Rene Guenon: Τα παλιά επαγγέλματα και η σύγχρονη βιομηχανία

ΚΟΙΝΟΤΗΣ

Ἡ ἀντίθεση ἀνάμεσα στά παλιά ἐπαγγέλματα καί τή σύγχρονη βιομηχανία, εἶναι κατά βάθος µία ἀκόμη εἰδική περίπτωση και συνάμα ἕνα πρακτικό παράδειγµα τῆς ἀντίθεσης μεταξύ τῆς ποιοτικῆς ἄποψης, πού ζωογονεῖ τά πρῶτα, καί τῆς ποσοτικῆς ἄποψης πού εἶναι ὁ κινητήριος μοχλός τὴς δεύτερης. Γιά νά τό καταλάβουμε αὐτό, εἶναι χρήσιμο νά σημειώσουμε κατ’ ἀρχάς ὅτι ἡ διάκριση ἀνάμεσα στίς τέχνες καί τά ἐπαγγέλματα, ἤ ἀνάμεσα στόν «καλλιτέχνη» καί τόν «τεχνίτη» , εἶναι φαινόμενο ἀποκλειστικά σύγχρονο, τό ὁποῖο προήλθε ἀπό τήν παρέκκλιση καί τόν ἐκφυλισμό πού ὁδήγησαν στήν ἀντικατάσταση, σέ ὅλους τούς τομεῖς, τῆς παραδοσιακῆς σύλληψης ἀπό τή βέβηλη. Γιά τούς ἀρχαίους, artifex (Σ.τ.Μ. «τεχνίτης», «δημιουργός») ἦταν ὁ ἄνθρωπος πού ἐξασκοῦσε µιά τέχνη ἤ ἕνα ἐπάγγελμα -μέ ἄλλα λόγια, δέν ἔκαναν διάκριση ἀνάμεσα στά δύο. ᾽Αλλά στήν πραγματικότητα ὁ artifex ἀπεῖχε πολύ ἀπό τό νά εἶναι «καλλιτέχνης» ἤ «τεχνίτης» μέ τή σηµερινή ἔννοια τῶν λέξεων (μάλιστα ἡ λέξη «τεχνίτης» ὅσο περνάει ὁ καιρός χρησιμοποιεῖται ὅλο καί πιό σπάνια)’ ἦταν κάτι παραπάνω καί ἀπό τόν ἕναν καί ἀπό τόν ἄλλον, γιατί, ἀρχικά τουλάχιστον, ἡ δραστηριότητά του ἐξαρτιόταν ἀπό ἀρχές πολύ βαθύτερης τάξης. ᾿Αν παλιά ἡ ἔννοια τῆς λέξης ἐπαγγέλματα συμπεριλάμβανε κατά τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλον τρόπο καί τίς λεγόμενες σήµερα καλές τέχνες -δεδοµένου ὅτι αυτές οἱ δύο δραστηριότητες δέν διέφεραν σέ κανένα οὐσιῶδες χαρακτηριστικό ἔπεται ὅτι ἡ φύση τῶν ἐπαγγελμάτων ἦταν ἀληθινά ποιοτική, ἀφοῦ κανείς δέν θά σκεπτόταν νά ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ τέχνη εἶναι, ἐξ ὁρισμοῦ σχεδόν, ποιοτική. ᾿Ακριβῶς ὅμως γιά τόν ἴδιο λόγο, οἱ σύγχρονοι, µέ τίς ἐλλιπέστατες ἰδέες τους περί τέχνης, τήν ἐξορίζουν θά λέγαμε σέ ἀπομονωμένες περιοχές, τήν κλείνουν σέ στεγανά,͵ ὥστε νά µήν ἔχει καμμιά σχέση μέ τήν ὑπόλοιπη δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή µέ ὅλα ὅσα ἀποτελοῦν γι αὔτούς τήν «πραγματική ζωή» µέ τή χονδροειδή ἔννοια πού ἀποδίδουν στόν ὅρο. Φθάνουν μάλιστα σέ τέτοιον βαθµό αὐθαιρεσίας ὥστε χαρακτηρίζουν τίς τέχνες, τίς ὁποῖες ἔχουν ἀπογυμνώσει ἀπό κάθε πρακτική ἀξία, σάν µιά «πολυτέλεια» («activite de luxe»), ἔκφραση πού ἀποκαλύπτει µέ τόν πιό παραστατικό τρόπο αὐτό πού θά μποροῦσε κανείς νά ὀνομάσει, χωρίς ἴχνος ὕπερβολῆς, «μωρία» τής ἐποχῆς µας.

Στούς παραδοσιακούς πολιτισμούς, ὅπως ἔχουμε πεῖ πολλές φορές, κάθε ἀνθρώπινη δραστηριότητα, ὁποιουδήποτε εἴδους, θεωρεῖται ὅτι πηγάζει οὐσιαστικά ἀπό τίς ἀρχές. Αὐτό, πού εἶναι ὁλοφάνερα ἀληθινό γιά τίς ἐπιστῆμες, δέν εἶναι λιγότερο ἀληθινό γιά τίς τέχνες καί τά ἐπαγγέλματα! ὑπάρχει ἄλλωστε ἕνας στενός δεσμός μεταξύ ὅλων αὐτῶν, γιατί, σύµφωνα µέ τή ρήση πού οι οἰκοδόμοι τοῦ Μεσαίωνα εἶχαν ὡς βασικό ἀξίωμα, ars sine scientia nihil («ἡ τέχνη χωρίς τήν ἐπιστήμη δέν εἶναι τίποτα») -ϕυσικά ἐννοεῖται ὅτι ἐδῶ γίνεται λόγος γιά τήν παραδοσιακή ἐπιστήμη, καί ὄχι τή βέβηλη, ἀπό τίς πρακτικές ἐφαρμογές τῆς ὁποίας δέν μπορεῖ νά προέλθει τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τό ἔκτρωμα πού λέγεται σύγχρονη βιομηχανία. Ὅταν ἡ δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπό τίς ἀρχές, «μεταμορφώνεται», καί ἀντί νά συρρικνώνεται στά ὅρια μιᾶς ἁπλῆς ἐξωτερικῆς ἐκδήλωσης (ὅπως συµβαίνει στίς ἀντιπαραδοσιακές κοινωνίες), ἐνσωματώνεται στήν παράδοση καί ἀποτελεῖ, γι’ αὐτόν πού τήν ἀσκεῖ, ἕνα μέσον ἔνεργητικῆς συμμετοχῆς σέ αὐτήν’ μέ ἄλλα λόγια, παίρνει στ᾽ ἀλήθεια χαρακτήρα «ἱερό» καί «τελετουργικό». Νά γιατί μποροῦμε νά ποῦμε πώς σέ κάθε τέτοιον πολιτισμό, «κάθε ἐργασία εἶναι ἕνα εἶδος ἱερωσύνης» µόνο πού γιά νά µήν δοθεῖ στόν τελευταῖο ὅρο κάποια ἀκατάλληλη ἄν ὄχι ἐντελῶς λανθασμένη σηµασία, διευκρινίζουμε ὅτι ἡ ἱερωσύνη αὐτή ἔχει κάτι ἀπό τόν χαρακτήρα πού σήμερα -γιά τήν ἀκρίβεια ἀφότου ἄρχισε νά γίνεται διάκριση, ἀνύπαρκτη στήν ἀρχή, μεταξύ «ιεροῦ» καί «βέβηλου»-διατηρεῖται µόνο στά ἱερατικά λειτουργήµατα.

Γιά νά ἀντιληφθοῦμε τόν «ἱερό» χαρακτήρα τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας στό σύνολό της, ἀκόμα καί στήν πιό ἐξωτερική καί ταπεινή πτυχή της, ἀρκεῖ νά ἐξετάσουμε ἕναν πολιτισμό σάν τόν Ἰσλαμικό ἤ τόν Χριστιανικό τοῦ Μεσαίωνα, ὅπου διαπιστώνει κανείς πολύ εὔκολα ὅτι ἀκόμα καί οἱ πιό κοινές πράξεις τῆς
καθημερινῆς ζωῆς ἔχουν κάτι τό «θρησκευτικό». Σέ τέτοιους πολιτισμούς, ἡ θρησκεία δέν εἶναι ὑπόθεση δύο-τριών ωρών τήν εβδομάδα, µιά ἐπιμέρους ἀσχολία πού κατέχει µιά δευτερεύουσα θέση χωρίς νά ἐπηρεάζει ἐνεργά τήν ὅλη ζωή της κοινωνίας, ὅπως συμβαίνει στή σύγχρονη Δύση (τουλάχιστον εκεί ὅπου ἐξακολουθεῖ νά γίνεται συγκαταβατικά ἀποδεκτή ἡ θρησκεία). ᾽Αντιθτως ἐμποτίζει ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἐνσωματωµένη σὲ κάθε δραστηριότητα καί εἰδικά στή λεγόμενη κοινωνική ζωή, τόσο πολύ ὥστε δέν ὑπάρχει σέ αὐτούς τούς πολιτισμούς τίποτα πού νά µήν εἶναι «ἱερό», ἄν ἐξαιρέσει κανείς ὁρισμένους πού γιά τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλον λόγο ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπό τήν παράδοση καί ἡ περίπτωση τῶν ὁποίων δέν ἀποτελεῖ παρά µιά ἁπλή ἀνωμαλία. Σέ ἄλλους πολιτισμούς, ὅπου ἡ λέξη «θρησκεία» δέν εἶναι ἡ καταλληλότερη γιά νά ἐκφράσει τήν ἰσχύουσα µορφή τῆς παράδοσης, ὑπάρχει µιά ἐξίσου «ἱερή» νοµοθεσία, ἡ ὁποία, ἂν καί ἔχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, ἐκπληρώνει ἀκριβῶς τήν ἴδια λειτουργία µέ τή θρησκεία’ ἑπομένως οι παραπάνω παρατηρήσεις ἰσχύουν γιά ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς παραδοσιακούς πολιτισμούς. ᾽Αλλά ὑπάρχει καί κάτι ἀκόμη: ἄν περάσουμε ἀπό τόν ἐξωτερισμό στόν ἐσωτερισμό (χρησιμοποιοῦμε ἐδῶ αὐτές τίς λέξεις µέ τήν ἐπιφύλαξη ὅτι δέν ταιριάζουν ἐξίσου σέ ὅλες τίς περιπτώσεις) διαπιστώνουμε ὅτι σέ ὅλους γενικά τούς παραδοσιακούς πολιτισμούς ὑπάρχει µιά μύηση πού συνδέεται µέ τά ἐπαγγέλµατα ἐκλαμβάνοντάς τα ὡς βάση ἤ «ὑπόβαθρο». Αὐτά τά ἓπαγγέλµατα λοιπόν, ἐφόσον χρησιμοποιοῦνται ὡς ὁδός γιά νά εἶσέλθει κανείς στό μυητικό πεδίο, θά πρέπει νά ἐνέχουν µιά ανώτερη καί βαθύτερη σηµασία, καί αὐτό ὀφείλεται προφανῶς στόν οὐσιαστικά ποιοτικό χαρακτήρα τους. Ἡ Ἰνδουϊστική ἔννοια τῆς σαντάρµα μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει νά κατανοήσουμε πληρέστερα τά παραπάνω. ‘Η καθαρά ποιοτική αὐτή σύλληψη -πού δέν εἶναι βέβαια ἀποκλειστικά Ινδική σηµαίνει ὅτι τό κάθε ὄν ἐκπληρώνει (ἢ πρέπει νά ἐκπληρώνει) µιά δραστηριότητα σύμφωνη µέ τήν ἰδιαίτερη οὐσία ἤ φύση του, καί ἑπομένως κατ’ ἐξοχήν σύμφωνη µέ τήν «τάξη» (ρίτα)’ καί εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἔννοια, ἤ μᾶλλον ἡ ἔλλειψή της, πού ἀποκαλύπτει τήν πλάνη τῆς σύγχρονης βέβηλης ἀντίληψης. Πράγματι, κατά τή σύγχρονη ἀντίληψη, ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀκολουθήσει ὁποιονδήποτε ἐπαγγελματικό κλάδο, καί ἀκόμη νά ἀλλάζει ἐπάγγελμα κατά βούληση, λές καί ἡ ἐργασία εἶναι κάτι ἐντελῶς ἐξωτερικό γιά αὐτόν, κάτι πού δέν ἔχει κανέναν οὐσιαστικό δεσμό µέ τήν ᾱληθινή του προσωπικότητα, χάρη στήν ὁποία καί µόνο εἶναι ὁ ἑαυτός του καί ὄχι κάποιος ἄλλος. Στήν παραδοσιακή σύλληψη, ἀντιθέτως, κάθε πρόσωπο πρέπει νά ἐκπληρωνει κανονικά τό λειτούργημα γιά τό ὁποῖο προορίζεται ἀπό τήν ἴδια του τή Φύση, κάνοντας χρήση τῶν ἀνάλογων ἱκανοτήτων µέ τίς ὁποῖες εἶναι προικισμένο. Δέν μπορεῖ νά ἐπιτελέσει κάποιο ἄλλο λειτούργημα χωρίς νά ἐπέλθει στήν ἴδια του τή δοµή µιά σοβαρή ἆνισορροπία, πού θά ἔχει αὐτόματα ἀντίκτυπο σέ ὅλο τό κοινωνικό σῶμα τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ µέλος’ ἄν μάλιστα αὐτή ἡ ἀταξία γενικευθεῖ, μπορεῖ νά ἔχει ἀρνητικές ἐπιπτώσεις στό ἴδιο τό κοσμικό περιβάλλον, γιατί ὅλα τά πράγµατα συνδέονται μεταξύ τους µέ ἀκλόνητες ἀντιστοιχίες.

Χωρίς νά ἐμβαθύνουμε περισσότερο σέ αὐτό τό τελευταῖο σημεῖο, πού βρίσκει ἄνετα ἐφαρμογή στίς συνθῆκες τῆς σηµερινῆς ἐποχῆς, μποροῦμε νά συνοψίσουµε ὡς ἑξῆς τά ὅσα εἴπαμε ὥς τώρα: κατά τήν παραδοσιακή σύλληψη, ἡ δραστηριότητα τῶν ὄντων καθορίζεται ἀπό τίς οὐσιαστικές ἰδιότητές τους ἀντιθέτως, στή σύγχρονη ἀντίληψη, αὐτές οἱ ἰδιότητες δέν λαμβάνονται πιά ὑπ ὄψη καί οἱ ἄνθρωποι θεωροῦνται σάν καθαρά ἀριθμητικές καί ἀναπληρώσιμες «μονάδες». Ἡ τελευταία ἀντίληψη, ὅπως εἶναι φυσικό, δέν μπορεῖ νά ὁδηγήσει πουθενά ἀλλοῦ παρά στήν ἄσκηση μιᾶς ἐντελῶς «μηχανικῆς» δραστηριότητας, πού δέν ἔχει πιά τίποτε τό ἀληθινά ἀνθρώπινο’ καί πράγματι, διαπιστώνει κανείς πώς αὐτή ἀκριβῶς ἡ κατάσταση ἐπικρατεῖ στίς µέρες µας. Περιττό νά πουμε πώς τά σύγχρονα «μηχανικά» ἐπαγγέλματα, πού στή σύνολό τους συνιστοῦν τή λεγόμενη βιομηχανία καί δέν εἶναι παρά προϊόντα τῆς παρέκκλισης ἀπό τό «ἱερό», ὄχι µόνο δέν µποροῦν νά συμβάλλουν καθόλου σέ κανενός εἴδους µυητική δραστηριότητα, ἀλλά ἀποτελοῦν καί ἐμπόδια στήν ἀνάπτυξη τῆς πνευµᾳτικότητας. Ἐξάλλου, γιά νά λέμε τά πράγματα µέ τ’ ὄνομά τους αὐτές οἱ «μηχανικές» ἐργασίες δέν μποροῦν νά θεωρηθοῦν ὡς αὐθεντικά ἐπαγγέλματα, ἄν βέβαια θέλουμε νά διατηρήσει ἡ λέξη τήν ἀξία της καί τό παραδοσιακό της νόημα.

Αν τό ἐπάγγελμα ἀποτελεῖ κατά κάποιον τρόπο ἀναπόσπαστο κοµµάτι τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, καί µιά φανέρωση ἤ ἀπαύγασµα τῆς ἰδιαίτερης φύσης του, εὔκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί μπορεῖ νά χρησιμεύσει ὡς µυητική βάση, καί ἐπιπλέον, τόν λόγο γιά τόν ὁποῖον, στήν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων, εἶναι ἡ καλύτερη δυνατή µυητική βάση. “Αν ἀντικειμενικός στόχος τῆς µύησης εἶναι νά ὑπερβεῖ ὁ ἄνθρωπος τίς καθαρά ἀτομικές του δυνατότητες, ἀσφαλῶς ἡ ἀτομικότητα καθεαυτή ἀποτελεῖ τό µοναδικό ὑπάρχον σημεῖο ἐκκίνησης γιά τή µυητική πορεία, ὑπό τήν προὐπόθεση βέβαια νά ἐκλαμβάνεται ἀπό τήν ἀνώτερη πλευρά της, δηλαδή µέ γνώμονα τά ποιοτικά της στοιχεῖα. Νά γιατί ὑπάρχει, λοιπόν, µιά ποικιλία μυητικῶν ὁδῶν, δηλαδή µέσων πού χρησιμεύουν ὡς «ὑποστηρίγματα» γιά τήν πραγμάτωση: γιατί καί οἱ διαφορές τῶν ἀτομικῶν φύσεων εἶναι ἐξίσου ποικίλες, ἄν καί ἡ σημασία τους μειώνεται ὅσο οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουν, βαδίζοντας ὁ καθένας τόν δικό του δρόµο, νά ἐπιτύχουν τόν σκοπό τους, πού εἶναι ἴδιος γιά ὅλους. Ἔτσι, οἱ μέθοδοι ἤ τά µέσα δέν µποροῦν νά εἶναι ἀποτελεσματικά ἐκτός ἐάν πράγματι ἀντιστοιχοῦν στή φύση τῶν ὄντων πού τά χρησιμοποιοῦν’ καί ἀφοῦ κατ’ ἀνάγκην πορευόµαστε ἀπό τό πιό προσιτό στό πιό ἀπρόσιτο, ἀπό τό ἐξώτερο στό ἐσώτερο, εἶναι φυσιολογικό νά ἐπιλέγονται µέσα ἀπό τή δραστηριότητα διά τῆς ὁποίας αὐτή ἡ φύση φανερώνεται ἔξωτερικά. ᾽Αλλά εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἐξωτερική δραστηριότητα δέν μπορεῖ νά παίξει ἕναν τέτοιον ρόλο παρά µόνο στόν βαθµό πού ἐκφράζει οὐσιαστικά τήν ἐσώτερη φύση” ἑπομένως ἐδῶ τό ζήτημα πού τίθεται εἶναι ἡ «καταλληλότητα» µέ τή µυητική ἔννοια τῆς λέξης’ καί ὑπό κανονικές συνθῆκες, ἡ «καταλληλότητα» πρέπει νά εἶναι ἀπαιτητέα ἀκόμη καί γιά τήν ἄσκηση ἐπαγγελματικῆς δραστηριότητας. Αὐτό σχετίζεται συγχρόνως ἄμεσα µέ τή θεμελιώδη διαφορά πού χωρίζει τή μυητική διδασκαλία, καί γενικώτερα κάθε παραδοσιακή διδασκαλία, ἀπό τή βέβηλη μάθηση: αὐτό πού ἁπλῶς «μαθαίνεται» ἐξωτερικά δέν ἔχει ἐδῶ καμμιά ἀξία, ὅσο µεγάλη κι ἄν εἶναι ἡ ποσότητα τῶν «γνώσεων» πού σωρεύει ἔτσι τό ἄτομο. ᾽Αντιθέτως, τό ζητούμενο εἶναι ἡ «ἀφύπνιση» τῶν ἔμφυτων δυνατοτήτων τοῦ ὄντος πού ἔχουν περιέλθει σε κατάσταση λήθης (αὐτή εἶναι, κατά βάθος, καί ἡ ἀληθινή ἔννοια τῆς Πλατωνικῆς «ἀνάμνησης»).

᾽Από τίς τελευταῖες θεωρήσεις γίνεται συνάμα «ἀντιληπτό ὅτι ἡ μύηση, ἐνῶ χρησιμοποιεῖ τό ἐπάγγελμα ὡς «ὑπόβαθρο», ἔχει συγχρόνως καί ἡ ἴδια ἀντίκτυπο στήν ἄσκηση τοῦ ἐπαγγέλματος, ἔτσι ὥστε μεταξύ αὐτῶν τῶν δύο ὑπάρχει κατά κάποιον τρόπο µιά συμπληρωματικότητα. Πράγματι, τό ὄν, ἀφότου πραγµατώσει πλήρως τίς δυνατότητες πού ἐξωτερικεύονται µέσα ἀπό τήν ἔπαγγελµατική του ὁραστηριότητα, καί συνεπῶς ἀποκτήσει ἐνεργό γνώση τῆς ἴδιας τῆς ἀρχῆς πού ρυθμίζει ἐσωτερικά τή δραστηριότητά του, θά ἐκπληρώνει στό ἑξῆς συνειδητά αὐτό πού ἦταν ἀρχικά µιά ἐντελῶς «ἐνστικτώδης» ἑκδήλωση τῆς Φύσης του’ καί ἔτσι, ἐφόσον γιά τό συγκεκριµένο ὅν ἡ μυητική γνώση ἀπέρρευσε µέσα ἀπό τό ἐπάγγελμά του, τό τελευταῖο, µέ τή σειρά του, θά γίνει τό πεδίο ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς γνώσης, ἀπό τήν ὁποία δέν θά μπορεῖ πλέον νά νοηθεῖ χωριστά. Θά ὑπάρχει τότε πλήρης ἀνταπόκριση ἀνάμεσα στό ἐσώτερο καί τό ἐξώτερο, καί τό ἔργο πού θά παράγεται θά μπορεῖ νά εἶναι, ὄχι πλέον µιά µερική καί λίγο-πολύ τυχαία ἔκφραση, ἀλλά ἡ τέλεια ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου πού τό συγέλαβε καί τό ἐκτέλεσε, ἕνα «ἀριστούργημα» µέ τήν ἀληθινή σηµασία τῆς λέξης.

Μετά τά ὅσα ἀναφέραμε δέν εἶναι δύσκολο νά διακρίνει κανείς πόσο µεγάλη ἀπόσταση χωρίζει τό ἀληθινό ἐπάγγελμα ἀπό τή σύγχρονη βιομηχανία, ἔτσι ὥστε θά μποροῦσε νά εἰπωθεῖ πώς είναι, κατά κάποιον τρόπο, δύο ἀντίθετα πράγματα. Ἐπίσης, βλέπει κανείς ἀμέσως πόσο εἶναι ἀλήθεια, δυστυχῶς, ὅτι στή «βασιλεία τῆς ποσότητας» τό ἐπάγγελμα ἀποτελεῖ, ὅπως διακηρύσσουν οἱ ὀπαδοί τῆς «προόδου», κάτι τό «ξεπερασμένο». Στή βιομηχανική ἐργασία, ὁ ἐργαζόμενος δέν μπορεῖ νά δεῖ τή δουλειά του σάν κάτι δικό του, δέν μπορεῖ νά τήν ἀντικρύσει σάν κοµµάτι καί προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. ᾽Ακόμα κι ἄν ὑποθέσουµε πώς θά φανέρωνε ἔστω καί τήν ἐλάχιστη τέτοια πρόθεση, θά εἶχε νά ἀντιμετωπίσει σωρεία ἀντιδράσεων. ᾽Αλλά οὔτε κἄν νά ἐκδηλώσει μπορεῖ µιά τέτοια πρόθεση, ἀφενός ἐπειδή ὅλη του ἡ δραστηριότητα συνίσταται στό νά θέτει ἁπλῶς σέ κίνηση µιά μηχανή, καί ἀφετέρου ἐπειδή ἔχει γίνει ἐντελῶς ἀκατάλληλος γιά μύηση λόγω τῆς ἐπαγγελματικῆς «μόρφωσης» -ἤ μᾶλλον παραµόρφωσης πού ἔλαβε, ἡ ὁποία εἶναι τό ἀκριβῶς ἀντίθετο τῆς παλιᾶς µαθητείας καί ἀποσκοπεῖ µόνο στό νά τόν µάθει νά ἔκτελεὶ «μηχανικά» ὁρισμένες ἀπαράλλακτες πάντοτε κινήσεις, χωρίς νά ἐνδιαφέρεται γιά ποιόν λόγο τίς κάνει καί χωρίς νά ἀναρωτιέται γιά τό ἀποτέλεσμά τους, γιατί στήν πραγματικότητα δέν εἶναι αὐτός, ἀλλά ἡ μηχανή πού θά κατασκευάσει τό ἀντικείμενο. Ὑπηρετώντας τή μηχανή, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀναγκαστικά καί ὁ ἴδιος μηχανή, καί ἡ ἐργασία του δέν ἔχει τίποτε τό ἀνθρώπινο, γιατί δέν ἐμψυχώνεται οὔτε καί διεγείρει καμμιά ἀπό τίς ἰδιότητες πού συνιστοῦν τήν ἀληθινή ἀνθρώπινη φύση.» Ἡ κατάληξη ὅλων αὐτῶν εἶναι ὅ,τι ἀποκαλεῖται «μαζική παραγωγή», σκοπός τῆς ὁποίας δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τήν παραγωγή τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς ποσότητας ἀντικειμένων, καί συγχρόνως ἀντικειμένων ὅσο γίνεται πιό ὅμοιων, πού προορίζονται νά χρησιμοποιηθοῦν ἀπό ἀνθρώπους πού δέν θεωροῦνται περισσότερο ἀνόμοιοι’ αὐτό, ὅπως ἐπισημάναμε νωρίτερα, εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς ποσότητας καί τῆς ὁμοιομορφίας. Οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν ἀναχθεῖ σέ ἁπλές ᾱριθµητικές «μονάδες», ἦταν ἀναμενόμενο ὅτι θά κατέληγαν στήν πλειοψηφία τους νά μένουν ὄχι σέ σπίτια, ἀλλά, γιά νά χρησιµοποιήσουµε µιά πιό κατάλληλη λέξη, σέ «κλουβιά» µέ τήν ἴδια ᾱκριβῶς διαρρύθμιση καί ἐπιπλωμένα µέ βιομηχανικά ἀντικείμενα «μαζικῆς παραγὠγῆς», ἔτσι ὥστε νά συμβάλλουν κι αὐτά στήν ἐξαφάνιση κάθε ποιοτικῆς διαφορᾶς ἀπό τό περιβάλλον ὅπου ζοῦν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι. ᾿᾽Αρκεῖ νά παρατηρήσει κανείς τά σχέδια µερικῶν σύγχρονων ἀρχιτεκτόνων –οἱ ἴδιοι περιγράφουν αὐτές τίς κατοικίες ὡς «machines a habiter» («μηχανές γιά κατοίκηση») γιά νά δεῖ ὅτι δέν ὑπερβάλλουμε καθόλου. Τί ἀπέγιναν µέσα σ’ ὅλ’ αὐτά ἡ παραδοσιακή τέχνη καί ἐπιστήμη τῶν ἀρχαίων οἶκοδόµων; Ποῦ εἶναι τά τελετουργικά τυπικά τῆς θεμελίωσης τῶν πόλεων καί τῶν κτιρίων στούς πολιτισμούς μέ ἱερό χαρακτήρα, Εἶναι ἀνώφελο νά ποῦμε περισσότερα, γιατί θά πρέπει νά εἶναν κανείς τυφλός γιά νά µήν βλέπει τήν ἄβυσσο πού χωρίζει τούς παραδοσιακούς ἀπό τούς σύγχρονους πολιτισμούς προσθέτουμε µόνο, ὅτι αὐτό πού ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν συνανθρώπων µας χαιρετίζει ὡς «πρόοδο», στά µάτια µας εἶναι µιά βαθιά καί συνεχῶς ἐπιταχυνόμενη παρακμή πού παρασύρει τήν ἀνθρωπότητα στά «καταχθόνια», ὅπου βασιλεύει ἡ καθαρή ποσότητα.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.