Αντιφάσεις και επιτεύγματα του Ελληνικού εθνικού κράτους

Γ’ και τελευταίο Μέρος της μελέτης Το Ελληνικό Έθνος ως μετα-αυτοκρατορική μορφή: Απόπειρα συγκριτικής μακροϊστορίας
Μάριος Νοβακόπουλος

Α’ Μέρος: Έθνη, Πολιτισμοί και Αυτοκρατορίες
Β’ Μέρος: Η αδυναμία μίας Ανατολικής Ολοκλήρωσης

Μορφή και ιδέα του ελληνικού κράτους

Η ιδέα ενός ενιαίου ελληνικού έθνους κράτους, όπως συστάθηκε μετά την Επανάσταση του 1821, ήταν πρωτοφανής για την πολυχιλιετή ιστορία του Ελληνισμού. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος ήταν διαιρεμένος σε πόλεις κράτη και φυλετικά βασίλεια, ενώ παρ’ ότι το ρεύμα του πανελληνισμού (Ισοκράτης κλπ) προσέβλεπε στην ηγεμονία της Μακεδονίας με στόχο την λήξη των αδελφοκτόνων πολέμων και την αντιμετώπιση του εξωτερικού εχθρού, ό Φίλιππος και ο Αλέξανδρος δεν έφτιαξαν ένα συγκεντρωτικό ελληνικό κράτος, το οποίο να περιλαμβάνει οργανικά τις ελληνικές πολιτείες του νότου. Η απόλυτη πολιτική ενότητα του Ελληνισμού επιτυγχάνεται με την ρωμαϊκή κατάκτηση, η οποία επικρατεί σε όλες τις ελληνικές χώρες και τα βασικότερα ελληνιστικά βασίλεια. Με την απώλεια της ρωμαϊκής κοιτίδας στους βαρβάρους και τον ένδοθεν εξελληνισμό της ανατολικής αυτοκρατορίας, το λεγόμενο Βυζάντιο μετασχηματίζεται σε ένα οιονεί ελληνιστικό βασίλειο, παρά τη διατήρηση του ρωμαϊκού ονόματος και της συνημμένης συλλογικής ταυτότητας πολιτικής ιδεολογίας. Ο κλασσικισμός των Βυζαντινών αναγεννήσεων, σε συνδυασμό με την απώλεια του πολυεθνικού χαρακτήρα της αυτοκρατορίας μετά τον 13ο αιώνα, οδηγούν σε μία αναβίωση του ελληνικού ονόματος και μία πιο «στενή» κατανόηση του κράτους ως εθνικού ελληνορθοδόξου βασιλείου. Τούτο θα ισχύσει περισσότερο στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, με τους συνειδητά ελληνιστές βασιλείς Ιωάννη Γ’ Βατάτζη και Θεόδωρο Β’ Λάσκαρη (που ονόμαζε την μικρασιατική επικράτειά του Ελλάς), και λιγότερο στην αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, όπου μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1261 η ρωμαϊκή ιδέα αναζωογονείται.

Μετά την άλωση του 1453, οι υπόδουλοι Έλληνες (οι κυρίως ελληνόφωνοι μεταβυζαντινοί Ρωμαίοι ορθόδοξοι) θα προσδοκούν στον «μαρμαρωμένο βασιλιά», ο οποίος θα πάρει την Πόλη. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δηλαδή της Ανατολής, θα γίνει, έμμεσα και ακούσια, το πρώτο αληθινό ελληνικό κράτος και θα δώσει την ιδέα της ιδεώδους, χαμένης πολιτείας προς ανασύσταση στους Έλληνες επαναστάτες. Το όραμα του Ρήγα για την Ελληνική Δημοκρατία μπορεί να ήταν πολυεθνικό και φιλελεύθερο, κατά την έμπνευση της Γαλλικής επανάστασης, αλλά γεωγραφικά και συμβολικά δεν αποτελούσε παρά μία ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκσυγχρονισμένης κατά τις αρχές της διακυβέρνησης και των πολιτικών δικαιωμάτων. Το «σχέδιον μέγα» της Φιλικής Εταιρείας προέβλεπε γενική εξέγερση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, πυρπόληση του οθωμανικού στόλου και φόνο του σουλτάνου. Μπορεί μεν η Μεγάλη Ιδέα να αποκρυσταλλώθηκε ως όραμα μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, με σημείο αναφοράς τη διάσημη αγόρευση του Κωλέττη στη Βουλή, και το Βυζάντιο να βρήκε τη νόμιμη θέση του στην ιστοριογραφία με το συνθετικό έργο του Παπαρρηγόπουλου, αλλά το περιεχόμενο της βυζαντινής αναγέννησης και της δια του Βυζαντίου συνέχειας αρχαίας και νέας Ελλάδος σε κάθε περίπτωση προϋπήρχε, από τον καιρό του Νεοελληνικού Διαφωτισμού τουλάχιστον – και σε πιο ασαφή μορφή ακόμη νωρίτερα.

Το άφευκτο δίλημμα και η γεωπολιτική εκκρεμότητα του Ελληνισμού

Σε κάθε περίπτωση όμως, από το μεγάλο έπος του 1821-1829 προέκυψε ένα μικρό κράτος στο νοτιοδυτικό άκρο της Οθωμανικής Ευρώπης, το οποίο περιείχε τον Μοριά, τη Ρούμελη και κάποια νησιά. Ήταν ένα περιφερειακό και λιγότερο ανεπτυγμένο κομμάτι του ελληνικού κόσμου, αλλά εθνοτικά συμπαγές, μακριά από τα οθωμανικά κέντρα ισχύος, με ισχυρές ναυτικές βάσεις, ένοπλα προεπαναστατικά σώματα κλπ. Όπως ορθά παρατήρησε η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, οι Έλληνες ήταν οι μόνοι Βαλκάνιοι που δεν ελευθέρωσαν την κοιτίδα τους, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Η Αθήνα, ως νεοελληνική πρωτεύουσα από την έλευση των Βαυαρών και έπειτα, είχε έναν χαρακτήρα προσωρινής βασιλικής καθέδρας, μέχρι βεβαίως να επέλθει το ποθούμενο. Η λαμπρή όμως αίγλη της κλασσικής αρχαιότητας, με υπέρτατο σύμβολο την (αποκαθαρμένη από βυζαντινά, φραγκικά και οθωμανικά κατάλοιπα) Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, της έδινε μία αυτοτέλεια που δρούσε ανταγωνιστικά προς το βυζαντινό όραμα, αξιοποιώντας παράλληλα την αρχαιολατρεία του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Μετά κόπων και βασάνων, το ελληνικό κράτος μπόρεσε να επεκταθεί τμηματικά κυρίως προς βορράν, σε έναν μεγάλο αγώνα δρόμου με τους άλλους Βαλκανίους (ιδίως τους πολύ δυναμικούς Βουλγάρους), για να αγγίξει την ακτή του Βοσπόρου. Το 1864 προστέθηκαν τα Επτάνησα, δώρο των Βρετανών προς τον βασιλιά Γεώργιο Α΄. Το 1881 ενσωματώθηκε η Θεσσαλία πλην Ελασσόνας και η Άρτα, ενώ η ηρωική εξόρμηση των Βαλκανικών πολέμων (1912-13) απελευθέρωσε την Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Η συμμετοχή της Ελλάδος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξαργυρώθηκε με τη δυτική Θράκη, από όπου εκδιώχθηκε η Βουλγαρία, την ανατολική Θράκη μέχρι τα πρόθυρα της Βασιλεύουσας, και μία πενατετή «εντολή» στην περιφέρεια της Σμύρνης, με στόχο τη διενέργεια δημοψηφίσματος ώστε οι κάτοικοι της περιοχής να αποφασίσουν για το μέλλον της. Η συνθήκη των Σεβρών όμως, η οποία καταλόγιζε την λεία αυτή στην Ελλάδα με τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1920) δεν επικυρώθηκε από κανέναν από τους συμμάχους, και η αντίδραση του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος οδήγησε στην ήττα της Ελλάδος κατά τη μικρασιατικής εκστρατεία, την υποχώρηση του ηττημένου ελληνικού στρατού και τον εκπατρισμό 1,5 εκατομμυρίου Ελλήνων από τις αρχέγονες εστίες τους, χωρίς να υπολογίζονται οι εκατοντάδες χιλιάδες που είχαν εξολοθρευτεί από το 1914. Η συνθήκη της Λωζάνης (1923) καθιέρωνε το μέχρι σήμερα ισχύον εδαφικό καθεστώς στην Θράκη και το Αιγαίο, ενώ η σύμβαση ανταλλαγής πληθυσμών ολοκλήρωνε τον ξεριζωμό του ασιατικού ελληνισμού – προσφέροντας παράλληλα και μία ανεκτίμητη εθνοτική ομοιογένεια στον ελλαδικό κορμό. Η Βόρειος Ήπειρος, παρότι κατελήφθη τρις από τον ελληνικό στρατό (1913, 1914-17, 1940-41), δεν ενσωματώθηκε στο ελληνικό βασίλειο λόγω ξένων αντιδράσεων. Τα Δωδεκάνησα, υπό ιταλική κατοχή από το 1912, αποδόθηκαν στην Ελλάδα το 1947-48. Οι αγώνες των Κυπρίων για ένωση με την μητέρα πατρίδα (1931, 1955-59) βρήκαν μερική μόνο δικαίωση με την ανακήρυξη ανεξάρτητου κράτους (1960), πριν το προδοτικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, η οποία κατέληξε στη διχοτόμηση της μεγαλονήσου.

Καθ’ όλην τη διάρκεια αυτής της εδαφικής επέκτασης και συμπύκνωσης, το βασικό πρόβλημα ήταν η διασπορά του ελληνισμού σε μία τεράστια και εθνολογικώς ανομοιογενή έκταση, την οποία διεκδικούσαν και άλλοι λαοί, και επιπλέον είχε θεμελιώδη σημασία για την παγκόσμια γεωπολιτική και τα συμφέροντα όλων των Μεγάλων Δυνάμεων. Και εάν οι Έλληνες αποτελούσαν πλειονότητα ή έστω συμπαγή πληθυσμιακή μάζα σε περιοχές όπως η Ήπειρος, η Κρήτη, η Κύπρος, τμήματα της Μακεδονίας και των μικρασιατικών παραλίων, αλλού ήταν μειονότητα αραιά κατανεμημένη σε συγκεκριμένες πόλεις και οικισμούς, περικυκλωμένη από αλλοφύλους και αλλοθρήσκους. Υπήρχαν περιοχές με πολύ μεγάλη ελληνική παρουσία, οι οποίες όμως ήταν πολύ μακριά από το εθνικό κέντρο, όπως ο Πόντος και η Καππαδοκία. Τυχόν κατάληψή τους από το ελληνικό κράτος ήταν απολύτως αδιανόητη, καθώς έλειπαν τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα, αλλά και οι δημογραφικές προϋποθέσεις. Ακόμη και η ελληνική ζώνη κατά την μικρασιατική εκστρατεία περιοριζόταν προς την περιφέρεια της Σμύρνης με ανατολικό όριο την Φρυγία – η προς Άγκυραν εκστρατεία δε στόχευε την προσάρτηση της κεντρικής Μικράς Ασίας (η οποία σχεδόν δεν είχε Έλληνες) αλλά τον εξαναγκασμό των Τούρκων εθνικιστών σε συνθηκολόγηση.

Το απαραίτητο αλλά αδύνατον της υπερεθνικής υπέρβασης

Το τμηματικό και ημιτελές της εδαφικής αποκατάστασης του Ελληνισμού δημιουργούσε ένα μεγάλο πρόβλημα. Κάθε φορά που ένα κομμάτι του ελληνικού κόσμου εξεγειρόταν κατά του (συνήθως Οθωμανού) δυνάστη, τα υπόλοιπα κινδύνευαν με αντίποινα. Κάθε περιφέρεια που απελευθερωνόταν άφηνε τις υπόλοιπες στην άλλη πλευρά των συνόρων, με τους Τούρκους να βυθίζονται ολοένα στην ανασφάλεια για το μέλλον της αυτοκρατορίας τους, η οποία τελικά εκτονώθηκε με γενοκτονική βία. Αυτό το δίλημμα δρούσε ανασταλτικά για πολλές απελευθερωτικές κινήσεις, οδηγούσε σε δυσπιστία την Εκκλησία ή άλλους φορείς μπροστά στο ενδεχόμενη επανάσταση κατά των Τούρκων, ενώ οδήγησε πολλούς Έλληνες της ανατολής στην ελπίδα ενός ειρηνικού ελληνο-οθωμανισμού. Με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839, 1856) και ειδικά τις υποσχέσεις των Νεοτούρκων (1909) πολλοί ήλπισαν πως θα μπορούσαν να ζήσουν στις πατρογονικές εστίες τους με ασφάλεια και ισότητα, με τους όρους μίας φιλελεύθερης συνταγματικής τάξης που θα μετέτρεπε την Οθωμανική αυτοκρατορία σε μία σύγχρονη κοινοπολιτεία των λαών της ανατολής. Καλλιεργείτο ταυτόχρονα η προσδοκία πως η διαρκής οικονομική και δημογραφική άνοδος των Ελλήνων θα τους επέτρεπε να υποσκελίσουν τους φθίνοντες Τούρκους στην ηγεσία της αυτοκρατορίας, ή να επιτύχουν μία ισορροπημένη δυαρχία κατά το αυστρο-ουγγρικό μοντέλο. Τούτη η προσδοκία βέβαια αποδείχθηκε απολύτως χιμαιρική, καθώς θα ήταν αδιανόητο οι Τούρκοι να συμβιβαστούν με τους πρώην υποδούλους, ή να τους δώσουν δικαιώματα στη διακυβέρνησης – ούτε έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία βιώσιμο χριστιανο-μουσουλμανικό κράτος. Ο μετασχηματισμός της υπό οθωμανική δεσποτεία μεταβυζαντινής οικουμένης θα ήταν η μόνη ολοκληρωτική λύση για τον Ελληνισμό από γεωπολιτική άποψη, όμως βρισκόταν απολύτως στην σφαίρα του ανέφικτου.

Πιο ρεαλιστικό φαινόταν το ενδεχόμενο της συνεργασία των ορθοδόξων βαλκανικών λαών για την κοινή απελευθέρωση από τους Τούρκους και τη δημιουργία ενός μεγάλου κράτους, το οποίο θα είχε έναν κάποιο όγκο και κάποιαν ισχύ, που θα καθιστούσε πιο δύσκολη τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Έλληνες, ως προνομιακοί φορείς της βυζαντινής κληρονομιάς και των εκκλησιαστικών – εκπαιδευτικών δικτύων του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του οποίου το συμβολικό βάρος ήταν διόλου ευκαταφρόνητο, θα μπορούσαν να έχουν την πρωτοπορία σε αυτόν τον αγώνα, όπως υποδεικνύει και το όραμα του Ρήγα. Μέχρι τον τα μέσα του 19ου αιώνα άλλωστε, οι Έλληνες δεν είχαν ακόμη συμβιβαστεί με την ύπαρξη άλλων συνειδητοποιημένων εθνών στη χερσόνησο του Αίμου. Η χάραξη όμως μίας παμβαλκανικής απελευθερωτικής πολιτικής θα απαιτούσε οργανωτικές ικανότητες, οικονομικούς πόρους, ιδεολογική αυτοτέλεια και κυρίως πολιτική ανεξαρτησία, πράγματα τα οποία δυστυχώς δεν διέθετε το νεοελληνικό κράτος. Έτσι, προέκυψαν οι ανελέητοι αγώνες (εκπαιδευτικοί, θρησκευτικοί, ένοπλοι) κατά των Βουλγάρων για την ψυχή και το έδαφος της Μακεδονίας, και η ανεπιτυχής προσπάθεια των Ελλήνων Αρβανιτών να προσελκύσουν τους Ορθοδόξους της Αλβανίας σε ένωση με τον Ελληνισμό. Με τη σειρά τους, οι Βούλγαροι ειδικά και οι Ρουμάνοι, συνδύασαν την προσπάθεια για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού με την ανάπτυξη δικής τους εθνικής γλώσσας και παιδείας, μακριά από την ποδηγέτηση του Έλληνα δασκάλου και του Έλληνα ιερέα.

Έχει ειπωθεί πως η Ελληνική επανάσταση και ο ελληνικός εθνικισμός αφύπνισε τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, και πως μία προσήλωση σε ένα πρόγραμμα εκ των έσω μεταρρύθμισης και «κατάληψης» της οθωμανικής οικουμένης θα είχε φέρει καλύτερα αποτελέσματα και έναν ιδεατό εξελληνισμό των Βαλκανίων. Τούτη η κρίση όμως είναι μόνο εν μέρει αληθής, καθώς ναι μεν η ελληνική ανεξαρτησία προκάλεσε την απαραίτητη αναταραχή για να εμπνευσθούν και οι άλλοι ορθόδοξοι για τη δική τους εθνική χειραφέτηση, όμως οι βαλκανικοί λαοί δεν ήταν αθύρματα των ελληνικών προθέσεων και ενεργειών, ούτε τελείως άμοιροι ταυτότητας και ιστορικής συνείδησης. Τα πρώτα βήματα «αφύπνισης» των Βουλγάρων χρονολογούνται ήδη τον 18ο αιώνα, ενώ οι Ρουμάνοι και οι Σέρβοι μόνο εν μέρει βρίσκονταν υπό οθωμανικοί κατοχή. Οι πολυάριθμοι ομόφυλοί τους στο αυστριακό έδαφος ήταν πολύ δραστήριοι σε πολιτικό και πνευματικό επίπεδο, παίζοντας στην εθνική αναγέννηση ρόλο αντίστοιχο εκείνο των ελληνικών παροικιών της Ευρώπης ή των Επτανήσων. Οι Σέρβοι, ας μην ξεχνάμε, είχαν αυτόνομη ηγεμονία πριν καν ξεκινήσει η Ελληνική επανάσταση. Ο υπέρ του δέοντος λοιπόν προσανατολισμός σε μία ελληνο-οθωμανική λογική, αντί εκείνης του σταδιακώς επεκτεινόμενου έθνους κράτους,  δημιουργούσε τον κίνδυνο να μείνει η Ελλάδα «πίσω» στον αγώνα για τη διανομή των ιματίων του «μεγάλου ασθενούς», και τα σημερινά ελληνικά εδάφη θα είχαν καταλάβει Σέρβοι, Βούλγαροι και Τούρκοι.

Αντί επιλόγου

Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας το 1922 (και 1974), μαζί με την διαρκή εξωτερική εξάρτηση του ελληνικού κράτους και τη γενική φθίση των τελευταίων ειδικά δεκαετιών, δημιουργούν μία εικόνα γενική αποτυχίας, μίας Ελλάδος δίχως ταυτότητα και συλλογικό στόχο, στον αργό δρόμο προς την λήθη. Από την άλλη, δεν είναι δυνατόν να περιφρονούνται ή να παραβλέπονται οι πελώριοι αγώνες των τελευταίων διακοσίων χρόνων, επιτυχημένοι ή μη, στους οποίους αφοσιώθηκαν χιλιάδες επί χιλιάδων καλών Ελλήνων, με την πένα και την λόγχη, την παραγωγική προκοπή και τους κοινωνικούς αγώνες. Εξερχόμενος από την φτώχεια, την απαιδευσία και το χαοτικό περιβάλλον της οθωμανικής δυναστείας, ο Ελληνισμός δεν είχε τα εφόδια να διαχειριστεί την παν-πολιτισμική και αυτοκρατορική κληρονομιά του, ώστε ακώλυτα και αποφασιστικά να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του έθνους και των δικτύων της ανατολής, στο ανελέητο περιβάλλον του 19ου και του 20ου αιώνος. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πολιτισμική αυτοσυνειδησία, θεσμική παράδοση, εποπτεία της παγκόσμιας «σκακιέρας» και οικονομική ευρωστία σε πολύ υψηλά επίπεδα, πέραν των δυνατοτήτων του νεοσύστατου κράτους των Αθηνών, της πολιτικής του ηγεσίας και των πνευματικών ταγών του.

Η ιστορία όμως δεν δίνει μετάλλια προσπάθειας ή συμμετοχής, όπως γίνεται στα παιδικά αθλήματα. Είναι πολύ σκληρή στους μικρούς λαούς, και ακόμη σκληρότερη στους μεγάλους λαούς που εξέπεσαν. Η έξοδος από τον μηδενισμό και την παραίτηση απαιτεί  την ταυτόχρονη ενίσχυση των κρατών της Ελλάδος και της Κύπρου – τελευταίων καταφυγίων του έθνους – με την ενεργοποίηση των δυνατοτήτων της διασποράς, υπό το πλαίσιο μίας φιλοσοφικής και πολιτισμικής ανάτασης η οποία να απαντά στη σύγχυση και τις πολλαπλές πιέσεις της μετανεοτερικότητας, στον αρχόμενο 21ο αιώνα. Τούτο όμως εκφεύγει της θεματικής αυτού του δοκιμίου.

, , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *