Η Μικρά Ασία των Σελτζούκων

Διδακτοική Διατριβή του Φραγκούλη Στεργίου Φράγκου, Εκτουρκισμοί – Εξισλαμισμοί – Κρυπτοχριστιανοί 1071 μ.Χ. – 2009 μ.Χ.: Γεωπολιτική Προσέγγιση, Ιόνιο Πανεπιστήμιο , Κέρκυρα 2009, σελ. 49-66.

Μέχρι το τέλος του 11ου αι. οι Σελτζούκοι κατέλαβαν σχεδόν τα τρία τέταρτα των ισλαμικών χωρών —εκτός από τη Μ. Ασία— περιοχές όπως η Μεσοποταμία, η Συρία και το Ιράν. Μια σημαντική κατάκτηση στη Μ. Ασία ήταν η Νίκαια (1081), αργότερα επίκεντρο του βυζαντινού προσφυγικού κράτους.

Όμως δεν ήταν δυνατόν, να κρατηθούν για πάντα όλα τα φύλα του σελτζουκικού κράτους κάτω από έναν αρχηγό. Το κράτος χωρίστηκε στις αρχές του 12ου αι. σε δυο μέρη, στο ανατολικό και στο δυτικό σελτζουκικό κράτος. Το ανατολικό περιλάμβανε το Ιράν και τη Βαγδάτη. Βρισκόταν κάτω από περσική επιρροή και πλησίασε την διάλυση εξαιτίας διενέξεων για το θρόνο, πράγμα που οδήγησε στην απόσχιση μεμονωμένων επαρχιών, ώσπου το 1231 αποτέλεσε εύκολη λεία των Μογγόλων. Το δυτικό σελτζουκικό κράτος του Ικονίου αντέδρασε στην περσική επιρροή. Γλώσσα, πολιτισμός και θρησκεία διατηρήθηκαν. Ο ντόπιος βυζαντινός πληθυσμός την εποχή αυτή δεν είχε εκτουρκιστεί σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την γλώσσα και τη θρησκεία.

Ο Oberhummer [Oberhummer, Ε., ’’Die Türken und das osmanische Reich’’, Leipzig – Berlin (1917), σ. 41-42.] κάνει μια κατάταξη των κατοίκων του πρώιμου σουλτανάτου του Rum σε τρεις τάξεις: Οι πραγματικοί κατακτητές, οι Τουρκμένοι, που τους περιγράφει ως απολίτιστο και αμόρφωτο λαό, ο οποίος κατά ένα μεγάλο μέρος ζούσε στα βουνά με τον παραδοσιακό, νομαδικό τρόπο ζωής και ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία, ενώ οι Έλληνες και οι Αρμένιοι – οι άλλες δυο τάξεις – ζούσαν κυρίως στις πόλεις και ασχολούνταν με το εμπόριο και τις τέχνες.

Οι σουλτάνοι του Ικονίου ενδιαφέρονταν για την ειρηνική συνύπαρξη μουσουλμάνων και χριστιανών και επιδίωκαν μάλιστα συνεννόηση με το Βυζάντιο. Ήδη ο Σουλεϊμάν, γιος ενός εκχριστιανισμένου Τούρκου, ασκούσε φιλοαγροτική πολιτική και με τον τρόπο αυτόν κέρδισε την εμπιστοσύνη του βυζαντινού πληθυσμού της υπαίθρου, για τον οποίον η αλλαγή του ηγεμόνα σήμαινε τις περισσότερες φορές βελτίωση της κοινωνικής του θέσης. Ο Turan είναι της γνώμης ότι οι Σελτζούκοι του Rum έχοντας γνωρίσει το βυζαντινό σύστημα διακυβέρνησης αναγνώρισαν πως η κρίση στην οποία οδηγούν οι κοινωνικές αντιθέσεις ανάμεσα στους πλούσιους γαιοκτήμονες και στην εξαθλιωμένη μάζα μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με μια έξυπνη πολιτική της ισορροπίας, πράγμα που τους οδήγησε στην απόφαση να στηρίξουν την διακυβέρνηση τους στην αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης. [Werner, Ε., ‘’Das Sultanat von Konya im 13. Jahrhundert’’, στο: Byzantinische Forschungen, τ. 4, Amsterdam (1972), σ. 223.]

Το 1081 υπογράφτηκε από τον Σουλεϊμάν και από τον Αλέξιο Α’ Κομνηνό (1081-1118) μια συνθήκη με την οποία αναγνωρίστηκε το status quo και ο σουλτάνος αποδέχτηκε – μόνον τυπικά – την υποτέλεια στο βυζαντινό κράτος. Πέρα από αυτά υποσχέθηκε στον αυτοκράτορα στρατιωτική βοήθεια στον αγώνα του εναντίον του αρχηγού των Νορμανδών Robert Guiscard. Στη συνέχεια οι δύο διάδοχοι του Αλέξιου Α’, Ιωάννης Β’ (1118-1143) και Μανουήλ A’ (1143-1180) ήταν κατά κύριο λόγο απασχολημένοι με το φύλο των Danismend, οι οποίοι είχαν εισβάλει στην επικράτεια των Σελτζούκων. Ο κοινός εχθρός ανάγκασε τον Μανουήλ Α’ και τον σουλτάνο των Σελτζούκων Μασούτ Α’ (1116-1156) να συμμαχήσουν. Με το διάδοχο, όμως, του Μασούτ, τον Κιλίτς Αρσλάν Β’ (1156-1192) προέκυψαν νέες διενέξεις, οι οποίες διευθετήθηκαν το 1162 με μια συνθήκη ειρήνης. Σύμφωνα με αυτήν ο Αρσλάν υποχρεώθηκε να επιστρέψει τις πόλεις τις οποίες είχε καταλάβει και να αποδεχθεί την υποτέλεια απέναντι στο Βυζάντιο. Σ’ αυτό το τελευταίο, όμως, ο σουλτάνος δεν ήθελε να συμμορφωθεί. Το φθινόπωρο του 1176 λοιπόν ο Μανουήλ έκανε επίθεση εναντίον του Ικονίου, η οποία οδήγησε στη μάχη του Μυριοκέφαλου και κατέληξε σε σοβαρή ήττα των Βυζαντινών. Η ήττα αυτή επισφράγισε τις εξελίξεις του 1071 στο Μαντζικέρτ και τη μοίρα της Μ. Ασίας.

Ήδη τον 11ο αι. ένας συμπολεμιστής του Αλπ Αρσλάν, ο Αχμέτ Γαζή, που επονομαζόταν Δανισμένδ (1071-1084), είχε εγκατασταθεί στην βορειοανατολική Μ. Ασία, ανάμεσα στη Σεβάστεια και στην Μαλάτυα (αρχαία Μελιτηνή). Γύρω του συναθροίστηκε μια ακολουθία από μουσουλμάνους και βυζαντινούς ακρίτες, οι οποίοι διαποτίζονταν από το ιδεώδες του Γαζή, του πολεμιστή της πίστης, που ενσάρκωνε ο ίδιος ο Αχμέτ, και πήγαιναν στην μάχη με το σύνθημα του αρχηγού τους «μεταστροφή (στον ισλαμισμό) ή θάνατος». Αυτή η υπερβολικά φανατική στάση απέναντι στον χριστιανικό πληθυσμό, η οποία βρισκόταν σε αντίθεση προς την ανεκτικότητα των Σελτζούκων και τελικά συνέβαλε στο γρήγορο εκτουρκισμό της περιοχής του. Ο αγροτικός βυζαντινός πληθυσμός των πεδινών εκτάσεων άρχισε να αποδέχεται την τουρκική γλώσσα και άλλα πολιτιστικά στοιχεία, ενώ αντίθετα ο ελληνικός πληθυσμός των αστικών κέντρων εξισλαμιζόταν αλλά δεν εκτουρκιζόταν. Όμως το διαρκές ρεύμα μετακίνησης Τουρκμένων από την Μέση Ανατολή συνέβαλε (αργά αλλά σταθερά) στον εκτουρκισμό και τον εξισλαμισμό της Μ. Ασίας. Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύτηκαν από την άνθηση ενός αξιόλογου σελτζουκικού -τουρκικού πολιτισμού.

Ας επιστρέψουμε, όμως, στους Δανισμένδες. Ο θρησκευτικός φανατισμός, που αναφέραμε παραπάνω, προσωποποιούνταν στον τρίτο Δάνισμενδ, τον Μεχμέτ (1132-1142), που κατέστρεψε χριστιανικούς ναούς και χρησιμοποιούσε τα μάρμαρά τους για τα δικά του χτίσματα. Οι διάδοχοί του τήρησαν μια πιο μετριοπαθή στάση, ήταν όμως υποχρεωμένοι να παίρνουν υπόψη τους τη φανατική στάση των νομάδων, που εξακολουθούσε να υπάρχει, όπως και παλιότερα.

Και οι σουλτάνοι των Σελτζούκων είχαν δυσκολίες με το αυτονομούμενο εμιράτο των Δανισμένδων, το οποίο αποτελούσε κέντρο επιθετικών νομάδων. Οι Τουρκμένοι από τα βάθη της Ανατολίας δεν τηρούσαν ούτε συνθήκες ειρήνης, ούτε συμφωνίες και προωθούνταν προς την κεντρική Μ. Ασία, απειλώντας το σουλτανάτο του Ικονίου. Ύστερα από σκληρούς αγώνες οι Δανισμένδες υποτάχθηκαν και αναγκάστηκαν να πληρώνουν υψηλούς φόρους υποτέλειας, πράγμα που σε τελευταία ανάλυση οδήγησε στη διάλυση της στρατιωτικής τους δημοκρατίας.

Στο μεταξύ κατά τη διάρκεια της τέταρτης σταυροφορίας δημιουργήθηκε το 1204 στο βυζαντινό έδαφος η λατινική αυτοκρατορία. Στην περιοχή της μικρασιατικής Νίκαιας δημιουργήθηκε αμέσως μετά από τους Λασκαρίδες ένα νέο Βυζάντιο. Μολονότι η μετάθεση αυτή της αυτοκρατορίας στη Μ. Ασία σήμαινε καταρχήν φραγμό της επεκτατικής τάσης των τουρκμενικών φύλων, σε τελευταία ανάλυση, κέρδισε το σουλτανάτο Rum ή του Ικονίου από την πρόθεση των Λασκαριδών να ανακαταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Ο αποκλειστικά δυτικός προσανατολισμός του νεαρού βυζαντινού κράτους επέτρεψε στους Σελτζούκους με την κατάληψη το 1207 της Αττάλειας να εξασφαλίσουν πρόσβαση στη Μεσόγειο. Το ίδιο έγινε όμως και με τη Μαύρη Θάλασσα. Το 1214 ο αυτοκράτορας Αλέξιος της Τραπεζούντας αναγκάστηκε να τους παραδώσει τη Σινώπη. Μπορούσε λοιπόν ο σουλτάνος του Ικονίου να χαρακτηρίζεται ως ηγεμόνας δύο θαλασσών. Στις επόμενες δεκαετίες οι Σελτζούκοι σταθεροποίησαν την κυριαρχία τους στη Μ. Ασία με εντυπωσιακό τρόπο. Οι αυτοκράτορες της Νίκαιας και της Τραπεζούντας αναγκάστηκαν να τους βοηθήσουν με στρατεύματα καθώς και ο βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας. Αυτή η άνθηση του σουλτανάτου του Ικονίου περιγράφεται πολύ παραστατικά από τον Cahen [Cahen, C., “Vom Urpsung bis zu der Anfangen des Osmanenreiches’’, στο: Fischer Weltgeschichte, Der Islam I, τ. 14, Frankfurt a. M. (1968), σ. 305.]: «Χωρίς αμφιβολία η Μ. Ασία γνώρισε στο πρώτο μισό του 13ου αι., για σύντομο χρονικό διάστημα βέβαια, ένα σπάνιο, ευτυχές αποκορύφωμα της ιστορίας της. Η τάξη είχε επανέλθει χάρη στον πλούτο και την ευφορία του εδάφους της και χάρη στο γεγονός ότι η χώρα ζει αποκλειστικά από τον εαυτό της και για τον εαυτό της, ανεξάρτητη από μεγάλες δυνάμεις και χωρίς να αποτελεί πεδίο των διενέξεών τους. Η οικονομία της δίνει από κάθε άποψη την εικόνα της ευημερίας».

Εν τω μεταξύ η επίδραση των Περσών προωθούνταν όλο και περισσότερο προς τη Δύση και άρχισε να φτάνει στο δυτικό σελτζουκικό κράτος, στο σουλτανάτο του Ικονίου. Το αποτέλεσμα ήταν μία όλο και διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στον αστικό πληθυσμό, που είχε συχνά αριστοκρατική μόρφωση, καθώς αποδεχόταν την περσική και αραβική γλώσσα και κουλτούρα και στον τουρκμενικό αγροτικό πληθυσμό στις περιφερειακές περιοχές του σουλτανάτου, που παρέμενε αμόρφωτος και κοινωνικά απομονωμένος. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, διατήρησε την τουρκική του γλώσσα και την πολιτιστική του κληρονομιά.

Σε αυτό το χωνευτήρι εθνών και θρησκειών ήταν αναπόφευκτο να υπάρξει μια αμοιβαία επίδραση του ισλαμικού και του βυζαντινού πολιτισμού. «Παραδόσεις του βυζαντινού παρελθόντος συγχρωτίζονταν εδώ με ισλαμικά-ιρανικά πρότυπα και σύγχρονους νεωτερισμούς» [Cahen, σελ. 304]. Ακόμα και μέχρι τις ημέρες μας διαπιστώνονται εντυπωσιακές ομοιότητες σε λαϊκούς χορούς και σε ρυθμούς και μελωδίες της Μ. Ασίας και της Ελλάδας. Ακόμα και στη λειτουργική μελωδία της ελληνικής εκκλησίας, στις παραλλαγές του «Κύριε ελέησον» πιστεύουν μερικοί πως ακούν την φωνή του μουεζίνη, που φωνάζει πάνω στον μιναρέ τους πιστούς μουσουλμάνους και τους καλεί να προσευχηθούν. Καθώς φαίνεται, λοιπόν, έχουμε εδώ μια κοινή, αρχαία ανατολική και πανανθρώπινη παράδοση στη θρησκευτική και μουσική έκφραση της ψυχής.

Το δεύτερο μισό του 13ου αι. χαρακτηρίζεται από μια εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας και από ένα φεουδαρχικό κομμάτιασμα, που άρχισε στο σουλτανάτο. Ο σελτζουκικός στρατός αποτελούνταν, τον καιρό αυτό, από Iqtadare (που θα μπορούσαν να συγκριθούν με τους βυζαντινούς ακρίτες), από νομαδικά βοηθητικά στρατεύματα και από μισθοφόρους. Η πειθαρχία των Iqtadare μειωνόταν, καθώς εξασθένιζε η εξουσία του κράτους, γεγονός που ανάγκαζε τους σουλτάνους να καταφεύγουν όλο και περισσότερο στην προσέλκυση μισθοφόρων, για να έχουν πειθαρχικό και υπάκουο στρατό. Ήδη από τις αρχές του 13ου αι. άρχισε μια εξέλιξη, η οποία με τον χρόνο έδωσε υπερβολική εξουσία στους «Babas», θρησκευτικούς ηγέτες του απλού λαού. Οι Babas χαρακτηρίζονταν από μυστικοπάθεια, ζούσαν μοναχική ζωή, είχαν διατηρήσει πολλές ειδωλολατρικές δεισιδαιμονίες και συνήθειες στις απλοϊκές θρησκευτικές τους απόψεις και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στον εξισλαμισμό του πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Όταν, λοιπόν, στη δεκαετία 1220-1230 τα στρατεύματα του ηγέτη των Μογγόλων Τζέγκις-Χαν εισόρμησαν από την Άπω Ανατολή στην Κ. Ασία και έφτασαν στα ιρανικά οροπέδια, τότε πολλά τουρκμενικά φύλα μετανάστευσαν με τον «Baba» τους προς την Δύση και εγκαταστάθηκαν στο Αζερμπαϊτζάν και στη Μ. Ασία. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στα τουρκμενικά φύλα που κατοικούσαν στην Μ. Ασία, η οποία εκδηλώθηκε με μια επανάσταση του Baba Ishaq το έτος 1239.

Ήταν μια εξέγερση στις νομαδικές περιφερειακές περιοχές γύρω από την Αμάσεια, την Τοκάτη, τη Σεβάστεια και τη Μαλάτυα, εναντίον της κεντρικής εξουσίας στο Ικόνιο. Ο Baba Ishaq υποσχέθηκε στους οπαδούς του ειρήνη, δικαιοσύνη, κατάλυση της ισχύουσας τάξης και ζήτησε από τους Τουρκμένους να εκδιώξουν από το θρόνο τον σουλτάνο του Ικονίου, ο οποίος ξέφυγε από την αληθινή πίστη του προφήτη.64 Και μόνο με τη βοήθεια Φράγκων μισθοφόρων κατόρθωσαν οι κυβερνητικές δυνάμεις να καταστείλουν την εξέγερση.

Τελικά η κίνηση των Babas άνοιξε χωρίς να το θέλει τον δρόμο των Μογγόλων για τη Μ. Ασία, μια και η κίνηση αυτή υπέσκαψε τη δύναμη αντίστασης του σουλτανάτου. Πέρα από αυτό βέβαια προστέθηκαν οι διαφορές και οι διενέξεις των σελτζουκικών ηγεμόνων μεταξύ τους, οι οποίοι, για να ενισχύσουν την θέση τους, ζητούσαν τη βοήθεια ακόμα και του μεγαλύτερου εχθρού στην Ανατολή, του αρχηγού των Μογγόλων Τζέγκις-Χαν, ο οποίος προωθούνταν προς την Δύση. Η αποφασιστική μάχη στο Kozedag το 1243 έθεσε μέσα σε λίγες ώρες τέρμα μια για πάντα στην ανεξαρτησία των Σελτζούκων του Rum στη Μ. Ασία. Το σουλτανάτο προσαρτήθηκε στο μογγολικό κράτος με περιορισμένη αυτονομία. Εξάλλου πολλές περιοχές της ανατολικής και κεντρικής Ανατολίας εγκαταλείφθηκαν από τον πληθυσμό που μετακινούνταν προς τα δυτικά, αν βέβαια δεν θανατώνονταν ή δεν πουλιούνταν ως σκλάβοι από τους επιδρομείς. Κυριαρχούσε λοιπόν ανασφάλεια και αναρχία. Γεωργοί και νομάδες αποτελούσαν χωρίς διάκριση αντικείμενο  εκμετάλλευσης από τους Μογγόλους κατακτητές.

Στα πρώτα χρόνια της μογγολικής κυριαρχίας ιδρύθηκε στο Ικόνιο η αδελφότητα των Mevlevi, των χορευτών δερβίσηδων, η οποία ασκούσε μεγάλη επιρροή στον χριστιανικό πληθυσμό και συνέβαλε σημαντικά στην προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεών τους με το κράτος.

Οι Σελτζούκοι σουλτάνοι ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τον αγροτικό ελληνικό πληθυσμό, γιατί εξασφάλιζε σταθερά εισοδήματα στο δημόσιο ταμείο. Ο Νικήτας Χωνιάτης αναφέρεται διεξοδικά στην φιλοαγροτική πολιτική των Σελτζούκων, η οποία εξελίχτηκε σε μια κανονική πολιτική εποικισμού. Γράφει λοιπόν ο Χωνιάτης:

«Αν οι αιχμάλωτοι του σουλτάνου έμεναν στη χώρα, ο σουλτάνος τους επέτρεπε να εγκατασταθούν χωρίς να πληρώνουν φόρο επί πέντε χρόνια. Στη συνέχεια ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν έναν όχι βαρύ φόρο, που τον καθόριζε ο ίδιος και δεν ξεπερνούσε τα όρια, όπως συνηθιζόταν από τους Ρωμαίους. (…) Αυτή η φιλάνθρωπη είδηση δεν άφηνε κανέναν αιχμάλωτο να σκέφτεται την πατρίδα του, αλλά προσείλκυε πολλούς, που δεν είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Πέρσες, στο Φιλιμέλιον … (…) …, έτσι, ώστε ολόκληρες ελληνικές πόλεις προτιμούσαν να γίνουν αποικίες των βαρβάρων και αντάλλαζαν ευχαρίστως την πατρίδα τους». [Lehmann, B., ‘’Die Nachrichten des Niketas Chonides, Georgios Akropolites und Pachymeres iiber die Selcuqen’’. Μετάφραση: Dissertation Leipzig (1939), σ. 38 κ.ε.]

Ήδη από τον θάνατο του Βασιλείου Β’ (976-1025) αυξήθηκε σημαντικά η πίεση των φόρων που επιβάρυνε τους Βυζαντινούς γεωργούς και επιβαλλόταν τόσο από το κράτος όσο και από την επαρχιακή αριστοκρατία. Η άθλια οικονομική κατάσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας δημιουργήθηκε από τη μείωση των κρατικών εισπράξεων που πήγαιναν στα ταμεία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και από τις αυξημένες δαπάνες για τους δημόσιους υπαλλήλους και την αυλή. Κρατήσεις σε χρήματα και σε αγαθά και πιεστικοί φόροι στο κράτος σε συνδυασμό με περιορισμούς της προσωπικής ελευθερίας τροφοδοτούσαν τη δυσαρέσκεια του μικρασιατικού πληθυσμού. Όταν, λοιπόν, διαπιστωνόταν πως και η αμυντική δύναμη του κράτους ήταν ανεπαρκής, οι γεωργοί έδειχναν συχνά τη διάθεσή τους να αλλάξουν κύριο. Ένα μάλλον ακραίο παράδειγμα μεταστροφής περιγράφει ο Νικηφόρος Βρυέννιος, σύζυγος της Άννας Κομνηνής: «Ο Μέγας Δομέστικος Αλέξιος Κομνηνός βρισκόταν ύστερα από μια μάχη εναντίον των Τούρκων κοντά στην Άγκυρα, επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη και, καθώς ξεκουραζόταν σε ένα χωριό κοντά στη Νικομήδεια, ένας Έλληνας γεωργός τον πρόδωσε σε μια ορδή Τούρκων που περνούσαν από εκεί και παρά λίγο θα πιανόταν αιχμάλωτος». [Βρυέννιος, Ν., ‘’Ύλη Ιστορίας’’, Εκδ. Meineke, Α., Bonn (1836), σ. 66-67.]

Στο έδαφος του παλιού σελτζουκικού κράτους, το οποίο παρέμεινε για ένα διάστημα κάτω από μογγολική κυριαρχία, προέκυψαν νέες δυναστείες, όπως εκείνη των Καραμάνων, οι οποίοι ήταν εγκαταστημένοι στην περιοχή της Σεβάστειας. Το 1261 ο Καραμάν μπέης, αρχηγός μιας φυλής, πήρε από τον Σελτζούκο σουλτάνο το αξίωμα του εμίρη. Στόχος των Καραμάνων ήταν να αποχτήσουν την ανεξαρτησία από το Ικόνιο και τους Μογγόλους αρχηγούς. Ένας ανεψιός του Καραμάν, ο Μεχμέτ μπέης, αποτόλμησε το 1277 την ανοιχτή επίθεση εναντίον των Μογγόλων και των Σελτζούκων. Κατά την επίθεσή του εναντίον του Ικονίου τον βοήθησαν και άλλα τουρκμενικά φύλα. Η σελτζουκική πρωτεύουσα καταλήφθηκε με μια πονηριά, ήδη όμως το 1278 αποκαταστάθηκε η παλιά τάξη ύστερα από μια αποφασιστική μάχη.

Εκτός από τους Καραμάνους ίδρυσαν και πολλοί άλλοι Τουρκμένοι μπέηδες μικρότερες ή μεγαλύτερες οικογενειακές δυναστείες, από τις οποίες ιστορική σημασία απέχτησαν μόνον εκείνες των Σαρουχάν, Αϊδίν, Μεντεσέ, Γερμιγιάν, Κασταμονής και Οσμανών ή οθωμανών. Την επιβίωσή τους εξασφάλιζαν κυρίως με ληστρικές επιδρομές σε γειτονικές περιοχές και κυρίως στις λίγες λωρίδες βυζαντινής επικράτειας που είχαν απομείνει στη Μ. Ασία.

Οι μπέηδες των συνόρων, που είχαν πάρει τον τίτλο του Γαζή (μαχητής της πίστης), λεηλατούσαν καταρχήν ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον τις βυζαντινές συνοριακές περιοχές. Στο τέλος συνασπίστηκαν οι σκληροί μαχητές της πίστης και αποτόλμησαν το πέρασμα των Δαρδανελλίων προς την Ευρώπη. Σύντομα διακρίθηκαν οι πιο επιτυχημένοι γαζήδες ανάμεσα τους, οι οθωμανοί. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί νικητές του Kozedag. Την εποχή αυτή άρχισαν οι Τούρκοι για πρώτη φορά τη συστηματική, προσπάθεια εξισλαμισμού και εκτουρκισμού του χριστιανικού πληθυσμού της Μ. Ασίας, ο οποίος —όπως είδαμε παραπάνω— έπεσε στα χέρια των Τούρκων εξαιτίας της βαριάς φορολογίας και της οικονομικής στενότητας, στην οποία τον οδήγησαν οι μεγαλογαιοκτήμονες του Βυζαντίου.

Οι Σελτζούκοι τον 11ο αι. άρχισαν την προέλαση τους στη Μ. Ασία, η χώρα είχε μείνει στο μεγαλύτερο μέρος της χριστιανική. Με την μάχη του Μαντζικέρτ και τη λεηλασία της Ιερουσαλήμ, το Ισλάμ, που το εκπροσωπούσαν τώρα οι Σελτζούκοι Τούρκοι, έγινε πραγματικός κίνδυνος για το Βυζάντιο και οδήγησε στις σταυροφορίες με όλες τους τις συνέπειες.

Τη συμμετοχή των Δυτικοευρωπαίων στις σταυροφορίες το Βυζάντιο την πλήρωσε πολύ ακριβά. Η εποχή των σταυροφοριών ήταν από πολιτική, οικονομική και πολιτιστική άποψη πολύ γόνιμη για την Ευρώπη, μοιραία, όμως, για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το 1204 κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη οι σταυροφόροι και ίδρυσαν τη λατινική αυτοκρατορία. Το μίσος του βυζαντινού πληθυσμού απέναντι στους Λατίνους κατακτητές ήταν τόσο μεγάλο, ώστε θεωρούσαν ως λιγότερο κακή εναλλακτική λύση την τουρκική κατοχή. Για τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ (1071-1078) αναφέρεται πως θα προτιμούσε να βλέπει «τους Τούρκους να κατέχουν και να διοικούν ρωμαϊκό έδαφος, παρά να πατάει το πόδι του σε κάποιο μέρος ο Φράγκος Oursel, για να εμποδίσει τις επιθέσεις των Τούρκων».

Επανειλημμένα συναντά κανείς στη βυζαντινή ιστορία ελληνο-σελτζουκικές συμμαχίες εναντίον κοινών εχθρών, όπως π.χ. η παρακάτω: Στην εποχή του Μιχαήλ Ζ’ ο τότε αρχηγός του βυζαντινού στρατού και μετέπειτα αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έκλεισε συμμαχία με τους Σελτζούκους εναντίον του αρχηγού των Νορμανδών. Ακόμη, όταν το 1243 έγιναν ημιαυτόνομοι υπό τους Μογγόλους, τότε συνασπίστηκαν η Νίκαια με το Ικόνιο κατά του κοινού εχθρού. Αναζητώντας αιτίες και λόγους για τον εξισλαμισμό της Μ. Ασίας, δεν θα πρέπει κανείς να υποτιμά τέτοιου είδους σχέσεις. Επαφές βέβαια υπήρχαν όχι μόνο σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο αλλά και στη λαϊκή βάση. Πολλοί Βυζαντινοί από τα ηγετικά στρώματα έδιναν το παράδειγμα στον απλό λαό κάνοντας γάμους για πολιτικούς κυρίως λόγους, π.χ. ανάμεσα σε βυζαντινές πριγκίπισσες και Σελτζούκους σουλτάνους ή διαδόχους του θρόνου, αναπτύσσοντας στενές φιλικές σχέσεις και δημιουργώντας στενούς δεσμούς. Οι προθέσεις αυτές βέβαια υπήρχαν τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά. Ο τρίτος Σελτζούκος σουλτάνος Μαλίκ Σαχ (1107-1116) επιδίωκε π.χ. μια στενή σχέση με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Αλέξιο Α’ Κομνηνό (1081-1118) και του ζήτησε για το λόγο αυτό το χέρι της κόρης του. Ο γάμος αυτός δεν έγινε, κατά τον Beck, όμως ο Αλέξιος Α’ δεν ήταν απόλυτα αντίθετος, αφού κατά τη διάρκεια της ζωής του η τουρκική φιλία του βγήκε πάντα σε καλό. Θα μπορούσε βέβαια να παραθέσει κανείς μια σειρά από παρόμοια παραδείγματα. Παρόμοια πολιτική γάμων ασκούσαν επίσης οι ηγέτες της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.

Πέρα απ’ αυτά συναντά κανείς διάφορες περιπτώσεις μεταστροφής προς το Ισλάμ ατόμων της αυτοκρατορικής οικογένειας, όπως επίσης επιφανείς Σελτζούκους που μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό. Ο σουλτάνος Kaikans Β’ (1246-1257) π.χ. σύμφωνα με το Νικηφόρο Γρηγορά, ήταν γιος χριστιανών γονέων. Θα πρέπει μάλιστα και κατά τη διάρκεια της βασιλείας του να ασκούσε κρυφά τη χριστιανική του πίστη. Και όταν κυνηγημένος από τους Μογγόλους παρέμεινε για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, τον είδαν συχνά σε ελληνικές εκκλησίες καθώς και μαζί με τον πατριάρχη Αρσένιο. Ο Παχυμέρης ερμηνεύει την επιστροφή του στη μουσουλμανική πίστη και το κρυφό του ταξίδι στο Ικόνιο ως αποτέλεσμα της προσέγγισης των Μογγόλων, εχθρών του σουλτάνου, από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’. Έγινε μάλιστα και ένας γάμος μιας νόθης κόρης του αυτοκράτορα με έναν πρίγκιπα των Μογγόλων, ο οποίος αργότερα μεταστράφηκε στο χριστιανισμό. Αλλά και ένας γιος του Kaikans, ο Μελίκ Κωνσταντίνος, προσήλθε στον Χριστιανισμό και υπηρέτησε στον βυζαντινό στρατό, όπως και πολλοί άλλοι «Τουρκόπουλοι», νομάδες Τουρκμένοι, που υπηρετούσαν στον βυζαντινό στρατό ως μισθοφόροι.

Αυτή η περίεργη σύνθεση εκπροσώπων του ισλαμικού και του ελληνορθόδοξου κόσμου συνέβαλε σημαντικά στο να αποχτήσει ο βυζαντινός πληθυσμός μια όχι και τόσο αρνητική εικόνα του Ισλάμ. Και η εικόνα των Τούρκων εξάλλου, που δίνει η Άννα Κομνηνή, δεν είναι και τόσο εχθρική, όπως είναι π.χ. στη Δύση. Το πράγμα αυτό είναι κατανοητό, αν πάρει κανείς υπόψη του το γεγονός ότι τα σελτζουκικά βοηθητικά στρατεύματα συνέβαλαν στις επιτυχίες του πατέρα της και κατ’ αυτόν τον τρόπο στην αύξηση της δύναμης της δυναστείας των Κομνηνών.

Σε όλα αυτά θα πρέπει να προστεθεί και η εξαιρετική ανεκτικότητα των Σελτζούκων σε θρησκευτικά ζητήματα, οι οποίοι δεν αναμιγνύονταν με κανέναν τρόπο στις θρησκευτικές υποθέσεις των χριστιανών υποδούλων τους. Η θετική στάση των Βυζαντινών απέναντι στο ισλάμ ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο από την εντελώς αντίθετη συμπεριφορά των (χριστιανών!) σταυροφόρων, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της πρώτης σταυροφορίας (1096-1099) πέρασαν από τη Μ. Ασία. Ο De Vries [De Vries, W., ‘’Der christliche Osten in Geschichte und Gegenwart’’, Wurzburg (1951), σ. 47.] μιλάει για: «σοβαρά λάθη τα οποία διέπραξαν οι σταυροφόροι στην αντιμετώπιση των ανατολικών χριστιανών. Οι Λατίνοι αφαίρεσαν με διάφορους τρόπους τα δικαιώματα και τα προνόμια των ανατολικών, κατάσχεσαν τις περιουσίες της εκκλησίας, μερικές φορές μάλιστα λεηλάτησαν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια τους». Οι ενέργειες αυτές οδήγησαν ασφαλώς πολλούς Έλληνες στην αμφισβήτηση των βασικών αρχών του χριστιανισμού.

Ένας ακόμη λόγος για την προσέγγιση του ισλάμ από το μικρασιατικό βυζαντινό πληθυσμό είναι ο δυτικός προσανατολισμός της αυτοκρατορίας από τους Κομνηνούς τον 11o και 12o αι.. Ο αγροτικός πληθυσμός της Μ. Ασίας αισθανόταν πως αγνοούνταν και πως είχε αφεθεί απροστάτευτος στις κατακτητικές επιθέσεις των Τούρκων. Ο στρατός ήταν εντελώς παραμελημένος, το αμυντικό σύστημα των ακριτών είχε καταρρεύσει και βοήθεια από την Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να περιμένει, γιατί η πρωτεύουσα ήταν απασχολημένη με τις εμφύλιες διενέξεις και τις ραδιουργίες γύρω από τη διαδοχή του θρόνου. Αλλά και οι ευγενείς της Μ. Ασίας ήταν δυσαρεστημένοι και παρατημένοι στην τύχη τους. Η επαφή τους με την Κωνσταντινούπολη εξακολουθούσε να υπάρχει μόνο με την μορφή της καταβολής φόρων και δασμών. Έτσι με τον καιρό δημιουργήθηκαν πολλά ανεξάρτητα πριγκιπάτα, τα οποία ξεσηκώνονταν εναντίον της κεντρικής εξουσίας του Βυζαντίου, όπως συνέβη π.χ. με την οικογένεια Γαβρά της Τραπεζούντας και Ταρωνίτη της επαρχίας Χαλδίας.

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *