Η ιστορική συνέχεια των Ελλήνων (Β΄ Μέρος)

Ο Ιησούς Αναπεσών, έργο που αποδίδεται στον Πανσέληνο.

του Γιώργου Καραμπελιά, απόσπασμα από το βιβλίο του 1204, H διαμόρφωση του νεώτερου Ελληνισμού

Προηγούμενο μέρος: εδώ

Καθώς το Βυζάντιο περιορίζεται στα ελληνικά εδάφη μετά τον 11ο αιώνα και Σέρβοι, Βούλγαροι Αρμένιοι δημιουργούν πρωτοεθνικά κράτη ενώ απομακρύνεται χρονικά η ταύτιση Έλλην = ειδωλολάτρης και πολλαπλασιάζονται οι αναφορές στην ελληνική παιδεία, από τον Φώτιο και εφεξής, αρχίζει να χρησιμοποιείται, παράλληλα με το «Ρωμαίος» ή το «Γραικός», και το «Έλλην». Αρχικά ως προς την παιδεία, για να καταλήξει, μετά το 1204, και στους Έλληνες ως έθνος. Γράφει ο Π. Χρήστου:

Η επανεμφάνισις του ονόματος Έλλην με την εθνική του σημασία έγινε όταν είχε λησμονηθή πλέον η ύπαρξις των ειδωλολατρών και η χρήσις του ήταν ακίνδυνη για τον Χριστιανισμό. Η επανεμφάνισις ακολούθησε την ίδια οδό με την εξαφάνισι. Το όνομα από εθνικό είχε εκπέσει πρώτα σε πολιτιστικό κι έπειτα σε θρησκευτικό και τέλος εξαφανίστηκε. [ ] Με την επανεμφάνισί του τώρα, για την δήλωσι καταστάσεων του παρόντος, γίνεται πρώτα πολιτιστικό κι έπειτα πάλι εθνικό[1].

Ο συγγραφέας του 10ου αιώνα, Νικήτας Μάγιστρος, αναφέρεται στην καταγωγή του ως εξής: «Είμαστε Σπαρτιάτες από την πλευρά του πατέρα μας και Αθηναίοι από εκείνη της μητέρας μας»![2] Ο δε «ελληνολάτρης» Μιχαήλ Ψελλός επαινεί τον Ρωμανό Γ΄ διότι ήταν αναθρεμμένος «λόγοις ἑλληνι­κοῖς», ενώ αντίθετα ψέγει τον Μιχαήλ Δ΄, άμοιρο «παιδείας ἑλληνικῆς παντάπασιν»[3]. Αξίζει να προσέξουμε, εκατό χρόνια αργότερα, ένα απόσπασμα της Άννας Κομνηνής στην Αλεξιάδα το οποίο αναφέρεται στο ορφανοτροφείο-εκπαιδευτήριο που είχε δημιουργήσει ο Αλέξιος: «Καὶ ἔστιν ἰδεῖν καὶ Λατῖνον ἐν­ταῦθα παι­δο­τρι­βού­με­νον καὶ Σκύ­θην ἑλ­λη­νί­ζον­τα καὶ Ῥω­μαῖ­ον τὰ τῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γράμ­μα­τα με­τα­χει­ρι­ζό­με­νον καὶ τὸν ἀ­γράμ­μα­τον Ἕλ­λη­να ὀρ­θῶς ἑλ­λη­νί­ζον­τα»[4]. Οι μορφωμένοι Βυζαντινοί, προερχόμενοι από τη διοικητική ή τη στρατιωτική γραφειοκρατία, είναι ακόμα «Ρωμαίοι» ως προς το κράτος αλλά Έλληνες ως προς την παιδεία· οι «Σκύθες», δηλαδή οι Σλάβοι, εξελληνίζονται, ενώ οι αγράμματοι άνθρωποι του λαού αποκαλούνται ήδη «Έλληνες».

Η αναφορά της Άννας Κομνηνής είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι επιβεβαιώνει αυτό που ήδη τονίσαμε στην Εισαγωγή: Η «ελληνικότητα» των λαϊκών στρωμάτων είναι προγενέστερη εκείνης των «ελίτ». Και όμως, από ορισμένους ιστορικούς και διανοουμένους υποστηρίζεται πως η ελληνική συνείδηση αποτέλεσε μια «κατασκευή» των ανωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, ιδιαίτερα κατά την Αυτοκρατορία της Νικαίας, η οποία και «εισήχθη» ή και επεβλήθη εν συνεχεία στα λαϊκά στρώματα. Αρκεί η παρατήρηση μιας «Ῥωμαίας», «τὰ τῶν Ἑλ­λή­νων συγ­γράμ­μα­τα με­τα­χει­ρι­ζομένης», όπως η Άννα Κομνηνή, για να θέσει τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις: Από τον 12ο αιώνα, πραγματοποιείται μια ώσμωση ανάμεσα στον λαό, που πιθανώς δεν είχε απολέσει ποτέ την ιδιαίτερη «ελληνική» του ταυτότητα και ήθη, και την ανώτερη τάξη, που δεν περιορίζεται πλέον στη συνείδηση ενός «Ρωμαίου» με ελληνική παιδεία, αλλά ενστερνίζεται και την «ελληνικότητα». Η σύνθεση θα ολοκληρωθεί μετά τη λατινική κατάκτηση και την εμφάνιση των Τούρκων.

Ο άγνωστος Αθηναίος σχολιαστής της Ρητορικής του Αριστοτέλους, αναφερόμενος σε λεηλασίες των Δανισμενιτών Τούρκων στη Μικρά Ασία, στα τέλη του 11ου αιώνα, εκφράζει τη συμπαράστασή του στους Έλληνες Μικρασιάτες: «δεῖ λοι­πὸν καὶ ἡ­μᾶς τοὺς Ἀ­θη­ναί­ους, ὅ­πως φρον­τί­ζω­μεν πῶς ἂν οἱ ἄλ­λοι Ἕλ­λη­νες δο­ξά­ζων­ται»[5]. Ο Νικήτας Χωνιάτης περατώνει την Ιστορία του με την Άλωση της Πόλης από τους «βαρβάρους Δυτικούς», διότι δεν μπορεί να δεχθεί να συνεχίζει τη συγγραφή, το «κάλλιστον εὕρημα τῶν Ἑλλήνων», περιγράφοντας βαρβαρικές πράξεις κατά των Ελλήνων[6]. Τον 13ο αιώνα, ο Ιωάννης Βατάτζης (1222-1254), βασιλεύς της Νικαίας, στην επιστολή του στον πάπα Γρηγόριο Θ΄, υποστηρίζει πως «ἐν τῷ γένει τῶν Ἑλλήνων ἡμῶν ἡ σοφία βασιλεύει…» και διεκδικεί τα απαράγραπτα δικαιώματά τους πάνω στην κατεχόμενη από τους Φράγκους και τους Λατίνους Κωνσταντινούπολη, με φράσεις για τους θεσμούς της πατρίδος και τα ιερά τεμένη πανομοιότυπες με εκείνες των αρχαίων Ελλήνων:

Οὐδέποτε παυσόμεθα μαχόμενοι καὶ πολεμοῦντες τοῖς κατάγουσι τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἢν γὰρ ἀδικοίημεν καὶ φύσεως νόμους καὶ πατρίδος θεσμοὺς καὶ πατέρων τάφους καὶ τεμένη θεῖα καὶ ἱερά, εἰ μὴ ἐκ πάσης τῆς ἰσχύος τούτων ἕνεκα διαγωνισόμεθα[7]

Ο διάδοχός του, Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258), θα αποκαλέσει την Αυτοκρατορία της Νικαίας «Ἑλληνικὸν» και «Ἑλλάδα», ταυτίζοντας ήδη την εθνική/κρατική υπόσταση με την ουσία της ελληνικότητας. Η Ελλάδα δεν είναι πλέον μια γεωγραφική περιοχή, ούτε καν η ελληνική χερσόνησος, αλλά το ελληνικό κράτος του Βυζαντίου και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κράτος της Νικαίας, έστω και αν η πρωτεύουσα βρίσκεται στην Ασία. Διαφοροποιείται μάλιστα από την Ευρώπη: «Σὺ δέ ποτ’ ἂν ἐκ τῆς Εὐρώπης ἀνέλθῃς εἰς τὴν Ἑλλάδα». Επιπλέον, ο Λάσκαρις μιλάει για ελληνικό γένος –«ἁπασῶν γλωσσῶν τὸ ἑλληνικὸν ὑπέρκειται γένος»– και διεκδικεί την πνευματική ανωτερότητα των Ελλήνων, που έχουν εφεύρει τη φιλοσοφία και την επιστημονική γνώση, έναντι των απαιδεύτων Λατίνων: «Πᾶ­σα τοί­νυν φι­λο­σο­φί­α καὶ γνῶ­σις Ἑλ­λή­νων εὕ­ρε­μα. [ ] Σὺ δέ, ὦ Ἰ­τα­λέ, τί­νος ἕνεκεν ἐγκαυχᾷ;»[8]. Τα κείμενα αυτά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και πολλούς αιώνες αργότερα, διότι η εθνική συνείδηση, με τη σύγχρονη έννοια του όρου, έχει ήδη διαμορφωθεί.

Ο Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγος, μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το 1261 διετύπωνε τη «Μεγάλη Ιδέα» της ανασύστασης του βυζαντινού κράτους, ο δε Νικηφόρος Βλεμμύδης, τον ίδιο αιώνα, θα αναφέρεται στην «ἑλληνίδα ἐπικράτειαν»[9] και «ο Δημήτριος Κυδώνης, στα τελευταία του έργα, χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ως ισοδύναμη της λέξεως Βυζάντιον»[10].

Ο σημαντικότερος λόγιος των αρχών του 14ου αιώνα, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, υποστηρίζει πως οι Βυζαντινοί «ανήκουν στο ίδιο γένος και έχουν την ίδια γλώσσα και πολιτισμό» με τους αρχαίους Έλληνες[11].

 Παρ’ ότι συχνά υποστηρίζεται πως την προσωνυμία «Έλληνες» χρησιμοποιούσαν μόνον οι λόγιοι και οι πολιτικοί και καθόλου οι κληρικοί και οι μοναχοί –οι οποίοι επέμεναν περισσότερο στα παραδοσιακά στερεότυπα, που χαρακτήριζαν τους «Έλληνες» εθνικούς–, ωστόσο πληθαίνουν οι αναφορές και αυτών στην «Ελλάδα». Ο αδελφός του Νικήτα Χωνιάτη, Μιχαήλ Χωνιάτης (Ακομινάτος), που ανήλθε στον μητροπολιτικό θρόνο της Αθήνας το 1182, κατά την ενθρόνισή του, στον «ἐμβατήριο» λόγο του, υμνεί τους σύγχρονούς του Αθηναίους ως άμεσους απογόνους των αρχαίων· η Αθήνα δεν διατήρησε μόνο το όνομα της αρχαίας πόλης αλλά και την ταυτότητά της[12]. Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Κύπριος, αναφερόμενος στην Καππαδοκία, την ιδιαίτερη πατρίδα του αγίου Γεωργίου, λέει πως «τοὺς οἰ­κή­το­ρας ἐ­φά­νη πλου­τί­σα­σα τὸ ἀ­νέ­κα­θεν Ἕλ­λη­νας, γέ­νος ἀ­φω­σι­ω­μέ­νον τῇ τῶν λό­γων φύ­σει», ενώ, μιλώντας για την πατρίδα του την Κύπρο, την οποία κατείχαν οι Λουζινιάν, διερωτάται μέχρι πότε οι Έλληνες θα παραμένουν υπόδουλοι στους βάρβαρους Ιταλούς: «ἕ­ως οὔ­πω βαρ­βά­ροις ἔ­λα­χεν Ἰ­τα­λοῖς τὸ ἐ­κεῖσε δου­λεύ­ειν Ἑλ­λη­νι­κόν;»[13]. Στη Θεσσαλονίκη, επίκεντρο της παλαιολόγειας, ελληνοκεντρικής αναγέννησης του 14ου αιώνα, οι αναφορές των κληρικών γίνονται πυκνότερες. Ο Νικόλαος Καβάσιλας Χαμαετός, απευθυνόμενος στον πατέρα του, θα μιλήσει για τους «ἐν ὑ­μῖν Ἕλ­λη­νας», «τὸ κo­ι­νòν τοῦ­το πά­σης Ἑλ­λά­δος», «τῶν νῦν ἁ­παν­τα­χοῦ τῆς ἡ­με­τέ­ρας Ἑλ­λή­νων»[14]. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ισίδωρος, με μια σχεδόν σύγχρονη ευαισθησία, θα αναγάγει, υπερθεματίζοντας, τους αρχαίους Έλληνες σε πρότυπο συμπεριφοράς και αλληλεγγύης, οι οποίοι δεν ήταν άρπαγες και έδειχναν συμπόνοια για τους φτωχούς, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, που αρνούνταν να ενισχύσουν τους ενδεείς αδελφούς τους. Από τους Έλληνες ειδωλολάτρες, στους Έλληνες ως πρότυπο[15].

Ακόμα και ο τόσο συκοφαντημένος ως «ανθέλλην», Γεννάδιος, δεν ξεφεύγει από τη γενική τάση της «ελληνοποίησης». Όπως αναφέρει ο Σπύρος Βρυώνης, που μελέτησε  το σύνολο των οκτώ τόμων του εκδοθέντος έργου του, στον Α΄, Δ΄ και Ζ΄ τόμο, όπου περιλαμβάνονται κείμενα σχετιζόμενα με το θέμα, οι Έλληνες αναφέρονται δεκαπέντε φορές με αυτή την ονομασία και μόνον επτά με το όνομα Ρωμαίοι. Και, μάλιστα, διακρίνει τους αρχαίους Έλληνες από τους συγχρόνους του: «…Ἑλλήνων… τῶν  παλαιοτέρων, οὔτε τῶν ἐπ’ ἐμοῦ», ενώ οι καταστροφές που έπληξαν τους Βυζαντινούς οφείλονται στην «κακὴ τῶν Ἑλλήνων τύχη», ενώ, ακόμα και σε σχέση με τον μεγάλο αντίπαλό του Πλήθωνα, γράφει πως, παρά τις αντιθέσεις τους, τον σέβεται τόσο ο ίδιος όσο και οι σύγχρονοι Έλληνες, «τοῖς νῦν Ἕλλησιν»![16] Οι πολυάριθμες αναφορές του Γενναδίου στους Έλληνες είναι προσιτές στους ερευνητές –ιδιαίτερα ο καθηγητής Σπύρος Βρυώνης επιμένει σε αυτές σε πληθώρα κειμένων του– και όμως αποσιωπώνται συστηματικά.   [   ]

Από τη Ρωμανία λοιπόν θα αναδυθεί ο ελληνικός κόσμος. Οι ανάλογες αναφορές του Πλήθωνα ή του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, δύο αιώνες αργότερα, αποτελούν πλέον κοινό τόπο για τη βυζαντινή-ελληνική συνείδηση. Ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων τονίζει προς τον Μανουήλ Παλαιολόγο ότι οι άνθρωποι των οποίων ηγείται είναι «Ἕλ­λη­νες τὸ γέ­νος ὡς ἥ τε φω­νὴ καὶ ἡ πά­τριος παι­δεί­α μαρ­τυ­ρεῖ», ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης απαιτεί να αντικατασταθεί πλήρως η ρωμαϊκή με την ελληνική εθνική προσηγορία, ενώ πλέον αποκαλεί Ρωμαίους τον πάπα («Ῥωμαίων άρχιερέα») και την αυτοκρατορία των Αψβούργων («Ῥωμαίων βασιλεία»)· ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θα είναι πλέον «βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων», όπως θα αναγορεύει στο εξής τους αυτοκράτορες ο Ιωάννης Αργυρόπουλος[17].

Τέλος, οι Δυτικοί, Φράγκοι και Λατίνοι, παρόντες πλέον στην ελληνική Ανατολή, αποδίδουν στα ελληνικά το πατροπαράδοτο Graeci ως Έλληνες, όπως δείχνει το σχετικό χωρίο του Χρονικού του Μορέως:

Διαβάντα γὰρ χρόνοι πολλοὶ αὐτεῖνοι οἱ Ῥωμαῖοι

Ἕλληνες εἶχαν τὸ ὄνομα, οὕτω τοὺς ὀνομάζαν,

πολλὰ ἦσαν ἀλαζονικοί, ἀκόμα τὸ κρατοῦσιν–

ἀπὸ τὴν Ῥώμην ἐπήρασι τὸ ὄνομα τῶν Ῥωμαίων[18].

Μετά την Άλωση, το 1619, ο επίσκοπος Μυρέων Ματθαίος, ως εάν να ήθελε να κλείσει οριστικώς το ζήτημα, θα κατορθώσει να περιλάβει και τις τρεις ονομασίες σε… τρεις στίχους:

Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον ’ς τὸ γένος τῶν Ῥωμαίων. [ ]

Ὤ, πῶς ἐκαταστάθηκε τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων. [ ]

Σ’ ἐμᾶς εἰς ὅλους τοὺς Γραικοὺς νὰ ἔλθῃ τούτ’ τὴν ὥρα[19].


[1] Παναγιώτης Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων (α΄ έκδ. 1960), β΄ έκδ., Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 129.

[2] «Καὶ ἡμεῖς, ὦ φιλότης, Σπαρτιᾶται μὲν πρὸς πατρὸς, Ἀθηναῖοι δὲ πρὸς μητρὸς γεγονότες», Nicétas Magistros, Lettres d’ un exilé, εκδ. L. G. Westerink, Παρίσι 1937, σ. 57·  Speros Vryonis, The Ghost of Athens…, ό.π., σ. 35.

[3] Βλ. Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2004, τόμ. Α΄, κεφ. Γ΄, «Ρωμανός», σ. 116, και κεφ. Δ΄, «Μιχαήλ», σ. 172.

[4] Βλέπε Άννα Κομνηνή, Αλεξιάς, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1990, τόμ. Β΄, σ. 232.

[5] Βλ. Κ.Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Βενετία – Παρίσι, 1872-1894, τόμ. 7, σ. ιγ΄.

[6] «Πῶς ἂν εἴ­ην ἐ­γὼ τὸ βέλ­τι­στον χρῆ­μα, τὴν ἱ­στο­ρί­αν, τὸ κάλ­λι­στον εὕ­ρη­μα τῶν Ἑλ­λή­νων, βαρ­βα­ρι­καῖς κα­θ’ Ἑλ­λή­νων πρά­ξε­σι χα­ρι­ζό­με­νος;». Βλ. Ν. Σβορώνου, Ανάλεκτα, ό.π.,σσ. 154-155.

[7] «Τοῦ ἀοιδήμου βασιλέως κυροῦ Ἰωάννη τοῦ Δούκα πρὸς τόν τε Πάπαν Γρηγόριον», εκδ. Ιω. Σακελλίωνος, Αθήναιον 1 (1872), σσ. 372-378.

[8] Χριστιανική Θεολογία 7, 3εκδ. Χ. Κρικώνη, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 141-142.

[9] Δημοσθένης Δανιηλίδης, Η νεοελληνική κοινωνία και Οικονομία, Λιβάνης, Αθήνα 1985, σ. 42.

[10] Στήβεν Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία,εκδ. Μπεργαδή, Αθήνα 1979, τόμ. Α΄,σσ. 265-267, καιS. Runciman, «Byzantine and Hellene in the Fourteenth century», στο Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος (επιμ.), Τόμος Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου επί τη εξακοσιετηρίδι της Εξαβίβλου αυτού (1345-1945), Θεσσαλονίκη 1952. Επιστημονική Επετηρίς Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 6.

[11] «… Οἱ καὶ τοῦ γένους ἐσμέν καὶ τῆς γλώττης αὐτοῖς, κοινωνοὶ καὶ διάδοχοι»· βλ. Theodorus Metochites, Miscellanea philosophica et historica, εκδ. C. Muller, Άμστερνταμ 1966, σ. 595· Speros Vryonis, «Introductory Remarks on Byzantine Intellectuals and Humanism», ΣΚΕΨΙΣ 2, Αθήνα-Ολυμπία 1991, σσ. 116-117.

[12] Μιχαήλ του Ακομινάτου του Χωνιάτου τα σωζόμενα, επιμ. Σπυρίδωνος Λάμπρου, Αθήνα 1879, τ. Α΄, σ. 93· S. Vryonis, «Introductory Remarks …», ό.π., σσ. 122-125.

[13] PG 142, στ. 20 και 304· βλ. P. Gounaridis, «Η εξέλιξη της ταυτότητας των Ελλήνων στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία», Byzance et hellénisme, ό.π., σ. 65.

[14] Ν. Καβάσιλας, «Ἐπιστολὴ εἰς τὴν Αὐτοκράτειραν Ἄνναν»· «Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἔν-δοξον τοῦ Χριστοῦ μεγαλομάρτυρα καὶ θαυματουργὸν καὶ μυροβλύτην Δημήτριον», λόγος ζ΄, Μs. gr., Παρίσι 1213, f. 301, f. 47· Oreste Tafrali, Thessalonique au quator-zième siècle, Libr. Paul Geuthner, Παρίσι 1913, ανατ. ΙΜΧΑ, Θεσ/νίκη 1993, σ. 157.

[15] Ισίδωρος, «Ὁμιλία εἰς τὸ εὐαγγέλιον τὸ ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν», Msgr., Παρίσι 1192, f. 238, και O. Tafrali, ό.π., σ. 157.

[16] Oeuvres complètes de Gennade Scholarios, εκδ. L. Petit, M. Jugie, X.A. Sidérides, Παρίσι 1928-1936, τ. Δ΄, αντίστοιχα στις σελίδες. 492, 3, 2· βλ. Speros Vryonis, «Recent Scholarship on Continuity and Discontinuity of Culture; Classical Greeks, Byzantines, Modern Greeks», στο Byzantina kai Metabyzantina, Undema Publ., Μαλιμπού, Καλιφόρνια 1978, σσ. 237-256· του ιδίου, «The Byzantine Patriarchate and Turkish Islam», Byzantinoslavica LVII (1996), σσ. 89· του ιδίου, «Introductory Remarks…», ό.π., σσ. 119-120· περισσότερα, στο Speros Vryonis, «Byzantine Cultural Self-Consciousness in the Fifteenth Century », στο Slobodan Ċurčiċ – Doula Mouriki (επιμ.), The Twilight of Byzantium, Aspects of Cultural and Religious History in the Late Byzantine Empire,Princeton 1991, ανάτυπο, σσ. 7-17.

[17] Βλ. «Τοῦ σο­φω­τά­του καὶ λο­γι­ω­τά­του κυ­ροῦ Ἰ­ω­άν­νου δι­δα­σκά­λου τοῦ Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου, Μο­νῳ­δί­α εἰς τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Ἰ­ω­άν­νην τὸν Πα­λαι­ο­λό­γον» και «Βα­σι­λι­κὸς ἢ πε­ρὶ βα­σι­λεί­ας, πρὸς τὸν αὐ­το­κρά­το­ρα Κων­σταν­τῖ­νον τὸν Πα­λαι­ο­λό­γον», Σπ. Λάμ­προς, Ἀρ­γυ­ρο­πού­λεια, Α­θή­να 1910: Μη­δε­νὸς δὲ ἀ­φι­στά­με­νος τῶν ὅ­σα πρὸς τὴν τῶν Ἑλ­λή­νων ἐ­λευ­θε­ρί­αν τεί­νει (σ. 5), ὢ κοι­νῆς εὐ­ζω­ί­ας ἐ­κεί­νης, ᾗ τό­τε μὲν ἀ­γα­θῇ τύ­χῃ ξυ­νῆ­μεν ἅ­παν γέ­νος Ἑλ­λή­νων (σ. 5), ὢ τῆς Ἑλ­λά­δος ἥ­λι­ε βα­σι­λεῦ (σ. 7), σοῦ τῶν Ἑλ­λή­νων ἀ­γα­θῇ τύ­χῃ νυ­νὶ βε­βα­σι­λευ­κό­τος (σ. 29), ὁ Θε­ὸς Ἑλ­λή­νων ἀ­νέ­δει­ξε βα­σι­λέ­α (σ. 45).

[18] Χρονικν το Μορέως, επιμέλεια Π. Καλονάρος, Αθήνα 1940 [ανατύπωση Εκάτη], στ. 794 κ.ε. Βλ. επίσης Αδαμάντιος Ι. Αδαμαντίου, Τα Χρονικά του Μορέως. Συμβολαί εις την Φραγκοβυζαντινήν Ιστορίαν και Φιλολογίαν, Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. 6, 24 Μαΐου 1906, επανέκδ. Πελεκάνος, Αθήνα 2003.

[19] Βλ. Επίσκοπος Μυρέων, Ματθαίος, «Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως», στο Γεωργίου Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, ΒΒ, αρ. 1, Αθήνα ά.χ.,στ. 2359, 2361, 2454, σσ. 208, 210.

ΑΡΔΗΝ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *