James Emerson, Count Pecchio & W.H. Humphreys, Τα ημερολόγια τριών Ευρωπαίων περιηγητών – εθελοντών, (εκδόσεις Λαβύρινθος)

Γράφει ο Νίκος Νικολούδης

Οι πληροφορίες των περισσότερων αναγνωστών για την Ελληνική Επανάσταση προέρχονται κυρίως από τρεις κατηγορίες έργων: γενικές ιστορίες της Επανάστασης, απομνημονεύματα ή βιογραφίες (αγωνιστών ή φιλελλήνων), περιγραφές και αναλύσεις των κυριότερων πολεμικών, διπλωματικών ή πολιτικών γεγονότων της. Κάθε αναγνώστης που μελετά τα πιο σημαντικά έργα καθεμιάς από αυτές τις κατηγορίες πιθανότατα αισθάνεται ότι γνωρίζει ικανοποιητικά την ιστορία της δεκαετίας 1820-30 που διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους.

Είναι όμως πράγματι έτσι; Η Ελληνική Επανάσταση εξακολουθεί να «κρύβει» μέχρι σήμερα αρκετές φαινομενικά ανεξήγητες αντιφάσεις που συνεχίζουν να προβληματίζουν ακόμη και τους ειδικούς. Συνεπώς, όσον αφορά τη μελέτη πρωτογενών πηγών, δεν αρκεί η προσέγγιση των βιογραφιών ή απομνημονευμάτων των γνωστών πρωταγωνιστών προκειμένου να αντιληφθεί κανείς το πνεύμα εκείνης της ταραγμένης περιόδου αλλά είναι αναγκαία η αξιοποίηση και λιγότερο γνωστών μαρτυριών που συμπληρώνουν ή διαφοροποιούν ορισμένες λιγότερο γνωστές πτυχές της. 

Μια τέτοιου είδους αρκετά διαφοροποιημένη προοπτική προσφέρουν οι σχετικά άγνωστες μαρτυρίες δύο Βρετανών και ενός Ιταλού που βρέθηκαν στην Ελλάδα το 1825. Πρόκειται για τρεις φιλέλληνες (με την ευρύτερη έννοια του όρου) οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις αλλά ταξίδεψαν στην Ελλάδα περισσότερο ως περιηγητές, καταγράφοντας τις εντυπώσεις τους για χάρη των συμπατριωτών τους. Οι μαρτυρίες τους έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί σχολιάζουν γεγονότα που συνέβησαν σε μια κρίσιμη χρονιά στη διάρκεια της οποίας ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος (μεταξύ των Μοραϊτών από τη μια πλευρά και των Ρουμελιωτών-Υδραίων από την άλλη) έφθανε στην κορύφωσή του, ενώ ταυτόχρονα τα στρατεύματα του Ιμπραήμ αποβιβάζονταν στην Πελοπόννησο διαλύοντας την παραπλανητική εντύπωση ότι η Επανάσταση είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά στη νότια Ελλάδα. Οι δύο Βρετανοί ήταν ο Αγγλοϊρλανδός Τζέημς Έμερσον Τένεντ και ο Ουίλλιαμ Χένρυ Χάμφρεϋς, ενώ ο Ιταλός ήταν ο Μιλανέζος κόμης Τζουζέπε Πέκιο. 

Ο Τζέημς Έμερσον είχε γεννηθεί το 1804 στο Μπέλφαστ, συνεπώς την περίοδο που αφορούν οι εδώ περιγραφές του ήταν 21 ετών. Είχε σπουδάσει νομικά στο Δουβλίνο, διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες και βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1824, ως μέλος του κύκλου του λόρδου Μπάιρον, μετά τον θάνατο του οποίου επέστρεψε για ένα σύντομο διάστημα στην Αγγλία. Το δεύτερο ταξίδι του στη χώρα μας, το 1825, τον οδήγησε στα Ιόνια νησιά, την Πελοπόννησο, την Ύδρα, τις Σπέτσες, το Αιγαίο αλλά και τη Μικρά Ασία. Ο Έμερσον είχε ειδικευτεί στην τεχνογνωσία των κανονιών και προσπάθησε να την μεταδώσει στους επαναστάτες, οι οποίοι τον αντάμειψαν απονέμοντάς του τον βαθμό του λοχαγού (αργότερα παρασημοφορήθηκε και από τον Όθωνα). Το κείμενό του για την Ελλάδα (τη δημοσίευση του οποίου ακολούθησαν δύο ακόμη, το 1829 και το 1830) συνέβαλε σημαντικά στην προώθηση του φιλελληνισμού στη χώρα του. Κατά τη δεκαετία του 1830 εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής. Πέθανε το 1869. Από τις εντυπώσεις του στη διάρκεια του 1825 παραθέτουμε ένα απόσπασμα που αποτυπώνει την τότε κατάσταση των αρχαιοτήτων της Αθήνας (σε μετάφραση Θαλή Ν. Καραγιαννόπουλου): «Ένα μέρος της εξωτερικής κάλυψης του Ναού του Θησέα έπεσε τελευταία κι όλοι οι κίονές του έχουν τόσο αναταραχτεί και μετατοπισθεί, ώστε φαίνεται πως έστω και η παραμικρή κίνηση στην γύρω περιοχή θα αρκούσε για να γκρεμιστούν. Το εσωτερικό του όπως και η πρόσβαση στον Παρθενώνα είναι σχεδόν αδιάβατα, λόγω των χαλασμάτων του ναού. Και πολλούς από τους πεσμένους κίονες, που μόλις μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση, τους έσπασαν για να χρησιμοποιηθούν σαν υποκατάστατα αντί για μπάλλες για το κανόνι του οχυρού. Ο Ναός των Ανέμων και ο Φανός του Δημοσθένους [Μνημείο του Λυσικράτους] έχουν σχεδόν καταπλακωθεί από τα ερείπια των γύρω σπιτιών […] Και οι σύγχρονοι Αθηναίοι, παρόλη την υπερηφάνειά τους γι’ αυτήν τους την ιδιοκτησία, φαίνονται να μην λαμβάνουν ιδιαίτερα μέτρα για την διατήρησή της. Οι Τούρκοι έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να τα καταστρέψουν ολοκληρωτικά στην περίπτωση που ξανακυριεύσουν την Αθήνα, καθώς θεωρούν ότι όσο αυτά παραμένουν εξυπηρετούν στην διατήρηση του ηθικού των Ελλήνων, προκαλώντας ταυτόχρονα αισθήματα συμπάθειας για την τύχη τους στις καρδιές των Ευρωπαίων» (σελ. 176-7). 

Ο κόμης Τζιουζέπε Πέκκιο (1785-1837) ήταν πολιτικός, νομομαθής, ιστορικός και οικονομολόγος. Λόγω της εμπλοκής του στις επαναστατικές ζυμώσεις για την απελευθέρωση της Ιταλίας που συνέπεσαν με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βρετανία. Εκεί εντάχθηκε στο Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου ως εκπρόσωπος του οποίου παρέμεινε στο Ναύπλιο επί τρεις μήνες το 1825 προκειμένου να παρακολουθήσει τους τρόπους αξιοποίησης από τους Έλληνες της έκτης δόσης των βρετανικών δανείων. Από το κείμενό του παρουσιάζουμε το απόσπασμα στο οποίο περιγράφει τον θάνατο του συμπατριώτη του, κόμη Σανταρόζα, στη Μάχη της Σφακτηρίας, κατά τη σύγκρουση με τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ: «Ο κόμης Σανταρόζα, ο στενός μου φίλος, έπεσε στην μάχη. Λίγους μήνες πριν είχε έλθει στην Ελλάδα μαζί με τον ταγματάρχη Κολλένιο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Κυβέρνηση κι έχοντας γίνει δεκτός μάλλον ψυχρά, φόρεσε την αρβανίτικη ενδυμασία και με ενθουσιασμό σταυροφόρου κατατάχτηκε στο ελληνικό στράτευμα, ως απλός εθελοντής. Τόσο στο στρατόπεδο, όσο και στην μάχη προσπαθούσε να εμφυσήσει τον δικό του ενθουσιασμό στους στρατιώτες. Την ημέρα της επίθεσης κατά του νησιού, εκείνος απαξίωσε να διαφύγει, όπως θα μπορούσε να είχε κάνει μαζί με τους άλλους φυγάδες, με ένα ελληνικό μπρίκι, μα προτίμησε να περιμένει τον εχθρό. Οι λιγοστοί Έλληνες που ακολούθησαν το παράδειγμά του βρήκαν ένδοξο, μα κι ανώφελο θάνατο» (σελ. 265). 

Ο Ουίλλιαμ Χένρυ Χάμφρεϋς, ο δεύτερος Βρετανός που παρουσιάζεται στο βιβλίο, ήταν μια πιο σκοτεινή φυσιογνωμία. Είχε φοιτήσει στη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ και είχε έλθει στην Ελλάδα στην αρχή της Επανάστασης, χωρίς όμως να προλάβει να παρευρεθεί στην άλωση της Τριπολιτσάς. Τον Ιανουάριο του 1824 είχε σταλεί από το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου στο Μεσολόγγι, όπου ήλθε σε επαφή με τον Μπάιρον και άτομα του κύκλου του όπως ο Έντουαρντ Τρελώνυ και ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοουπ. Στις αρχές του 1825 του ανατέθηκε από την ελληνική κυβέρνηση η διοίκηση ενός μικρού σώματος Σουλιωτών αλλά στη συνέχεια κατηγορήθηκε για ανάμιξη στην απόπειρα δολοφονίας του Τρελώνυ (γαμπρού του Οδυσσέα Αντρούτσου και υπεύθυνου για τη φύλαξη του θησαυρού του) από μια ομάδα Άγγλων, και συνελήφθη για λιποταξία. Απελευθερώθηκε τον Αύγουστο εκείνου του χρόνου και επέστρεψε στην Αγγλία. Στα τέλη του 1826 γνωστοποιήθηκε ο θάνατός του, που πιθανολογείται ότι συνέβη στη Ζάκυνθο ή την Αίγινα. Από το κείμενό του σταχυολογούμε ένα απόσπασμα στο οποίο περιγράφεται με ζωηρά χρώματα η ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1825, περίοδο κατά την οποία είχε φθάσει στην Ελλάδα η πολυαναμενόμενη πρώτη δόση των αγγλικών δανείων: «Η έδρα της Κυβέρνησης ήταν μια πολύβουη Βαβέλ, γεμάτη απατεώνες, με ποικιλία ενδυμάτων από όλα τα έθνη – ένα ανακατεμένο σκηνικό βρώμικου μεγαλείου κι ακόμη πιο βρώμικης αθλιότητας. Οι δρόμοι είχαν την εμφάνιση μιας θλιβερής μασκαράτας. Μισοπεινασμένοι τυχοδιώκτες, υποψήφιοι για θέσεις και δουλειές στην Κυβέρνηση, είχαν το στόμα τους ανοιχτό περιμένοντας το Αγγλικό Δάνειο και τέντωναν και το τελευταίο τους νεύρο ώστε ν’ αρπάξουν ένα κομμάτι, ας ήταν και μικρό, μέσα στο γενικό σπρωξίδι. Ουδέποτε έχει επιδειχθεί θερμότερος ζήλος υπέρ μιας Μεγάλης Δυνάμεως όσο τότε στο Ναύπλιο. Η παραμικρή σκιά ότι κάποιος δεν συμφωνούσε με τις άσπιλες διαδικασίες και την πανσοφία των τότε κυβερνώντων, που ενεργούσαν σαν συνταγογράφοι αυτού του «κέρατος της αφθονίας» επέφερε την άμεση καταδίκη. Κι ο Κολοκοτρώνης, ο Υψηλάντης, ο Νικήτας, ο Οδυσσέας […], όλοι τους κατηγορήθηκαν δίχως δικαίωμα εφέσεως, χαρακτηριζόμενοι ως προδότες και αντιπατριώτες. Οι λιβανωτοί και οι κολακείες που προσφέρονταν στους κρατούντες, που κάθε άλλο παρά άμαθοι ήσαν σ’ αυτά, τους αποστέρησαν κάθε σεμνότητα και σύνεση» (σελ. 373-4). 

Ολοκληρώνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση οφείλουμε να αναφέρουμε ότι η ελληνική έκδοση των τριών κειμένων ήταν λιγότερο εύκολη από όσο ενδεχομένως υπονοείται. Οι συγγραφείς τους σε πολλές περιπτώσεις κατέγραψαν παρεφθαρμένα τα ονόματα περιοχών που επισκέφθηκαν, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά την ταύτισή τους. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το συνολικό αποτέλεσμα δικαιώνει το εγχείρημα της έκδοσής αυτών των κειμένων, προς όφελος τόσο των ειδικών ερευνητών όσο και των φιλιστόρων αναγνωστών.

istorikathemata.com

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.