Oι αιτίες της κρίσης του 3ου μ.Χ. αιώνα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

Το ερώτημα γύρω από το ποιο έτος θα μπορούσε να προσδιοριστεί ως το εναρκτήριο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας είναι από μόνο του λίαν περίπλοκο, καθότι η Ρωμαϊκή μπορεί μεν να παρήκμασε, αλλά δεν εξαλείφθηκε.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι crisis-third-century-COVER-696x400.webp

Έτσι, η Βυζαντινή καθίσταται ως η συνέχεια της προκατόχου της η οποία, με βάση την παράδοση, θεωρείται πως ιδρύθηκε το 753 π.Χ. Οπωσδήποτε, μια βολική και πιο προσιτή ημερομηνία έναρξής της είναι η βασιλεία του Μεγάλου Κωνσταντίνου από διάφορες απόψεις. Αυτή όμως είναι αδύνατον να γίνει κατανοητή χωρίς να λάβουμε υπόψιν μας τα σοβαρά γεγονότα που προέκυψαν κατά την περίοδο που έχει επικρατήσει να ονομάζουμε ως κρίση του 3ου μ.Χ. αιώνος. Ήταν τα γεγονότα και τα επακόλουθα προβλήματα λοιπόν αυτά που δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την αναδιάρθρωση και αναβίωση της Ρώμης κατά τα επόμενα χρόνια, που σταδιακά οδήγησαν στη θεμελίωση της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας του Βυζαντίου.

Μάρκος Αυρήλιος Σεβήρος Αλέξανδρος (208-235)

Στη διάρκεια των πενήντα ετών (235-284) μεταξύ του θανάτου του Σεβήρου Αλεξάνδρου και της διαδοχής του από τον Διοκλητιανό οι Ρωμαίοι πολίτες βίωσαν τη αποσάθρωση σχεδόν ολοκλήρου του τρόπου διαβίωσής τους που ξεκινούσε από την κυβέρνηση και τη στρατιωτική οργάνωση και έφτανε έως την οικονομία, ακόμα και τoν τρόπο σκέψης του μέχρι τότε αρχαίου κόσμου.

Από πολιτικής πλευράς, ουδείς αυτοκράτωρ μπορούσε να νοιώθει ακαταμάχητος ή πλήρως ασφαλής, καθότι σχεδόν όλοι τους, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, πέθαναν βιαίως από τα χέρια των εκάστοτε αποσταστών. Τα σύνορα συρρικνώθηκαν αισθητά, ενώ οι βάρβαροι εισβολείς (πρωτίστως από το βορρά και την ανατολή) συνέρρεαν μαζικά στην ενδοχώρα με τον αποδιοργανωμένο στρατό να αδυνατεί να αναχαιτήσει τις ορδές τους. Ταυτοχρόνως, διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας ανακήρυξαν την ανεξαρτητοποίησή τους. Η οικονομία καταποντίστηκε, ο πληθωρισμός ανέβασε τις τιμές σε δισθεώρητα ύψη, ενώ η κοπή νομισμάτων κατέστη ουσιαστικώς άχρηστη. Ως εκ τούτου, οι αγορές, κυρίως σε ακριτικές περιοχές, πραγματοποιούνταν αποκλειστικά σε είδος.

Άρα δεν μπορεί να αποτελέσει έκπληξη η πολιτιστική κρίση που επήλθε ως αποτέλεσμα των νέων ζοφερών συνθηκών, μια κρίση που επέφερε ποικίλες αλλαγές στο τρόπο έκφρασης της τέχνης, τη λογοτεχνία, ακόμη και τη ρωμαϊκή θρησκεία. Οι σύγχρονοι ιστορικοί αναφέρονται σε περίοδο «στρατιωτικής αναρχίας», δεδομένου ότι εξαιρετικά λίγοι από τους αυτοκράτορες κρατήθηκαν στο θρόνο τόσο ώστε να ιδρύσουν δυναστεία ή να χαράξουν κάποια σταθερή πολιτική κατεύθυνση. Σημειωτέον δε πως οι περισσότεροι εξ αυτών ήταν σκληροί και τραχείς στρατιωτικοί, ικανοί μεν στον τομέα τους, αλλά ούτε γνώριζαν ούτε είχαν προετοιμαστεί στον ιδαίτερο τρόπο πολιτικής διακυβέρνησης ενός αχανούς κράτους.

Διοκλητιανός (284-305)

Δεν είναι απολύτως σαφές τι προκάλεσε, αλλά, πιο πολύ, τι επιδείνωσε την κρίση. Συνηθίζεται μεν στην επιστημονική κοινότητα να επιρρίπτονται οι περισσότερες των ευθυνών στους κυβερνώντες, κατά την προβληματική αυτή πεντηκονταετία, αλλά είναι και δύσκολο να πούμε τι διαφορετικό θα μπορούσαν να είχαν πράξει ώστε να αναστρέψουν την κατάσταση, αν λάβουμε υπόψιν μας πως τα πράγματα είχαν ήδη πάρει τροπή αδιεξόδου. Άλλοι συνδέουν το πρόβλημα με το κενό της νομοθεσίας περί διαδοχής στο θρόνο. Είναι αλήθεια πως δεν υπήρχαν απολύτως ξεκάθαροι τρόποι για την εδραίωση της νομιμότητας, εκτός από αυτόν κατά τον οποίον ο εν ενεργεία αυτοκράτωρ επέλεγε μόνος του και τον διάδοχό του.

Τον πρώτο αιώνα – και δη μετά το 180 μ.Χ. – ο θρόνος ήταν οικογενειακή υπόθεση, περνώντας από πατέρα σε γιο. Η κατάσταση άλλαξε κατά τον 2ο αιώνα, όταν κάποιοι άτεκνοι αυτοκράτορες ρύθμιζαν τη μετά θάνατον αντικατάστασή τους από στενούς συνεργάτες ή προσωπικούς φίλους τους. Όταν όμως πέθαιναν χωρίς να ονοματίσουν διάδοχο, το πρόβλημα συνήθως επιλύετο με διαδοχή είτε από στελέχη της πολιτικής διοίκησης (δικαστές, γραφειοκράτες, γερουσιαστές) είτε από στρατιωτικούς (κυρίως μέλη της πραιτωριανής φρουράς ή, αν και σπανιότερα, συνοριακών στρατευμάτων). Σε αρκετές δε περιπτώσεις, κατά τους δύο πρώτους αιώνες, η αλλαγή του αυτοκράτορος ολοκληρωνόταν με πραξικόπημα – υποκινούμενο από το παλάτι ή το στρατό – ή με εμφύλια σύρραξη. Την περίοδο μετά το 235 μ.Χ. οι αυτοκράτορες δεν κατείχαν το θρόνο για καιρό τόσο ώστε να μπορέσουν να εδραιώσουν μια νόμιμη διαδοχή.

Άλλοι πάλι ιστορικοί βλέπουν διαφορετικούς λόγους πίσω από την κρίση του 3ου αι. H πιο ενδιαφέρουσα από αυτές αφορά τους ελλιπείς θεσμούς της επαρχιακής διακυβέρνησης. Η πρώϊμη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ένα είδος ομοσπονδίας πόλεων με τοπική αυτοδιοίκηση. Ο κυβερνήτης είχε την ευθύνη για τη συλλογή φόρων, την απονομή δικαιοσύνης, την οργάνωση και ετοιμότητα του στρατού. To τοπικό συμβούλιο των πολιτών (curia) ελέγχετο και διοικείτο από την τοπική αριστοκρατία, τους λεγομένους curiales, οι οποίοι ταύτιζαν τα ρωμαϊκά συμφέροντα με τα δικά τους και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων για τη συντήρηση των πόλεων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 2ου αιώνος μ.Χ., προέκυψαν ουσιώδη προβλήματα, με τα τοπικά συμβούλια των πολιτών να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στην κάλυψη ακόμη και των βασικών αστικών αναγκών. Δεν υπάρχει ομοφωνία των μελετητών ως προς την προέλευση αυτών των προβλημάτων, αλλά ενδεχομένως έχει να κάνει με τη ροπή των επαρχιακών αριστοκρατικών οικογενειών προς το ίδιον όφελος, καθώς και με τις φιλοδοξίες ανόδου στην κλίμακα της ιεραρχίας, αφήνοντας τις ευθύνες και τα καθήκοντα σε υποδεέστερες κοινωνικώς οικογένειες, λιγότερο πλούσιες, όπου ασφαλώς στερούνταν δυνατότητος να ανταποκριθούν στην ανάλογη οικονομική επιβάρυνση της συντηρήσεως των βασικών δομών της πόλης.

Σε αυτήν την κατάσταση που ολοένα χειροτέρευε, η κεντρική διοίκηση της Ρώμης δεν είχε άλλη επιλογή πλην της απροθύμου επεμβάσεώς της για την κάλυψη των εξόδων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όλα αυτά, φυσικά, είχαν μεγάλο τίμημα, καθότι ήταν πρωτόγνωρο για την αυτοκρατορική διοίκηση και το ταμείο να διαθέτουν διαρκώς ποσά για τέτοιους απρόβλεπτους έως τότε σκοπούς, σηκώνοντας έτσι ένα τεράστιο βάρος για τις ανάγκες της επαρχίας και των απόμακρων πόλεων. Το αποτέλεσμα ήταν τα έξοδα να αυξάνονται δυσανάλογα με τα έσοδα. Αυτό οδήγησε την κυβέρνηση σε μεγαλύτερες φορολογικές επιβολές προς τους πολίτες για την κάλυψη κοινωνικών και στρατιωτικών αναγκών μαζί, λόγω των εχθρικών εισροών που κρατούσαν τα στρατεύματα σε διαρκή ετοιμότητα και εγρήγορση. Καθώς η κατάσταση διαιωνίζετο, το κράτος γινόταν όλο και πιο απαιτητικό, καταλήγοντας σε αδίστακτο και αδηφάγο φοροεισπράκτορα, με επερχόμενο αποτέλεσμα την διάτρηση του ιστού της ρωμαϊκής κοινωνίας.

ptisidiastima.com

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.