Μεγάλος Κωνσταντίνος: Μια ιστορική μελέτη (Βιβλιοκριτική)

Έχει ειπωθεί ότι η απαρίθμηση όλων των βιβλίων και μελετών που έχουν γραφτεί για τον Μεγάλο Κωνσταντίνο αποτελεί ματαιοπονία: «μοιάζει σαν να θέλει να μετρήσει κανείς τ’ αστέρια στον ουρανό ή τις κόκκους της άμμου»[1].

Κωνσταντίνος Μποζίνης, Αν. Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Ορθοδόξου Πολιτισμού, Α.Π.Θ. – 14/06/2024 – ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Το επιστημονικό ενδιαφέρον για τον πρώτο Ρωμαίο χριστιανό αυτοκράτορα υπήρξε ανέκαθεν μεγάλο σε διεθνές επίπεδο και παραμένει πολύ ζωηρό έως τις μέρες μας. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει ακριβώς για την Ελλάδα. Η ελληνόγλωσση βιβλιογραφία είναι πενιχρή σε μονογραφίες ή άρθρα, ακόμη, σε επιστημονικά περιοδικά για τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Παρά το γεγονός ότι η μορφή του είναι δεμένη αναπόσπαστα με την ορθόδοξη παράδοση και τις ιστορικές μνήμες του λαού μας, ο Κωνσταντίνος αποσπασματικά μόνον έχει απασχολήσει την εγχώρια έρευνα στον έναν ή τον άλλο κλάδο της αρχαιογνωστικής επιστήμης.

Μπορεί μνεία του να γίνεται συχνά σε συζητήσεις μέσα και έξω από το πανεπιστήμιο, προκαλώντας ανταλλαγή απόψεων, διαξιφισμούς και αντιπαραθέσεις· μία προσέγγισή του, ωστόσο, με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια και συστηματικό τρόπο σπάνια επιχειρείται στον τόπο μας. Ενδεχομένως, η ολιγωρία αυτή να οφείλεται στην έντονη ιδεολογικοποίηση γύρω  από τα διάφορα ζητήματα που αφορούν τον ρόλο του Μεγάλου Κωνσταντίνου στην καθιέρωση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας του κράτους, για την οποία έχει χυθεί τόσο μελάνι· ίσως, πάλι, στην ταύτιση της βασιλείας του με το τέλος του ελληνορωμαïκού πολιτισμού και την είσοδο της ανθρωπότητας στον ‘ζόφο’ των μέσων αιώνων. Εάν λάβουμε υπόψη τα αρνητικά χαρακτηριστικά του καιροσκόπου και του ψυχρού πραγματιστή που του έχουν αποδοθεί από μεγάλο μέρος της διεθνούς ιστοριογραφίας τον 19ο και 20ό αιώνα, καταλαβαίνουμε την απροθυμία της ακαδημαïκής σκέψης στη χώρα μας να επιλύσει τον γρίφο ενός μακιαβελικού ηγέτη με το φωτοστέφανο του αγίου. Αναμφίβολα, πάντως, η διάθεση ο Κωνσταντίνος να ιδωθεί με μια φρέσκια ματιά, πέρα από τα στερεότυπα ερμηνευτικά σχήματα του παρελθόντος δεν λείπει στον ελλαδικό χώρο· αποτυπώνεται με λαγαρότητα σε μια σειρά από επιστημονικά κείμενα που αποτιμούν το έργο του με βάση τα συμφραζόμενα της εποχής στην οποία έζησε ή φέρνουν στην επιφάνεια τα σύνθετα προβλήματα που παρουσιάζει η πρόσληψή του. Αναφέρω ενδεικτικά τη σχολιασμένη μετάφραση του έργου του Ευσέβιου Καισαρείας Βίος Κωνσταντίνου που κυκλοφόρησε στη σειρά Βυζαντινοί Συγγραφείς το 2011 και την πρόσφατη έκδοση του συλλογικού τόμου Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η εποχή του από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης[2]. Από αυτήν την άποψη, το βιβλίο του Κώστα Καραστάθη Μεγάλος Κωνσταντίνος-Μια ιστορική μελέτη, το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά  τη δεκαετία του 2000 κι επανεκδίδεται σήμερα από τον εκδοτικό οίκο Ακρίτας, έχει μια βαρύνουσα σημασία. Παρά τον εκλαïκευτικό χαρακτήρα του και τη γλυκόπικρη γεύση που μας αφήνει συχνά με τις αναλύσεις του, που κινούνται ανάμεσα στην εμβρίθεια, από τη μία μεριά, και την απλοïκότητα, από την άλλη, συμπλέει με τα νεότερα ρεύματα της επιστήμης και αποτελεί τoν προπομπό των εκδόσεων στην ελληνική βιβλιογραφία που ανέφερα προηγουμένως.

Πλήθος παρεκκλήσια και ναοί είναι αφιερωμένοι στον Κωνσταντίνο και τη μητέρα του Ελένη ανά την Ελλάδα· η εικόνα του κοσμεί τους λατρευτικούς χώρους, την οποία σκύβουν και προσκυνούν με σεβασμό οι πιστοί, ενώ η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα την 21η Μαΐου. Η ονοματοδοσία, επίσης, κι έθιμα με βαθειές ρίζες στον τόπο μας, όπως τα αναστενάρια και τα κωνσταντινάτα, μαρτυρούν πόσο η μορφή του είναι δεμένη με τη ζωή του ελληνικού λαού και την καθημερινότητά του. Ο άγιος, ωστόσο, της θρησκευτικής μας παράδοσης αντιμετωπίζεται σήμερα με καχυποψία και κάθε λεπτομέρεια του βίου του, που διασώζουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της επιστήμης. Αν δεχθούμε τις πιο ακραίες απόψεις που έχουν διατυπωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με το πρόσωπό του, τότε δεν έχει ουσιαστικά κανέναν δεσμό με τον χριστιανισμό. Τον χρησιμοποιεί απλά ως μέσο για την ικανοποίηση των πολιτικών του φιλοδοξιών, υπολογίζοντας ψυχρά το όφελος που του αποφέρει η σύμπλευση μαζί του[3].

Σύμφωνα με την  πιο μετριοπαθή άποψη που υποστηρίζεται στην έρευνα, πάλι, η μεταστροφή του Κωνσταντίνου στον χριστιανισμό αποτελεί μία μακροχρόνια διαδικασία, η οποία έχει μεν ως σημείο αφετηρίας την αποκάλυψη που δέχεται από τον Θεό πριν από την μάχη στη Μιλβία γέφυρα το 312 μ.Χ., το περίφημο όραμα του ἐν τούτῳ νίκα,  αλλά ολοκληρώνεται πολύ αργότερα – εάν ολοκληρώνεται ποτέ και δεν μένει μετέωρη έως και τον θάνατό του. Σε αυτήν την εκδοχή ο Κωνσταντίνος μπερδεύει τον Ιησού-Χριστό με τον Θεό-Ήλιο (Sol), θεωρώντας τον πρώτο ως μία υποστασιοποίηση του δεύτερου στο γίγνεσθαι της ιστορίας[4].  Αισθάνεται, βέβαια, μία έντονη έλξη προς τον θεό της Εκκλησίας, η πίστη, όμως, δεν έχει στερεωθεί μέσα του με αποτέλεσμα να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον έναν ή τον άλλον θεό και τη μία ή την άλλη θρησκεία. Μόλις κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κέρδισε σημαντικό έδαφος η αντίληψη περί της ειλικρινούς μεταστροφής του Κωνσταντίνου στον χριστιανισμό, ήδη από τον καιρό της Τετραρχίας, η οποία δικαιώνει σε μεγάλο βαθμό την παραδοσιακή εικόνα του πιστού βασιλιά που κατατροπώνει με τη δύναμη του σταυρού τους εχθρούς του.

Από την γέννηση έως τη ανάληψη του Imperium

Σε αρκετές μελέτες έγκριτων ιστορικών της αλλοδαπής –π.χ. του Pierre Maraval, Constantin le Grand. Empereur romain, empereur chrétien (306-337), ή του Klaus Girardet, «Die Konstantinische Wende und ihre Bedeutung für das Reich: Althistorische Überlegungen zu den geistigen Grundlagen der Religionspolitik Konstantins d. Gr.»[5]– συναντάμε την αντίληψη αυτή της ειλικρινούς μεταστροφής του στον χριστιανισμό, την οποία ασπάζεται και ο Κώστας Καραστάθης. Η όλη κατεύθυνση, βέβαια, της μελέτης του Έλληνα ερευνητή είναι απολογητική, όπως φαίνεται και από τον υπότιτλο που της δίνει: Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος… Κατηγορίες και αλήθειες.

Με ιδιαίτερο ζήλο ο Καραστάθης αναλαμβάνει την υπεράσπιση του πρώτου Ρωμαίου χριστιανού αυτοκράτορα, ο οποίος κάθεται στο εδώλιο, αντιμέτωπος με ένα βαρύτατο κατηγορητήριο για τις πράξεις του και τις επιλογές της θρησκευτικής του πολιτικής, στο δικαστήριο της σύγχρονης ακαδημαïκής έρευνας. Στη συνέχεια της βιβλιοκρισίας θα σταθούμε πιο αναλυτικά στις κατηγορίες που απευθύνονται ενάντια στον Μέγα Κωνσταντίνο και τον τρόπο με τον οποίο αποκρούονται από τον Καραστάθη. Προηγουμένως, όμως, θα ήθελα να αναφερθώ στις λογοτεχνικές αρετές του βιβλίου του, οι οποίες δεν θα πρέπει, εστιάζοντας αποκλειστικά στο ιστορικό του περιεχόμενο, να διαφύγουν της προσοχής μας.

Ο Καραστάθης είναι ένας έμπειρος και χαρισματικός τεχνίτης του λόγου. Το γράψιμό του είναι στρωτό και κερδίζει με τη γλαφυρότητα και το ανεπιτήδευτο ύφος του από τις πρώτες ήδη σελίδες τον αναγνώστη· αξιοποιεί, επίσης, με ευφυή τρόπο το πλούσιο υλικό το οποίο μας προσφέρουν οι ιστορικές πηγές, εντάσσοντάς το στα πλαίσια μιας ενιαίας αφήγησης. Η ζωή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, στην οποία είναι αφιερωμένη το πρώτο μέρος του βιβλίου, ξεδιπλώνεται σαν μυθιστόρημα μπροστά στα μάτια μας: το πώς γεννιέται στη Ναïσσό –την Niš της σημερινής Σερβίας– ως καρπός ενός κεραυνοβόλου έρωτα ανάμεσα στους γονείς του, τον Ρωμαίο αξιωματικό Κωνστάντιο Χλωρό και την Ελένη (σ. 13)· πώς βιώσε παιδί το δράμα του χωρισμού τους, όταν ο Κωνστάντιος προχώρησε σ’ έναν γάμο συμφέροντος με τη Θεοδώρα, συγγενή του αυγούστου του δυτικού τμήματος της Ρωμαïκής αυτοκρατορίας Μαξιμιανού, εγκαταλείποντας την Ελένη (σ. 15)· πώς μεγάλωσε στα ανάκτορα της Νικομήδειας κάτω από την επίβλεψη του Διοκλητιανού, όμηρος ουσιαστικά του ισχυρού ανδρός της Τετραρχίας, λόγω των προσωπικών αντιπαραθέσεων που ξεσπούν στους κόλπους της και απειλούν την συνοχή της (σσ. 16 εξ.)· πώς διακρίθηκε νεαρός στο πεδίο της μάχης, αναδεικνύοντας κατά την εκστρατεία του Γαλέριου εναντίον των Περσών, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τη γενναιότητα του χαρακτήρα του και τη στρατιωτική του ιδιοφυΐα (σσ. 18-19)· πώς κινδύνεψε να πέσει θύμα των μηχανοραφιών των επιτρόπων του, που τον υπέβλεπαν και τον φθονούσαν, και δραπέτευσε, έπειτα, από το παλάτι της Νικομήδειας για να συναντήσει στο Gesoriacum της Γαλατίας ή, κατ’ άλλους, στο Eboracum της Βρετανίας τον πατέρα του Κωνστάντιο –αύγουστο πλέον του δυτικού Imperium romanum στη θέση του Μαξιμιανού– και να ταχθεί κάτω από τις διαταγές του (σσ. 24 εξ.)· πώς τον διαδέχθηκε μετά τον θάνατό του το 306 μ.Χ. και διεξήγαγε νικηφόρους πολέμους ενάντια στους Αλαμανούς, τους Φράγκους και άλλα βαρβαρικά φύλα που αναστάτωναν την Εσπερία με τις επιδρομές τους, περνώντας στο σβέρκο τους τον ρωμαïκό ζυγό (28 εξ.)· πώς διέσχισε, κατόπιν, με τις λεγεώνες του τις Άλπεις και κατατρόπωσε στη Μιλβία γέφυρα τον στρατό του ανταπαιτητή του θρόνου Μαξέντιου, για να εισέλθει θριαμβευτής το 312 στη Ρώμη και να ανακηρυχτεί Augustus maximus από τη σύγκλητο και τον λαό της (σσ. 49 εξ.)· τέλος, πώς μοιράστηκε τα επόμενα χρόνια την εξουσία με τον Λικίνιο, έχοντας ο ίδιος την ευθύνη της διακυβέρνησης του pars occidentalis της Αυτοκρατορίας, έως ότου έλθει σε σύγκρουση μαζί του και με τη νίκη επί των στρατευμάτων του στη Χρυσούπολη της Βιθυνίας, θέσει κάτω από το σκήπτρο του ολόκληρη τη ρωμαïκή επικράτεια (σσ. 62 εξ.). Με την αφήγηση του ενός ή του άλλου επεισοδίου της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου, από τη γέννησή του έως την αναρρίχησή του στον θρόνο του Imperium στα 324 μ.Χ. και την περιβολή του ως μονοκράτορας με τη βασιλική πορφύρα, ο Καραστάθης αναβιώνει με πιστότητα το κλίμα της εποχής στην οποία έζησε και μας επιτρέπει να ρίξουμε μια διεισδυτική ματιά στο περιβάλλον το οποίο τον γαλούχησε και συνέβαλε στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του[6].

Η θρησκευτική του πολιτική

Περισσότερο, βέβαια, από τους πολεμικούς άθλους του Κωνσταντίνου, τη διπλωματία που αναπτύσσει απέναντι στα υπόλοιπα μέλη του τετραρχικού συστήματος και τις ίντριγκες στις οποίες αναπόφευκτα εμπλέκεται λόγω του ανταγωνισμού μαζί τους (βλ., ιδίως, σσ. 36-47 και 62 εξ.), ο Καραστάθης ενδιαφέρεται για τη σχέση του με τον χριστιανισμό, το πιο επίμαχο θέμα στην έρευνα που προκαλεί ατέρμονες συζητήσεις ανάμεσα στους ειδικούς – ιστορικούς, θεολόγους, φιλόλογους, και βυζαντινολόγους. Αρχής γενομένης από τον Eduard Gibbon και το περιβόητο έργο του The Decline and Fall of the Roman Empire, έχει διαμορφωθεί στους ακαδημαïκούς κύκλους του εξωτερικού μία ιδιαίτερα αρνητική εικόνα για τον Κωνσταντίνο, όπως ανέφερα προηγουμένως, την οποία ο συγγραφέας μας προσπαθεί να ανασκευάσει.

Όταν φθάνει, λοιπόν, στα γεγονότα του 324, διακόπτει την αφήγησή του και ανατρέχει στις διάφορες κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί στη βιβλιογραφία εναντίον του, ζυγίζοντας με βάση τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι γραμματειακές πηγές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, χριστιανικές και εθνικές, από τον Λακτάντιο, τον Ευσέβιο Καισαρείας και τον Ζώσιμο έως τον Νικηφόρο Κάλλιστο και τον Κεδρηνό, το βάρος και την ιστορική ακρίβειά τους. Καταπιάνεται, κατ’αρχήν, με την ιστορικότητα του οράματος του Κωνσταντίνου ἐν τούτῳ νίκα, η οποία έχει αμφισβητηθεί στην έρευνα από τον 19ο αιώνα (σσ. 81-92). Δεν θα ήθελα να επιμείνω ιδιαίτερα, εφόσον το ζήτημα έχει χάσει την επικαιρότητά του κι ελάχιστα απασχολεί πλέον τους ειδικούς επιστήμονες, οι οποίοι δέχονται στην πλεινότητά τους ότι, όσο και εάν έχει συνυφανθεί με θρύλους και αναχθεί στη σφαίρα της θρησκευτικής φαντασίας[7], το όραμα το οποίο, σύμφωνα με τον Λακτάντιο και τον Ευσέβιο, βλέπει ο Κωνσταντίνος πριν από τη μάχη με τον Μαξέντιο στη Μιλβία γέφυρα[8] ανταποκρίνεται στα γεγονότα, εφόσον από το χρονικό αυτό σημείο κι εξής ακολουθεί μία συνεπή πολιτική υπέρ της χριστιανικής θρησκείας. Λίγους μόλις μήνες μετά τη θριαμβευτική είσοδό του στη Ρώμη ταξιδεύει στα Μεδιόλανα κι εκδίδει το διάταγμα της ανεξιθρησκίας με το οποίο οι διωγμοί παίρνουν οριστικό τέλος (313).

Λαμβάνει, επίσης, μία σειρά ευνοïκών μέτρων υπέρ της Εκκλησίας, όπως τη χρηματοδότησή της από το δημόσιο ταμείο και την απαλλαγή του κλήρου της από τη φορολογία, ενώ εγκαινιάζει ένα οικοδομικό πρόγραμμα με την ανέγερση μαρτυρίων η ναών στην αιώνια πόλη, το οποίο θα επεκτείνει στη συνέχεια και στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας. Κατά συνέπεια, η μάχη στη Μιλβία γέφυρα τον Οκτώβρη του 312 αποτελεί πράγματι τομή στην πορεία του Κωνσταντίνου: τότε πραγματοποιείται μία αλλαγή στον θρησκευτικό του προσανατολισμό[9], την οποία δεν προμηνύει η θητεία του ως καίσαρας της Γαλατίας, της Βρετανίας και της Ισπανίας τα προηγούμενα χρόνια. Όμοια με τον Παύλο, ο αυτοκράτορας μεταστρέφεται αιφνιδιαστικά στην πίστη του Ιησού-Χριστού – αν και ο δικός του δρόμος προς τη Δαμασκό δεν μοιάζει με του αποστόλου: περνάει μέσα από το πεδίο της μάχης, τις σωρούς των νεκρών στρατιωτών και τις δολοπλοκίες στους διαδρόμους των βασιλικών ανακτόρων. Μεγαλύτερη σημασία έχει να δούμε τη δεύτερη εναντίον του κατηγορία, που εξετάζει στο βιβλίο του ο Καραστάθης, εάν η μεταστροφή αυτή είναι ειλικρινής ή υπαγορεύεται από ιδιοτελή κίνητρα κι εξυπηρετεί σκοπιμότητες (σσ. 93-108). Πρόκειται για μία κατηγορία σοβαρή, γιατί ο Κωνσταντίνος το επόμενο διάστημα, μέχρι τη σύγκρουσή του με τον Λικίνιο το 324 μ.Χ., μοιάζει να πατάει στη θρησκευτική του πολιτική ‘σε δύο βάρκες’: τον χριστιανισμό και την ηλιολατρεία. Ας μου επιτραπεί να εκθέσω κάπως λεπτομερέστερα τα ιστορικά δεδομένα, προκειμένου να σχηματί-σουμε μία, όσο το δυνατόν, πληρέστερη εικόνα για το σύνθετο αυτό ζήτημα που απασχολεί την έρευνα και τον τρόπο που τοποθετείται ο Καραστάθης απέναντί του.

Αναμφίβολα η θρησκευτική πολιτική του Κων­στα­ντί­νου, καθόλο το διάστημα της συγκυβέρνησής του με τον Λικίνιο, χαρακτηρίζεται από μία ‘δημιουργική ασάφεια’[10]. Στη θριαμβική αψίδα που ανεγέρθη το 315 για τον αποθανατισμό της νίκης του επί του Μαξεντίου ανα­γράφεται με μνημειώδεις χαρακτήρες ότι ο «ευσεβής και μακάριος αύ­γου­στος», Φλάβιος Κωνσταντίνος ο Μέγας, εκδικήθηκε με τα όπλα τον τύ­ραννο και τους ακολούθους του για χάρη της πολιτείας, «πα­ρα­κι­νη­μέ­νος από τη θεότητα και τη μεγαλωσύνη της ψυχής του» – στα λατινικά instictu di­vi­nitatis mentis magnitudine. Η αφηρημένη διατύπωση di­vi­ni­tas σε ένα δημόσιο μνημείο, αφιερωμένο στον αυτοκράτορα από τη σύ­γκλητο και τον λαό της Ρώμης, δικαίωνε σε μεγάλο βαθμό τις φήμες που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους χριστιανούς και αντανακλώνται στην ιστοριογραφία της εποχής ότι, πριν από την αναμέτρησή του με τον Μα­ξέντιο, ο Κωνσταντίνος είχε δεχθεί την αποκάλυψη του Ιησού-Χρι­στού, ο οποίος τον διέταξε να χαράξει το σταυρόγραμμα ή το Χι-Ρο στις α­σπίδες των στρατιωτών του. Με τη βοήθεια του θεïκού συμβόλου έτρψε σε φυγή τις λεγεώνες του αντιπάλου του στο πεδίο της μάχης. Ο ανά­γλυ­φος, ωστόσο, διάκοσμος της αψίδας, που αναπαριστά τον Θεό-Ήλιο να ανεβαίνει με το άρμα του στον ουρανό και σκηνές θυσίας στον Απόλ­λω­να και τον Ηρακλή, μετέδιδε έναν διαφορετικό μήνυμα στον πε­ρα­στι­κό που περιεργαζόταν το μνημείο ή περνούσε κάτω από τις καμάρες του στο κέντρο της αιώνιας πόλης. Επιπλέον, παρά την ανάμειξή του στα εσωτερικά της Εκκλησίας με αφορ­μή τη δονατιστική έριδα, καθώς και τα ευεργετικά μέτρα που λαμ­βά­νει υπέρ της, ο Κωνσταντίνος διατηρεί στην νομισματοκοπία του τα χα­ρα­κτη­ριστικά ενός εθνικού ηγέτη.

Ο συνηθέστερος τύπος νομίσματος που κό­βεται με την προτομή του στα εργαστήρια του κράτους είναι ο SOLI INVICTO COMITI, όπου εικονίζεται να στεφανώνεται από τον Θεό-Ήλιο νικητής ή να παραλαμβάνει από αυτόν την εξουσία στην υδρόγειο σφαί­ρα. Χρυσά, επίσης, νομίσματα που κυκλοφορούν από το νομισματο­κο­πείο του Ticinum το 313, έναν χρόνο μετά τη νίκη του επί του Μα­ξε­ντίου, τον αναπαριστούν με στρατιωτική περιβολή και δόρυ στο χέρι να βα­δίζει στη μάχη με τον «Ανίκητο Ήλιο» στο πλευρό του. Σε επιγραφές, πά­λι, νομίσματα κι επίσημα έγγραφα φέρει τον τίτλο INVICTUS που ανή­κει παραδοσιακά στον Ήλιο. Είναι σαφής η πρόθεση του Κων­στα­ντί­νου να συνδέσει τη βασιλεία του με έναν θεό αποδεκτό από τους υπη­κό­ους του που έμεναν πιστοί στην παλαιά θρησκεία. Δικαιολογημένα, λοι­πόν, θα τον κατηγορούσε κανείς για απόκλιση στον παγανισμό και διπλο­προ­σωπία. Ωστόσο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η φυσιογνωμία του Ήλιου που επιλέγει για θείο προστάτη είναι ρευστή και συγκεχυμένη. Περισσότερο από ένας θεός που εγείρει αισθήματα δέους και σεβασμού στην ανθρώπινη ψυχή, ο Sol In­victus είναι ένα σύμβολο στην προπαγάνδα της αυλής για την αι­ω­νι­ό­τη­τα του αυτοκράτορα (aeternitas Augusti), την ακαταμάχητη στρατιω­τι­κή ρώμη του (invictus imperator) και τον χρυσούν αιώνα που ανατέλλει στην ανθρωπότητα με την άνοδό του στον θρόνο (saeculum aureum ή fe­li­citas temporum). Η θρησκευτική σημασία του είναι μικρή κι έγκειται, πα­ρόμοια, στο επίπεδο των συμβόλων. Kορυφαίος αστέρας του ουρανού και πηγή ζωής για τον άνθρωπο και όλους τους έμβιους οργανισμούς στην πλάση, ο Ήλιος θεωρείται μία εικόνα ή προβολή του Ύψιστου Θεού στο ορατό σύμπαν· η παντοκρατορία του ανάμεσα στα αισθητά απο­τυ­πώ­νει με ακρίβεια, σύμφωνα με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις της εποχής, την ιεραρχική δομή του νοητού κόσμου.

Δύσκολα, εξάλ­λου, μπορεί να εκλάβει τον Ήλιο κανείς σαν μία θεότητα με αποκρυσταλλωμένα χαρακτηριστικά ή αυ­το­δύ­να­μη παρουσία. Κείμενα της ύστερης αρχαιότητας, όπως η συλλογή των Ορ­φικών Ύμνων από τον 3ο αιώνα μ.Χ., οι Μαγικοί Πάπυροι και επι­γρα­φι­κό υλικό που σώζεται από την ίδια περίοδο, καταδεικνύουν την έντονα συ­γκρητιστική φύση του, καθώς συγχωνεύει στη μορφή του θεούς από διά­φορες θρησκευτικές παραδόσεις: τον Δία και τον Απόλλωνα από τον ελ­ληνικό Όλυμπο, τον Σάραπι από την Αίγυπτο των Πτολεμαίων, τον συ­ριακό θεό Ελαγάβαλο ή τον Πέρση Μίθρα. Από τους θεούς που ταυ­τί­ζονταν μαζί του δεν εξαιρείται και ο Ιησούς-Χριστός. Η τέλεση της λα­τρείας του την Κυριακή, την dies Solis σύμφωνα με το ρωμαïκό ημε­ρο­λό­γιο, και ο προσανατολισμός των πιστών του προς την Ανατολή, κατά τη διάρ­κεια της προσευχής τους, είχαν ως αποτέλεσμα, όπως μας πλη­ρο­φο­ρεί ο Τερτυλλιανός, να συγχέεται από τους εθνικούς με τον «Ανίκητο Ήλιο»[11]. Οι ποιητικές, τέλος, εικόνες με τις οποίες υμνείται το μεγαλείο του στην Αγία Γραφή –«ήλιος της δικαιοσύνης» (Μαλ 3, 2), «φως του κό­σμου» (Ιω 8, 12) ή «φως που ανατέλλει από ψηλά και φωτίζει αυτούς που ζουν στο σκοτάδι» (Λκ 2, 78-79)– τόνιζαν έτι πλέον τη συνάφειά του με τον θεό που βλέπουμε στην νομισματοκοπία του Κωνσταντίνου να στέ­φει τον αυτοκράτορα νικητή ή να του παραδίδει τα σκήπτρα της βα­σι­λεί­ας του orbis terrarum. Η επίδειξη, συνεπώς, στα νομίσματα της εύνοιας που απολαμβάνει ο Κωνσταντίνος από τον Θεό-Ήλιο δεν σημαίνει αναγκαστικά την υπα­να­χώ­ρησή του προς την ειδωλολατρία. Εμπίπτει στο ίδιο πλαίσιο της ‘δημι­ουρ­γικής ασάφειας’ που διέπει την πολιτική του στα θρησκευτικά ζη­τή­μα­τα, όταν μοιράζεται ακόμα με τον Λικίνιο τον ρωμαïκό θρόνο.

Κάλλιστα ο Sol θα μπορούσε να ερμηνευτεί από τους χριστιανούς ως μία συ­γκα­λυμ­μέ­νη αναφορά στον Κύριον της Εκκλησίας, που εμπνέει τον αυτοκράτορα και του χαρίζει τη νίκη στον πόλεμο, όπως από τους εθνικούς ως έν­δειξη της αφοσίωσής του στον Μίθρα, τον Απόλλωνα ή κάποιον άλλον από τους θεούς του ειδωλολατρικού πάνθεου. Λόγω της ρευστής φύσης του, ο Ή­λιος προσέφερε στον οπαδό της κάθε θρησκείας τη δυνατότητα να τον ταυ­τίσει με τον θεό που επιθυμούσε· ταυτόχρονα, ανύψωνε το πνεύμα του προς την ανώτατη θεία αρχή, απείκασμα της οποίας αποτελούσε στον αισθητό κόσμο. Ιδίως για τα καλλιεργημένα στρώματα με φι­λο­σο­φι­κή παιδεία, η αναγωγή αυτή από τον αισθητό στον νοητό ήλιο ήταν προ­φανής κι επιβεβλημένη. Με άλλα λόγια, ο «Ανίκητος Ήλιος» είναι το α­κριβές αντίστοιχο του Υψίστου Θεού (summus deus), την παρουσία του οποίου εντο­πί­ζουμε στα διάφορα –φιλολογικά ή αρχιτεκτονικά– μνημεία που άφησε πί­σω της η εποχή του Κωνσταντίνου: το διάταγμα ανεξιθρησκίας των Με­δι­ολάνων, τον πανηγυρικό του 313 στους Τρεβήρους της Γαλατίας και την αψίδα θριάμβου προς ανάμνησιν της νίκης στη Μιλβία Γέφυρα, για να περιοριστώ μόνον στα πιο γνωστά και πολυσυζητημένα[12]. Ένα προς ένα μας οδηγούν στo ίδιο ομιχλώδες τοπίο του θρη­σκευ­τι­κού συγκρητισμού και των ενοθεïστικών αναζητήσεων της φιλοσοφίας, μέ­σα από το οποίο ο χριστιανισμός αναδύεται για πρώτη φορά ως religio li­cita, σπάζοντας τον κλοιό της κοινωνικής απομόνωσης στον οποίο βρί­σκο­νταν ως τις αρχές του 4ου αιώνα.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω δεδομένα, με βάση τα οποία διεξάγεται η ακαδημαïκή συζήτηση σε διεθνές επίπεδο στις μέρες μας, μπορούμε να αποτιμήσουμε πιο υπεύθυνα την αξία του βιβλίου του Κώστα Καραστάθη. Πώς λύνει τον γρίφο της θρησκευτικής ταυτότητας του Μεγάλου Κωνσταντίνου ο συγγραφέας μας; Αναγνωρίζει, κατ’ αρχήν, το ζήτημα που τίθεται με τη νομισματοκοπία του, σημειώνοντας πως «[ο]ρισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο Κωνσταντίνος μέχρι το 321 μ.Χ. ήταν πιστός στο Δωδεκάθεο, επειδή μέχρι τότε κυκλοφορούσαν νομίσματα, που είχαν ως έμβλημα την εικόνα του Άρη, του Ηρακλή, του Απόλλωνα και του Μίθρα, και μετά το 321 μ.Χ. άρχισαν να τυπώνονται στα ρωμαïκά νομίσματα χριστιανικά σύμβολα» (σ. 105). Αναφέρεται στη συνέχεια στα νεότερα ευρήματα τα οποία έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη· μας πληροφορεί, συγκεκριμένα, ότι «σήμερα έχουν βρεθεί νομίσματα του 317 και 318 μ.Χ. με την εικόνα του Μ. Κωνσταντίνου στη μία όψη, και στο σύμπλεγμα των εικόνων της άλλης πλευράς να εμφανίζεται ο σταυρός και μάλιστα ισόπλευρος» (σ. 106). Κατά τη γνώμη του, λοιπόν, η έμφαση που δίδεται από πολλούς ερευνητές στον ειδωλολατρικό χαρακτήρα της νομισματοκοπίας του Κωνσταντίνου είναι υπερβολική και δημιουργεί –εσκεμμένα ή μη– παρανοήσεις. Προσθέτει παρακάτω πως «αν ο Κωνσταντίνος καθυστέρησε πέντε χρόνια να εμφανίσει στα νομίσματα τα χριστιανικά σύμβολα[13] δεν έχει καμιά σχέση με τη θεμελιωμένη χριστιανική πίστη του. Απλώς, η σύνεση και η οξυδέρκειά του τού υπαγόρευσαν την τακτική της αποφυγής προκλήσεων προς τους παγανιστές στρατιώτες του, που ήταν αναμφισβήτητα περισσότεροι από τους χριστιανούς. Το αποτέλεσμα της συνετής αυτής τακτικής», καταλήγει στον συλλογισμό του, «τον δικαίωσε» (ό.π.). Αν και, βέβαια, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Καραστάθης λύνει οριστικά τον γρίφο που πονοκεφαλιάζει εδώ και δεκαετίες την έρευνα, οι παρατηρήσεις του είναι ενδιαφέρουσες, τεκμηριωμένες στη βιβλιογραφία και τις πηγές, και ουσιαστικές προκειμένου να προσεγγίσουμε με νηφαλιότητα την ιστορική αλήθεια.

Ο συγγραφέας μας δεν αρνείται ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν ένας πολιτικός, ο οποίος εκ των πραγμάτων, λόγω της θεσμικής θέσης του στο οικοδόμημα του Imperium romanum, έπρεπε να λογαριάσει την κοινή γνώμη, να τη διαχειριστεί επικοινωνιακά και να προβεί σε υποχωρήσεις απέναντί της. Κάνοντας μνεία της «συνετής τακτικής» του Κωνσταντίνου και «της αποφυγής προκλήσεων» από μέρους του, παραδέχεται τους ελιγμούς στους οποίους προέβη για να εξασφαλίσει την εύνοια των ειδωλολατρών υπηκόων του, αντιμετωπίζοντας με οξύνοια και ρεαλισμό την κατηγορία εναντίον του για πολιτικαντισμό και διπλοπροσωπία[14]. Με την ίδια οξύνοια και αίσθηση ρεαλισμού αποκρούει στη συνέχεια του βιβλίου του και τις άλλες μομφές που προσάπτονται στον Μεγάλο Κωνσταντίνο: την αμφιταλάντευσή του ανάμεσα στην ορθοδοξία και τον αρειανισμό (σσ. 233-247), τη βάπτισή του στο νεκροκρέββατο από τον Ευσέβιο Νικομηδείας (σσ. 253-270), την κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος για λόγους προσωπικής προβολής (σσ. 223-232), τη λεηλασία και καταστροφή ειδωλολατρικών ναών (σσ. 213-222) και τόσες άλλες.

Οπωσδήποτε, η αγάπη του Καραστάθη για τον Κωνσταντίνο βαραίνει καθοριστικά στην κρίση του: πολλές φορές δέχεται αβασάνιστα τις πληροφορίες που μας παρέχουν γι’ αυτόν οι εκκλησιαστικοί  συγγραφείς, αγνοεί ή χρησιμοποιεί επιλεκτικά τη βιβλιογραφία και καταλήγει σε βιαστικά συμπεράσματα, που  θα ήθελαν περισσότερο ‘κόσκινο’, με αποτέλεσμα η  ιστορική μελέτη του  να δίνει την εντύπωση μιας δοξολογίας για τον άγιο και ισαπόστολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Επ’ ουδενί λόγω, όμως, οι απόψεις που εκφράζει δεν είναι αυθαίρετες· προκύπτουν από την εξέταση του πηγαίου υλικού και αποτελούν στον σύνολό τους έναν αντίλογο σε παγιωμένες αντιλήψεις της έρευνας επωφελή για  αναγνώστη· τον προκαλούν να σκεφτεί και του δίνουν το ερέθισμα για έναν γόνιμο αναστοχασμό πάνω στην προσωπικότητα και το έργο του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Εξάλλου, ποιος από εμάς τους πανεπιστημιακούς, που πραγματευόμαστε –υποτίθεται– τα θέματα τα οποία εμπίπτουν στο γνωστικό μας αντικείμενο με ψυχρή λογική, μένοντας πιστοί στην επιστημονική μεθοδολογία,  μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι απόλυτα αντικειμενικός και αμερόληπτος; Διάφοροι παράγοντες μας υποχρεώνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, να παρεκκλίνουμε, από τον κανόνα του ορθού λόγου. Ας μη γινόμαστε, λοιπόν, αυστηροί κριτές των άλλων. Ὁ ἀναμάρτητος, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω!  Συγχαίρω τον εκδοτικό οίκο Ακρίτας για την πρωτοβουλία του να ξαναφέρει  στις προθήκες των βιβλιοπωλείων το σημαντικό βιβλίο του Καραστάθη, το οποίο αποτελεί ένα χρήσιμο συμπλήρωμα στην καθεαυτό επιστημονική βιβλιογραφία για τον Κωνσταντίνο, κι εύχομαι να είναι καλοτάξιδο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στον προβληματισμό του Νεοέλληνα για τις ιστορικές του καταβολές και την εθνική ταυτότητά του.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Υποσημειώσεις:

[1] N. Lenski, «Introduction», στο The Cambridge Companion to the Age of Constantine, επιμ. του ιδίου, Καίμπριτα 2006.

[2] Βλ. αντίστοιχα Ευσέβιου Καισαρείας, Βίος Κωνσταντίνου, εισ.-σχόλ.  Β. Κατσαρός και μτφ. Γ. Ράπτης, Βυζαντινοί συγγραφείς 16, Θεσσαλονίκη 2011 και Κ.Π. Χρήστου-Π. Κατσώνη-Κ.Α. Μποζίνης (επιμ.), Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η εποχή του (1700 χρόνια από το διάταγμα των Μεδιολάνων), Θεσσαλονίκη 2022· επίσης, τη μετάφραση από τα γαλλικά της μελέτης του P. Veyne, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός (312-394 μ.Χ.), μτφ. Γ. Καράμπελας, Αθήνα 2013.

[3] Η μακιαβελική αυτή εικόνα του Κωνσταντίνου προέρχεται από την πένα του Jakob Burckhardt και των άλλων θετικιστών ιστορικών του 19ου και α΄ μισού του 20ού αι. Η επικαιροποίησή της από τον J. Bleicken, Constantin der Große und die Christen, Μόναχο 1992, passim.

[4] Βλ. χαρακτηριστικά J. Martin, Spätantike und Völkerwanderung, Oldenburg Grundriss der Geschichte 4, Μόναχο 1995, 13: «Εher ist anzunehmen, daß der Kaiser den Christengott als eine Konkretisierung des Sol verstanden hat, mit dem ja in dieser Zeit viele Gottheiten gegliechen werden konnten». Από την παλαιότερη βιβλιογραφία: A. Piganiol, L’empereur Constantin, Παρίσι 1932, 226.

[5] Η πρώτη δημοσιεύεται στο Παρίσι το 2011 και η δεύτερη στο Gütersloh της Γερμανίας το 1998, στον συλλογικό τόμο Die Konstantinische Wende που επιμελήθηκε επιστημονικά ο E. Mühlenberg.

[6] Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την αφήγηση του Καραστάθη με του Βρετανού ιστορικού A.M. Jones, ο οποίος στη μελέτη του Ο Κωνσταντίνος και ο εκχριστιανισμός της Ευρώπης (μτφ. Α. Κοτζιάς, Αθήνα 19833), ξετυλίγει, παρόμοια, το νήμα της ζωής του χριστιανού αυτοκράτορα, που άλλαξε τον ρου της ιστορίας. Ο Jones δεν επιδεικνύει καμία τάση εξωραïσμού της μορφής του Κωνσταντίνου· είναι αναλυτικότερος στην περιγραφή των γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του και μας προσφέρει μια πιο σφαιρική εικόνα της πολιτικής διαδρομής του. Υστερεί, όμως, σε σχέση με τον Καραστάθη στην αναπαραστατική δύναμη της αφήγησης και τη γλαφυρότητα του ύφους.

[7] Ως μία σπάνια μορφή του φυσικού φαινομένου άλως το εξηγεί ο Jones μαζί με πολλούς άλλους ερευνητές (ό.π., σ. 93).

[8] Λακτάντιος, De mortibus persecutorum XLIV, 4-9 και Ευσέβιος Καισαρείας, Βίος Κων­στα­ντί­νου I, 28-32. Πρβλ. του ιδίου, Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία IX, 9, 2-8

[9] Το «ποιοτικό άλμα» του προς τον χριστιανισμό, όπως το χαρακτηρίζει ο Girardet, «Die Konstantinische Wende und ihre Bedeutung für das Reich», ό.π., σ. 26 (qualitative Sprung).

[10] Ή μία «συνειδητή ασάφεια» (conscious ambiguity), σύμφωνα με τον N.Η. Baynes, The Great Persecution, στο Cambridge Ancient History, τόμ. 12 (The Imperial Crisis and Recovery A.D. 193-324), Καίμπριτζ 1939, σ. 685. Η ανάλυση της θρησκευτικής πολιτικής του Κωνσταντίνου που ακολουθεί στη συνέχεια έχει αντληθεί από τη μελέτη μας «Ο Μέγας Κωνσταντίνος μπροστά στον summmus deus: φιλοσοφικός και χριστιανικός μονοθεïσμός την ύστερη ρωμαïκή περίοδο», στον συλλογικό τόμο Ο Μέγας Κωνσταντίνος και η εποχή του, επιμ. Χρήστου-Κατσώνη-Μποζίνης, σσ. 145-150, όπου και λεπτομερής βιβλιογραφία για το θέμα.

[11] Ad Nationes I, 13.

[12] Για το διάταγμα της ανεξιθρησκίας και τον πανηγυρικό στους Τρεβήρους το 313, δες Μποζίνης, «Ο Μέγας Κωνσταντίνος μπροστά στον summmus deus», ό.π., σσ. 133-139.

[13] Από το 312, δηλαδή, όταν ανακηρύσσεται Augustus maximus κι αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση του δυτικού τμήματος της Αυτοκρατορίας.

[14] Σίγουρα, ο Καραστάθης δεν έχει άδικο. Γιατί θα πρέπει να κατηγορούμε ως διπλοπρόσωπο και υποκριτή έναν Ρωμαίο ηγέτη ο οποίος αγνωνιίζεται να διατηρήσει την ενότητα του πληθυσμού της Αυτοκρατορίας, κατευνάζοντας τα πάθη που είχε ξεσηκώσει στην καρδιά των οπαδών της παλαιάς και της νέας θρησκείας ο μακροχρόνιος διωγμός των Τετραρχών κατά της Εκκλησίας; Κάθε αρχηγός πολιτικού κόμματος στη χώρα μας που ανέρχεται στην εξουσία, δεν υπόσχεται την επαύριον της νίκης του στις εθνικές εκλογές ότι θα είναι «ο πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων»;

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *