκούν στον «μαρμαρωμένο βασιλιά», ο οποίος θα πάρει την Πόλη. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δηλαδή της Ανατολής, θα γίνει, έμμεσα και ακούσια, το πρώτο αληθινό ελληνικό κράτος και θα δώσει την ιδέα της ιδεώδους, χαμένης πολιτείας προς ανασύσταση στους Έλληνες επαναστάτες. Το όραμα του Ρήγα για την Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να ήταν πολυεθνικό και φιλελεύθερο, κατά την έμπνευση της Γαλλικής επανάστασης, αλλά γεωγραφικά και συμβολικά δεν αποτελούσε παρά μία ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκσυγχρονισμένης κατά τις αρχές της διακυβέρνησης και των πολιτικών δικαιωμάτων. Το «σχέδιον μέγα» της Φιλικής Εταιρείας προέβλεπε γενική εξέγερση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, πυρπόληση του οθωμανικού στόλου και φόνο του σουλτάνου. Μπορεί μεν η Μεγάλη Ιδέα να αποκρυσταλλώθηκε ως όραμα μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, με σημείο αναφοράς τη διάσημη αγόρευση του Κωλέττη στη Βουλή, και το Βυζάντιο να βρήκε τη νόμιμη θέση του στην ιστοριογραφία με το συνθετικό έργο του Παπαρρηγόπουλου, αλλά το περιεχόμενο της βυζαντινής αναγέννησης και της δια του Βυζαντίου συνέχειας αρχαίας και νέας Ελλάδος σε κάθε περίπτωση προϋπήρχε, από τον καιρό του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τουλάχιστον – και σε πιο ασαφή μορφή ακόμη νωρίτερα.

Το άφευκτο δίλημμα και η γεωπολιτική εκκρεμότητα του Ελληνισμού

Σε κάθε περίπτωση όμως, από το μεγάλο έπος του 1821-1829 προέκυψε ένα μικρό κράτος στο νοτιοδυτικό άκρο της Οθωμανικής Ευρώπης, το οποίο περιείχε τον Μοριά, τη Ρούμελη και κάποια νησιά. Ήταν ένα περιφερειακό και λιγότερο ανεπτυγμένο κομμάτι του ελληνικού κόσμου, αλλά εθνοτικά συμπαγές, μακριά από τα οθωμανικά κέντρα ισχύος, με ισχυρές ναυτικές βάσεις, ένοπλα προεπαναστατικά σώματα κλπ. Όπως ορθά παρατήρησε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, οι Έλληνες ήταν οι μόνοι Βαλκάνιοι που δεν ελευθέρωσαν την κοιτίδα τους, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Η Αθήνα, ως νεοελληνική πρωτεύουσα από την έλευση των Βαυαρών και έπειτα, είχε έναν χαρακτήρα προσωρινής βασιλικής καθέδρας, μέχρι βεβαίως να επέλθει το ποθούμενο. Η λαμπρή όμως αίγλη της κλασσικής αρχαιότητας, με υπέρτατο σύμβολο την (αποκαθαρμένη από βυζαντινά, φραγκικά και οθωμανικά κατάλοιπα) Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, της έδινε μία αυτοτέλεια που δρούσε ανταγωνιστικά προς το βυζαντινό όραμα, αξιοποιώντας παράλληλα την αρχαιολατρεία του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Μετά κόπων και βασάνων, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να επεκταθεί τμηματικά κυρίως προς βορράν, σε έναν μεγάλο αγώνα δρόμου με τους άλλους Βαλκανίους (ιδίως τους πολύ δυναμικούς Βουλγάρους), για να αγγίξει την ακτή του Βοσπόρου. Το 1864 προστέθηκαν τα Επτάνησα, δώρο των Βρετανών προς τον βασιλιά Γεώργιο Α΄. Το 1881 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία πλην Ελασσόνας και η Άρτα, ενώ η ηρωική εξόρμηση των Βαλκανικών πολέμων (1912-13) απελευθέρωσε την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Η συμμετοχή της Ελλάδος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξαργυρώθηκε με τη δυτική Θράκη, από όπου εκδιώχθηκε η Βουλγαρία, την ανατολική Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Βασιλεύουσας, και μία πενατετή «εντολή» στην περιφέρεια της Σμύρνης, με στόχο τη διενέργεια δημοψηφίσματος ώστε οι κάτοικοι της περιοχής να αποφασίσουν για το μέλλον της. Η συνθήκη των Σεβρών όμως, η οποία καταλόγιζε την λεία αυτή στην Ελλάδα με τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1920) δεν επικυρώθηκε από κανέναν από τους συμμάχους, και η αντίδραση του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος οδήγησε στην ήττα της Ελλάδος κατά τη μικρασιατικής εκστρατεία, την υποχώρηση του ηττημένου ελληνικού στρατού και τον εκπατρισμό 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων από τις αρχέγονες εστίες τους, χωρίς να υπολογίζονται οι εκατοντάδες χιλιάδες που είχαν εξολοθρευτεί από το 1914. Η συνθήκη της Λωζάνης (1923) καθιέρωνε το μέχρι σήμερα ισχύον εδαφικό καθεστώς στην Θράκη και το Αιγαίο, ενώ η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών ολοκλήρωνε τον ξεριζωμό του ασιατικού ελληνισμού – προσφέροντας παράλληλα και μία ανεκτίμητη εθνοτική ομοιογένεια στον ελλαδικό κορμό. Η Βόρειος Ήπειρος, παρότι κατελήφθη τρις από τον ελληνικό στρατό (1913, 1914-17, 1940-41), δεν ενσωματώθηκε στο ελληνικό βασίλειο λόγω ξένων αντιδράσεων. Τα Δωδεκάνησα, υπό ιταλική κατοχή από το 1912, αποδόθηκαν στην Ελλάδα το 1947-48. Οι αγώνες των Κυπρίων για ένωση με την μητέρα πατρίδα (1931, 1955-59) βρήκαν μερική μόνο δικαίωση με την ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους (1960), πριν το προδοτικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, η οποία κατέληξε στη διχοτόμηση της μεγαλονήσου.

Καθ’ όλην τη διάρκεια αυτής της εδαφικής επέκτασης και συμπύκνωσης, το βασικό πρόβλημα ήταν η διασπορά του ελληνισμού σε μία τεράστια και εθνολογικώς ανομοιογενή έκταση, την οποία διεκδικούσαν και άλλοι λαοί, και επιπλέον είχε θεμελιώδη σημασία για την παγκόσμια γεωπολιτική και τα συμφέροντα όλων των Μεγάλων Δυνάμεων. Και εάν οι Έλληνες αποτελούσαν πλειονότητα ή έστω συμπαγή πληθυσμιακή μάζα σε περιοχές όπως η Ήπειρος, η Κρήτη, η Κύπρος, τμήματα της Μακεδονίας και των μικρασιατικών παραλίων, αλλού ήταν μειονότητα αραιά κατανεμημένη σε συγκεκριμένες πόλεις και οικισμούς, περικυκλωμένη από αλλοφύλους και αλλοθρήσκους. Υπήρχαν περιοχές με πολύ μεγάλη ελληνική παρουσία, οι οποίες όμως ήταν πολύ μακριά από το εθνικό κέντρο, όπως ο Πόντος και η Καππαδοκία. Τυχόν κατάληψή τους από το ελληνικό κράτος ήταν απολύτως αδιανόητη, καθώς έλειπαν τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα, αλλά και οι δημογραφικές προϋποθέσεις. Ακόμη και η ελληνική ζώνη κατά την μικρασιατική εκστρατεία περιοριζόταν προς την περιφέρεια της Σμύρνης με ανατολικό όριο την Φρυγία – η προς Άγκυραν εκστρατεία δε στόχευε την προσάρτηση της κεντρικής Μικράς Ασίας (η οποία σχεδόν δεν είχε Έλληνες) αλλά τον εξαναγκασμό των Τούρκων εθνικιστών σε συνθηκολόγηση.

Το απαραίτητο αλλά αδύνατον της υπερεθνικής υπέρβασης

Το τμηματικό και ημιτελές της εδαφικής αποκατάστασης του Ελληνισμού δημιουργούσε ένα μεγάλο πρόβλημα. Κάθε φορά που ένα κομμάτι του ελληνικού κόσμου εξεγειρόταν κατά του (συνήθως Οθωμανού) δυνάστη, τα υπόλοιπα κινδύνευαν με αντίποινα. Κάθε περιφέρεια που απελευθερωνόταν άφηνε τις υπόλοιπες στην άλλη πλευρά των συνόρων, με τους Τούρκους να βυθίζονται ολοένα στην ανασφάλεια για το μέλλον της αυτοκρατορίας τους, η οποία τελικά εκτονώθηκε με γενοκτονική βία. Αυτό το δίλημμα δρούσε ανασταλτικά για πολλές απελευθερωτικές κινήσεις, οδηγούσε σε δυσπιστία την Εκκλησία ή άλλους φορείς μπροστά στο ενδεχόμενη επανάσταση κατά των Τούρκων, ενώ οδήγησε πολλούς Έλληνες της ανατολής στην ελπίδα ενός ειρηνικού ελληνο-οθωμανισμού. Με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839, 1856) και ειδικά τις υποσχέσεις των Νεοτούρκων (1909) πολλοί ήλπισαν πως θα μπορούσαν να ζήσουν στις πατρογονικές εστίες τους με ασφάλεια και ισότητα, με τους όρους μίας φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης που θα μετέτρεπε την Οθωμανική αυτοκρατορία σε μία σύγχρονη κοινοπολιτεία των λαών της ανατολής. Καλλιεργείτο ταυτόχρονα η προσδοκία πως η διαρκής οικονομική και δημογραφική άνοδος των Ελλήνων θα τους επέτρεπε να υποσκελίσουν τους φθίνοντες Τούρκους στην ηγεσία της αυτοκρατορίας, ή να επιτύχουν μία ισορροπημένη δυαρχία κατά το αυστρο-ουγγρικό μοντέλο. Τούτη η προσδοκία βέβαια αποδείχθηκε απολύτως χιμαιρική, καθώς θα ήταν αδιανόητο οι Τούρκοι να συμβιβαστούν με τους πρώην υποδούλους, ή να τους δώσουν δικαιώματα στη διακυβέρνησης – ούτε έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία βιώσιμο χριστιανο-μουσουλμανικό κράτος. Ο μετασχηματισμός της υπό οθωμανική δεσποτεία μεταβυζαντινής οικουμένης θα ήταν η μόνη ολοκληρωτική λύση για τον Ελληνισμό από γεωπολιτική άποψη, όμως βρισκόταν απολύτως στην σφαίρα του ανέφικτου.

Πιο ρεαλιστικό φαινόταν το ενδεχόμενο της συνεργασία των ορθοδόξων βαλκανικών λαών για την κοινή απελευθέρωση από τους Τούρκους και τη δημιουργία ενός μεγάλου κράτους, το οποίο θα είχε έναν κάποιο όγκο και κάποιαν ισχύ, που θα καθιστούσε πιο δύσκολη τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Έλληνες, ως προνομιακοί φορείς της βυζαντινής κληρονομιάς και των εκκλησιαστικών – εκπαιδευτικών δικτύων του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου το συμβολικό βάρος ήταν διόλου ευκαταφρόνητο, θα μπορούσαν να έχουν την πρωτοπορία σε αυτόν τον αγώνα, όπως υποδεικνύει και το όραμα του Ρήγα. Μέχρι τον τα μέσα του 19ου αιώνα άλλωστε, οι Έλληνες δεν είχαν ακόμη συμβιβαστεί με την ύπαρξη άλλων συνειδητοποιημένων εθνών στη χερσόνησο του Αίμου. Η χάραξη όμως μίας παμβαλκανικής απελευθερωτικής πολιτικής θα απαιτούσε οργανωτικές ικανότητες, οικονομικούς πόρους, ιδεολογική αυτοτέλεια και κυρίως πολιτική ανεξαρτησία, πράγματα τα οποία δυστυχώς δεν διέθετε το νεοελληνικό κράτος. Έτσι, προέκυψαν οι ανελέητοι αγώνες (εκπαιδευτικοί, θρησκευτικοί, ένοπλοι) κατά των Βουλγάρων για την ψυχή και το έδαφος της Μακεδονίας, και η ανεπιτυχής προσπάθεια των Ελλήνων Αρβανιτών να προσελκύσουν τους Ορθοδόξους της Αλβανίας σε ένωση με τον Ελληνισμό. Με τη σειρά τους, οι Βούλγαροι ειδικά και οι Ρουμάνοι, συνδύασαν την προσπάθεια για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού με την ανάπτυξη δικής τους εθνικής γλώσσας και παιδείας, μακριά από την ποδηγέτηση του Έλληνα δασκάλου και του Έλληνα ιερέα.

Έχει ειπωθεί πως η Ελληνική επανάσταση και ο ελληνικός εθνικισμός αφύπνισε τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, και πως μία προσήλωση σε ένα πρόγραμμα εκ των έσω μεταρρύθμισης και «κατάληψης» της οθωμανικής οικουμένης θα είχε φέρει καλύτερα αποτελέσματα και έναν ιδεατό εξελληνισμό των Βαλκανίων. Τούτη η κρίση όμως είναι μόνο εν μέρει αληθής, καθώς ναι μεν η ελληνική ανεξαρτησία προκάλεσε την απαραίτητη αναταραχή για να εμπνευσθούν και οι άλλοι ορθόδοξοι για τη δική τους εθνική χειραφέτηση, όμως οι βαλκανικοί λαοί δεν ήταν αθύρματα των ελληνικών προθέσεων και ενεργειών, ούτε τελείως άμοιροι ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης. Τα πρώτα βήματα «αφύπνισης» των Βουλγάρων χρονολογούνται ήδη τον 18ο αιώνα, ενώ οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι μόνο εν μέρει βρίσκονταν υπό οθωμανικοί κατοχή. Οι πολυάριθμοι ομόφυλοί τους στο αυστριακό έδαφος ήταν πολύ δραστήριοι σε πολιτικό και πνευματικό επίπεδο, παίζοντας στην εθνική αναγέννηση ρόλο αντίστοιχο εκείνο των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης ή των Επτανήσων. Οι Σέρβοι, ας μην ξεχνάμε, είχαν αυτόνομη ηγεμονία πριν καν ξεκινήσει η Ελληνική επανάσταση. Ο υπέρ του δέοντος λοιπόν προσανατολισμός σε μία ελληνο-οθωμανική λογική, αντί εκείνης του σταδιακώς επεκτεινόμενου έθνους κράτους,  δημιουργούσε τον κίνδυνο να μείνει η Ελλάδα «πίσω» στον αγώνα για τη διανομή των ιματίων του «μεγάλου ασθενούς», και τα σημερινά ελληνικά εδάφη θα είχαν καταλάβει Σέρβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.

Αντί επιλόγου

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας το 1922 (και 1974), μαζί με την διαρκή εξωτερική εξάρτηση του ελληνικού κράτους και τη γενική φθίση των τελευταίων ειδικά δεκαετιών, δημιουργούν μία εικόνα γενική αποτυχίας, μίας Ελλάδος δίχως ταυτότητα και συλλογικό στόχο, στον αργό δρόμο προς την λήθη. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν να περιφρονούνται ή να παραβλέπονται οι πελώριοι αγώνες των τελευταίων διακοσίων χρόνων, επιτυχημένοι ή μη, στους οποίους αφοσιώθηκαν χιλιάδες επί χιλιάδων καλών Ελλήνων, με την πένα και την λόγχη, την παραγωγική προκοπή και τους κοινωνικούς αγώνες. Εξερχόμενος από την φτώχεια, την απαιδευσία και το χαοτικό περιβάλλον της οθωμανικής δυναστείας, ο Ελληνισμός δεν είχε τα εφόδια να διαχειριστεί την παν-πολιτισμική και αυτοκρατορική κληρονομιά του, ώστε ακώλυτα και αποφασιστικά να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του έθνους και των δικτύων της ανατολής, στο ανελέητο περιβάλλον του 19ου και του 20ου αιώνος. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πολιτισμική αυτοσυνειδησία, θεσμική παράδοση, εποπτεία της παγκόσμιας «σκακιέρας» και οικονομική ευρωστία σε πολύ υψηλά επίπεδα, πέραν των δυνατοτήτων του νεοσύστατου κράτους των Αθηνών, της πολιτικής του ηγεσίας και των πνευματικών ταγών του.

Η ιστορία όμως δεν δίνει μετάλλια προσπάθειας ή συμμετοχής, όπως γίνεται στα παιδικά αθλήματα. Είναι πολύ σκληρή στους μικρούς λαούς, και ακόμη σκληρότερη στους μεγάλους λαούς που εξέπεσαν. Η έξοδος από τον μηδενισμό και την παραίτηση απαιτεί  την ταυτόχρονη ενίσχυση των κρατών της Ελλάδος και της Κύπρου – τελευταίων καταφυγίων του έθνους – με την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων της διασποράς, υπό το πλαίσιο μίας φιλοσοφικής και πολιτισμικής ανάτασης η οποία να απαντά στη σύγχυση και τις πολλαπλές πιέσεις της μετανεοτερικότητας, στον αρχόμενο 21ο αιώνα. Τούτο όμως εκφεύγει της θεματικής αυτού του δοκιμίου.

*Ο Μάριος Νοβακόπουλος είναι διεθνολόγος, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου Βυζαντινής ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Fernand Braudel, Γραμματική των Πολιτισμών, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2010.
  • Χρήστος Γιανναράς, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα, Ίκαρος, Αθήνα 2015.
  • Jacques Le Goff, Ο πολιτισμός της Μεσαιωνικής Δύσης, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993.
  • Jacques Le Goff, Η Ευρώπη γεννήθηκε το Μεσαίωνα;, Πόλις, Αθήνα 2008
  • Φώτης Δημητρακόπουλος, Βυζάντιο και Νεοελληνική Διανόηση στα μέσα του Δεκάτου Εννάτου αιώνος, Καστανιώτης, Αθήνα 2000.
  • Ίων Δραγούμης, Ελληνικός πολιτισμός – Οι τρεις προκηρύξεις – Πολιτικοί προγραμματικοί στοχασμοί, Φιλόμυθος, Αθήνα 1993.
  • Samuel Huntington, Η Σύγκρουση των Πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, Πατάκης, Αθήνα 2017.
  • Robert Kaplan, Η Εκδίκηση της Γεωγραφίας, Μελάνι, Αθήνα 2017.
  • Γιώργος Καραμπελιάς, 1204-1922 Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, τόμος α’ – 1204: Η Γένεση, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2010.
  • Δημήτρης Κιτσίκης, Συγκριτική Ιστορία Ελλάδος – Κίνας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, Ηρόδοτος, Αθήνα 2007.
  • Ευάγγελος Κοροβίνης, «Τα Έθνη-Κράτη και τα Κράτη Πολιτισμοί», Αντίφωνο, 30/05/2023.
  • Ευάγγελος Κοροβίνης, «Το Βυζάντιο ως δοσιματικός σχηματισμός στα πλαίσια της Ευρασιατικής Οικουμένης», περιοδικό Ελλοπία, Α’ Μέρος, τεύχος 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1992, σελ. 62-65, Β’ Μέρος, τεύχος 10, Απρίλιος-Μάιος 1992, σελ. 60-63.
  • .Μάριος Νοβακόπουλος, Η γεωπολιτική ιστορία της Μεσαιωνική αυτοκρατορίας: Βυζαντινή και δυτική τάξη πραγμάτων υπό τις θεωρίες του Carl Schmitt, Αθήνα 2018.
  • Μάριος Νοβακόπουλος, Μεσαιωνικές διεθνείς σχέσεις, Βυζαντινό και Δυτικό σύστημα 1054-1180, πτυχιακή εργασία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ΙΝΣΠΟΛ 28/Β/17, Αθήνα 2017.
  • Dimitri Obolensky, Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία: Η Ανατολική Ευρώπη 500-1453, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2022.
  • Γιώργος Πρεβελάκης, Ποιοι είμαστε; Γεωπολιτική της Ελληνικής Ταυτότητας, Κἐρκυρα-Economia Publishing, Αθήνα 2016.
  • The Problem of Modern Greek Identity: From the Ecumene to the Nation-State (επ. Στείρης, Γ., Μητραλέξης, Σ., Αραμπατζής, Γ.), Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne 2016.
  • Νίκος Σβορώνος, Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού, Πόλις, Αθήνα 2017.
  • Έλλη Σκοπετέα, Το “Πρότυπο Βασίλειο” και η Μεγάλη Ιδέα – Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988.
  • Francois Thual, Η Κληρονομιά του Βυζαντίου – Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας, Ροές, Αθήνα 2000.
  • Δημήτρης Φάρος, «Είναι επίκαιρο σήμερα το όραμα του Ρήγα;» (αδημοσίευτο)

Χάρτης: Empires of the Ancient World to c. 200 CE, by Undevicesimus – 14/05/2021 – Deviantart

, , , , , , , , , , , , ,

1 thought on “Το Ελληνικό Έθνος ως μετα-αυτοκρατορική μορφή: Απόπειρα συγκριτικής μακροϊστορίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *