Η θρησκευτική πολιτική του Μεγάλου Κωνσταντίνου

Ιωάννης Δ. Κουζίου, Πολιτισμιολόγος – 25/10/2022 – ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ

Τον 3ο μ.Χ. αιώνα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αντιμετώπισε μια οξύτατη κρίση σε όλους τους θεσμούς(σ.1). Η κρίση αυτή επηρέασε και τα θρησκευτικά ζητήματα. Η παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία ήρθε σε σύγκρουση με τη νέα θρησκεία τον χριστιανισμό (σ.2). Πρόκειται για δύο κόσμους με εντελώς αντίθετη ιδεολογία που ενώ αρχικά ήρθαν αντιμέτωποι, με το πέρασμα των αιώνων σταδιακά αναμείχθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού (σ.3). Δηλαδή του βυζαντινού με κέντρο του την Κωνσταντινούπολη. Εκείνος που αναγνώρισε ως νόμιμη την χριστιανική θρησκεία κατά την διάρκεια της διακυβέρνησής του ήταν ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Α΄.

Ο Κωνσταντίνος (272 μ.Χ.-350 μ.Χ.) αναγορεύτηκε αυτοκράτορας από τον στρατό μετά τον θάνατο του πατέρα του το 306μ.Χ. στο York της Βρετανίας. Η πολιτική που άσκησε ο Κωνσταντίνος απέναντι στον χριστιανισμό πέρασε μέσα από μια διαδικασία σταδιακής εξέλιξης (σ.4). Η τακτική των διωγμών που είχαν ακολουθήσει οι προκάτοχοί του δεν είχε φέρει αποτελέσματα ενώ παράλληλα έθετε και σε κίνδυνο την κρατική ενότητα. Ο Κωνσταντίνος στα πλαίσια της μεταρρυθμιστικής του πολιτικής επιθυμούσε τη συμφιλίωση του ρωμαϊκού κράτους με τον χριστιανισμό έτσι ώστε να επιτευχθεί η εσωτερική ενότητα. Έτσι αποφάσισε να είναι αρχικά ανεκτικός και διαλλακτικός απέναντι στους χριστιανούς.

Το 312μ.Χ. μετά από τη νίκη του επί του Μαξεντίου στη Μουλβία γέφυρα η μεταστροφή του Κωνσταντίνου προς τον χριστιανισμό θα γίνει εντονότερη. Ο Κωνσταντίνος που απέδωσε τη νίκη του στον Θεό των χριστιανών άρχισε με διάφορα διατάγματα να υποστηρίζει τη χριστιανική θρησκεία. Εν τούτοις το πρώτο διάταγμα που ευνοούσε τους χριστιανούς δεν εκδόθηκε από τον Κωνσταντίνο αλλά από τον Γαλέριο -που υπήρξε ένας από τους σκληρότερους διώκτες του- το 311 μ.Χ. και όριζε τη νόμιμη ύπαρξη των χριστιανών (σ.5). Αφετηρία λοιπόν για τον Κωνσταντίνο αποτέλεσε το περίφημο διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 μ.Χ. που το υπέγραψαν μαζί με τον Λικίνιο. Σύμφωνα με αυτό ο χριστιανισμός αναγνωρίστηκε ως νόμιμη θρησκεία και οι χριστιανοί τέθηκαν υπό την προστασία του κράτους (σ.6). Φυσικά είναι νωρίς να γίνεται λόγος για θρίαμβο του χριστιανισμού. Το έδικτο των Μεδιολάνων έβαλε τέρμα στην εκτός νόμου θέση των χριστιανών. Τα χρόνια που ακολούθησαν ο Κωνσταντίνος πήρε μια σειρά από μέτρα υπέρ των χριστιανών. Αποκατέστησε τους χριστιανούς που είχαν διωχθεί από τους προκατόχους του. Παραχώρησε στους χριστιανούς κληρικούς όλα τα φορολογικά προνόμια που είχαν οι ειδωλολάτρες ιερείς, έδωσε επίσης τη δυνατότητα στην εκκλησία να αποκτήσει δική της περιουσία μέσω των δωρεών και τη δυνατότητα στους επισκόπους να απονέμουν δικαιοσύνη (σ.7).

Μετά το 324 μ.Χ. και τη τελική νίκη του επί του Λικινίου ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας των Ρωμαίων και υπό την επίδραση της χριστιανικής ιδεολογίας από αυτοκράτωρ-θεός μετατρέπεται σε αυτοκράτωρ-ελέω θεού. Τα μέτρα που πήρε τότε υπέρ των χριστιανών ήταν περισσότερο ευνοϊκά. Περιόρισε τις ειδωλολατρικές τελετές κατά τις επίσημες εορτές, αποτύπωσε στα νομίσματα το λάβαρο που με τη δύναμή του είχε νικήσει τον Μαξέντιο. Εξάλειψε από τα νομίσματα τις ειδωλολατρικές θεότητες (σ.8). Τοποθέτησε στο διάδημά του ένα καρφί από τον σταυρό του Ιησού. Καθιέρωσε την Κυριακή αργία ως ημέρα χριστιανικής εορτής. Επίσης χρηματοδότησε την ανέγερσή χριστιανικών ναών τους σε όλη την αυτοκρατορία (σ.9). Η βασιλική του Αγίου Πέτρου και η βασιλική του Λατερανού στην Ρώμη αποδίδονται στον Μ. Κωνσταντίνο. Ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον έδειξε για τους αγίους τόπους που η μητέρα του Ελένη σύμφωνα με την παράδοση είχε ανακαλύψει τον Γολγοθά και τον σταυρό του Χριστού. Στα Ιεροσόλυμα στον τόπο της Σταύρωσης έκτισε τον Ναό της Αναστάσεως, ενώ στο Όρος των Έλαιών έκτισε την εκκλησία της Αναλήψεως και στην Βηθλεέμ τον ναό της Γεννήσεως (σ.10). Επίσης η μεταφορά της πρωτεύουσας στην ανατολή με την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης ως «νέα Ρώμη» έδωσε στην αυτοκρατορία μια πρωτεύουσα περισσότερο χριστιανική. Δεδομένου ότι στις ανατολικές επαρχίες η εξάπλωση του χριστιανισμού ήταν μεγάλη.

Η στιγμή όμως εκείνη που το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου εκδηλώνεται έντονα υπέρ των χριστιανών είναι η σύγκληση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ (σ.11). Η σύγκληση έγινε με δική του πρωτοβουλία. Πρόεδρος της συνόδου ήταν ο ίδιος αν και δεν ήταν ακόμη χριστιανός, αφού βαπτίστηκε λίγο πριν το τέλος της ζωής του. Πεποίθηση του Κωνσταντίνου ήταν πως η ενότητα της εκκλησίας αντιστοιχούσε στην ευημερία του κράτους. Για να εξασφαλίσει αυτή την ενότητα επενέβη στη διαμάχη μεταξύ ορθοδόξων και των υποστηρικτών του Άρειου.

Στην σύνοδο τα πρακτικά της οποίας δεν έχουν διασωθεί, έλαβαν μέρος 318 περίπου επίσκοποι, οι περισσότεροι από τις Ανατολικές επαρχίες. Η σημαντικότερη υπόθεση της Συνόδου ήταν η αιρετική διδασκαλία του Αλεξανδρινού πρεσβύτερου Αρείου, σύμφωνα με την οποία ο Χριστός ήταν κτίσμα του Θεού και όχι Ομοούσιος. Η σύνοδος τελικά έληξε με τη καταδίκη και εξορία του Αρείου που αμφισβητούσε τη θεότητα του Χριστού (σ.12). Η σημασία της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν μεγάλη διότι εκεί τέθηκαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των ιερών κανόνων και θεμελιώθηκε επίσης η συνεργασία κράτους και εκκλησίας.

Παρ όλα όμως τα μέτρα που πήρε ο Κωνσταντίνος υπέρ των χριστιανών δεν είχε ακόμα διακόψει κάθε σχέση με την εθνική θρησκεία. Ελάχιστοι ήταν οι ειδωλολατρικοί ναοί που έκλεισαν, η λατρεία των ειδώλων δεν θίχτηκε ενώ ο ίδιος παρέμεινε pontifex maximus σε όλη του τη ζωή (σ.13). Ο Κωνσταντίνος συνέχιζε να υποστηρίζει τη λατρεία του θεού Ήλιου και να τον απεικονίζει στα νομίσματα μαζί με άλλους θεούς μέχρι το 325 μ.Χ. Μεταξύ των ετών 312 και 324μ.Χ. ο Κωνσταντίνος απέδιδε τιμές και στον Χριστό και στον Απόλλωνα. Στην αψίδα του αυτοκράτορα στη Ρώμη που είναι αφιερωμένη στη νίκη του επί του Μαξεντίου την τιμητική θέση κατέχει ο Απόλλωνας (σ.14). Έχτισε ναό στη Κωνσταντινούπολη αφιερωμένο στους τρείς θεούς (Δία-Ήρα- Αθηνά). Ενώ μετέφερε και τοποθέτησε στη Κωνσταντινούπολη το άγαλμα της Κυβέλης από τη Κύζικο και της Παλλάδου (ξόανο της Αθηνάς) από τη Ρώμη με τα οποία διακόσμησε τη νέα πρωτεύουσα (σ.15). Συνεπώς ο Κωνσταντίνος παρά τη μεταστροφή του στο καινούργιο δεν ήρθε σε οριστική ρήξη με το παρελθόν και δεν εγκατέλειψε τις παλιές του συνήθειες.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Η ειλικρινής μεταστροφή του Κωνσταντίνου στον χριστιανισμό είναι κάτι που έχει έντονα αμφισβητηθεί. Πολλοί ιστορικοί που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της μεταστροφής του υποστηρίζουν την άποψη ότι υπήρχε πολιτική σκοπιμότητα, ενώ κάποιοι άλλοι ότι οι λόγοι ήταν θρησκευτικοί (σ.16). Η πολιτική που ακολούθησε υπέρ του χριστιανισμού ήταν ένας συνδυασμός και των δύο απόψεων. Ο Κωνσταντίνος ως άνθρωπος της εποχής του για να επιβιώσει πολιτικά διέθετε ισχυρή προσωπικότητα και τραχύτητα, ταυτόχρονα όμως διέθετε και πολιτική διόραση (σ.17). Ο χριστιανισμός στα χρόνια του Κωνσταντίνου ήταν μειοψηφία, αντιστοιχούσε περίπου στο δέκα τοις εκατό του όλου πληθυσμού (σ.18). Όμως στην ανατολή η εξάπλωσή του ήταν μεγάλη κυρίως μέσω της ελληνικής γλώσσας (σ.19). Τα μηνύματά του για αγάπη, κοινωνική ισότητα και την υπόσχεση της μετά θάνατο ζωής, εύρισκαν απήχηση σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού που είχε κουραστεί από τις παλαιές θρησκείες. Ήταν θα λέγαμε μια ανερχόμενη θρησκευτική δύναμη. Από την άλλη πλευρά η χρεωκοπημένη πολιτική των διωγμών και η μεταφορά της πρωτεύουσας στην ανατολή δεν μπορούσαν να συμβιβασθούν με την ιδέα μιας στάσης εχθρικής απέναντι στον χριστιανισμό (σ.20).

Ο Κωνσταντίνος επίσης δεν ήταν θρησκευτικά αδιάφορος. Είχε βιώματα τόσο από την εθνική θρησκεία όσο και από τον χριστιανισμό. Σίγουρα δεν ήταν χριστιανός αλλά όταν άρχισε να υποστηρίζει τον χριστιανισμό αυτός δεν του ήταν άγνωστος. Ίσως αυτό να οφείλεται και στην επίδραση της χριστιανής μητέρας του. Ο ίδιος παρά το ότι μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πλατωνικού μονοθεϊσμού και σε μια εποχή θρησκευτικού συγκρητισμού αναγνώρισε τη θρησκευτική υπεροχή του χριστιανισμού (σ.21). Την οργάνωσή του, το θάρρος των οπαδών του απέναντι στους διωγμούς, τη δυναμική του και μέσα από τη πολιτική του διαίσθηση διέβλεψε την ευοίωνη μελλοντική του πορεία.

Ο Κωνσταντίνος λοιπόν θέλοντας να επικρατήσει πολιτικά ως μονοκράτωρ συμπεριφέρθηκε ως Ρωμαίος αυτοκράτωρ (σ.22). Αποφάσισε να υποστηρίξει τον χριστιανισμό και να τον χρησιμοποιήσει ως τη συνεκτική εκείνη δύναμη που θα ένωνε τους διαφορετικούς λαούς της αυτοκρατορίας. Κυρίως λόγω της έλλειψης γλωσσικής και φυλετικής ενότητας. Συντελώντας με αυτό τον τρόπο και στη πολυπόθητη αποκατάσταση της κρατικής ενότητας τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Ο Κωνσταντίνος ως διορατικός πολιτικός αντιλήφθηκε την ανερχόμενη δυναμική της νέας θρησκείας, ακολούθησε τη ροή των πραγμάτων και αναγνώρισε τον χριστιανισμό ως νόμιμη θρησκεία. Εάν δεν το έκανε ο Κωνσταντίνος αυτό ίσως κάποιος άλλος πολιτικός θα το έπραττε.

Συνεπώς ο Κωνσταντίνος υπήρξε ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας που υποστήριξε ανοικτά τον χριστιανισμό και ο πρώτος επίσης αυτοκράτωρ που βαφτίστηκε χριστιανός. Με τη θρησκευτική του πολιτική υπέρ του χριστιανισμού διασφάλισε την ενότητα της αυτοκρατορίας. Συνέβαλε στην αποκατάσταση και στην ανανέωσή της. Ενώ με την επιβολή της μονοκρατορίας έσωσε την αυτοκρατορία από τον διαμελισμό. Με την πολιτική του διόραση είδε ότι το μέλλον ανήκει στον χριστιανισμό και τον αναγνώρισε ως νόμιμη πλέον θρησκεία. Επίσης η μεταφορά της πρωτεύουσας στην ανατολή εκεί που το χριστιανικό στοιχείο υπερτερούσε αποτέλεσε την απαρχή της δημιουργίας μιας νέας χιλιετούς αυτοκρατορίας. Ο κόσμος μετά τον Κωνσταντίνο δεν θα είναι πλέον όπως πριν από αυτόν. Την ίδια περίπου θρησκευτική πολιτική ακολούθησαν και οι διάδοχοί του κυρίως οι γιοί του, με τις δογματικές όμως διαφορές να επηρεάζουν τις σχέσεις τους. Αντίθετα ο Ιουλιανός θα προσπαθήσει να αναβιώσει την ειδωλολατρία. Αλλά μάταια η αρχαία θρησκεία ανήκε στο παρελθόν και ο χριστιανισμός ήταν παρών και ιστορικά αναγκαίος.

Σημειώσεις – Παραπομπές

1 Πέννα 2001: 20
2 Vasiliev 2006 :63
3 Cameron 2000: 87
4 Πέννα 2001: 25
5 Πέννα 2001: 24
6 Καργάκος 2017: 65
7 Vasiliev 2006:74
8 Alfoldy 2015:200
9 Cameron 2000:105
10 Πέννα 2001:25
11 Πέννα 2001:25
12 Πέννα 2001:26
13 Vasiliev 2006:70
14 Chuvin 2003:41
15 Chuvin 2003:43
16 Vasiliev 2006:65
17 Καργάκος 2017:87
18 Vasiliev 2006:64
19 Καργάκος 2017:91
20 Πέννα 2001:24
21 Αθανασιάδη 2017:93
22 Αθανασιάδη 2017:94

Alfoldy G. 2015.« Η αναδιοργάνωση του Ρωμαϊκού κράτους επί Διοκλητιανού και επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου». Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Ελληνισμός και Ρώμη, τ.Γ΄. Αθήνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθανασιάδη Π. 2017. Η άνοδος της μονοδοξίας στην ύστερη αρχαιότητα. Αθήνα : 91-99.

Vasiliev A. 2006. Ιστορία της βυζαντινής αυτοκρατορίας 324-1453.Μτφρ. Δ. Σαβράμη. Αθήνα.

Cameron A. 2000. Η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (284-430 μ.Χ.). Μτφρ. Ι. Κράλλη. Αθήνα.

Καργάκος Σ. 2017. Η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως. Από την Αγία Σοφία του Κωνσταντίνου στην Αγία Σοφία του Ιουστινιανού. τ.Α΄. Αθήνα.

Πέννα Β. 2001. «Ο δημόσιος οικονομικός και κοινωνικός βίος των Βυζαντινών». Στο Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι. τ. Β΄: Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στον βυζαντινό και μεταβυζαντινό κόσμο. εκδ. ΕΑΠ, Πάτρα.

Chuvin P. 2003. Οι τελευταίοι εθνικοί . Ένα χρονικό της ήττας του παγανισμού. Μτφρ. Ο. Χειμωνίδου. Αθήνα.

ΑΒΕΡΩΦ

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *