O Κελτο-Ρωμαϊκός πόλεμος του 390 π.Χ. (Μέρος Α’)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Κατά τη διάρκεια του 5ου π.Χ αιώνα μια σειρά πληθυσμιακών μεταναστεύσεων από τα ορεινά προς τις ιταλικές πεδιάδες άλλαξε άρδην το δημογραφικό προφίλ και την πολιτική κατάσταση της μεγάλης χερσονήσου. Οσκικά και σαβελλικά φύλα, ορμώμενα από την μεγάλη οροσειρά των Απεννίνων που τέμνει κάθετα από βορρά προς νότο την Ιταλία, εγκαταστάθηκαν βίαια στην καμπανική πεδιάδα και στην περιοχή της Καλαβρίας εκτοπίζοντας ή αφομοιώνοντας τους ντόπιους.

Οι ελληνικές πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας, ανίκανες να συνεργαστούν αποτελεσματικά μεταξύ τους προ του κινδύνου, αποτέλεσαν μάλλον εύκολα θύματα της οσκικής πλημμυρίδας. Ως τα τέλη του 5ου αιώνα, το σύνολο των ελληνικών οικισμών της ενδοχώρας είχε καταστραφεί ή καταληφθεί, ενώ από την ανάμειξη των Όσκων με τα νότια ιταλικά φύλα σχηματίστηκε η φυλετική συνομοσπονδία των Λευκανών (Lucani) με κέντρο την πρώην ελληνική αποικία Ποσειδωνία. Οι ελληνικές πόλεις που απέμειναν κατά μήκος της ακτής, με τις επικράτειές τους περιορισμένες και την δύναμή τους να έχει συντριβεί αποφασιστικά, βρέθηκαν μεταξύ της σφύρας των ατέρμονων επιδρομών των Λευκανών από τη μια και του άκμωνος της συρακούσιας επεκτατικότητας στην περιοχή από την άλλη.

Λίγο βορειότερα κατά μήκος της τυρρηνικής ακτής, στην Καμπανία, από τις πάλαι ποτέ ευημερούσες ελληνικές και ετρουσκικές πόλεις της περιοχής, αλώβητη από την οσκική λαίλαπα έμεινε μόνο η παραλιακή κυμιακή αποικία Νεάπολις. Οι Όσκοι εγκαταστάθηκαν στην ετρουσκική αποικία Καπύη (Capeva) υιοθετώντας το όνομα της νέας τους πατρίδας (Campani) και κυριαρχώντας στην πεδιάδα, ενώ μετείχαν ενεργά και στα διεθνή δρώμενα της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας. Καμπανοί μισθοφόροι αναφέρονται από τον Θουκυδίδη να έχουν στρατολογηθεί από τους Αθηναίους κατά τη διάρκεια της Σικελικής Εκστρατείας το 415-413 π.Χ, ενώ αποτέλεσαν και απαραίτητο συστατικό στοιχείο των τεράστιων στρατιών του Συρακούσιου τύραννου Διονυσίου Α’ (βασιλ. 406-367 π.Χ) που υπέταξαν την Σικελία.

Η κατακλυσμικότερη αλλαγή όμως συνέβη στον ιταλικό βορρά. Για αιώνες η περιοχή βρισκόταν υπό την επιρροή των Ετρούσκων, με την εύφορη κοιλάδα του ποταμού Πάδου να έχει υποστεί πυκνή ετρουσκική αποικιακή δραστηριότητα. Στις αρχές του 4ου αιώνα κελτικά φύλα από την κεντρική Ευρώπη διέβησαν τα περάσματα των Άλπεων και εισέβαλαν στην παδανή Ετρουρία. Οι άγριοι και πολυάριθμοι Κέλτες πολεμιστές σάρωσαν κυριολεκτικά τους Ετρούσκους και τους εκτόπισαν από την κοιλάδα του Πάδου, αλλάζοντας πλήρως τον χαρακτήρα της περιοχής. Στην Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία όπως ονομάστηκε αργότερα από τους Ρωμαίους, οι Κέλτες ίδρυσαν νέες πόλεις όπως το Τορίνο και το Μιλάνο, ενώ μια φυλή τους, οι Σένονες, δημιούργησε την νοτιότερη κελτική εγκατάσταση στην Ιταλία στην περιοχή του σημερινού Ρίμινι.

To 391 π.Χ ένας αριστοκράτης από την μεγάλη ετρουσκική πόλη Κλούσιο στη σημερινή Τοσκάνη προσέλαβε μια πολεμική ομάδα Σενόνων Kελτών ως ενίσχυση σε μια αντιδικία του με τις αρχές της πόλης. Στην θέα των άγριων πολεμιστών από τον βορρά που πολιορκούσαν την πόλη τους, οι πολίτες του Κλουσίου ζήτησαν την παρέμβαση της Ρώμης. Οι ρωμαϊκές αρχές, θεωρώντας εύλογα πως η παρουσία μιας ισχυρής ομάδας Κελτών νοτίως των Απεννίνων μόνο κακά προμήνυε, αποφάσισαν να παρέμβουν στέλνοντας πρεσβεία από επιφανείς πολίτες τους να διαμεσολαβήσει μεταξύ των αντιμαχόμενων φατριών της πόλης και να εξασφαλίσει την ειρηνική αποχώρηση των Σενόνων μισθοφόρων.

Αν στον ιταλικό νότο Έλληνες και Ετρούσκοι είδαν την δύναμή τους να συντρίβεται και τις πόλεις τους να μπαίνουν σε τροχιά παρακμής, στην περιοχή του Λατίου η κατάσταση υπήρξε διαφορετική. Πιεζόμενοι από τις πληθυσμιακές μετακινήσεις και τις καταστροφές των τοπικών κοινοτήτων από τα σαβελλικά φύλα των Αίκουων και των Ουόλσκων, οι Ρωμαίοι και οι Λατίνοι είχαν συνάψει από τις αρχές του 5oυ αιώνα την λεγόμενη Κασσιανή Συνθήκη, μια στρατιωτική συμμαχία κατά των ορεσίβιων επιδρομέων. Παρά τις κατά περιόδους αποτυχίες και την τελική εγκατάσταση κατά τόπους ουολσκικών θυλάκων εντός του Λατίου, η συνθήκη λειτούργησε αποτελεσματικότατα καθ’όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα, σώζοντας τον λατινικό χαρακτήρα της περιοχής και αποτελώντας για την Ρώμη το πρώτο ουσιαστικό βήμα για την ηγεμονία στην κεντρική Ιταλία.

Στις αρχές του 4ου αιώνα η πόλη της Λύκαινας, αν και απείχε πολύ ακόμα από την υπερδύναμη που θα υπέτασσε αργότερα την Οικουμένη, ήταν ένα άστυ σε φάση δυναμικής ανάπτυξης. Χτισμένη τον 7ο αιώνα από Ετρούσκους οικιστές που είχαν υποτάξει τους ντόπιους Λατίνους και Σαβίνους, κατείχε προνομιακή θέση πάνω σε επτά λόφους στη νότια όχθη του Τίβερη, από όπου διέρχονταν οι χερσαίοι δρόμοι μεταξύ της πλούσιας Ετρουρίας και του Λατίου. Χάρη στο επικερδές εμπόριο του αλατιού (αφού έλεγχε τις αλυκές στο στόμιο του ποταμού), τις εμπορικές σχέσεις με τη θαλασσοκράτειρα Καρχηδόνα και την στρατιωτική συμμαχία με τις γύρω λατινικές κοινότητες που της εξασφάλισε την επιβίωση από τις επιδρομές και τις μεταναστεύσεις των σαβελλικών φυλών των Απεννίνων, η Ρώμη γνώρισε σημαντική οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη κατά τον 5ο αιώνα. Η ανάγκη εξασφάλισης υγιούς χώρου για τον αυξανόμενο πληθυσμό της οδήγησε στην κατασκευή κολοσσιαίων για την εποχή έργων αποξήρανσης των ελών του Τίβερη (η Cloaca Maxima θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα παγκοσμίως έργα αποχέτευσης και αποστράγγισης στάσιμων υδάτων αναγόμενη στο 600 π.Χ), ενώ η ραγδαία αστικοποίηση έφερε και την λεγόμενη Πάλη των Τάξεων μεταξύ της ανερχόμενης τάξης των πληβείων αστών και της κυρίαρχης πολιτικά παραδοσιακής αριστοκρατίας των πατρικίων. Μετά και την κατάκτηση από τον στρατηγό Μάρκο Φούριο Κάμιλλο το 396 π.Χ των Βηίων, ισχυρής ετρουσκικής πόλης στην βόρεια όχθη του Τίβερη σε απόσταση μόλις 16 χλμ από την Ρώμη, οι Ρωμαίοι είχαν καταστεί αδιαφιλονίκητοι κυρίαρχοι της κοιλάδας του κάτω Τίβερη και η πολιτεία τους η σημαντικότερη δύναμη της τυρρηνικής Ιταλίας έχοντας αυξήσει την επικράτειά της κατά 70% και διατηρώντας σχέσεις τόσο με τις περισσότερες πόλεις του Λατίου, όσο και με ορεινές φυλες και πολλές πόλεις της Ετρουρίας.

Σημαντικός πυλώνας της ρωμαϊκής επιτυχίας ήταν και το ρωμαϊκό πολίτευμα. Αν και μετά την κατάργηση της ετρουσκικής βασιλείας το 509 π.Χ η αριστοκρατία των πατρικίων γαιοκτημόνων κυριαρχούσε πολιτικά, κατέχοντας αποκλειστικότητα συμμετοχής στα σημαντικότερα δημόσια αξιώματα και στο ανώτατο νομοθετικό και δικαστικό όργανο της πολιτείας, την Σύγκλητο, μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα οι πληβείοι (λατ. plebis=λαϊκοί) είχαν διεκδικήσει και κερδίσει σημαντικές πολιτικές παραχωρήσεις υπέρ τους, αποκτώντας το δικαίωμα να εκλέγουν τους δικούς τους αξιωματούχους, τους tribuni plebis («δήμαρχοι») που είχαν δυνατότητα αρνησικυρίας (veto) έναντι των αποφάσεων της Συγκλήτου, καθώς και τον περιορισμό της εκτελεστικής εξουσίας του, επίσης αρχικά αριστοκρατικού, θεσμού των δύο υπάτων (consul), μέσω της εκχώρησης των αρμοδιοτήτων τους σε εκλεγμένους από την συνέλευση των στρατιωτών (comitia centuriata) αξιωματούχους, τους tribuni militum consulari potestate ή απλά τριβούνους. Καθώς στις τάξεις των τριβούνων δικαίωμα εκλογής είχαν και οι επιφανέστεροι πληβείοι, πλέον δυνατότητα πολιτικής εκπροσώπησης είχε αποκτήσει και η ανερχόμενη τάξη των πληβείων αστών. Διαμορφωμένο έτσι, το ρωμαϊκό πολίτευμα λειτούργησε σταθερά και χωρίς εκτροπές, από το 444 π.Χ μέχρι το 367 π.Χ, οπότε επανήλθε το σύστημα των δύο υπάτων, με τις διάφορες εξουσίες και τάξεις να ελέγχουν θεσμικά η μία την άλλην.

Παρόλα αυτά, οι παλαιοί οίκοι των πατρικίων εξακολουθούσαν να κυριαρχούν στην πολιτική ζωή της πόλης, χάρη στο κύρος που αντλούσαν από τον πλούτο τους και την καταγωγή τους, τη συντήρηση ομάδων πολιτικών «πελατών» πληβείων (clientes) ή την εξόντωση των πολιτικών τους αντιπάλων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα της περιόδου των εκπορθητή των Βηίων Μάρκο Φούριο Καμίλλο που, έχοντας θεωρηθεί επικίνδυνος λόγω της δημοτικότητας που απέκτησε, εξορίστηκε στην λατινική πόλη Αρδέα. Η επιφανέστερη ίσως από αυτές τις οικογένειες που κυριαρχούσαν στην ρωμαϊκή πολιτική σκηνή ήταν οι Φάβιοι.

Κανείς δεν ξέρει πόσο διαφορετικά θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν οι Ρωμαίοι δεν είχαν στείλει τους αλαζόνες υιούς του Mάρκου Φάβιου Αμβούστου να διευθετήσουν το λεπτό διπλωματικό ζήτημα της κελτικής εισβολής στην Ετρουρία. Οι τρεις αδελφοί Φάβιοι, ο Καίσων, ο Νουμέριος και Κουίντος, έφεραν με την συμπεριφορά τους την κατάσταση στα άκρα, προκαλώντας την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τους Σένονες. Σαν να μην έφτανε αυτό, παρακίνησαν τους κατοίκους του Κλουσίου σε επίθεση εναντίον των Κελτών που πολιορκούσαν την πόλη. Κατά την διάρκεια της αψιμαχίας που έλαβε χώρα έξω από τα τείχη εναντίον κελτικού αποσπάσματος συλλογής τροφίμων, οι Φάβιοι, κατά παραβίαση των ιερών για όλους κανόνων της διπλωματικής ασυλίας, συμμετείχαν ενεργά στην σύγκρουση, με τον νεαρότερο Κουίντο μάλιστα να σκοτώνει έναν Σένονα φύλαρχο. Έτσι μια διαφορά μεταξύ δύο πολιτικών φατριών μιας τρίτης πόλης μετατράπηκε σε ζήτημα γοήτρου μεταξύ δύο εκ των ανερχόμενων δυνάμεων της χερσονήσου, της Ρώμης και των Σενόνων.

Μετά την άρνηση των ρωμαϊκών αρχών να τιμωρήσουν τους αδερφούς Φάβιους για την ιεροσυλία τους, ο Σένονας αρχηγός Βρέννος (πιθανότατα δεν πρόκειται για όνομα, αλλά για τίτλο καθώς η λέξη φαίνεται να είναι ομόριζη με την ουαλική λέξη brenin που σημαίνει «βασιλιάς») έλυσε την πολιορκία του Κλουσίου και, αφού λεηλάτησε την ύπαιθρο, επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου συγκάλεσε συνέλευση των αρχηγών των κελτικών φυλών της Παδανίας. Η απάντηση των φυλών στην προσβολή θα ήταν άμεση και σκληρή: H Ρώμη έπρεπε να καταστραφεί.

Τo θέρος του 390 π.Χ, ένα κελτικό στίφος 15.000-20.000 ανδρών με τον Βρέννο και τους Σένονές του επικεφαλής, διέσχισε τα Απέννινα και άρχισε να κινείται ταχύτατα προς νότο, κατά μήκος της αριστερής όχθης του ποταμού Τίβερη. Πληροφορούμενοι την κατάσταση οι τρίβουνοι της νέας χρονιάς, μεταξύ των οποίων ήταν και οι αδερφοί Φάβιοι, οδήγησαν εσπευσμένα τον ρωμαϊκό στρατό βόρεια ώστε να ανακόψει την πορεία των Κελτών προς νότο. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν νοτίως του ποταμού Αλλία, ενός παραπόταμου του Τίβερη, περίπου 18 χλμ βορείως της Ρώμης. Η μοιραία μάχη έλαβε χώρα στις 18 Ιουλίου.

Παρά την τάση των αρχαίων συγγραφέων προς την υπερβολή όσον αφορά τους αριθμούς των στρατιωτών που έλαβαν μέρος στην μάχη, δεδομένου του γεγονότος πως η Ρώμη δεν μπορεί εκείνη την εποχή να είχε ελεύθερο πληθυσμό άνω των 50.000 κατοίκων και με την επιστράτευση να έχει γίνει μάλλον βιαστικά χωρίς να έχουν προλάβει να κληθούν οι σύμμαχοι της πόλης, οι Ρωμαίοι που πολέμησαν στον Αλλία πιθανότατα δεν ξεπερνούσαν τους 9.000-12.000 άνδρες, υπολοιπόμενοι σαφώς έναντι των Κελτών. Ο ρωμαϊκός στρατός, επηρεασμένος κατά βάση από τα ετρουσκικά και ελληνικά πρότυπα της εποχής, παρατάχθηκε για μάχη ως φάλαγγα οπλιτών, βαριά θωρακισμένων δορυφόρων στοιχισμένων σε πυκνή τάξη και εκπαιδευμένων να μάχονται απωθώντας με τις στρογγυλές ασπίδες τους συντονισμένα υπό τους ήχους αυλών ή σαλπίγγων τον εχθρό. Με το αριστερό τους πλευρό να καλύπτεται από τον ποταμό Τίβερη, οι Ρωμαίοι στρατηγοί στήριξαν την δεξιά τους πτέρυγα σε ένα λόφο, πάνω στον οποίο τάχθηκαν οι ελαφρύτερα οπλισμένοι και λιγότερο έμπειροι στρατιώτες της εφεδρείας τους (συνηθισμένο καθήκον τους μάλλον ήταν η φύλαξη των σκευοφόρων), ενώ προκειμένου να καλύψουν το μέτωπο των πολυπληθέστερων Κελτών χρειάστηκε να επεκτείνουν υπερβολικά τη δική τους παράταξη αδυνατίζοντας τις γραμμές τους. Αν και η σκέψη των Ρωμαίων επικεφαλής να ανακόψουν την κελτική προέλαση στο στενό αυτό πέρασμα ήταν μάλλον σωστή, η απουσία ενός Ρωμαίου Μιλτιάδη ή Επαμεινώνδα ήταν παραπάνω από αισθητή.

Οι Κέλτες από την άλλη εμφάνιζαν μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Οι απλοί πεζικάριοι, κραδαίνοντας μεγάλες ασπίδες και ξίφη, πολεμούσαν ελάχιστα ή καθόλου θωρακισμένοι ως μια συμπαγής μάζα που με το βάρος της ορμής της επιδίωκε να διασπάσει σαν έμβολο την εχθρική παράταξη, ενώ οι αριστοκράτες πολεμιστές ξεχώριζαν πάνω στα άλογά τους ή τα δίτροχα άρματά τους, όντας βαριά οπλισμένοι με αλυσιδωτούς θώρακες, εξεζητημένα κράνη, ακόντια και περίτεχνα διακοσμημένα, μακριά, σιδερένια ξίφη.

Έχοντας στα νώτα τους τον ποταμό Αλλία, οι Κέλτες βρέθηκαν εγκλωβισμένοι μεταξύ των ρωμαϊκών δυνάμεων στο νότο, του Τίβερη στα δυτικά και των λόφων στο αριστερό τους πλευρό. Σε αντίθεση με τους Ρωμαίους ομολόγους του όμως, ο Σένονας πολέμαρχος φαίνεται πως διέθετε μεγάλη εμπειρία και οξυδέρκεια και αποφάσισε να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Επιθεωρώντας την ρωμαϊκή διάταξη και αντιλαμβανόμενος τις αδυναμίες της, ο Βρέννος αποφάσισε να στείλει τους πιο επίλεκτους πολεμιστές του να επιτεθούν αιφνιδιαστικά κατά της ασθενούς φρουράς του λόφου στο ρωμαϊκό δεξί. Πράγματι, αν και η φρουρά αντιστάθηκε για λίγο, σύντομα σαρώθηκε από τους υπέρτερους αριθμητικά και ποιοτικά Κέλτες και οι άντρες της υποχώρησαν προς τη ρωμαϊκή παράταξη σκορπώντας τον πανικό. Τότε, υπό τους ήχους σαλπίγγων και κάρνυκων, το σύνολο των Κελτών επέπεσε επί των μουδιασμένων Ρωμαίων, διασπώντας τους με την ορμητικότητα της επίθεσής τους και απωθώντας το ρωμαϊκό κέντρο και αριστερό προς τις όχθες του Τίβερη. Αυτό που ακολούθησε ήταν περισσότερο σφαγή παρά μάχη, καθώς οι αφιονισμένοι Κέλτες, μεθυσμένοι από την εύκολη επιτυχία τους, κατακομμάτιαζαν τους Ρωμαίους που προσπαθούσαν να διαβούν πανικόβλητοι το ποτάμι, με πολλούς να ποδοπατούνται από τους συναδέλφους τους ή να πνίγονται προσπαθώντας να περάσουν στην απέναντι όχθη.

Καθώς δεν είχε προετοιμαστεί οχυρωμένο στρατόπεδο όπου θα μπορούσαν να καταφύγουν οι άντρες σε περίπτωση ήττας, συνήθεια η οποία τα επόμενα χρόνια θα τηρείτο με θρησκευτική ευλάβεια, το ρωμαϊκό στράτευμα κυριολεκτικά σκορπίστηκε. Όσοι Ρωμαίοι της αριστερής πτέρυγας κατάφεραν να διαφύγουν σώοι από την σφαγή στις όχθες του Τίβερη, κατέφυγαν δυτικά στην ισχυρή ακρόπολη των ερειπωμένων Βηίων, ενώ οι στρατιώτες του δεξιού κέρατος υποχώρησαν σχετικά ανενόχλητοι προς την Ρώμη. Από την άλλη οι Κέλτες, αφού σκύλευσαν τα πτώματα των πεσόντων Ρωμαίων, συνέχισαν την πορεία τους προς νότο. Το ηλιοβασίλεμα της επόμενης μέρας έφτασαν στην βυθισμένη στο πένθος πόλη, στρατοπεδεύοντας σε μικρή απόσταση από αυτήν νοτίως του ποταμού Ανίου, ενώ ανιχνευτές στάλθηκαν στα προάστεια της το επόμενο πρωί για να ελέγξουν την κατάσταση.

Στην ίδια την Ρώμη, τους κλαυθμούς και τις οιμωγές που υποδέχτηκαν τα θλιβερά απομεινάρια της στρατιάς που είχαν επιστρέψει από τον βορρά (πιθανότατα λιγότερο από το ένα τρίτο των στρατιωτών κατάφερε να φτάσει στην πόλη) διαδέχτηκε ο πανικός. Στην θέα των απειράριθμων φωτιών του κελτικού στρατοπέδου, που σίγουρα θα ήταν ορατές από τις επαύλεις των πατρικίων στους λόφους της Ρώμης, ένα πρωτοφανές στην ρωμαϊκή ιστορία κύμα προσφύγων πέρασε τον Τίβερη για να καταφύγει στα γύρω βουνά και τις φιλικές πόλεις, ενώ οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι άρχισαν να λαμβάνουν έκτακτα μέτρα για άμυνα μέχρις εσχάτων. Καθώς ο οικιστικός ιστός της Ρώμης είχε επεκταθεί πολύ πέρα από τον αρχικό της πυρήνα και τα εξωτερικά της τείχη είχαν περιπέσει σε αχρηστία τα τελευταία χρόνια, οι εναπομείναντες υπερασπιστές με τις οικογένειές τους και οι αρχές της πόλης οργάνωσαν την άμυνά τους στον λόφο του Καπιτωλίου, ενώ οι ιέρειες της Εστίας και τα πολυτιμότερα κειμήλια μεταφέρθηκαν στην σύμμαχο ετρουσκική πόλη Καίρη στην τυρρηνική ακτή.

Την τέταρτη μέρα μετά τη μάχη και μετά από σχολαστική αναγνώριση, οι Κέλτες εισήλθαν στην έρημη από τους κατοίκους της Ρώμη. Κρατώντας ακόμα ως τρόπαια τα κομμένα κεφάλια των σκοτωμένων στον Αλλία Ρωμαίων στρατιωτών, οι θριαμβευτές βάρβαροι κατέλαβαν την Αγορά, όπου εγκατέστησαν φρουρά για να επιτηρεί τους πολιορκημένους στην ακρόπολη, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν κατά ομάδες στις ανυπεράσπιστες γειτονιές για να λεηλατήσουν τις εγκαταλελειμένες οικίες. Η Ρώμη πλέον ήταν μια πόλη υπό πολιορκία. Πολιορκία η οποία χαράχτηκε ανεξίτηλα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ρωμαίων και διανθίστηκε από πολλά επεισόδια ημιμυθικής φύσεως που θα δούμε στο δεύτερο μέρος.

, , , , ,

1 thought on “O Κελτο-Ρωμαϊκός πόλεμος του 390 π.Χ. (Μέρος Α’)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.