To ιδιωματικό στοιχείο στη γλώσσα των απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη

“To ιδιωματικό στοιχείο στη γλώσσα των απομνημονευμάτων του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη”Νικόλαος Παντελίδης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο6th International Conference of Greek Linguistics, Rethymno, September 18-21 2003


Η παρούσα μελέτη δεν έχει σκοπό μία πλήρη υφολογική-γλωσσική ανάλυση και αποτίμηση του κειμένου των Απομνημονευμάτων του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αλλά κυρίως τον εντοπισμό του ιδιωματικού στοιχείου και τη διακρίβωση του βαθμού συμβολής του, στο μέτρο που η ακριβής οριοθέτησή του είναι δυνατή, στη διαμόρφωση της γλώσσας των Απομνημονευμάτων.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (1770-1843) είλκε την άμεση καταγωγή του από τη βορειοανατολική Αρκαδία. Η μητρική του γλώσσα θα ήταν με βεβαιότητα το πελοποννησιακό ιδίωμα Τα απομνημονεύματά του, τα οποία εκδόθηκαν για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1846, υπαγόρευσε το καλοκαίρι του 1836 στο ζακυνθινό λόγιο και ποιητή Γεώργιο Τερτσέτη, γνωστό ως έναν από τους υπερασπιστές του στη δίκη εναντίον του το 1834. Ο Τερτσέτης οπωσδήποτε επενέβη στο κείμενο, τουλάχιστον ως προς τη γλωσσική του έκφραση, πριν από την οριστική του εκτύπωση, προς την κατεύθυνση λογιότερων ή κοινότερων προτύπων (σχετικά με ανάλογες διαδικασίες στο κείμενο των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη. βλ. Χαραλαμπάκης 2001β:254-259). Στη σελ.261 μάλιστα το ομολογεί ανοιχτά: «π.χ. το τελικόν ν η απλή γλώσσα δεν το μεταχειρίζεται εις πολλάς περιστάσεις, εις τας οποίας απαντάται εις την παρούσαν διήγησιν, και επομένως αναμφιβόλως δεν είναι του διηγουμένου…». Παρά ταύτα σε πολλά σημεία υπάρχουν παραχωρήσεις προς το μητρικό ιδίωμα του Κολοκοτρώνη, στο οποίο και θα υπαγόρευσε ο τελευταίος το κείμενο. Σε ό,τι αφορά την παρείσφρυση στοιχείων του ζακυνθινού ιδιώματος στο κείμενο, στοιχείων δηλαδή του μητρικού ιδιώματος του Τερτσέτη, αυτή είναι δύσκολα ανιχνεύσιμη, και εξαιτίας της συγγένειας, ή, προσεκτικότερα, της ομοιότητας, της Πελοποννησιακής και των επτανησιακών ιδιωμάτων (για τα χαρακτηριστικά των επτανησιακών ιδιωμάτων, βλ. Ε.Κρίκη-Ν.Λιόσης (υπό έκδοση)). Είναι προτιμότερο και οικονομικότερο πάντως η παρουσία τέτοιων στοιχείων να αποδίδετα κυρίως στον (ιδιωματικό) λόγο του Κολοκοτρώνη και όχι σε αυτόν τουΤερτσέτη. Σε μία σύντομη αναφορά στο ιδιωματικό στοιχείο (με παραδείγματα) της γλώσσας των Απομνημονευμάτων και τη σπουδαιότητά του προέβη στην εισαγωγή της φωτομηχανικής επανέκδοσής τους ο Τάσος Γριτσόπουλος (σελ103-108).

Τα ζητήματα που τίθενται σε σχέση με το ιδιωματικό στοιχείο του κειμένου είναι τα εξής:

(α) Τι μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιωματικό και τι «κοινό» γιο την εποχή του κειμένου: Οι χαρακτηρισμοί αυτοί προϋποθέτουν την ύπαρξη πλήρως διαμορφωμένου κοινού γλωσσικού οργάνου στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821. Ακριβέστερα προϋποθέτουν ότι την εποχή εκείνη είχε ήδη «ολοκληρωθεί» η διαδικασία, η οποία θα οδήγησε από απλές στρατηγικής αποφυγής έντονων διαλεκτισμών από την πλευρά των ομογλώσσων στη μεταξύ τους προφορική επικοινωνία, σε ένα πλήρως διαμορφωμένο και σχετικά «σταθεροποιημένο» κοινό γλωσσικό όργανο (βλ. και Mackridge 1999:236). βάσει του οποίου θα καθοριζόταν η νόρμα Οι τάσεις γλωσσικής σύγκλισης σε γραπτό επίπεδο σε κείμενα των αιώνων της Τουρκοκρατίας αλλά και παλαιότερα. καθώς και οι πιθανές τάσεις γλωσσικής σύγκλισης σε προφορικό επίπεδο για τις ανάγκες της προφορικής επικοινωνίας των ομόγλωσσων, όπως περιγράφηκαν πια πάνω, δεν παραπέμπουν αναγκαστικά στην ύπαρξη πλήρως διαμορφωμένης κοινής, και μάλιστα ως μητρικής ή έστω δεύτερης ποικιλίας, αν όχι του συνόλου, μερίδας τουλάχιστον των ομιλητών της Ελληνικής της εποχής Αντίθετα π.χ. θεατρικά έργα όπως η Βαβυλωνία, με όλη βέβαια την υπερβολή που είναι αναγκαία στη σάτιρα, μοιάζουν μάλλον να επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία κοινής σε προφορικό επίπεδο, ή, προσεκτικότερα, έστω την απουσία ευρύτερης διάδοσής της στον προφορικό λόγο ακόμη και ως δεύτερης ποικιλίας και όχι ως πρώτης, μητρικής δηλαδή. Άλλωστε και παλαιές γραμματικές όπως αυτή του Mullach (1856), αλλά και μεταγενέστερα αυτή του Thumb (1910), μοιάζουν να καταγράφουν περισσότερο ένα γλωσσικό μωσαϊκό παρά ένα σχετικό σταθεροποιημένο σύστημα κοινής. Από την άλλη πλευρά βέβαια έχουμε, για παράδειγμα, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας (βλ. Mackridge 1999:236) αλλά και τις πρώτες μετά την Επανάσταση του 1821 θεατρικά έργα με δημώδεις χαρακτήρες, στα οποία γίνεται χρήση ενός δημώδους γλωσσικού κώδικα που προσεγγίζει σε υψηλό βαθμό τη σημερινή ομιλουμένη Κοινή Το ερώτημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό η γλώσσα των κειμένων αυτών αποτελεί μέρος της προφορικής γλωσσικής πραγματικότητας της εποχής.

(β) Αυτό που σήμερα χαρακτηρίζεται ως ιδιωματικό, λόγω της ύπαρξης προφορικής κοινής και της αντίθεσης προς αυτήν. πιθανόν να είχε την εποχή εκείνη ευρεία διάδοση τόσα σε γραπτές όσο και σε προφορικές μορφές γλώσσας (μεταξύ αυτών και σε γεωγραφικές ποικιλίες), και να ήταν υπό αυτή την έννοια «κοινό» δηλ. ευρύτατα διαδεδομένο (χωρίς αυτό να το καθιστά φυσικά λιγότερο ιδιωματικό), πχ η ΑΙΤ.ΠΛΗΘ. του του θηλυκού άρθρου τες, ή λεξιλογικά στοιχεία (κυρίως δάνεια), τα οποία από τη σημερινή σκοπιά μπορεί να δίνουν την εντύπωση ότι αποτελούν μέρος «επαρχιακών» γλωσσικών κωδίκων / ιδιωμάτων, την εποχή εκείνη όμως ήταν ευρύτατα διαδεδομένο στον ελληνόγλωσσο χώρο. Άλλωστε είναι γνωστό ότι τα όρια ιδιωματικού και «κοινού» είναι δυσδιάκριτα και μπορούν να μετατοπιστούν, ενώ υπάρχουν και πολλές ενδιάμεσες αλληλεπιδρώσες μορφές γλώσσας (βλ van Marle 199, Honey 1997:96)
Επιπλέον και η ίδια η κοινή δεν είναι μια στατική μονάδα. Αναδιαμορφώνεται διαρκώς με την πάροδο του χρόνου από διάφορους παράγοντες και επομένως υπό αυτή την έννοια η διαδικασία αυτή δεν περατώνεται ποτέ (βλ. και Milroy J. & Milroy L. 1997:52), ενώ σε συγχρονικό επίπεδο εμφανίζει ποικιλία πραγματώσεων.

Στην παρούσα ανακοίνωση θα θεωρηθούν ώς ιδιωματικά τα στοιχείο εκείνα, τα οποία απαντώνται και στις γλωσσικές πηγές της Πελοποννησιακής του 20υύ αιώνα, και τα οποία, παρά το ότι -ορισμένα από αυτά τουλάχιστον – μπορεί να γνώρισαν ευρεία διάδοση, δεν πέρασαν ή αποβλήθηκαν τελικά από την γραπτή, κατά κύριο λόγο, μορφή της Δημοτικής, η «τελική» διαμόρφωση και κωδικοποίηση της οποίας υπήρξε μάλλον έργο των δημοτικιστών λογοτεχνών και λογίων του ύστερου 19ου αιώνα-πρώιμου 20ου αιώνα (βλ. Και Παντελίδης 2003).

Ο βαθμός παρουσίας του ιδιωματικού στοιχείου στα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη δεν είχε προφανώς εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε, αφού οι γλωσσικές ποικιλίες της Πελοποννήσου εθεωρούντο ανέκαθεν η βάση, πάνω στην οποία αναπτύχτηκε η Κοινή Δημοτική κατά τον 19ο αιώνα. Η άποψη αυτή με ελάχιστες εξαιρέσεις, έθεσε για πολλές δεκαετίες την περιοχή στο περιθώριο του διαλεκτολογικού ενδιαφέροντος, και κατά συνέπεια δεν θα επέτρεπε τον ακριβή προσδιορισμό του βαθμού συμβολής του ιδιωματικού στοιχείου στη διαμόρφωση της γλώσσας του κειμένου των Απομνημονευμάτων (για τα χαρακτηριστικά της Πελοποννησιακής. βλ. Παντελίδης 2001, Παντελίδης «Η πελοποννησιακή διάλεκτος» (υπό έκδοση)).

Ορισμένα στοιχεία της γλώσσας των Απομνημονευμάτων μπορούν να αποδοθούν με
ασφάλεια στον ιδιωματικό λόγο του Κολοκοτρώνη. Υπάρχει επίσης μία κατηγορία στοιχείων, τα οποία, παρά το ότι είναι βέβαια συνήθη σε γραπτά κείμενα της εποχής ή παλαιότερα, ή απαντώνται και σε άλλες ποικιλίες της Νέας Ελληνικής (αυτής της Ζακύνθου συμπεριλαμβανομένης), θα μπορούσαν (και θα ήταν κατά τη γνώμη μου προτιμότερο και αποδοτικότερο), υπό το φως των όσων είναι πλέον γνωστά για την Πελοποννησιακή, να αποδοθούν με λιγότερη ή περισσότερη ασφάλεια στον (ιδιωματικό) λόγο του Κολοκοτρώνη, αντί να αναζητάτε η πηγή τους αναγκαστικά στην επίδραση της γλωσσικής χρήσης της γραπτής παράδοσης των προηγούμενων εποχών. Η τελευταία, παρά τα αδιαμφισβήτητα δείγματα γλωσσικής σύγκλισης που εμφανίζει, έτσι και αλλιώς χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη ποικιλία, και μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορούσε να λειτουργήσει ως πρότυπο γλωσσικής χρήσης και μάλιστα κυρίως ως προς το λόγιο και λιγότερο ως προς το δημώδες στοιχείο.

Η γλωσσική ανάλυση του κειμένου στηρίχθηκε στην πρωτότυπη έκδοση του (Αθήνα 1846, φωτομηχανική επανέκδοσις Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, επιμέλεια Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Αθήνα 1981). Η αρίθμηση των σελίδων ακολουθεί αυτήν της πρωτότυπης έκδοσης. Σε ότι αφορά τον πρόλογο και τα παραρτήματα της έκδοσης του κειμένου, έχουν ληφθεί υπόψη φυσικά μόνο τα τμήματά τους εκείνα, τα οποία περιέχουν λεγόμενα του Κολοκοτρώνη. Η σελιδαρίθμηση στον πρόλογο της πρωτότυπης έκδοσης έχει γίνει με ελληνικούς αριθμούς.

Φωνολογία: Στο κείμενο των Απομνημονευμάτων εμφανίζονται δείγματα αρκετών φθογγικών φαινομένων, τα οποία απαντώνται, συστηματικά ή μη, σε πελοποννησιακά ιδιώματα. Αρκετά από αυτά (π.χ. το φαινόμενο των προθετικών φωνηέντων) είναι βέβαια ευρέως διαδεδομένα στις νεοελληνικές ποικιλίες. Μερικές λέξεις εμφανίζονται ακριβώς με τη μορφή, με την οποία καταγράφονται σε συλλογές υλικού από την Πελοπόννησο:
(α) Προθετικά φωνήεντα: α-καρτερούσαμεν (68) / α-καρτερώ (130), α-στάχυ (195), α-στάχυα (164), α-λησμόνησα (221), α-περνάω (αρκετές φορές), ο-γλιγορώτεροι (78) (και γλιγορώτερον (133)) / ο-γλίγορα (129), ο-μπροστά / ο-μπρός (95).
(β) Αποβολή αρκτικού φωνήεντος: το ‘κόνισμα (σελ λ’).
(γ) Διφθογγισμός φωνηέντων: το χαϋμό μας (75) / χαϊμένους (141) / χαϊμένοι (191) ‘χαμός, χαμένος’, και καϊμέναις (197) ‘καμένες’.
(6) /υ/ αντί /i/ στα τρούπα / ξετρουπόνοντας (95), χουμούν (97) ‘χυμανε’.
(ε) /γm/ > /m/ (συστηματικό στην Πελοποννησιακή): τραβημένοι (146).
(στ) Απουσία μεσοφωνηεντικού μη ετυμολογικού / γ/: ξετυλίεται (σελιδα κε’), άκουε (209, 243), επετάονταν (189), εφυλάονταν (193), εκαίονταν (206) και καίοντας (209).
(ζ) Αποβολή του /s/ στο σύνταγμα δόμου το (212) ‘δώσ’ μου το’.
(η) [sj] > [s] στο χοσαίς (χωσιές) (179) ‘ενέδρες’
(θ) [ftj] > [fc]: εφκιάσαμεν – να φκιάσει (176) / έφκιανες (192)
(ι) Διάφορα: βόιδι (κε’), επλέρωναν (76), παρρησιάζω/-ομαι ‘παρουσιάζω/ -ομαι’ (212). παραγγολή (200) ‘παραγγελιά’, (ο)γλίγορα ‘γρήγορα’ (129,133), Πασιάς ‘πασάς’, ταβούλια ‘νταούλια’ (133), λειδινό ‘δειλινό’ (170).

Άρθρο: Σημειώνω την αποκλειστική σχεδόν χρήση του τόπου τες της ΑΙΤ.ΠΛΗΘ. του θηλυκού (γραφή στο πρωτότυπο: ταις). Ο συγκεκριμένος τύπος, διαδεδομένος σε γραπτά κείμενα της εποχής ή παλαιότερα, ήταν εν χρήσει και σε ένα μεγάλο μέρος της βορειοανατολικής Πελοποννήσου (με βάση τις καταγραφές υλικού), δηλ. σε τμήματα της Αρκαδίας, της Αργολίδας κ.λ.π. και από την άποψη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντικατοπτρίζει τη γλωσσική χρήση του Κολοκοτρώνη.

Αντωνυμία: Σημειώνω τους δημώδεις, διαδεδομένους στα ιδιώματα αλλά συνήθεις και σε προφορικές μορφές της Κοινής, αντωνυμικούς τύπους αλλουνούς και τουτουνούς (60), εκεινού (167.223,231) και εκείνονε (82). Σημειώνονται επίσης οι αντωνυμίες αυτούνος ή ευτούνος ‘αυτός’ (αρκετές φορές, επίσης θηλυκό αυτήνη, σελ.112), όγιος ‘όποιος’ (270), πάσα ένας ‘(ο) καθένας’ (66,67 καταγράφεται στις συλλογές γλωσσικού υλικού ως πασάνας), ατός μου (117) – ατός του (66,67) ‘ο ίδιος, τον εαυτό μου’ και συνατοί τους (75) ‘μεταξύ τους’.

Μορφολογία του ονόματος:

Σχηματισμός του πληθυντικού:
(α) Αρσενικά σε -της: Κατάληξη –άδες: θεριστάδες (6), διαφεντευτάδες (215), πραγματευτάδες (270) κ.λπ. Ο συγκεκριμένος σχηματισμός, συνήθης στα ιδιώματα και σε συγκεκριμένες παραλλαγές της Κοινής, δεν κανονικοποιήθηκε τελικά στην επίσημη γραπτή Κοινή Νεοελληνική.
(β) Αρσενικά σε -άρηςκαβαλαρ-αίοι (πολλές φορές), καβαλαρ-αίων (179), καβαλαρ-αίους (πολλές φορές), καμιναρ-αίους (192). Και αυτός ο σχηματισμός, διαδεδομένος σε γεωγραφικές ποικιλίες της Νέας Ελληνικής (κανονικός στην Πελοποννησιακή), δεν γνώρισε ευρεία διάδοση στην κοινή. Σήμερα χρησιμοποιείται με φθίνουσα συχνότητα και μόνο σε συγκεκριμένες υφολογικές πραγματώσεις της κοινής, στην οποία επικράτησε τελικά ο σχηματισμός σε –ηδες, π.χ. καβαλάρηδες.
(γ) Προπαροξύτονα αρσενικά σε –αςμαστόρους (192,193) και γειτόνοι (271), τύποι οι οποίοι είναι σχετικά διαδεδομένοι και στη σημερινή προφορική κοινή. Στην Πελοποννησιακή το φαινόμενο όμως έχει μεγαλύτερη έκταση και περιλαμβάνει και αρκετά άλλα ουσιαστικά (π.χ. καβούροι, δαιμόνοι, βουρκολάκοι, αρχόντοι κ.λπ.)
(δ) Παλαιά τριτόκλιτα σε -η (<- span=””>: υπόθεσες (πρωτότυπη γραφή –αις, σελ. 190 και 239), θέσες (-αις, 203). Τέτοιου είδους σχηματισμοί δεν επικράτησαν βέβαια στην επίσημη Κοινή Νεοελληνική, ήταν όμως διαδεδομένοι τόσο στα ιδιώματα όσο και σε προφορικές παραλλαγές της κοινής και τη λογοτεχνία. Σήμερα έχουν σχεδόν τελείως εκλείψει και από την προφορική κοινή.
(ε) (Προ)παροξύτονα ουδέτερα ουσιαστικά σε -οσυνόρ-ατα (216), στην ίδια πρόταση με τον κοινότερο σχηματισμό σύνορα.

Παραθετικά επιθέτου
πλειότερη (152) και πλειότεροι (128,183), ευμορφύτερο (πρωτότυπη γραφή: -ήτερο, σελ. κη’).

Αριθμητικά: Οι τύποι ένανε (271) και τριωνών (σελ. κστ’). Η διάκριση μεταξύ ονομαστικής και αιτιατικής στο αριθμητικό ‘4’: τέσσαρ-οι (162)/τέσσερ-οι (245) : τέσσαρ-ους (8,22,179,253.269)/τέσσερ-ους (155,207). Πρβλ. επίσης το ουσιαστικό ογδοηνταριά (93), το οποίο παραπέμπει σε απόλυτο αριθμητικό ογδοήντα.

Ρήμα
:
(α) Αύξηση: Συχνότατη χρήση της ανεξαρτήτως τονισμού. Πρβλ. επίσης ηθέλησα (90)/ηθέλησε (12)/ηθέλησαν (17). Στο ρήμα αυτό καταγράφεται σταθερή χρήση της αύξησης στους παρελθοντικούς χρόνους τόσο στο κείμενο των Απομνημονευμάτων όσο και στις γλωσσικές συλλογές από την Πελοπόννησο. Σημειώνω επίσης την αύξηση η- στα ρήματα φερνω (‘ήφερνα’, ‘ήφερα’, πολλά δείγματα στο κείμενο), βρίσκω (ηύρηκα, 76) και βλέπω (ήβλεπε, 84).
(β) Καταλήξεις:
– 2.ΠΛΗΘ.ΕΝΕΡ. παρελθοντικών χρόνων σε –ετε αντί της –ατε, η οποία τελικά επικράτησε στην Κοινή και η οποία επίσης καταγράφεται στο κείμενο: ήλθετε (6), εβάλετε (136), εκάμετε (187), εστείλετε (228), είχετε (228). Έχει καταγραφεί σε τμήματα της βόρειας Πελοποννήσου και στα Επτάνησα. ενώ την καταγράφουν στις γραμματικές τους οι Mullach (1856) και Thumb (1910).
-Καταλήξεις μεσoπαθητικής: Στη μεσοπαθητική καταγράφεται στο κείμενο ποικιλία αλλομόρφων, μερικά από τα οποία εμφανίζονται και στη σημερινή Κοινή. Θα παρατεθούν εδώ όσα δεν συνηθίζονται γενικά στην Κοινή, ενώ καταγράφονται έστω και σποραδικά στην Πελοπόννησο: 1.ΕΝΙΚ. παρατατικού: στεκ-ούμουν (150) / στέκ-ομουν (κη’), εχάν-ουμουν (210). 3.ΕΝΙΚ. παρατατικού: ερχ-όντουνε (147), ευρισκ-ότουνε (183), εβαστιέτο (165), εκάθουταν (182). Οι δύο πρώτοι τύποι, εάν δεν είναι αποτέλεσμα παρανάγνωσης από χειρόγραφο, θα μπορούσαν να αποτελούν παρεισφρήσεις του μητρικού ιδιώματος του Γεωργίου Τερτσέτη. εφόσον –ότουνα είναι η κατάληξη του 3.ΕΝΙΚ. του μεσοπαθητικού παρατατικού στο ζακυνθινό ιδίωμα. Κατάληξη –ότουνα/-ότουνε καταγράφεται όμως, έστω και σποραδικά, και σε τμήματα της Πελοποννήσου. Σε ό,τι αφορά τον τύπο εβαστιέτο θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα «εξομάλυνσης» ιδιωματικού εβαστιέταν (ανάλογοι τύποι καταγράφονται στην Πελοπόννησο στη μεσοπαθητική των οξύτονων ρημάτων, ιδιαίτερα σε τμήματα της Αρκαδίας).
– 3 ΠΛΗΘ. ενεστώτα: τρώγ-ουνται (176)
– 3.ΠΛΗΘ. παρατατικού: ερχ-όντανε (147,164), εμαζών-όντανε (230). Η κατάληξη αυτή, ενώ επικρατεί γενικά μόνο σε τμήματα της Μεσσηνίας, της Λακωνίας και της νοτιότερης Αρκαδίας, καταγράφεται, σποραδικά και παράλληλα με άλλες, και σε άλλες περιοχές. Στην περιοχή από την οποία καταγόταν ο Κολοκοτρώνης έχει καταγραφεί στις συλλογές υλικού η κατάληξη –όσανε. Δεν είχε την εποχή εκείνη ακόμη επικρατήσει η κατάληξη αυτή στην περιοχή της βορειοανατολικής Αρκαδίας, ή έχουμε να κάνουμε με παρείσφρηση ζακυνθινού στοιχείου;
-Στον παρατατικό του ρήματος είμαι καταγράφονται στο κείμενο οι εξής τύποι:
3.ΕΝΙΚ. ήτον (συχνότατο στο κείμενο, διαδεδομένο σε τμήματα της Πελοποννήσου) ~ήταν 3.ΠΛΗΘ. ήσαν (σε χρήση στη βορειοανατολική Πελοπόννησο) ~ ήταν ~ήτον

(γ) Ενεστώτες 
(παρατίθενται εδώ στο 1.ΕΝΙΚ.): αρχινάωορκώνω (13), τουφεκάω (63) και εμποδάω (192) (δείγματα του συνήθους στην Πελοποννησιακή και άλλες ποικιλίες μεταπλασμού –ίζω -> -(άω), δειπνάω (67) – στρατολογάω (115) – εξηγάω (σελ. κη’) (συνήθης στην Πελοποννησιακή και σε άλλες ποικιλίες ένταξη λόγιων κυρίως οξύτονων ρημάτων τύπου Β σε -ώ -είς κλπ. στον τύπο Α σε -άω -άς κλπ.), βάνωβγάνωφτιάνω (117), ψένω (72), γδένω (268), μαζώνω (αρκετές φορές), στερητικό επίθετο ανέγγιαγοι ‘ανέγγιχτοι, απείραχτοι’ (73) το οποίο παραπέμπει στον διαδεδομένο στην Πελοποννησιακή αγγιάωάρεζα (74,125), παγαίνω (179), αρπάχνω (σελ. κα’,189), γένομαι (224), βλάβω (227), φυλακώνω (258), ξυώ ‘ξύνω’ (κθ’).

(δ) Αόριστοι (παρατίθενται στο 1.ΕΝΙΚ.): έκαμαέφτασαηύρα εύρα ηύρηκα – υποτακτική: να εύρω, μάζωξα, εγένηκα (111)/ εγίνηκα – υποτακτική να γένω/γενώέμασα (62,66,195), εβάρησα (205), εβύζασα (σελ. λα’). Αόριστοι σχηματισμένοι με το στοιχείο -κ-: οι παλαιοί άφηκα και έδωκα (πολλές φορές στο κείμενο), απόλυκα ‘εξαπέλυσα’ (63), εκαβάληκα (αρκετές φορές) – υποτακτική: να καβαλήκω (243).

(ε) Η κατηγορία των οξύτονων ρημάτων του τύπου Β (-ώ -είς -εί -ούμε -είτε -ούν) διατηρεί στο κείμενο ακόμη σημαντικό αριθμό «μη λόγιων» ρημάτων: καρτερώ, βαρώ κ.λ.π. Εμφανίζονται όμως στο κείμενο και τύποι, οι οποίοι φανερώνουν ρευστότητα ένταξης στον τόπο Α η Β, ή καταγράφουν τη διαδικασία μεταπλασμού ρημάτων του τύπου ΄Β σε ρήματα του τύπου Α: καρτερεί (133) – καρτερείτε (117): εκαρτέραγα (253), εκαρτέραε (243), ημπόρειε (192): ημπόραγαν (112), εκράτειε (173): εκράταγαν (133).

-Κλίση του ενεστώτα των οξύτονων ρημάτων στο κείμενο:



-Στον παρατατικό των οξυτόνων ρημάτων, εκτός από τους τύπους σχηματισμένους με το στοιχείο –ούσ- (π.χ. ημπορούσα (164), ημπορούσε (153)) εμφανίζονται τύποι, οι οποίοι μπορούν με ασφάλεια να αποδοθούν στο μητρικό ιδίωμα του Κολοκοτρώνη:



Παραδείγματα τύπων παρατατικού:
Τύπος Α: εφύλαγα (22), εξήγαες (σελ. κη’) επέρναε (197,220) / εχάλαγε (134,155), αλίκτααν (αλύχτααν, 21) /φύλαγαν κλπ.
Τύπος Β: εξακαβάλιγα (εξεκαβάλειγα, σελ.210), ημπόρηε (192) / προσκάλιε (134) / βόλιε (148) / εκούνιε (182) (ημπόρειεπροσκάλειεβόλειεεκούνειε) Ο τύπος ημπόρουνε (14) εκπροσωπεί ένα σχηματισμό γνωστό κυρίως από την περιοχή του Οινούντος στη βορειοανατολική Λακωνία (βλ. Κουκουλές 1908:197), η παρουσία του όμως στο κείμενο του Κολοκοτρώνη αποτελεί ένδειξη για μεγαλύτερη παλαιότερα γεωγραφική εξάπλωσή του, αφού μάλιστα δεν απαντάται στο ζακυνθινό ιδίωμα για να μπορεί να αποδοθεί στο μητρικό ιδίωμα του Τερτσέτη. Στον πληθυντικό του παρατατικού του τύπου Β εμφανίζονται αποκλειστικά τύποι σχηματισμένοι με το στοιχείο –ούσ- (π.χ. εζούσαμεν (164), ημπορούσαμεν (155), ακαρτερούσαμεν (68), οι οποίοι μάλλον πρέπει να αποδοθούν στο μητρικό ιδίωμα του Τερτσέτη. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο τελευταίος ενώ δεν απέφυγε τους πελοποννησιακούς τύπους (σε –α(γ)αν) στον Τύπο Α, τους απέφυγε στον Τύπο Β (δεν εμφανίζονται π.χ τύποι σε –είγαμε ‘-είγαν/-είγανε).
(στ) Απουσία του στοιχείου -κ- στο 2-3.ΕΝΙΚ. του μεσοπαθητικού αυρίστουεφάνηεσκοτώθη, εστάθη, εχάθη, εταμπουρώθει. Η παρουσία τέτοιων τύπων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα λόγιας επίδρασης, καταγράφεται όμως και για την Πελοποννησιακή. Στο κείμενο εμφανίζονται επίσης «κοινότεροι» ή «εξομαλυμμένοι» τύποι, όπως εσκοτώθηκε, εσυνάχθηκε κ.λπ.

(ζ) Τετελεσμένοι χρόνοι: Η γλωσσική χρήση του κειμένου συμφωνεί ως προς αυτό το σημείο σε γενικές γραμμές με τη γλωσσική χρήση της Πελοποννησιακής (και της Επτανησιακής) Χρησιμοποιούνται περιφράσεις αποτελούμενες από τα ρήματα έχω ή είμαι ως βοηθητικά και τις τετελεσμένες μετοχές. Περιφράσεις με τους απρόσωπους τύπους σε –έι/ει εμφανίζονται επίσης στο κείμενο, δεν μπορούν όμως να συγκαταλεχθούν στο ιδιωματικό στοιχείο του κειμένου:
το είχαν στελμένο εις το τζατήρι μου (82)
Εις τα Δερβενάκια είχα αφημένον τον Νικήτα (116)
χρήματα μετρητά δεν ευρέθησαν, διότι τα είχαν εξοδεμένα δια ζωοτροφίας (121)
τα έξοδα όπου έχετε καμωμένα (141) / έχει τόσαις νίκαις καμωμέναις (145) κ.λπ.
είχε την διαταγή λαβομένην (228) ‘είχε λάβεί’
τιγάρ τα είχετε άλλη φορά μετρημένα; (228) ‘σάμπως τα είχατε μετρήσει κι άλλη φορά;’
εις της Πάτρας το σύνορο είχαν γδυμένους κάτι πραγματευτάδες Πυργιώταις (270) ‘είχαν γδύσει’
δέκα χιλιάδες γρόσια που τους είχαν παρμένα (270)

Στην Πελοπόννησο καταγράφονται βέβαια συντακτικές δομές σαν τις παραπάνω, συχνότερες όμως φαίνεται να ήταν δομές, στις οποίες η μετοχή ήταν σταθεροποιημένη σε έναν τύπο (ανάλογα με την περιοχή τον εις –μένο ή τον εις —μένα) χωρίς συμφωνία με το αντικείμενο του ρήματος. Πρόκειται για προσπάθεια από πλευράς του Τερτσέτη για αποφυγή έντονων ιδιωματισμών και προσαρμογή του κειμένου σε κοινότερα γλωσσικά πρότυπα ως προς τον τομέα αυτό του γλωσσικού συστήματος -κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε σε αρκετές άλλες περιπτώσεις- ή για παρείσφρηση και πάλι της γλωσσικής χρήσης της Ζακύνθου, όπου η σταθεροποίηση της μετοχής σε έναν τύπο χωρίς συμφωνία με το αντικείμενο δεν απαντάτο; Δυστυχώς δε διαθέτουμε επαρκή στοιχεία για το χρόνο γένεσης και τη διαδικασία εξάπλωσης αυτού του φαινομένου στην Πελοπόννησο.
δεν ήτον άλλοι φερμένοι (77) ‘δεν είχαν έρθει’
ο Πετιμεζάς, ο Γιαννιάς και ο Ζαχαριάς ήτον χαϊμένοι προτήτερα (16) ‘είχαν χαθεί’
η Βάρδιαις ήτον δια νυκτός απερασμέναις εις ταις τοποθεσίαις (67) ‘είχε περάσει’
ήτον βγαλμένοι από το Μισολόγγι (17’?) ‘είχαν βγει’
ήμασθε γνωρισμένοι από το 1807 (212) ‘είχαμε γνωριστεί’
τους καπετανέους που ήτον μεινεμένοι εκεί (209) ‘είχαν μείνει’
Ολίγαις ημέραις αρχήτερα ήτον σκοτωμένοι οι Αργείοι (212) ‘είχαν σκοτωθεί’
Και εγώ ήμουν κινημένος από την Καρύταιναν (212) ‘είχα ξεκινήσει’

(η) Μέλλοντος: Ο μέλλοντος σχηματίζεται με δυο είδη περιφράσεων:
(α) το 3.ΕΝΙΚ. ενεστώτα του ρήματος θέλω + υποτακτική, π.χ. θέλει την σηκώσεις (σελ. ιθ’), θέλει πάρουν (116), θέλει χασομερίσωμε (181)
(β) θενα + υποτακτική, π.χ. ), θε να κινηθή δια βοήθειαν του Ιμπραΐμη (153), αύριο θε να έλθη (226). Από τις παραπάνω συντακτικές δομές η δεύτερη προσεγγίζει περισσότερο την ιδιωματική χρήση.

(θ) Δυνητική/ μη πραγματικό: Το μη πραγματικό δηλώνεται στο κείμενο με δύο είδη περιφράσεων:
(α) παρατατικός του ρήματος θέλω – απρόσωπος τύπος σε ει/-εί, π.χ. αν ήθελε έλθει ο Αλέξανδρος ο αδελφός του ηθέλαμεν κάμει δουλιά (88), ηθέλαμεν τους κλείσει (175),
(β) «μόριο» ήθελε + υποτακτική, π.χ. ήθελε ειπούν (191), αν … επροσκύναε η Πελοπόννησος, τότε τι ήθελε κάμει και η Ύδρα και η Σπέτζαις; ήθελε χαθούν(211), αν ήθελε υπάγω 10 ή 5 ημέραις αρχήτερα (243). Από τις παραπάνω συντακτικές δομές, η δεύτερη συμφωνεί με τα καταγραφόμενα στις πελοποννησιακές ποικιλίες (θελα ειπούν, θελα χαθούν, θελα πάω).

(ι) Προστακτικήβάρει (σελ. κη’) ‘βάρα’, προτρεπτικό άητεστε (199) ‘άντε (ΠΛΗΘ.)’.

(ια) Μετοχές
.
-Μετοχή ενεστώτα μεσοπαθητικού αποθετικού ρήματος: έχοντας (6,1.246).
-Μετοχή αορίστου: περάσοντας (14,66,70,175,211).
-Μεσοπαθητικές μετοχές (παρατίθενται εδώ στον τύπο της ονομαστικής ενικού του αρσενικού).
-«Μετοχές μεσοπαθητικού ενεστώτα». Τέτοιου τύπου επίθετα έχουν καταγραφεί αρκετά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση τους προσεγγίζει τη χρήση κανονικών μεσοπαθητικών μετοχών ενεστώτα. Στο κείμενο: φοβούμενος (18,130). Πηγαινάμενος/παγενάμενος (πολλές φορές), ερχάμενος (αρκετές φορις), χηρευάμενος (136,199,246). Επίσης: αποκριζάμενος ‘υπεύθυνος που έχει να δώσει λόγο’ (να είναι αποκριζάμενα τα χωριά τα τριγυρινά αν δεν παραδώσουν τους κλέφταις, σελ. 270).
– Τετελεσμένες μετοχές: στελμένος (72,82,197), μεινεμένος (121), γενάμενος (κγ’, 241).

(ιβ) «Στερητικά» ρηματικά επίθεταανέγγιαγοι (73) ‘ανέγγιχτοι’, απείραγοι (75,218) ‘απείραχτοι’, άκαγα (167) ‘άκαφτα’, αμοίραγον (271) ‘αμοίραστο’. Στερητικό πρόθημα ανε– στα ανεγνώριμον (192)/ανεγνώριστος (270).
Σύνταξη:
(α) Απόλυτη σύνταξη της μετοχής: χαράζοντας την αυγή βλέπω τους τούρκους (15), ερχάμενη Δευτέρα το βράδυ και δεν ήλθε, έλαβε υποψίαν(132).
(β) Δήλωση του τόπου με απλή αιτιατική αντί για προθετική φράση: Ημείς την μια μεριά, ο Τούρκοι από την άλλη (63, μοναδικό παράδειγμα)
(γ) Το σύνταγμα δόμουτε (131) ‘δώστε μου’.

Σύνθεση-παραγωγή:
(α) Χρήση του επιθήματος –ινός για την παραγωγή επιθέτων από τοπικά ή χρονικά επιρρήματα: τριγυρινά (77,270), την αυρινή ‘την αυριανή/ την επόμενη μέρα’ (σελ. κδ’, πιθανόν αποτέλεσμα εξομάλυνσης από γνήσια ιδιωματικό ταχινή, πελοπ. ταχιά ‘αύριο’), παλαιϊναίς (κστ’). Επίσης μεσιανό ‘μεσαίο’ (112).
(β) Σχηματισμοί με το ματα– αντί του κοινού ξανά-: ματακάνει (σελ. ιθ’), να μη ματαειπής (104).
(γ) Διάφορα: αντισκόβω (16,135) ‘διακόπτω, αντιλέγω’. Το σύνθετο παραξενοφαίνεται (σελ. κα’, 222) εντάσσεται στην αυξημένη σε σχέση με την κοινή συνθετική ικανότητα της Πελοποννησιακής (π.χ. ευκολοπιάνω, αναποδογράφω, καθαροπλένω).

Λεξιλογικά: Η σαφής οριοθέτηση «κοινού» και ιδιωματικού, ιδίως στον τομέα του λεξιλογίου, είναι προβληματική (βλ. παρ.1.3), ενώ η κατάταξη των λεξιλογικών στοιχείων στη μία ή την άλλη κατηγορία είναι ρευστή και ευμετάβλητη (για μια εκτενή αναφορά στο ζήτημα από θεωρητική πρακτική σκοπιά βλ. Χαραλαμπάκης 2001α). Στην παρούσα μελέτη θα θεωρηθούν ως ιδιωματικά τα λεξιλογικά στοιχεία εκείνα, τα οποία δεν κατέστησαν μέρος της νόρμας της Κοινής Νεοελληνικής και είτε περιορίστηκαν τελικά σε γεωγραφικά εντοπισμένη χρήση είτε αντικαταστάθηκαν από άλλες, μεταξύ άλλων και στα πλαίσια του «καθορισμού» της γλώσσας από στοιχεία ξένης προελεύσεως.
(α) Επιρρήματακάτου (206), (ε)πάνου/απάνου (πολλές φορές), πούθενε ‘από πού’ (198), όθεν (208129) ‘(από) όπου’ (πιθανόν προσαρμογή γνήσια ιδιωματικού ο(υ)θε), εδώθεν(=εδώθε) ‘(από) εδώ’ (21), ολούθε ‘παντού’ (σλ. κε’), τότες (πολλές φορές) /τότενες (πολλές φορές) / ετότενες (224), απέ ‘κατόπιν’ (62), αγνάντια (αρκετές φορές) ‘απέναντι’. κατάκαμπα ‘καταμεσίς του κάμπου, μέσα στον κάμπο’ (79), μπροστήτερα ‘πιο πριν’ (109,115), ολοτρόγυρα (109), εκείθε ‘(από) εκεί, πέρα εκεί’ (109), ταχυά (ταχιά) ‘αύριο’ (113), πάντοτες (122), μουτουλάκ ‘οπωσδήποτε’ (132), αυτού ‘εκεί’ (176), αλλούθε ‘(από) αλλού’ (182), στερνά (177) – στερνότερα ‘ύστερα’ (224), πλιο (182) / πλέο (251) ‘πια’, τιγάρ; ‘μήπως; σάμπως’ (228), πάλαι (πάλε) (231), σκάπετα ‘έξω, όχι εκεί, μακριά’ (151,152,168,175).
(β) Προθέσειςαντίς (213).
(γ) Σύνδεσμοιαμή, όντας ‘όταν’, μόνε ‘μόνο, αλλά, παρά’, τόμου ‘μόλις’ (224), ειτεμή (225,239) ‘ειδεμή’, ειδέ και ‘ειδάλλως’ (234), έμου…έμου‘και…και’ (οι Έλληνες έμου αποσταμένοι δεν είχαν και ταμπούρια, επείκασα ότι θα χαλασθούμεν, σελ 152), είτε ‘ούτε’ (αίματα δεν εχύθηκαν είτε από το ένα μέρος είτε από το άλλο, σελ.203).
(δ) Ουσιαστικάκαπότο ‘είδος πανωφοριού’ (6), φαμίλια/φαμελιά, σπερώματα ‘όταν βραδιάζει’ (14), σκουτιά ‘ρούχα’ (15) και σκουτικά ‘είδη ρουχισμού’ (121), ζαερέ /ζαϊρέ ‘τρόφιμα, εφόδια, προμήθειες’ (αρκετές φορές, ΠΛΗΘ. ζαερέδες – σελ.114,117), γράνα ‘οριοθετικό αυλάκι’ (78), εμπροστινέλα (92) ή μπροστέλα (151) ‘εμπροσθοφυλακή’, πισινέλα ‘οπισθοφυλακή’ (205), χορίγι ‘ασβέστης’ (192) και χοριγοκάμινο ‘ασβεστοκάμινο’ (95) μια βολά ‘μια φορά’ (127), αλάι (αλλάι) ‘στολή, (πολυτελές) ένδυμα’ (133), χωροπούλα ‘(μικρή) κωμόπολη (χώρα)’ (173), χωσιά ‘ενέδρα’ (179), μάσκουλο είδος εκρηκτικού, κροτίδας’ (192), τους είχα τεμπίχι ‘τους είχα προειδοποιήσει’ (111, 218), πηλάλα ‘τρέξιμο’ (κε’)
(ε) Επίθεταλιανός (κγ’, κδ’, κστ’) ‘λεπτός, ψιλός, αδύνατος’, αΐσκιωτοι ‘κατατρεγμένοι’ (κστ’).
(στ) Ρήματακρίνω ‘μιλάω’ (ιη’), αλικοντίζω ‘παρεμποδίζω’ (7), σκαπετάω ‘φεύγω’ (62), έντεσα (αρκετές φορές. ενεστώτας: ντέ(χ)νω ‘τυχαίνει να είμαι, τυγχάνω, συμπίπτω’, πεικάζω (πολλές φορές) ‘βγάζω το συμπέρασμα, υποθέτω’, τηράω ‘κοιτάζω’ (69,95,132,185), ορδινιάζω προετοιμάζω’ (82,131,132), τεμπιχιάζω ‘ειδοποιώ’ (93,216), απαντάω ‘συναντάω’ (14), κινάω ‘ξεκινάω’, βόλ(ε)ιε ‘βόλευε’ (ενεστώτας βολεί, 148), ξαγναντάω ‘εμφανίζομαι από την απέναντι πλευρά, από πέρα’ (151), δύνομαι ‘μπορώ’ (187,245), στρέγομαι / στέργομαι ‘δέχομαι να’ (218.247).

Παρατηρήσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι απουσιάζουν ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά της Πελοποννησιακής, και ειδικότερα της περιοχής καταγωγής του Κολοκοτρώνη. Για παράδειγμα απουσιάζει εντελώς η κατάληξη 2.ΠΛΗΘ. ουτε/-ούτε των μη παρελθοντικών ρηματικών κατηγοριών (π.χ. έχουτενα κατεβούτε κλπ). Απουσιάζουν επίσης τύποι πληθυντικού του παρατατικού των οξυτόνων ρημάτων τύπου Β σε –είγαμε είγανε (π.χ. μπορείγαμε-νε, αντιθέτως εμφανίζονται τύποι πληθυντικού σχηματισμένοι με το στοιχείο –ουσ-, π.χ. ημπορούσαμεν (155), ακαρτερούσαμεν (68), καθώς και αρκετοί τύποι 3.ΠΛΗΘ. παρατατικού οξυτόνων ρημάτων του τόπου Α σε –α(γ)αν. Η κατανομή αυτή θυμίζει έντονα την αντίστοιχη στο ζακυνθινό ιδίωμα Απουσιάζει επίσης εντελώς, όπως είδαμε πιο πάνω η κατάληξη –όσανε του 3.ΠΛΗΘ. του μεσοπαθητικού παρατατικού (π.χ. ερχόσανε ‘έρχονταν’), καθώς και συντακτικές δομές δηλωτικές τετελεσμένων χρόνων με τη μετοχή σταθεροποιημένη σε έναν τύπο χωρίς συμφωνία με το αντικείμενο, όπως είδαμε πιο πάνω (π.χ. έχουνε κρυμμένο λίρες, είχα πολλούς ιδωμένα). Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι -και αξίζει να διερευνηθεί παιρετέρω κατά πόσο- ο Τερτσέτης άφησε να περάσουν στο τελικό κείμενο (πελοποννησιακά ιδιωματικά) στοιχεία, τα οποία απαντώνταν και στο μητρικό του ιδίωμα ή στο γραπτό λόγο της εποχής (ή μέρος του) και παλαιότερα, και «κατέπνιξε ή προσάρμοσε άλλα σε «κοινότερα» ή λογιότερα πρότυπα, πρβλ. την παντελή απουσία της γενικής πληθυντικού τουν (‘των’) του άρθρου, επίσης παραπάνω ταχινή – αυρινή(ε)δώθε -> εδώθεν). Είναι πολύ πιθανό ότι σε αρκετές περιπτώσεις ενήργησε κατ’ αυτό τον τρόπο, όχι όμως σε όλες, όπως δείχνει για παράδειγμα η παρουσία τύπων όπως ημπόρουνε ‘μπορούσε’ (14), ο οποίος εκπροσωπεί σχηματισμό που δεν καταγράφεται στο ζακυνθινό ιδίωμα. Το ζήτημα είναι ευρύ και ανοιχτό σε περαιτέρω διερεύνηση, η οποία εκφεύγει από τα πλαίσια της παρούσας ανακοίνωσης.

Βιβλιογραφία
Honey, James. 1997 “Sociophonology”. The Handbook of Sociolinguistics, ed. By Florian Coulmas, 92-106. Blackwell Κουκουλές Φ. 1908: Οινουντιακά. Χανιά: Μιχαήλ Σαλίβερος. Κρίκη, Ειρηνη & Λιόσης, Νικόλαος. «Τα επτανησιακά ιδιώματα». Νεοελληνικές Διάλεκτοι, επιστημονική επιμέλεια Χρ.Τζιτζιλής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη). Υπό έκδοση. Mackridge, Peter. 1999. “Νεώτερη εποχή». Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, έκδοση ΕΛΙΑ. 236-242. Αθήνα Van Marle, Jaap. 1997. “Dialect versus standard language: nature versus culture”. Taming the Vernacular: from dialect to Written Standard Language, ed. by Jenny Chesire & Dieter Stein, 13-34. London/New York: Longmann Milroy, James & Milroy, Leslie, 1997: “Varieties and Variation”. The Handbook of Socioliguistics, ed. by Florian Coulmas, 47-64. Blackwell. Mullach, F. W. A. 1856. Grammatik der griechischen Vulgarsprache, Berlin: Ferd. Dummlers Verlagsbuchhandlung. Παντελίδης, Νικόλαος. 2001. «Πελοποννησιακός ιδιωματικός λόγος και Κοινή Νεοελληνική». Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα: Πρακτικά της 21ης ετήσιας Συνάντησης Εργασίας του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονικης. 12-14 Μαΐου 2000 εκδ. Αγ. Χαραλαμπόπουλος & Μαρία Καραλή, 550-561, Θεσσαλονίκη. Παντελίδης, Νικόλαος. 2003α. «Με αφορμή ένα κείμενο του Α. Καρκαβίτσα». Θεμέλιος (τιμητικός τόμος Γεωργίου Ν.Δημητροκάλλη) έκδοση Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης – Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας. 179-197. Κομοτηνή. Παντελίδης, Νικόλαος. «Η πελοποννησιακή διάλεκτος». Νεοελληνικές Διάλεκτοι. επιστημονική επιμέλεια Χρ.Τζιτζιλής, Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη). Υπό έκδοση Thumb, Albert. 1910. Handbook der neugriechischen Volkssprache. 2nd edn. Strassburg: Karl J. Trubner
Χαραλαμπάκης. Χριστόφορος 2001α. «Το ιδιωματικό στοιχείο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη». Νεοελληνικός λόγος (Μελέτες για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και το ύφος), επανεκτύπωση της γ’ εκδοσης (1999).189-252. Αθήνα.
Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος. 2001β: «Σκέψεις γύρω απο τη γλώσσα και το ύφος του στρατηγού Μακρυγιάννη με αφορμή το νέο χειρόγραφο «Οράματα και θάματα». Νεοελληνικός Λόγος (Μελέτες για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και το ύφος), επανεκτύπωση της γ’ εκδοσης (1999).253-276. Αθήνα.

Πηγή

ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.