Έθνη, Πολιτισμοί και Αυτοκρατορίες

Α’ Μέρος της μελέτης Το Ελληνικό Έθνος ως μετα-αυτοκρατορική μορφή: Απόπειρα συγκριτικής μακροϊστορίας
Μάριος Νοβακόπουλος

Βασικές έννοιες

Στην παγκόσμια ιστορία οι λαοί και οι κρατικές-εδαφικές δομές διαπλέκονται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, από το νεοτερικό έθνος κράτος μέχρι πολυεθνικές αυτοκρατορίες, συνομοσπονδίες φυλών, πόλεις-κράτη, τοπικές αρχοντίες εντός ενός ευρύτερου έθνους κλπ. Ισχυρά και πολυπληθή έθνη από τα οποία αναπτύσσονται μεγάλης εμβέλειας και διάρκειας αυτοκρατορίες συγκροτούνται σε έθνη-πολιτισμούς, τα οποία σημαδεύουν τη ζωή και τη φυσιογνωμία των υφισταμένων ή παρακειμένων τους λαών και δημιουργούν δομές με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο χρόνο. Οι αυτοκρατορίες που οικοδομούν είναι κατ’ ανάγκην πολυεθνοτικές, αλλά ο κυρίαρχος λαός χρησιμοποιεί τη διοίκηση, τον πολιτισμό ή και την μεγάλη δημογραφική του μάζα για να ελκύσει τους υπολοίπους και να δημιουργήσει ένα μονιμότερο πολιτισμικό πλαίσιο, το οποίο μακροπρόθεσμα θεωρείται από ένα αξιόλογο τμήμα της γνωστής ανθρωπότητος ως αγαθό κοινό και κτῆμα ἐς ἀεί.

Αυτά τα έθνη-πολιτισμοί ή έθνη-αυτοκρατορίες, ενδέχεται είτε α) να αποτελούν οικογένεια με κοινή φυλετική ρίζα, η οποία στη συνέχεια επεκτείνεται (Πέρσες, Τούρκοι), είτε προκύπτουν από τη συνένωση οικείων και περιοίκων ομάδων σε σχετικά κλειστό γεωγραφικό χώρο, οι οποίες σταδιακά συγκροτούνται σε ομοιογενή πολιτισμό υπό κοινά κράτη ή μία υπερκείμενη αυτοκρατορία (Ινδία, Κίνα). Η πλήρης αποκρυστάλλωση των μαζών αυτών ως πολιτισμών με καίρια κοινά χαρακτηριστικά, απαιτεί (με όρους ανθρωπογεωγραφίας) μία ισχυρή εσωτερική κυκλοφορία και ανεξάρτητη εικονογραφία. Κυκλοφορία είναι η κοινωνική τάση για μετακίνηση και αλληλεπίδραση – ανθρώπων, αγαθών και ιδεών – η οποία προκαλείται από τις διαφορετικές συνθήκες και ανάγκες του κάθε τόπου. Η κυκλοφορία στο εξωτερικό της κοινότητας οδηγεί στην αλληλεξάρτηση και τις ανταλλαγές (ή συγκρούσεις) με τους γείτονες, ενώ εντός της κοινότητας αυξάνει την ομοιογένεια και τις κεντρομόλες πολιτικοοικονομικές δυνάμεις. Η εικονογραφία από την άλλη περιλαμβάνει την ταυτότητα και τα σύμβολα, τα οποία συνδέουν έναν λαό, τον διακρίνουν από τον περίγυρο και δημιουργούν ιδιαίτερη συναισθηματική σχέση με το έδαφος. Η εικονογραφία μπορεί να είναι ενδογενής, να προέρχεται δηλαδή από τις ίδιες τις παραδόσεις του λαού, αλλά κάποτε αποτελεί δάνειο. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ο αυτοκρατορικός λαός κατακτά έναν προγενέστερο και πιο ανεπτυγμένο πολιτισμό, ή δέχεται μία σημαντική εξωτερική εισροή.

Τέλος, για τη δημιουργία μίας αυτοτελούς και σταθερής οικουμένης χρειάζεται ευνοϊκή γεωγραφική θέση, η απαραίτητη ισχύς και βούληση, όπως και κάποιος πληθυσμιακός όγκος για την επιτυχία της επιβολής. Η οικουμένη αυτή χρειάζεται, με τη σειρά της, ισχυρή κυκλοφορία και εικονογραφία, η οποία δημιουργεί πνευματικό και υλικό πολιτισμό και θέλγει υποτελείς και ξένους.  Η ανάμνησή της, την οποία μαρτυρούν θρύλοι, μνημεία, έργα πολιτισμού, ακόμη και ερείπια, συχνά μένει και έπειτα από την πτώση της και ο επόμενος κυρίαρχος ζητά να λάβει την σκυτάλη – ακόμη και εάν υπήρξε ο ίδιος πρόξενος της διάλυσής της.  Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων είναι πως οι βάρβαροι Γερμανοί θέλησαν πολύ νωρίς να διεκδικήσουν τον τίτλο του συνεχιστή της Ρώμης, εις βάρος του όντως διαδόχου Βυζαντίου, να αναπαράγουν τον λατινικό νομικό και γλωσσικό πολιτισμό και να θεωρήσουν εαυτόν ως φυσική σχεδόν του εξέλιξη. Μια μορφή διαδοχής του ρωμαϊκού κόσμου επεδίωξαν και οι Οθωμανοί Τούρκοι, καθώς μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως οι σουλτάνοι έλαβαν τον τίτλο του καίσαρος.

Η δημογραφική πτυχή

Εάν κρατήσει στο χρόνο, η αυτοκρατορία μπορεί να αλλάξει τους εντός αυτής πληθυσμούς, δρώντας ομογενοποιητικά. Ο κυρίαρχος μεταδίδει την γλώσσα και τη θρησκεία του, ανοίγοντας παράλληλα στους υποτελείς τον δρόμο για το στρατό και τη διοίκηση. Με τον τρόπο αυτό οι πάλαι ποτέ κατακτημένοι ταυτίζονται με τη νέα τάξη και την ενστερνίζονται. Ο εξελληνισμός της ανατολής έπειτα από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, ο εκλατινισμός της δύσης ύστερα από τις κατακτήσεις των Ρωμαίων είναι ο εξαραβισμός της Μέσης ανατολής και της νότιας Μεσογείου από το ισλαμικό Χαλιφάτο είναι τα πιο προφανή παραδείγματα. Στην αρχή βέβαια ο ξένος κατακτητής μπορεί να έρχεται με τη βία, και να προκαλεί τρομερές καταστροφές (όπως οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα και την Γαλατία), όμως εάν το καθεστώς είναι σχετικά ανοικτό στις εισροές και μακροπρόθεσμα προσφέρει τάξη και οικονομική πρόοδο, οι υφιστάμενοι μπορούν να συμβιβαστούν με αυτό. Η περίπτωση Ελλήνων και Ρωμαίων είναι ιδιαίτερη, καθώς ναι μεν οι δεύτεροι κατέκτησαν τις πόλεις κράτη και τα βασίλεια των πρώτων, όμως ως υπέρτερος ο ελληνικός πολιτισμός δεν αφομοιώθηκε, αλλά συνέβη μάλλον το αντίθετο. Και πάλι όμως, τούτη η πνευματική επικράτηση του κυριαρχουμένου επί του κυριάρχου δημιουργεί μία νέα όσμωση, που σταθεροποιεί και εμπλουτίζει το αυτοκρατορικό καθεστώς.

Έχει μεγάλη σημασία εάν ο αυτοκρατορικός κυρίαρχος έχει μεγάλο πληθυσμιακό μέγεθος ή αν περιστοιχίζεται από όμορα φυλετικά στρώματα, τα οποία μπορούν να αλλάξουν άρδην τη σύνθεση μίας περιοχής (όπως οι Τουρκομάνοι στη Μικρά Ασία), ή να υποκαταστήσουν την ηγεμονική φυλή όταν πίπτει, χωρίς να αλλάζουν ριζικά τον πολιτισμικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας (διαδοχή Μήδων, Περσών και Πάρθων στο Ιράν). Οι Ρωμαίοι διέθεταν και τα δύο χαρακτηριστικά, καθώς ξεκίνησαν από πολύ νωρίς να αφομοιώνουν τους γύρω λαούς και να τους αποδίδουν δικαιώματα Ρωμαίου πολίτη, και ήταν πολυανθρωπότατοι, με αποτέλεσμα να μπορέσουν να απορροφήσουν καταστροφικές απώλειες, σαν εκείνες που τους προκάλεσε ο Αννίβας. Στη συνέχεια, οι Ρωμαίοι ίδρυσαν αποικίες στις κατακτημένες επαρχίες, οι οποίες με τη φυσική τους παρουσία και την αφομοίωση των εντοπίων άλλαξαν ολοσχερώς την δημογραφική εικόνα της δυτικής Μεσογείου.

Από νωρίς φαίνεται λοιπόν, το δημογραφικό πρόβλημα του ελληνικού κόσμου. Ο Μέγας Αλέξανδρος δημιούργησε την εκτεταμένη ελληνιστική οικουμένη με μία αστραπιαία εκστρατεία κατάλυσης της Περσικής αυτοκρατορίας, όχι με έναν πληθυσμιακό κατακλυσμό (Γερμανοί 5ου, Τούρκοι 11ου αι.). Ο εξελληνισμός της μετέπειτα εποχής έδρασε κυρίως στα παράλια της ανατολικής Μεσογείου και τις πόλεις που ίδρυσε ο Αλέξανδρος και οι διάδοχοί του. Μόνον στη Μικρά Ασία υπήρχε ο όγκος, η όσμωση και η προϋπάρχουσα εθνολογική εγγύτητα για τον εξελληνισμό της ενδοχώρας, ο οποίος ολοκληρώθηκε ως την πρωτοβυζαντινή περίοδο και δημιούργησε έναν δεύτερο ελληνικό κορμό μέχρι την τουρκική εισβολή. Δεν υπήρχαν άλλα ελληνικά ή ελληνίζοντα γένη, να έλθουν να τονώσουν το Βυζάντιο ή να το διαδεχθούν χωρίς να προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ρήξη. Τον ρόλο αυτό έπαιξαν άθελά τους οι Ρωμαίοι, οι οποίοι κατέκτησαν τον ελληνιστικό κόσμο χωρίς να τον αφανίσουν ή να τον αλλοτριώσουν πολιτισμικά και δημογραφικά, λειτουργώντας εν τέλει ως συντηρητές και πολιτικο-στρατιωτικοί του προστάτες. Ο αρχαίος και μεσαιωνικός Ελληνισμός δεν ήταν, βέβαια, ασήμαντος δημογραφικά, είχε όμως στην καλύτερη περίπτωση μέτριο μέγεθος – συνέβαλε σε αυτό και η γεωμορφολογία του ελλαδικού χώρου, η οποία δεν επέτρεπε την μεγάλη παραγωγή ειδών διατροφής ή την πυκνή συγκέντρωση πληθυσμών, οι οποίοι ωθούντο στη διασπορά ανά τη Μεσόγειο. Ο Ελληνισμός όμως βρισκόταν ακριβώς στην ροή των μεγάλων μεταναστευτικών οδών του πλανήτη, στο διάβα Γότθων, Σλάβων, Τούρκων και Αράβων, οπότε κάποια στιγμή «πνίγηκε» στην αλλόφυλη πλημμυρίδα.

Την παραμονή της ισλαμικής έγερσης του 7ου αιώνος, υπήρχε ένας ρωμαϊκός ελληνιστικός κόσμος στην λεκάνη της ανατολικής Μεσογείου, ο οποίος περιελάμβανε την χερσόνησο του Αίμου, τη Μικρά Ασία, την Συρία-Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Το ελληνικό και ελληνόφωνο στοιχείο είχε πολύ ισχυρή παρουσία, αλλά συνυπήρχε με ποικίλους λαούς, όπως τους λατινόγλωσσους των βορείων Βαλκανίων, τους Σύρους και τους Αιγυπτίους. Οι δύο τελευταίοι είχαν ισχυρούς και αρχαίους πολιτισμούς, αξιόλογη γλώσσα και γραμματεία, ταυτότητα και δικές τους χριστιανικές εκκλησίες, οπότε ανθίσταντο στην αφομοίωση. Παρ’ όλα αυτά η ελληνική γλώσσα είχε σημαντική παρουσία στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, η Γάζα και η Καισάρεια της Παλαιστίνης κλπ.

Εάν οι ανατολικοί χριστιανικοί πληθυσμοί και πολιτισμοί είχαν αποφύγει την αραβο-μουσουλμανική κατάκτηση και αφομοίωση, και η ελληνική επίδραση παρέμενε στις παλαιές κτήσεις του Αλεξάνδρου, τότε, ακόμη και εάν οι θρησκευτικές διαφορές εμπόδιζαν την πλήρη ομογενοποίηση, ίσως να ανέκυπτε μία οικογένεια ελληνο-ανατολικών εθνών. Έλληνες, Σύροι, Αιγύπτιοι Κόπτες και Καυκάσιοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα σύνολο ανάλογο των ρωμανικών, σλαβικών ή γερμανογενών εθνών της Ευρώπης. Τούτη η σφαίρα δεν θα εξασφάλιζε απαραίτητα πολιτική ενότητα και συνεργασία (όπως δείχνει η μακρά ιστορία των αρχαιοελληνικών ή ευρωπαϊκών πολέμων), αλλά ένα επίπεδο συνεννόησης, κοινών πολιτισμικών αναφορών και γλωσσικής οικειότητας. Βέβαια, τούτο δεν αποτελεί παρά εικασία. Ο Ελληνισμός εξέπεσε από την οικουμενική του μορφή σε ένα έθνος ανάδελφο, ενώ οι λαοί της ανατολής είτε αφομοιώθηκαν από τους Άραβες, είτε φυτοζωούν ως διωκόμενες μειονότητες (χριστιανοί Μέσης Ανατολής) ή πολιορκούμενα κρατίδια εν μέσω εχθρών (Αρμενία). Θα ήταν ενδιαφέρον για την έρευνα της ιστορίας του Ελληνισμού, και ειδικά για την μετάπτωσή του από μείζονα οικουμενική μορφή σε περιχαρακωμένο έθνος κράτος, να εξεταστούν οι ευρύτερες γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες της απώλειας ειδικά της Αιγύπτου, κατά το ανάλογο τρόπο με τον οποίο η απώλεια της Μικράς Ασίας θεωρείται κομβική για την πτώση του Βυζαντίου (1071) και τον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας (1922).

Το αυτοκρατορικό έθνος υπό άλλον ηγεμόνα

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, όταν ένας νέος κατακτητής, συνήθως χαμηλότερης στάθμης, καταλαμβάνει την αυτοκρατορία, συχνά ζητά να ενσαρκώσει τη συνέχειά της, λαμβάνοντας το όνομα, τα σύμβολα και τους τρόπους των ηττημένων, οι οποίοι ακόμη και μέσα στην ήττα τους διατηρούν την λάμψη του υψηλού πολιτισμού και του ενδόξου παρελθόντος. Πέρα από τους Γερμανούς με την Ρώμη ή τους Ρωμαίους με τον ελληνικό κόσμο, κάτι αντίστοιχο συνέβη και με τους ποικίλους κατακτητές της Ινδίας, της Περσίας και της Κίνας (Τούρκους, Μογγόλους κλπ), οι οποίοι αφομοιώθηκαν πολιτισμικά και δημογραφικά. Ενώ η αυτοκρατορία καταλύεται, από κάποια πλευρά διασώζεται και ενδυναμώνεται, καθώς ο νέος κυρίαρχος εμφυσεί νέες δυνάμεις, συνήθως πολεμικές και οργανωτικές, και υπό την ηγεσία του ο πρότερος πολιτισμός συνεχίζει να αναπτύσσεται.

Τούτο το σχήμα βέβαια υπόκειται σε σοβαρούς περιορισμούς. Τούτη η συνέχεια και διαδοχή μπορεί να είναι περισσότερο ρητορική και εικονική, παρά ουσιαστική. Αυτό γίνεται είτε επειδή η αρχική καταστροφή είναι τόσο ολοσχερής που διακόπτει απότομα τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες του πολιτισμού της παλαιάς αυτοκρατορίας, είτε επειδή το πνευματικό επίπεδο των νέων κυριάρχων είναι πολύ χαμηλό για να λάβουν την σκυτάλη. Η μετέπειτα μίμηση αποτελεί ουσιαστικά κάτι καινούριο, με το στοιχείο της ρήξης εντονότερο από αυτό της μείξης και της ανανέωσης με τον προηγούμενο κόσμο. Εδώ ταιριάζει η περίπτωση της κατάκτησης της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με τις γερμανικές φυλές. Η παρακμή των πόλεων και του αστικού τρόπου ζωής, η οικονομική καχεξία και η εκτεταμένη αγραμματοσύνη οδήγησαν τις παλαιές ρωμαϊκές επαρχίες σε σημαντική υλική και μορφωτική οπισθοδρόμηση. Η διατήρηση ρωμαϊκών τίτλων και της λατινικής γλώσσας ήταν ασθενή υπολείμματα της παλαιάς pax romana, και η μετέπειτα «ανακάλυψη» του ρωμαϊκού δικαίου και λογοτεχνίας αποτελούν περισσότερο συστατικά ενός νέου (ευρωπαϊκού – δυτικού – φαουστικού) κόσμου, με την όποια «ρωμαϊκότητά» του να μεσολαβείται από την Καθολική Εκκλησία ή να αποτελεί τρόπαιο στην τιτλοφορία των Φραγκο-Γερμανών αυτοκρατόρων. Στην περίπτωση του Ισλάμ, η κάθοδος των Τούρκων τον 11ο αιώνα οδήγησε στην ανανέωση της πολεμικής αλκής του μουσουλμανικού κόσμου και τη δημιουργία ισχυρών κρατών (που κατέβαλαν το Βυζάντιο, απέκρουσαν τις Σταυροφορίες και απείλησαν τη Δύση). Όμως το ταπεινό πολιτισμικό επίπεδο των επηλύδων δεν τους επέτρεψε να λάβουν τη σκυτάλη του ανεπτυγμένου αραβικού πολιτισμού, ο οποίος, χτυπημένος από την μογγολική άλωση της Βαγδάτης, παρήκμασε ανεπανόρθωτα.

Τούτο το φαινόμενο, ειδικά με την μορφή της άνθησης του Ελληνισμού υπό την ρωμαϊκή κυριαρχία και την πολιτισμική του επικράτηση στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία της ανατολής (Βυζάντιο), έχει οδηγήσει στην προσπάθεια συναγωγής αντιστοίχων συμπερασμάτων σχετικά με τη διαδοχή του Βυζαντίου από τους Οθωμανούς. Είναι αληθές ότι οι Οθωμανοί επανένωσαν τον (διασπασμένο μετά το 1204) βυζαντινό χώρο και βοήθησαν στην ανανέωση της οικουμενικής διάστασης του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και στην ελληνική «κηδεμονία» επί των άλλων ορθοδόξων λαών. Όμως η θρησκευτική διαφορά εμπόδισε την όσμωση των λαών και την ανάπτυξη οικειότητας και θαυμασμού, όπως μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων. Ως αντίπαλοι μονοθεϊσμοί, ο χριστιανισμός και το Ισλάμ κράτησαν την ταυτοτική διάκριση και την κοινωνική διαφορά Ελλήνων και Τούρκων σε απόλυτο βαθμό, όπως το λάδι και το νερό, παρά την προσαρμογή των υποδούλων στο καθεστώς των κυριάρχων ή τη συμμετοχή πολλών Ρωμιών στις διευθύνουσες θέσεις της Υψηλής Πύλης. Για τον λόγο αυτό αποδείχθηκαν και χιμαιρικά τα οράματα για τον μετασχηματισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την εξίσωση των χριστιανών, ή μία μορφή δυαδική συγκυριαρχίας κατά τα πρότυπα των Αψβούργων.

(συνεχίζεται)

, , , , , , , , , ,

2 thoughts on “Έθνη, Πολιτισμοί και Αυτοκρατορίες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *