To Υστεροβυζαντινο και Πρωιμο Οθωμανικο Περιβαλλον στην M. Ασια

Όπως συμπεραίνει ο Σπ. Βρυώνης, στο έργο του “Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μ. Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού, “… μετά την κατάρ­ρευση του Βυζαντίου στην Ανατολή, η χριστιανική κοινωνία αναγκάστηκε να προσαρ­μοστεί με τη διακυβέρνηση και τον πολιτισμό των μουσουλμάνων. Παραδοσιακά, ο αναπροσανατολισμός αυτός θα έπρεπε να είχε γίνει μέσα στα πλαίσια των εκκλησια­στικών θεσμών, αλλά αυτοί είχαν τελείως αποδυναμωθεί λόγω του συγκεκριμένου χα­ρακτήρα της τουρκικής κατάκτησης…”

Δημήτρης Σταθακόπουλος

Έτσι λοιπόν οι χριστιανικές κοινότητες υπέκυψαν στις δυνάμεις του Ισλάμ. Τα διάφορα τουρκικά κράτη και η κοινωνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της Ανατολής, ήταν απομιμήσεις των αντίστοιχων στα παλαιότερα εδάφη που ήδη κατείχε το Ισλάμ, ενώ διάφορες ιστορικές περιστάσεις και συγκυρίες, οδήγησαν στη συνεχή μετανάστευ­ση μουσουλμάνων θεολόγων και δερβίσηδων στην Ανατολή.

Οι σουλτάνοι απαλλοτρίωσαν την πλειονότητα των εδαφών, των εσόδων και των κτιρίων των χριστιανών, παραχωρώντας τα στους μωαμεθανούς κοσμικούς και θρη­σκευτικούς οπαδούς. Αποτέλεσμα ήταν, η εμφάνιση τζαμιών, θεολογικών σχολών, νο­σοκομείων και παρόμοιων ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ανατολή, συχνά στα ίδια κτί­ρια και στα ίδια εδάφη που ανήκαν προηγουμένως στην Ελληνική Εκκλησία. Τόσο τα ιδρύματα αυτά, που ήταν επανδρωμένα με ένθερμους ιεραποστόλους, όσο και η μου­σουλμανική κοινωνία –που θρησκευτικά ήταν επίσης επιθετικά διατεθειμένη– εύκολα αφομοίωσαν τους αποθαρρημένους και εγκαταλελειμμένους από την κεντρική Βυζα­ντινή διοίκηση χριστιανούς.

Σε άλλο πάλι συμπέρασμά του ο Σπ. Βρυώνης, αποφαίνεται πως, η ανώτερη τουρκική κοινωνία στη Μικρά Ασία, είχε κυρίως ισλαμικά χαρακτηριστικά, ιδίως Περσοαραβικά. Η αδιάσπαστη ένωση της θρησκείας και του κράτους, που καθόρισε όλες τις επίσημες μορφές της κοινωνίας, είχε ως αποτέλεσμα μια μουσουλμανική κρατική δομή, αλλά και πολιτισμική ζωή. Η δομή του σουλτανάτου, η γραφειοκρατία, η θρησκεία, η λογοτεχνία και μεγάλο μέρος της τέχνης ήταν ισλαμικά. Η βυζαντινή κοινωνία, εξάλ­λου, δεν ήταν δυνατόν να έχει επίδραση στους ισλαμιστές, ως θεσμός τουλάχιστον, επειδή ήταν στενά συνδεδεμένη με τη βασιλεία και την Ορθοδοξία, με αποτέλεσμα, εάν μια κοινωνία τελικά αποδεχόταν μαζικά τους βυζαντινούς τυπικούς θεσμούς, να υιο­θετεί μόνο την βυζαντινής μορφής θεοκρατία (όπως συνέβη στη Σερβία και τη Βουλγαρία). Υιοθέτηση των βυζαντινών θεσμών θα μπορούσε να είχε γίνει ίσως, μόνο στην πε­ρίπτωση που η γειτονική κοινωνία, ήταν ακόμη ασχημάτιστη και δεν είχε συνδεθεί με κάποιο ανεπτυγμένο εκκλησιαστικό κρατικό μηχανισμό, πράγμα όμως που δεν συνέ­βαινε με τους Τούρκους, αφού αυτοί, ήδη είχαν συνεδεθεί με τον ισλαμισμό.

Όσα στοιχεία της βυζαντινής τυπικής πολιτιστικής έκφρασης εμφανίστηκαν στην οθωμανική κοινωνία, μάλλον πέρασαν έμμεσα, μέσω του ισλαμικού πολιτισμού, ουσιαστικά Περσοαραβικού, που προϋπήρχε τον Τούρκων και ο οποίος σε θέματα φιλο­σοφίας, μαθηματικών και μουσικής θεωρίας τουλάχιστον, ήταν επηρεασμένος από τους αρχαίους Έλληνες και τους βυζαντινούς.

Όπως αναφέρει στο σχετικό ένθετο ενός cd, με θέμα την συναυλία του Ελληνοτουρκικού συγκροτήματος “Βόσπορος“στο Ηρώδειο, ο προσωπικός μου φίλος Νικηφόρος Μεταξάς: “… εάν η ilmimusiki (Τέχνη της μουσικής) αντικατοπτρίζει, -μέσω των αυστηρών πυθαγορικών συστημάτων και της υποταγής σε μια ουράνια ιεραρχία-, την αιωνιότητα της αρ­μονικής συνύπαρξης της βυζαντινής ελληνικής ψυχής και της οθωμανικής τουρκικής ψυχής στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, ο Μπεκτασισμός και ο Αλεβισμός από την άλλη, αντικατοπτρίζουν τις αυτόχθονες δυνάμεις της Ανατολικής γης που εκφρά­ζονται ποικιλόμορφα στη μουσική την ποίηση και τους χορούς τους. Οι Τούρκοι είναι “εξωγήινοι” ως σωματικά νομάδες, απίστευτα σταθεροί στο πνεύμα, προσκολλώνται πνευματικά στον ουράνιο κεραυνό/Θεό Τβητί. Οι πρωτότουρκοι μετά δυσκολίας πα­τούν στη γη και συχνά υποφέρουν από ατροφία των ποδιών. Έφιπποι πληρούν τις πε­ρισσότερες βιοτικές τους ανάγκες. Η επαφή τους με την ύλη είναι λαφυραγωγική, αρ­πακτική βίαιη. Η διανυκτέρευση στην κυκλική γιουρτ είναι γεμάτη όνειρα φυγής από τη γη, σαν τον καπνό που δραπετεύει μέσω του κεντρικού της άξονα κι από το άνοιγ­μα της οροφής προς τον πολικό αστέρα. Δεν γεωμετρούν…”.

Έτσι λοιπόν φαίνεται πως η πραγματική προσγείωση των Τούρκων γίνεται στη χώρα των Ρωμαίων-Rum, στη Μικρά Ασία, όπου και συναντούν τις υπόγειες ενέργειες της Πελασγίας Θεάς Κυβέλης, που σαν σύμβολο της είχε μια μαύρη πέτρα, σφρα­γισμένη τώρα στην Καάμπα της Μέκκα.

Ο Μπαμπαϊσμός του 12ου-13ου αιώνα φανερώνει ήδη την ενσωμάτωση του Σαμανισμού, στα αυτόχθονα υπόγεια ρεύματα της ψυχικής ιδιοσυστασίας της Μικράς Ασίας.

Η Ανατολία, χοάνη διδασκαλιών, τόπος θρησκευτικών ανταλλαγών, συγχώνευσης και μερικές φορές σύγχυσης των πιο διαφορετικών δοξασιών, εικόνα χρονολογημένη από την βαθιά αρχαιότητα.

Από τη Φρυγία προέρχεται η λατρεία της Μεγάλης Θεάς-Μητέρας που λατρεύτηκε σε όλον τον Ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο με την μορφή μιας μαύρης πέτρας, την οποία η ρωμαϊκή Σύγκλητος διέταξε να μεταφέρουν στον Παλατίνο λόφο το 204 μ.Χ.

Η Άρτεμις της Εφέσου, Παρθένος και Μητέρα γόνιμη ταυτόχρονα, έγινε σεβαστή με την μορφή ενός αγάλματος που κατέβηκε από τον ουρανό, στον ίδιο τόπο όπου ορι­σμένες παραδόσεις τοποθετούν την κοίμηση της Παρθένου Μαρία.

Ελληνοσαβαϊσμός, Διονυσιακή λατρεία, Ορφισμός, Παυλικιανοί, Κέλτες-Γαλάτες, ακόμα και Χρι­στιανοί άγιοι που μέσω των σπηλαίων ενσωματώθηκαν στη γη αυτή.

Για τους Έλληνες, “… η ιδέα να προβλέπουν το μέλλον μέσα από τα άστρα προερχόνταν από τους Κάρες. Οι Φρύγες επόπτευαν πρώτοι το πέταγμα των πουλιών, οι Ίσαυροι μελέτησαν τους οιωνούς και οι άνθρωποι της Τελμεσσού την μαντεία μέσω των ονείρων“.

Στην Ανατολή άνθισαν οι πιο διαφορετικοί μεταξύ τους μυστικοί, – αιρετικοί για τους μεν, εμπνευσμένοι προφήτες για τους δε.

Ο Κήρινθος που διεφώνησε με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή στην Έφεσο (1ος αιώ­νας), ή ο Μαρκίων του οποίου την διδασκαλία καταπολεμούσε τον 2ο αιώνα ο Ειρη­ναίος, ήταν από την Μικρά Ασία όπως και ο σοφός πυθαγόρειος Απολλώ­νιος ο Τυανεύς.

Η πόλη της Πεπούζα στην Φρυγία ήταν η “Ιερουσαλήμ των Μοντανιστών, ή των «Κατά αιρετικών» ,  ομάδας που έδρασε από τον 2ο μέχρι τον 8ο αιώνα, διακηρύσσοντας πως ο Μελχισεδέκ ήταν ανώτερος από τον Χριστό και της οποίας ορισμένες ιδέ­ες ξαναβρίσκουμε στους Ισμαηλίτες. Ομοίως στην Αντολή εμφανίστηκαν και οι Νεο­πλατωνικοί, ιδιαίτερα στην Αφροδισία. Εκεί βρίσκουμε και τον Χριστιανισμό, τους “Υψιστάριους” της Καππαδοκίας οι οποίοι παρατηρούνται μέχρι τον 9ο αιώνα, κα­θώς και τους Αθιγγάνους του Αμορίου, που έλεγαν πως μέλοςτους ήταν και ο αυτο­κράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ ο 2ος (820-829 μ.Χ.).

Η εικονοκλαστική κίνηση στην Ανατολική Εκκλησία, η οποία τάραξε το Βυζάντιο για περισσότερο από έναν αιώνα (711-843), ξεκίνησε στη Φρυγία. Οι ιδέες της συνα­ντιόντουσαν φαίνεται με τις ιδέες των Μουσουλμάνων, των Μανιχαϊστών και των Παυλικιανών όσον αφορά μια δυσπιστία απέναντι στη λατρεία των Εικόνων. Μανιχαϊστές προερχόμενοι από το Ιράν, δυϊστές Παυλικιανοί από την Αρμενία, καταδιωγ­μένοι από το Βυζάντιο και σύμμαχοι των Αράβων, Σαμάνοι από την Κεντρική Ασία, που ήρθαν μαζί με τους Τούρκους τον 11ο αιώνα, Βουδιστές που έφθασαν μαζί με τους Μογγόλους τον 13ο αιώνα και τέλος Μουσουλμάνοι που τελικά μέσω των αρά­βων πολεμιστών κατ’ αρχήν και μεταγενέστερα μέσω των εξισλαμισθέντων τουρκικών φύλων, έκαναν την θρησκεία του Μωάμεθ να υπερισχύσει.

Όλα αυτά τα διαδοχικά κύματα σίγουρα άλλαξαν την Ανατολία, χωρίς όμως να την ομοιομορφοποιήσουν. Οι τελευταίοι που έρχονταν έφερναν και την αυθεντικότητά τους, αλλά γνώριζαν πάντοτε να αποκομίζουν κέρδος από όσα είχαν συνεισφέρει οι προκάτοχοι τους, σύμφωνα με μια συγκρητιστική διαδικασία χάρη στην οποία πολ­λές πνευματικές σταθερές επεβίωσαν παρά τις διαδοχικές πολιτικές εξουσίες.

Η επίσημη έκφραση της τουρκικής κοινωνίας ήταν μουσουλμανική, η λαϊκή της όμως μορφή, είχε έντονα βυζαντινά χαρακτηριστικάΑυτό οφεί­λεται στο γεγονός ότι, οι ηττημένοι υπήκοοι των Τούρκων ήταν οι χριστιανοί Μικρασιάτες.

Η οικονομική ζωή των Σελτζούκων και των Οθωμανών καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τους χριστιανούς αγρότες και αστούς. Η βυζαντινή επίδραση ήταν ιδιαίτερα έντονη στην αγροτική ζωή, αλλά και στις πόλεις που είχαν τις δικές τους παραδό­σεις των τεχνών και του εμπορίου. Στις αστικές όμως αυτές παραδόσεις σημειώθηκε σημαντική επιμιξία με μουσουλμανικά αστικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν διαμορφω­θεί από τους σοφούς Αββασίδες της Βαγδάτης.

Η επιβίωση της οικονομικής ζωής του Βυζαντίου, είχε επίσης σημαντικές επιπτώσεις στη διαμόρφωση του τουρκικού φορολογικού συστήματος και της διοίκησης και τελικά, η πλατιά αυτή απορρόφηση και η μερική επιβίωση των χριστιανικών πληθυ­σμών, άφησε έντονα τα ίχνη της, τόσο στην οικογενειακή ζωή, όσο και στη λαϊκή θρη­σκευτικότητα των Τούρκων.

Ποιες ήταν όμως οι επιπτώσεις των τουρκικών κατακτήσεων και των θεσμών στη βυζαντινή κοινωνία και τον βυζαντινό πολιτισμό;

Οι απαιτήσεις των τουρκικών πολιτικών, οικονομικών, φεουδαλικών και θρησκευ­τικών θεσμών κατέστρεψαν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική βάση του βυζαντι­νού κόσμου στην Μικρά Ασία (και στα Βαλκάνια), έτσι ώστε ο πολιτισμός αυτός περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε λαϊκό πολιτισμό.

Όμως, χάρις στην επιβίωση της έστω και εξασθενημένης Εκκλησίας και την άνοδο της τάξης των Φαναριωτών, δημιουργήθηκε κάποια αναλαμπή του παλαιού βυζαντινού κόσμου, σε περιορισμένη όμως κλίμακα και περισσότερο στα Βαλκάνια παρά την Μικρά Ασία, ωστόσο, η πιο ουσιαστική προσφορά της Εκκλησίας ήταν το ότι λειτούρ­γησε τελικά παρά τις ενστάσεις της ως στήριγμα του χριστιανικού λαϊκού πολιτισμού.

Οπωσδήποτε, όμως, όπως επισημαίνει ο Σπ. Βρυώνης και ο καθηγ. Ν. Σαρρής, η πιο σημαντική επίπτωση των τουρκικών κατακτήσεων, ήταν η αφομοίωση του μεγαλύτερου μέρους του βυζαντινού πληθυσμού με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό και τον γλωσσικό εκτουρκισμό.

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η παλιά βυζαντινή κοινωνία έπαιξε ταυτόγχρονα και δυναμικό και παθητικό ρόλο στην ιστορία της Μικράς Ασίας, επιβεβαιώνοντας έτσι το “συναμφότερον“. Παθητικό ρόλο έπαιξε, όσον αφορά την εξαφάνισή της από το επίπεδο της γλώσσας και της επίσημης θρησκευτικής έκφρασης, αλλά η αφομοιωμένη αυτή βυζαντινή κοινωνία, αποτέλεσε το βασικό συστατικό στοι­χείο της διαμόρφωσης του λαϊκού πολιτισμού της τουρκικής Ανατολής και ειδικά σε όσες πλευρές της κοινωνίας αυτής, δεν είχε το Ισλάμ τον απόλυτο έλεγχο.

 

Από αυτή την άποψη λοιπόν, η βυζαντική κοινωνία αποτέλεσε δυναμικό στοιχείο στην ιστορική εξέλιξη της Μικράς Ασίας.

Είναι πασιδήλως γνωστό, πως η εξάπλωση των πολιτισμικών ορίων της Ελλάδας πέρα από τα σύνορά της, είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώιμη εποχή και αφού κατέκλυ­σε την ανατολική Μεσόγειο, κατά την Ελληνιστική περίοδο, ρίζωσε βαθιά στα μέρη αυτά, κατά τους τρεις αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής κυριαρχίας.

Επομένως ο Εξελληνισμός, ήταν πλήρης σε μεγάλο μέρος της αστικής και της αγροτικής Ανατολής τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Έκτοτε, τα γεωγραφικά σύνορα του μεσαιωνικού Ελληνικού πολιτισμού στην ανατολική Μεσόγειο καθορίζονταν από την έκβαση των στρατιωτικών αναμετρήσεων με διάφορα Ισλαμικά κράτη.

Τον 7ο αιώνα, οι κατακτήσεις των Αράβων της Αυτοκρατορίας των Ουμαγιαδών, επέβαλαν την πρώτη μεγάλη συρρίκνωση των πολιτικών και πολιτισμικών ορίων του Βυζαντίου, αλλά μετά την απώλεια της Συρίας και της Αιγύπτου επήλθε ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Ισλάμ. Στα πλαίσια της ισορροπίας αυτής σημαντικό μέρος της Μικράς Ασίας παρέμεινε γλωσσικά και θρησκευτικά Ελληνικό.

Οι εισβολές των Τούρκων μουσουλμάνων, τον 11ο αιώνα, ανανέωσαν την διαδικα­σία εξάπλωσης των μουσουλμάνων, σε βάρος της Ελληνικής χριστιανικής κοινωνίας, ενώ η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε τον 15ο αιώνα. Την εποχή εκείνη, οι Τούρκοι, είχαν πια νικήσει την αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τα “βυζαντινοποιημένα” σλαβικά κράτη των Βαλκανίων, ενώ με τον εξισλαμισμό και τον εκτουρκισμό της Μικράς Ασίας είχαν περιορίσει τον Ελληνικό κόσμο κυρίως στα νό­τια Βαλκάνια. Ο κύκλος της επέκτασης και της συρρίκνωσης, του Ελληνισμού, που διήρκεσε πάνω από δύο χιλιετίες, τελικά έκλεισε, καταλήγοντας στον ίδιο χώρο από όπου είχε ξεκινήσει.

Τα βασικά συμπεράσματα των παραπάνω διαπιστώσεων, εμπεριέχονται στα ακόλουθα επτά αλληλένδετα αποτελέσματα, τα οποία με σαφήνεια εκθέτει ο καθηγ. Σπ. Βρυώνης:

1.   Ο μικρασιατικός Ελληνισμός, ή το μεσαιωνικό Ελληνικό μικρασιατικό στοιχείο, ήταν ποσοτικά και ποιοτικά σημαντικό κατά τη βυζαντινή περίοδο. Έτσι, η τουρκική κατάκτηση και ο εξισλαμισμός της Μικράς Ασίας αποτελούν κάτι περισσότερο από ένα αρνητικό ιστορικό γεγονός, εφόσον οι εισβολείς έπρεπε να υποτάξουν και να αφο­μοιώσουν μια ακμάζουσα κοινωνία. Βέβαια, επ’ αυτού υπάρχουν και πάμπολλες αντίθετες απόψεις, κυρίως από σύγχρονους Τούρκους και όχι μόνον ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι η Βυζαντινή κοινωνία της Μ. Ασίας, δεν ήταν πλέον ακμάζουσα, αλλά έχοντας κάνει τον κύκλο της, μεταλλάχθηκε σε οθωμανική με τον ερχομό του νέ­ου και δυναμικού τουρκικού στοιχείου.

2.   Η κατάκτηση της χερσονήσου από τους Τούρκους και η υποταγή της, σ’ ένα πολιτικά ενοποιημένο σύστημα ολοκληρώθηκε μόνο τη δεύτερη πενηνταετία του 15ου αιώνα.

3.   Ο χαρακτήρας της κατάκτησης και της εγκατάστασης των Τούρκων, επέφερε σε μεγάλο βαθμό την εξάρθρωση και την καταστροφή της βυζαντινής κοινωνίας. Η τουρ­κική κατάκτηση κράτησε σχεδόν τέσσερεις αιώνες, κατά τους οποίους ο ενοποιημένος, σταθερός βυζαντινός διοικητικός μηχανισμός, αντικαταστάθηκε από αμέτρητες, μι­κρότερες και ασταθείς πολιτικές οντότητες που βρίσκονταν σε σχεδόν συνεχή εμπόλε­μη κατάσταση μεταξύ τους. Μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας μετατράπηκε έτσι σε πε­δίο διαρκούς πολέμου. Οι συνθήκες αυτές και η μουσουλμανική ηγεμονία, επέδρασαν διαβρωτικά στους δεσμούς και τα συναισθήματα που συνέδεαν τις χριστιανικές κοι­νότητες μεταξύ τους, και προλείαναν έτσι το έδαφος για τον θρησκευτικό προσηλυτι­σμό των μελών τους. Παρόλο που μαρτυρούνται πολυάριθμοι προσηλυτισμοί χρι­στιανών στην πρώιμη εποχή, κατά τα μέσα του 13ου αιώνα, οι χριστιανοί Μικρασιάτες εξακολουθούσαν να αποτελούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού , πιθανόν και την πλειοψηφία του ακόμη.

4. Τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα της τουρκικής κατάκτησης της Μικράς Ασίας κατέστρεψαν τον ρόλο της Ελληνικής Εκκλησίας ως αποτελεσματικού κοινωνι­κού, οικονομικού και θρησκευτικού θεσμού. Η θρησκεία πραγματικά επηρέαζε και διαμόρφωνε όλες τις πλευρές της μεσαιωνικής κοινωνίας, και έτσι η οξεία παρακμή της Εκκλησίας, ήταν απόλυτα καταστροφική για την επιβίωση του βυζαντινού χαρα­κτήρα της Μικράς Ασίας, ο οποίος επομένως εξαφανίστηκε.

5.   Οι τουρκικές εισβολές επέφεραν τεράστια αναστάτωση και εξάρθρωση στη χρι­στιανική κοινωνία, η οποία απομονώθηκε από το κέντρο του πολιτισμού της, την Κωσνταντινούπολη, ενώ στερήθηκε και την εκκλησιαστική ηγεσία των επαρχιών και επομένως ήταν έτοιμη να αποροφηθεί από τη νέα κοινωνία του Ισλάμ. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της δράσης των μουσουλμανικών θεσμών, στους οποίους οι τουρκικές ηγεμονίες πρόσφεραν πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Οι μουσουλ­μανικοί αυτοί θεσμοί –με σημαντικότερο θεσμό τα τάγματα των δερβίσηδων– ήταν σταθερά θεμελιωμένοι στις περιουσίες και τα εισοδήματα που προηγουμένως ανήκαν στη χριστιανική Εκκλησία, και ολοκλήρωσαν την πολιτισμική αλλαγή με τον προση­λυτισμό των χριστιανών στον μωαμεθανισμό.

6. Οι χριστιανοί Μικρασιάτες προσπάθησαν να εξηγήσουν τις καταστροφικές τους ήττες με διάφορες εκλογικεύσεις. Ορισμένοι θεώρησαν ότι οι κατακτήσεις των Τούρ­κων απέδειξαν τη θρησκευτική υπεροχή του μωαμεθανισμού σε σχέση με τον χριστια­νισμό. Άλλοι είδαν τις βυζαντινές ήττες ως σημείο θείας τιμωρίας μιας αμαρτωλής κοινωνίας, ως προμήνυμα του χιλιαστικού τέλους του κόσμου, ή ως ενέργεια της απρόσωπης Τύχης που αυθαίρετα ανέβαζε και κατέβαζε αυτοκρατορίες. Πολλοί άλ­λοι, κινούμενοι από ιστορική πειθώ, θρησκευτική ή μη, βρήκαν ανακούφιση στην πε­ποίθηση ότι την υποδούλωση των Ελλήνων θα την ακολουθούσε, με το πέρασμα του χρόνου, η παλιγγενεσία της Ελληνικής χριστιανική αυτοκρατορίας. Πάλι με χρόνια με καιρούς    !!!

7.   Ο βυζαντινός πολιτισμός στη Μικρά Ασία, μολονότι εξαφανίστηκε σε επίσημο επίπεδο από τον ισλαμικό , έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μεγάλου μέρους του λαϊκού πολιτισμού των Τούρκων.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειώσουμε, ένα εκ πρώτης όψεως παράδοξο φαινόμενο. Παρόλο που, τόσο η Ανατολή, όσο και τα Βαλκάνια, κατακτήθηκαν και έμειναν υπό τους οθωμανούς για πολλούς αιώνες, τα τελευταία, διατήρησαν βασικά την πίστη τους, σε αντίθεση με τη Μικρά Ασία που σχεδόν την έχασε. Είναι βέβαια οφθαλμοφα­νές ότι, η τουρκική εξουσία κράτησε τέσσερεις περίπου αιώνες στα Βαλκάνια, ενώ στην Μικρά Ασία συνεχίζεται επί εννέα αιώνες. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσου­με ότι ο εξισλαμισμός της Ανατολής ήταν περισσότερο εκτεταμένος επειδή τα στοιχεία της μεταλλαγής, έδρασαν για μακρύτερο χρονικό διάστημα. Αυτή όμως κατά τον Σπ. Βρυώνη, δεν φαίνεται να είναι η πραγματική εξήγηση, εφόσον ο μαζικός εξισλαμισμός των Μικρασιατών χριστιανών είχε ήδη συμπληρωθεί τον 15ο αιώνα και η ποσοστιαία αναλογία των χριστιανών σε σχέση με τους Τούρκους της Μικράς Ασίας παρέμεινε έκτοτε σχετικά σταθερή (αν και από τον 19ο αιώνα η αναλογία τους είχε αυξηθεί).

Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη έναν συνδυασμό διαφόρων παραγόντων. Η τουρκική κατάκτηση των Βαλκανίων, που ξεκίνησε το 1345 και κορυφώθηκε κατά τη βασιλεία του Μωάμεθ Β’, δεν ήταν διαδικασία τόσο μακρό­χρονη, ή επαναλαμβανόμενη όσο στη Μικρά Ασία και ο τουρκικός εποικισμός (ιδιαίτε­ρα από τους Τουρκομάνους) ήταν πιο περιορισμένος. Οι κατακτήσεις και ο εποικισμός έγιναν από μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, η οποία κατέβαλε κάθε προσπάθεια να επα­ναφέρει την τάξη στις κατακτημένες επαρχίες και να επιβάλει την πειθαρχία στους Τουρκομάνους, ώστε το κράτος να μπορεί να δρέψει όσο το δυνατό περισσότερους καρπούς από μία οικονομικά αποδοτική αυτοκρατορία. Μεγάλη σημασία είχε επίσης το γεγονός ότι, οι χριστιανικές κοινότητες των Βαλκανίων, δεν είχαν αποκοπεί από την ηγεσία και την πειθαρχία της Εκκλησίας τους για μια μεγάλη χρονική περίοδο. Λίγο μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ο Μωάμεθ επέτρεψε την επανασύστα­ση του ορθόδοξου Πατριαρχείου, το οποίο έθεσε ως επικεφαλής, όλων των Ορθόδοξων χριστιανών, στις βαλκάνιες και μικρασιατικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας του. Έτσι, το 1454 το Πατριαρχείο, και επομένως η Ορθόδοξη Εκκλησία, απέκτησαν πολύ πιο σταθερή και συστηματοποιημένη δύναμη στα τουρκικά εδάφη, απ’ όσο προηγουμένως.

Μέχρι την καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μωάμεθ, το Πατριαρχείο και η Εκκλησία ταυτίζονταν με τους εχθρούς των τουρκικών κρατών, και έτσι οι κληρικοί και οι περιουσίες της Εκκλησίας στα κατεκτημένα τουρκικά εδάφη θεωρούνταν δικαιωματική λεία για τους Τούρκους. Παρά τις πολύ ευνοϊκότερες όμως συνθήκες, που δημιουργήθηκαν μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, αναφορικά με το Πατριαρχείο και τις εκκλησίες, πολλοί ήταν οι χρι­στιανοί των Βαλκανίων, που προσηλυτίστηκαν στον μωαμεθανισμό, τόσο πριν, όσο και μετά το 1453.

Ο Σπ. Βρυώνης αναφέρει, πως οι τελευταίες μεγάλες πολιτισμικές μεταλλαγές στη λεκάνη της Μεσογείου σημειώθηκαν ταυτόχρονα, στις δυτικές και τις ανατολικές εσχατιές –τις δύο παραμεθόριες δηλαδή περιοχές– μεταξύ χριστιανικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Φαίνεται, πως και στις δύο περιπτώσεις διάφορα πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτισμικής εξέλιξης, στην Ιβηρική και στη μικρασιατική χερσόνησο. Η ισπανική επανάκτηση (reconquista), όχι μόνο εξά­λειψε το μουσουλμανικό πολιτικό κράτος, από την Ιβηρική, αλλά επέφερε τον εκχριστιανισμό και τον εξισπανισμό του πληθυσμού.

Από την άλλη, η τουρκική κατάκτηση προκάλεσε τον εξισλαμισμό και τον εκτουρ­κισμό των μικρασιατικών πληθυσμών και την καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρα­τορίας. Η εξάλειψη της Ελληνικής γλώσσας στη Μικρά Ασία και της Αραβικής στην Ισπανία, συνοδεύτηκε από την απόπειρα να αποδοθούν τα Ισπανικά με Αραβικούς χα­ρακτήρες και τα Τουρκικά με το Ελληνικό αλφάβητο (Καραμανλήδικα).

Πρόσφυγες από τις δύο περιοχές (δυτική και ανατολική μεσόγειο), έπαιξαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμάχη μεταξύ του μωαμεθανισμού και του χριστιανισμού στη Με­σόγειο τον 15ο και τον 16ο αιώνα, ενώ έγιναν και φορείς ανταλλαγής, πάμπολλων πολι­τιστικών και ειδικά μουσικών στοιχείων, όπως επί παραδείγματι τα σεφαραδίτικα τρα­γούδια των από την Ισπανία προερχομένων/εκδιωγμένων (1492) Εβραίων της Θεσ/νίκης.

Έτσι λοιπόν βλέπουμε Έλληνες που εγκατέλειψαν τον τόπο τους μετά τις τουρκικές εισβολές και εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, ή άλλα μέρη της Δύσης, συχνά να πα­ροτρύνουν τους ηγεμόνες της Δύσης, να διοργανώσουν σταυροφορίες με σκοπό την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Από την άλλη πάλι βλέπουμε, Ισπανούς μουσουλμάνους και Εβραίους, γεμάτους πικρία για τα δεινά που πέρασαν στην Ισπανία, να μεταναστεύουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ειδικά στην Θεσ/νίκη, η δε παρουσία τους εκεί, να συμβάλλει, στην καλλιέργεια του αντιχριστιανικού χαρακτήρα που προσέλαβε τελικά η οθωμανική επέκταση στην κεντρική Ευρώπη.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα, μεγάλο μέρος της βυζαντινής κοινωνίας της Ανατολής, είχε ήδη ζήσει κάτω από τους Τούρκους επί δύο αιώνες, με αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου στη νέα ισλαμική κοινωνίας της Ανατολής.

Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί πως, σημαντική μερίδα του ελληνοχριστιανικού αυτού στοιχείου, είχε μεταβληθεί πολιτισμικά, παρόλο που η μεταβολή αυτή δεν είχε ακόμα, κατά τον 13ο αιώνα τουλάχιστον, αποφασιστική σημασία. Δεν πρέπει επί­σης να ξεχνούμε ότι οι περισσότερες παραθαλάσσιες περιοχές της δυτικής και βόρειας Μ. Ασίας, βρίσκονταν ακόμα κατά μεγάλο μέρος στα χέρια των Χριστιανών, πράγμα που βοήθησε την υποστήριξη και την ενδυνάμωση του χριστιανικού στοιχείου στις πε­ριοχές αυτές.

Εν τούτοις, μεγάλο γεωγραφικό μέρος της Μικράς Ασίας βρισκόταν, είτε υπό τον άμεσο έλεγχο του Ικονίου των Σελτζούκων, ήδη επί δύο σχεδόν αιώνες, είτε υπό τουρ­κικό έλεγχο, ενώ μεγάλο μέρος της χριστιανικής κοινωνίας είχε υποστεί τις θύελλες του πολέμου, των εισβολών και της πολιτικής υποταγής.

Η σημαντική αυτή αναταραχή διευκόλυνε πολύ τη διαδικασία της πολιτισμικής με­ταβολής. Η μουσουλμανική θρησκεία είχε το αναντίρρητο πλεονέκτημα να είναι η θρη­σκεία των κατακτητών, ενώ ο χριστιανισμός έγινε η θρησκεία των ηττημένων. Οι πα­ραδοσιακοί ισλαμικοί διοικητικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί θεσμοί και οργανισμοί, ήταν επίσημα αποδεκτοί και ενισχύονταν οικονομικά, και καθώς η διοίκηση των Σελτζούκων, τα ισλαμικά τζαμιά, οι μεντρεσέδες, τα ζαβίγια και τα χάνια εξαπλώθηκαν σε όλα τα εδάφη των Σελτζούκων, επηρέασαν και άρχισαν να διαμορφώνουν βαθμιαία την κοινωνία της Ανατολής σύμφωνα με τα ισλαμικά πρότυπα. Ο πλούτος που πήραν οι κατακτητές από τους ηττημένους χριστιανούς λειτούργησε σαν βάση, ενίσχυση και τροφή στην ανάπτυξη όλων αυτών των θεσμών.

Οι χριστιανοί, απορροφήθηκαν στην ισλαμική κοινωνία με τον παραδοσιακό τρόπο. Έπρεπε, να πληρώνουν φόρο για τα προϊόντα της γης τους, ή για τα κέρδη του μα­γαζιού τους, και έπρεπε επίσης να πληρώνουν τον τζίζιε, ή κεφαλικό φόρο.

Επιπλέον, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι, οι χριστιανοί αποτελούσαν την πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού στα εδάφη των Σελτζούκων κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα. Η τακτική της επανεποίκησης των τουρκικών εδαφών με χριστιανούς αγρότες ήταν ιδιαί­τερα σημαντική τον 12ο αιώνα. Τον 13ο αιώνα οι έγγειες περιουσίες των χριστιανών μεγαλογαιοκτημόνων, αλλά και των απλών αγροτών, αναφέρονται στα βακουφικά έγ­γραφα, όπου καθορίζονται τα όρια των έγγειων ιδιοκτησιών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά συχνά αναφέρουν τα αμπέλια των χριστιανών και αυ­τό γιατί πράγματι, τα κρασιά της Καππαδοκίας και της Κιλικίας ήταν πολύ γνωστά κατά τη δεύτερη πεντηκονταετία  του 13ου αιώνα, και το ίδιο φαίνεται να ίσχυε για τα κρα­σιά των χριστιανικών χωριών της περιοχής του Μπεησεχίρ τον 15ο αιώνα.

Πολλοί Έλληνες χρησιμοποιούνταν ως οικιακοί δούλοι και υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιούνταν επίσης για να εκτελούν διάφορες εργασίες για λογαριασμό των κυρίων τους.

Η εξέλιξη της αφομοίωσης εκφραζόταν όμως συμβολικά στα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα, με τις επιγαμίες μελών της ελληνοχριστιανικής αριστοκρατίας, με μέλη της βασιλικής οικογένειας των Σελτζούκων. Ο Κιλίτζ Β’ Αρσλάν μάλιστα, παντρεύτη­κε μία χριστιανή, την μετέπειτα μητέρα του σουλτάνου, Γκιγιάτ αλ Ντιν Α’ Καϊχουσράου. Ο σουλτάνος αυτός παντρεύτηκε επίσης Ελληνίδα, μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας των Μαυροζώμηδων, ενώ ο Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ πήρε στο χαρέ­μι του, την κόρη του χριστιανού κυβερνήτη του Καλονόρους-Αλάγια, κυρ Φαρίντ. Το χριστιανικό στοιχείο στην οικογένεια των σουλτάνων αυξήθηκε κατά τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν δύο τουλάχιστον από τους γιους του Γκιγιάτ αλ-Ντιν Β’ Καϊχουσράου είχαν Χριστιανές μητέρες. Η μητέρα του Ιζ αλ-Ντιν, ήταν Ελληνίδα και η μητέρα του Αλά αλ-Ντιν Καϊκουμπάντ, ήταν Γεωργιανή. Όσο για τον αδελφό τους, τον Ρουκν αλ-Ντιν Κιλίτζ Αρσλάν Δ’, παρόλο που η μητέρα του ήταν, όπως φαίνεται, Τουρ­κάλα, ο ίδιος παντρεύτηκε χριστιανή.

Οι γνώσεις μας σχετικά με τους μικτούς γάμους μεταξύ Σελτζούκων σουλτάνων και χριστιανών γυναικών είναι ελλιπείς, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό το έκαναν ήδη, οι Οθωμανοί σουλτάνοι, οι εγκατεστημένοι στη Βιθυνία, καθώς και μέλη της δυναστείας των Καραμανίδων και των Ντουλγαντιρογουλλαρί, καθώς και των Τούρκων πριγκί­πων που είχαν στενές σχέσεις με το Ελληνικό κράτος της Τραπεζούντας. Υπάρχουν σκόρπιες αναφορές για μικτούς γάμους μεταξύ μελών της μουσουλμανικής και της χριστιανικής αριστοκρατίας. Ο Τατζ αλ-Ντιν Χουσεΐν, γιος του Σαχίμπ Φαχρ αλ-Ντιν Αλί, παντρεύτηκε την κόρη του Κιρχάνη (Κυργιάννη;) του Έλληνα θείου του Ιζ αλ- Ντιν Καϊκάους Β’. Ο ανιψιός του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ Κομνηνού, ο Ιωάννης Κο­μνηνός, παντρεύτηκε την κόρη του σουλτάνου και έγινε μουσουλμάνος. Τον 13ο αιώ­να ο γιος του Περβανέ παντρεύτηκε μία νόθα κόρη του βασιλιά της Αρμενίας Χετούμ. Υπολογίζουμε ότι οι μικτοί γάμοι μεταξύ μελών της αριστοκρατίας ήταν κοινότερο φαινόμενο από ό,τι αποκαλύπτουν οι πηγές.

Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι μικτοί γάμοι, γίνονταν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, ήδη από τις αρχές της τουρκικής κατοχής της Ανατολής και για αρκετούς αιώνες κατόπιν. Η Άννα Κομνηνή αναφέρεται στα παιδιά τέτοιων γάμων με το επίθετο “μιξοβάρβαροι“, ενώ τον 12ο αιώνα, ο Βαλσαμών, αναφέρεται στα περίεργα έθιμά τους. Όταν ο Έλληνας ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς, πέρασε από τη Βιθυνία, πη­γαίνοντας στη Νίκαια, κατά τα μέσα του 14ου αιώνα –μία γενιά δηλαδή μετά την κα­τάκτηση της Νίκαιας– παρατήρησε ότι τον πληθυσμό αποτελούσαν Έλληνες, μιξοβάρ­βαροι ( Ελληνότουρκοι ή τουρκόπουλοι όπως π.χ ο Κουτλουμούς που τον ΙΑ αι. ίδρυσε τη μονή Κουτλουμουσίου αγ. Όρους ) , και Τούρκοι. Έτσι, οι μικτοί γάμοι μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη συγχώνευση και την απορρόφηση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου από τη μουσουλ­μανική κοινωνία, η οποία όμως γενεολογικά, άρχισε σιγά σιγά, να χάνει τα σκληρά μογγολικά χαρακτηρηστικά της.

Όταν οι Σελτζούκοι κατέλαβαν την Ανατολή, πήραν ουσιαστικά τα εδάφη όπου κατοικούσε και είχε την κύρια βάση της η βυζαντινή (Ελληνική και Αρμενική) αριστοκρατία των μεγαλογαιοκτημόνων. Σημαντικότατη, σε σχέση με τη μοίρα της βυζαντι­νής κοινωνίας, ήταν η αντιμετώπιση της νέας κατάστασης από τη μεγαλογαιοκτημονική αυτή αριστοκρατία. Αναμφίβολα πολλοί εκπρόσωποι της τάξης αυτής έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία, ή στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η παρουσία όμως μελών των αριστοκρατικών οικογενειών της Ανα­τολής στην υπηρεσία των Τούρκων κατά τους αιώνες της εξουσίας των Σελτζούκων και των Οθωμανών φανερώνει ότι, σημαντικό μέρος της Ελληνικής αριστοκρατίας συμβιβάστηκε λόγω αμοιβαίων συμφερόντων με τους Τούρκους ( κάτι που διαχρονικά επαναλαμβάνει η ελληνική αριστοκρατία ).

Οι κοσμικοί άρχοντες της ελληνοχριστιανικής κοινωνίας, ή έφυγαν από τη μουσουλμανική Ανατολή, ή συμβιβάστηκαν με τους κατακτητές, δίνοντας έτσι παράδειγ­μα προς μίμηση σε όλες τις τάξεις της βυζαντινής κοινωνίας. Από τους αριστοκράτες που έμειναν στη μουσουλμανική Ανατολή, πολλοί παρέμειναν χριστιανοί για αρκετό καιρό, ενώ άλλοι γρήγορα εξισλαμίστηκαν. Οι χριστιανοί αυτοί κατέλαβαν θέσεις στις υπηρεσίες των μουσουλμάνων με διάφορους τρόπους.

Άλλοι πάλι, εγκατέλειψαν τις πόλεις, ή τα φρούρια που είχαν αναλάβει να υπερασπιστούν και σε ανταλλαγή αυτής της πράξης, πήραν εκτάσεις γης και θέσεις από τους Τούρκους. Ο κυβερνήτης του Καλονόρους-Αλάγια, ο Κυρ Φαρίντ, παρέδωσε την πόλη στον σουλτάνο Αλά αλ-Ντιν Καϊκουμπάντ Α’, ο οποίος σε ανταμοιβή του έδωσε το εμιράτο του Ακσεχίρ μαζί με την κατοχή αρκετών χωριών.

Ένας Έλληνας κυβερνήτης των περιοχών του Πόντου, ο Κασσιανός, παρέδωσε κι αυτός τα φρούριά του στους Δανισμένδες, με αντάλλαγμα μια θέση στην επικράτειά τους. Πιο συχνά αναφέρονται από σύγχρονους ιστορικούς περιπτώσεις Ελλήνων, που έφυγαν για να γλιτώσουν από την οργή των διαφόρων αυτοκρατόρων, ή απλά στασίασαν κατ’ αυτών και έτσι ζήτησαν –και βρήκαν τελικά– καταφύγιο, σε Τούρκους σουλ­τάνους ή πρίγκιπες.

Ορισμένοι απ’ αυτούς παρέμειναν στην υπηρεσία των Τούρκων προσωρινά μόνο, ενώ άλλοι, όπως ο Ιωάννης Κομνηνός, ή η οικογένεια των Γαβράδων, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα εδάφη των Σελτζούκων. Ο πρώτος, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αυτο­μόλησε στους Τούρκους λόγω της προστριβής του με τον θείο του, αυτοκράτορα Ιωάν­νη Β’ Κομνηνό. Έγινε μουσουλμάνος και παντρεύτηκε την κόρη του σουλτάνου. Με­γαλύτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει η ιστορία της οικογένειας των Γαβράδων, μέλη της οποίας ήταν στενά συνδεδεμένα με την υπεράσπιση της Τραπεζούντας και των περι­χώρων της, εναντίον των Τούρκων εισβολέων τον 11ο αιώνα. Ένας Γαβράς μάλιστα μαρτύρησε για την πίστη του. Όταν όμως η οικογένεια έγινε η ισχυρότερη στην Τραπε­ζούντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α’, ο αυτοκράτορας δεν της είχε πια εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι τελικά, μέλη της οικογένειας υπηρετούσαν στους Σελτζούκους τον 12ο αιώνα. Ο Κίνναμος μάλι­στα γράφει ότι, κατά τη διάρκεια μιας από τις πρώτες εκστρατείες του Μανουήλ Κο­μνηνού κατά των Τούρκων, σκοτώθηκε κάποιος Γαβράς, που είχε μεγάλη θέση στο στρατό του σουλτάνου. Ήταν Έλληνας αλλά είχε μεγαλώσει με τους Τούρκους που τον είχαν κάνει εμίρη. Η οικογένεια εξακολούθησε να είναι σημαντική μέχρι τα τέλη της βασιλείας του Κιλίτζ Β’ Αρσλάν. Μέλος της στην αυλή του σουλτάνου πρότεινε τους όρους της συμφωνίας ειρήνης με τον Μανουήλ Κομνηνό μετά τη μάχη στο Μυριοκέφαλο το 1176. Ο Γαβράς αυτός ήταν πιθανόν ο αμίρ-ι-χατζίμπ του σουλτάνου, ο Ιχτιγιάρ αλ-ντιν Χασάν ιμπν Γαβράς. Λόγω του εμφύλιου πολέμου που ο Γαβράς προ­κάλεσε μεταξύ του Κιλίτζ Αρσλάν και του γιου του σουλτάνου που κυβερνούσε τη Σε­βάστεια, ο σουλτάνος τον έδιωξε από την υπηρεσίας του. Ο Γαβράς συγκέντρωσε τους γιους, τους συγγενείς, τους υπηρέτες του και 200 έφιππους στρατιώτες και αποσύρθη­κε στην πεδιάδα του Κανγιούκχ. Ο γιος του σουλτάνου έστειλε του Τουρκομάνους να τους επιτεθούν, και έτσι σκοτώθηκαν ο Γαβράς και οι γιοι του. Ο Βαρεβραίος, κατέ­γραψε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες του επεισοδίου:

Και κατακρεούργησαν τα άκρα του, και τον κάρφωσαν στις μύτες των κοντα­ριών, και τον περιέφεραν στη Σεβάστεια την ημέρα της εορτής του Σταυρού“.

Λόγω των διαφόρων αυτών συγκυριών, αρκετοί Έλληνες χριστιανοί και Έλληνες αποστάτες, τάχτηκαν πλάι-πλάι με τους Τούρκους, τους Άραβες και τους Πέρσες, στην αυλή των Τούρκων, στη διοίκηση και τον στρατό. Είναι πολύ δύσκολο να υπολο­γίσουμε τον ρόλο που έπαιξαν και την επιρροή που είχαν, επειδή οι πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές κάθε άλλο παρά αρκετές είναι. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ομάδα αυτή των Ελληνοχριστιανών και αποστατών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γεφύ­ρωση του χάσματος μεταξύ των κατακτητών και των ηττημένων, μπορεί μάλιστα να έπαιξε και κάποιο ρόλο στην εξοικείωση των κατακτητών με τα ήθη και τα έθιμα της κοινωνίας της Ανατολής.

Είναι, και πάλι, δύσκολο να καταλήξουμε σε λεπτομερή συμπεράσματα, όχι μόνο επειδή τέτοια είναι η φύση των πηγών αλλά και επειδή με το πέρασμα του καιρού τα χαρακτηριστικά της ισλαμικής κοινωνίας που επικράτησε στη κοινωνία της Ανατολής επικάλυψαν ό,τι άλλο σχετικό μπορεί να προϋπήρχε.

Στον κυβερνητικό και τον στρατιωτικό τομέα, οι χριστιανοί απορροφήθηκαν αμέ­σως –αν και σε μικρότερη κλίμακα– με τον θεσμό αρχικά του γκιουλάμ των Σελτζούκων και κατόπιν του παιδομαζώματος (devsirme) των οθωμανών, που είχε σαν συνέ­πεια, την πρόσληψη προσήλυτων δούλων στον στρατό, τη γραφειοκρατία και την Αυ­λή των διαφόρων μουσουλμανικών κρατών της Ανατολής. Η εφαρμογή του γκιουλάμ- devsirme από τους Σελτζούκους και τους οθωμανούς καθιερώθηκε επειδή κληρονόμη­σαν τις παραδοσιακές μουσουλμανικές μορφές διακυβέρνησης, αλλά και επειδή έβρι­σκαν πληθώρα διαθέσιμων χριστιανών νέων στην Ανατολή, είτε στα δικά τους εδάφη, είτε στις γειτονικές περιοχές των Ελλήνων και των Αρμενίων.

Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι, η λογική της εκπαιδεύσεως των νέων, των κατεκτημένων λαών, προκειμένου να ενταχθούν στον στρατό και την γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας, δεν ήταν άγνωστος, ούτε στους βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν τόσο τους Νεοτέρους, όσο και τους εκχριστιανισμένους Τούρκους, τους γνωστούς Τουρκόπουλους, αλλά ούτε και παλαιότερα στους Ρωμαίους, με τους Juniors.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Τούρκοι στρατολογούσαν αγόρια και νέους από τους χριστιανούς της Ανατολής καθ’ όλο το διάστημα, από τον 11ο έως και τον 17ο αιώνα. Κατά τα τέλη του 11ου αιώνα, οι Τούρκοι άρπαζαν τ’ αγόρια από τις ελληνικές πόλεις, μεταξύ του Δορυλαίου κα του Ικονίου, και την ίδια εποχή ο εμίρης των Σαμοσάτων, ο Μπαλντούχ πήρε επίσης τα παιδιά των χριστιανών κατοίκων της πόλης. Μετά την κατάκτηση της Αντιόχειας (το 1085), οι Τούρκοι, είχαν ελλείψεις στο στρατό τους και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν Αρμένιους και Έλληνες νέους που τους ανάγκασαν να εξισλαμιστούν. Από τον 13ο αιώνα εφαρμόζονταν οι παραδοσιακές μέθοδοι στρατο­λόγησης, που εμφανίζονται πια με μεγαλύτερη σαφήνεια στις σύγχρονες μαρτυρίες. Η κύρια πηγή νέων φαίνεται να ήταν η “εμπόλεμος περιοχή“, επειδή οι Σελτζούκοι έκα­ναν σε μεγάλη έκταση πόλεμο και επιδρομές κατά των Ελλήνων της Τραπεζούντας και της Νίκαιας, κατά των Αρμενίων της Κιλικίας, κατά των Γεωργιανών του Καυκάσου και κατά των κατοίκων της Κριμαίας. Κατά τις επιδρομές και τις εκστρατείες αυτές, οι σουλτάνοι ασκούσαν το δικαίωμά τους επί του ενός πέμπτου των λαφύρων, σύμ­φωνα με τον νόμο του γκανιμάτ.

Τα γκουλάμ σχηματίζονταν από νέους που τους έπαιρναν ως δώρο, η που πιθανόν τους αγόραζαν, η με εκούσια αποστασία νέων, η ομήρων που έπαιραν οι Τούρκοι από τους εχθρούς. Τέτοιο παράδειγμα έχουμε κατά τη βασιλεία του Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ όταν, μετά την κατάληψη της Σουδαίας στην Κριμαία, οι Τούρκοι πή­ραν ομήρους τους γιους των αρχόντων. Τον 14ο αιώνα οι Τουρκομάνοι, στις επιδρο­μές τους σε βυζαντινά εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας, άρπαζαν τα παιδιά των Ελλήνων χριστιανών, ενώ στην ανατολική Μικρά Ασία, η Σεβάστεια (Σίβας) είχε ση­μαντικό σκλαβοπάζαρο όπου πουλούσαν νέους. Αίτηση του 1456, που απεύθυναν οι Έλληνες της δυτικής Μικράς Ασίας στους Ιππότες της Ρόδου, φανερώνει ότι οι Τούρ­κοι εξακολουθούσαν να αρπάζουν τα παιδιά των χριστιανών:

“… Εμείς, οι φτωχοί δούλοι σας… που κατοικούμε στην Τουρκία… πληροφο­ρούμε την αφεντιά σας ότι ο Τούρκοι μας ενοχλούν πάρα πολύ και ότι αρπά­ζουν τα παιδιά μας και τα κάνουν μουσουλμάνους… Γι’ αυτό, σας ικετεύουμε να συμβουλέψετε τον αγιότατο Πάπα να στείλει τα πλοία του να μας πάρουν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά μας μακριά από εδώ, γιατί υποφέρουμε πά­ρα πολύ από τους Τούρκους. [Κάντε το] για να μη χάσουμε τα παιδιά μας, και επιτρέψετέ μας να έρθουμε στα δικά σας εδάφη, να ζήσουμε και να πεθάνουμε εκεί ως υπήκοοί σας. Αλλά αν μας αφήσετε εδώ, θα χάσουμε τα παιδιά μας και εσείς θα πρέπει να δώσετε λόγο στον Θεό γι’ αυτό.”.

Μετά την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τον Μωάμεθ B’ το 1461, οι Τούρκοι πήραν αρκετούς Έλληνες νέους για το σώμα των Γενιτσάρων, αλλά και για υπηρεσίες στο παλάτι, ενώ κατά την ίδια εποχή πήραν αγόρια από τη Νέα Φώκαια στη δυτική Μικρά Ασία. Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα το οθωμανικό παιδομάζωμα φαίνεται ότι εφαρμοζόταν εκτεταμένα στην Ανατολή, και ο κατάλογος των περιοχών από τις οποίες οι Τούρκοι έπαιρναν παιδιά είναι εντυπωσιακός, αφού περιελάμβανε, την Τραπεζούντα, το Μαράς, την Προύσα, τη Λεύκη, τη Νίκαια (Ιζνίκ), το Καΐσερι (Καισάρεια), το Τοκάτ (Ευδοκιάδα), το Μιχαλίτς, το Εγριντίρ, το Γκεμλίκ, το Κοτζαϊλί, το Μπολού, την Κασταμώνα, τα Ευχάιτα (Τσόρουμ), την Σαμψούντα, τη Σινώπη, την Αμάσεια, τη Μελιτηνή (Μαλάτια) το Καραχισάρ, το Αραπκίρ, το Ντζεμισκεζέκ, το Ντζίζρι, τη Σεβάστεια (Σίβας), τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ), την Άμιδα (Ντιγιαρ- μπακίρ), το Κεμάχ, το Μπαϊμπουρτ, τη Νίγδη, το Μπεησεχίρ, το Καραμάν, το Ζουλ- καντριγιέ, το Μπιλετζίκ, το Μπατούμ, το Σις, την Κιουτάχεια, το Μανιάς και βεβαίως την Βαλκανική, επειδή δε εξαιρούσαν τα παιδιά των εξισλαμισθέντων Βοσνίων, οι Βόσνιοι διαμαρτυρήθηκαν, ζητώντας να παίρνουν και τα παιδιά τους, προκειμένου αυτά να τύχουν κάποιας καλύτερης τύχης, μέσα από τις τάξεις των αξιωματικών του στρατού των γενιτσάρων.

Οι νέοι αυτοί απομακρύνονταν από το γνώριμο τους πολιτισμικό και οικογενειακό περιβάλλον, προσηλυτίζονταν στον μουσουλμανισμό, συχνά μορφώνονταν σε ειδι­κά σχολεία, και κατόπιν εγγράφονταν σε ειδικές στρατιωτικές μονάδες, η έπαιρναν θέσεις στην Αυλή, ή τη γραφειοκρατία. Υπάρχουν όμως και πολλά παραδείγματα νέ­ων, που διατηρούσαν έντονες μνήμες και σχέσεις με το παρελθόν τους, συχνά δε έπαιρναν και τους γονείς τους μαζί, προκειμένου να τους αποκαταστήσουν σε καλύ­τερα σπίτια κ.λπ.

Το σύστημα αυτό, των σκλάβων-διοικητικών λειτουργών και σκλάβων-στρατιωτών, φαίνεται ότι εξακολούθησε να εφαρμόζεται αδιάσπαστα στην Ανατολή από την πρώτη εμφάνιση των Τούρκων μέχρι την Οθωμανική εποχή. Είναι δύσκολο να υπολο­γίσουμε πόσοι χριστιανοί αποτέλεσαν μέρος του συστήματος και έγιναν έτσι μου­σουλμάνοι. Οπωσδήποτε ο αριθμός ήταν μικρός, αν εξετάσουμε την κάθε εποχή ξεχω­ριστά, όμως το σύστημα στο σύνολο του, πρέπει να επηρέασε κάπως τους χριστιανούς στο θέμα του προσηλυτισμού τους κατά το διάστημα των αιώνων.

Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τους γενίτσαρους και τους χριστιανούς ιππείς/ σπαχήδες των οθωμανών βλ. εδώ:  http://www.kalavrytanews.com/2012/09/blog-post_7082.html

Σε σύγχρονη πηγή εποχής, διαβάζουμε ότι, μετά την πτώση του Χλιάτ (περίπου το 1231), στρατιωτικό σώμα που το αποτελούσαν 1.000 βασιλικοί γκουλάμ, έμεινε στην πόλη για να επιβλέπει την κατάσταση εκεί, ενώ αλλού βρίσκουμε αναφορά για 500 σερχένκ. Οι Τούρκοι πήραν 800 νέους Έλληνες από την Τραπεζούντα μετά την πτώση της, και άλ­λους 100 από τη Νέα Φώκαια. Από τους πιο διάσημους ελληνικής καταγωγής γκουλάμ του 13ου αιώνα, ήταν ο Τζαλάλ αλ-Ντιν Καρατάι ιμπν Αμπντουλάχ, ο Αμίν αλ-Ντιν Μικαήλ, και ο Σαμς αλ-Ντιν Χας Ογούζ. Ο Καρατάι εμφανίζεται ως σημαντικό πρόσω­πο στις σελίδες του Ιμπν Μπίμπι, του Καρίμ αλ-Ντιν Μαχμούντ και του Εφλακί, που διηγούνται ότι παρά την Ελληνική καταγωγή του, ήταν προικισμένος με ασυνήθιστα χα­ρίσματα. Σε διάφορες εποχές, κατά τη βασιλεία του Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ και των διαδόχων του, κατείχε τις σημαντικές θέσεις του ναίμπ, του αμιρί νταβέτ, του αμιρί ταστχανέ και του χιζνενταρί χας. Ήταν δηλαδή, ένας από τους τέσσερεις στύλους του κράτους και έπαιζε έτσι σημαντικό ρόλο, στη λήψη αποφάσεων σχετικά με θέματα δια­δοχής στο σουλτανάτο και του διορισμού βεζύρηδων και άλλων αξιωματούχων.

Ο τίτλος του (ατάμπεης) φανερώνει ότι ήταν δάσκαλος των πριγκίπων, και ορισμένες σκόρπιες πληροφορίες αποκαλύπτουν τη στενή σχέση του με τους σουλτάνους. Ήταν πολύ θρήσκος (ο περίφημος σείχης Σουχραβάρντι τον μύησε για να γίνει μουρίντ (δερβίσης), και στενά συνδεδεμένος με τον κύκλο του Τζαλάλ αλ-ντιν Ρουμί. Ζού­σε ασκητικά (λέγεται ότι δεν έτρωγε κρέας και ότι απείχε απ’ τις χαρές του γάμου), ήταν γενναιόδωρος, ευεργέτης μουσουλμανικών ιδρυμάτων και κτισμάτων και επιχο­ρήγησε το χτίσιμο του περίφημου μεντρεσέ στο Ικόνιο και του καραβανσαράι 50 χι­λιόμετρα ανατολικά της Καισάρειας (Κάισερι).

Άλλος σημαντικός αξιωματούχος προέλευσης γκουλάμ ήταν ο Αμίν αλ-Ντιν Μι- καήλ, που υπηρέτησε ως ναίμπ αλ χάντρα του σουλτάνου Ρουκν αλ-Ντιν κατά τη δεύ­τερη πεντηκονταετία του 13ου αιώνα. Οι λίγες πληροφορίες των σύγχρονων πηγών, είναι εν τούτοις αρκετές, για να φανερώσουν ότι έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονο­μική διοίκηση των Σελτζούκων. Ήταν μουσουλμάνος, Ελληνικής καταγωγής, δούλος του Σαντ αλ-Ντιν Αμπού Μπακρ αλ-Αρνταμπίλι. Ο Αμίν αλ-Ντιν ευθύνεται για την με­ταρρύθμιση στον οικονομικό μηχανισμό του σελτζουκικού κράτους στην Ανατολή, ήταν δε γενικά γνωστός για την πολυμάθειά του. Σκοτώθηκε όταν ως ναίμπ, υπερασπί­στηκε το Ικόνιο εναντίον του Τζιμρί και των Τουρκομάνων Καραμανίδων του 1278.

Από το σύστημα των γκουλάμ αναδείχθηκε επίσης τον 13ο αιώνα ο Σαμς αλ-Ντιν Χας Ογούζ. Ο Ιμπν Μπίμπι γράφει ότι, ήταν δούλος Ελληνικής καταγωγής, ότι είχε λαμπρό λογοτεχνικό ύφος, και ότι τα καλλιγραφήματά του έλαμπαν σαν περιδέραιο με πολύτιμους λίθους.

Ως αποτέλεσμα του γκουλάμ και του devsirme, οι νέοι αυτοί είχαν εντελώς προσαρμοσθεί στη ζωή της Ανατολής, πράγμα που φανερώνεται και από την τεράστια προσφορά τους στη στρατιωτική, διοικητική, θρησκευτική και πολιτισμική ζωή της. Παρόλο που δεν είχαν μουσουλμανική προέλευση, –αν αφαιρέσουμε τους Βόσνιους-, είχαν εντούτοις πλήρως αφομοιωθεί, και στο διάστημα πολλών αιώνων συνέβαλαν στην ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση των μουσουλμάνων εις βάρος των χριστιανών, παρότι οι πηγές αναφέρουν ότι είχαν συνείδηση της καταγωγής και της προελεύσεώς τους, αυτοαποκαλούντο με τα χριστιανικά τους ονόματα, συχνά δε έπαιρναν μαζί και τους γονείς τους, προκειμένου να τους εγκαταστήσουν σε αρχοντικά σπίτια στις μεγά­λες πόλεις που υπηρετούσαν.

Εκτός από τους γκουλάμ και τους γενιτσάρους, πρέπει να πούμε, ότι αρκετοί Έλληνες εμφανίζονται με τον τίτλο του Εμίρη, όπως προείπαμε μάλιστα, κάποιος Γαβράς, είχε τον τίτλο αυτό στις αρχές του 12ου αιώνα, όπως και ο Μαυροζώμης που αργότερα πήρε την ύψιστη θέση στο βασίλειο τον 13ο αιώνα. Ο γιος του Μαυροζώμη είχε επίσης κάποια θέση (άγνωστο ακριβώς ποια) στην Αυλή των Σελτζούκων. Ένας εμίρης, με το όνομα Κωνσταντίνος, στο Ισκιλίμπ, και ένας άλλος, με το όνομα Ασάντ αλ-Ντάουλα Κωνσταντίνος, στην Καισάρεια (Καΐσερι), αναφέρονται στα βακούφια του 13ου αιώνα.

Το έγγραφο σχετικά με τα θρησκευτικά ιδρύματα του Σαμς αλ-Ντιν Αλτούν Αμπά καταγράφει τα ονόματα Ελλήνων αριστοκρατών που είχαν κτηματική περιουσία στην περιοχή του Ικονίου. Ενδιαφέρον είναι ότι δύο απ’ αυτούς είχαν βυζαντινούς τίτλους. Ο γιος του Μαύρου, πατρίκιος Μιχαήλ, και ο γιος του πατρίκιου Ιωάννη.

Ένας εμίρης επίσης, ονόματι Τορνίκ του Τοκάτ, που μπορεί να ήταν μέλος της βυ­ζαντινής οικογένειας των Τορνίκηδων, αναφέρεται τον 13ο αιώνα. Ο Κυρ Φαρίντ διοι­κούσε το εμιράτο του Ακσεχίρ. Στην ίδια Αυλή ο Ιχτιγιάρ αλ-Ντιν Χασάν ιμπν Γαβράς ήταν αμίρ-ι-χατζίμπ κατά τη βασιλεία του Κιλίτζ Β’ Αρσλάν, όπως προείδαμε.

Τον επόμενο αιώνα ο Κυρ Κεντίντ, Έλληνας θείος του Ιζ αλ-Ντιν B’ Καϊκάους, ήταν σαραμπσαλάρ, και παρόλο που ο άλλος θείος του έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην Αυλή, δεν έχουμε ενδείξεις σχετικά με την επίσημη θέση του. Φαί­νεται ότι υπήρχε ελληνική Υπηρεσία στην Αυλή του σουλτάνου, όπως βέβαια θα περίμενε κα­νείς, εφόσον ήταν σημαντικές οι εξωτερικές και εσωτερικές σχέσεις με τους ελληνόφωνους. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας αυτής, γνωστοί με τον βυζαντινό τίτλο νοταράν, ήταν υπεύθυνοι για τη σύνταξη των όρων της συνθήκης μεταξύ του σουλτάνου και του ηγέτη της Τραπεζούντας όταν κατακτήθηκε η Σινώπη το 1214.

H ελληνική αυτή Υπηρεσία, ή τουλάχιστον οι Έλληνες νοτάριοι, διατηρήθηκαν όχι μόνο κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Σελτζούκων, αλ­λά και σε ορισμένα από τα εμιράτα που διαδέ­χθηκαν το κράτος των Σελτζούκων. Τα λιγοστά έγγραφα που έχουν διασωθεί από την ελληνική αυτή Υπηρεσία των Σελτζούκων αναφέρονται κυρίως στον καθορισμό των εμπορικών σχέσε­ων μεταξύ Κύπρου και Ανατολής. Κατά καιρούς εμφανίζονται επίσης Έλληνες και ως πρέσβεις των σουλτάνων. Στις εμπορικές συναλλαγές με την Κύπρο, ως Σελτζούκος πρέσβης, εμφανίζεται κάποιος κυρ Αλέξιος, ενώ πριν την περίφημη επίσκεψή του στην Κωνσαντινούπολη τον 12ο αιώνα, ο Κιλίτζ Αρσλάν, έστει­λε τον χριστιανό καγκελάριο του, Χριστόφορο, να προετοιμάσει το έδαφος.

Επίσης, στις πηγές νημονεύεται κι ένας Έλληνας, φορολογικός υπάλληλος και δικηγόρος, στη Μελιτηνή του 1190, ο λεγόμενος Παπα-Μιχαήλ, ο οποίος ήταν υπεύθυ­νος για την είσπραξη των φόρων, καθώς και δύο Έλληνες μουσικοί από την Ρόδο, στην Αυλή του σουλτάνου ( Γ. Παχυμέρης 1242- 1310 ) .

Ο Βυζαντινός ιστορικογράφος Γ. Παχυμέρης.

 

Επ’ ευκαιρία της παραπάνω αναφοράς, στους Ροδίτες μουσικούς, πρέπει ν’ αναφέρουμε πως η μουσική ετιμάτο ιδιαιτέρως, ήδη από την αρχαιότητα στην Μ. Ασία, ως θύρα πνευματικής έμπνευσης, όπως εξάλλου και ο χορός, ως πηγή έκστασης και θεϊκής κατάληψης. Ο Όλυμπος της Μυσίας υπήρξε ο πατέρας της λυδικής αρμονίας και ο Μαρσύας του φρυγικού τρόπου και των δίδυμων αυλών. Οι Καππαδόκες χειρι­ζόντουσαν την έγχορδη “Νάβλα“, εκεί που πολύ αργότερα ήχησε ο αυλός των Μεβλεβί δερβίσηδων (το νέυ η νάυ). Οι Μεσσαλιανοί, οι οποίοι εξαπλώθηκαν στην Ανατολία, καθ’ όλον τον Μεσαίωνα, ονομαζόντουσαν και Χορευτές, επειδή ασκούνταν σ’ ένα εί­δος τελετουργικού χορού πυθαγορικής λογικής, όπως έκαναν και οι “Περιστρεφόμε­νοι Μεβλεβί Δερβίσηδες“.

Βυζαντινοί εμφανίζονται επίσης ως αξιωματικοί στον στρατό του σουλτάνου, ενώ ο εμίρης Μαυροζώμης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκστρατείες κατά της αρμενικής Κιλικίας, στις αρχές του 13ου αιώνα. Ο Ιμπν Μπίμπι επίσης, αναφέρεται σε πέντε αδελφούς από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, τους Αουλάντ-ι-Φερνταχλί, σε μία από τις εκστρατείες του σουλτάνου στη Συρία.

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, υπηρέτησε ως κοντόσταυλος, υπεύθυνος για τα χριστια­νικά στρατεύματα του σουλτάνου, μετά τη φυγή του από το βασίλειο των Λασκάρεων. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι Σελτζούκοι ηγεμόνες συχνά χρησιμοποιούσαν χρι­στιανικά στρατεύματα και συγκεκριμένα αναφέρονται Έλληνες, Φράγκοι, Γεωργια­νοί, Αρμένιοι, Ρώσοι και Γερμανοί. Υπήρχε σώμα που αποτελούνταν από 3.000 Φρά­γκους και Έλληνες στον στρατό του σουλτάνου στο Κιοσέ Νταγ το 1243. Τα χριστια­νικά στρατεύματα προέρχονταν όμως, από δύο κυρίως περιοχές, από τα εδάφη του Βυζαντίου και από τα εδάφη του σουλτάνου.

Όταν ο Ιζ αλ-Ντιν Β’ Καϊκάους, γλύτωσε από τις εισβολές των Μογγόλων, ζήτησε καταφύγιο στα εδάφη των Λασκαρέων. Όταν οι Μογγόλοι αποσύρθηκαν, βρήκε την ευκαιρία και στρατολόγησε 400 Έλληνες και ξαναπήρε το Ικόνιο. Όταν οι συνθήκες στη Βιθυνία επιδεινώθηκαν κατά τη δεύτερη πεντηκονταετία του 13ου αιώνα, οι Ακρίτες προσέφεραν τις υπηρεσίες του στους Τούρκους. Επίσης φαίνεται, πως σύνηθες φαινό­μενο ήταν, η στρατολόγηση Ελλήνων χριστιανών, υπηκόων του σουλτάνου, είναι δε αρκετά πιθανόν οι στρατιώτες αυτοί, με τον καιρό να εξισλαμίζονταν.

Επειδή η Βυζαντινή Ανατολή ήταν σχετικά ανεπτυγμένη, με ανθηρό εμπόριο, βιοτεχνία και γεωργία, δεν μας παραξενεύουν οι σκόρπιες, αλλά σημαντικές αναφορές σε Έλληνες, Σύρους και Αρμένιους, σε σχέση με την οικονομική ζωή της Ανατολής. Κα­θώς το κράτος των Σελτζούκων αναπτυσσόταν και εξελισσόταν, κατά τα τέλη του 12ου και τον 13ο αιώνα, οι χριστιανοί αγρότες, έμποροι και τεχνίτες που είχαν παρα­μείνει στην Ανατολή, έπαιζαν όλο και πιο δυναμικό ρόλο στην αναπτυσσόμενη οικο­νομική ζωή των μουσουλμάνων της χερσονήσου. Αυτή την πραγματικότητα απεικονί­ζουν οι αναφορές του Μάρκο Πόλο τον 13ο αιώνα:

“Τις άλλες δύο τάξεις αποτελούν οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, που ζούνε ανάμι­κτοι με τους άλλους (δηλαδή του Τουρκομάνους) σε πόλεις και χωριά, και που ασχολούνται με το εμπόριο και τη βιοτεχνία. “                                                                                           *Marco Polo, Moule-Pelliot, Ι, 95, πηγή μέσω Σ. Βρυώνη, ΜΙΕΤ, 1996

Παρόλο που δεν υπάρχουν ειδικές πηγές, σχετικά με την οικονομική ζωή των χριστιανών στη μουσουλμανική Ανατολή, εν τούτοις, κάποιες σκόρπιες αναφορές, φανερώνουν ότι οι χριστιανοί, είχαν ενεργά αφομοιωθεί με την οικονομική ζωή της σελτζουκικής Ανατολής στα τέλη του 12ου και κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα, ενώ οι Έλληνες έμποροι του Ικονίου, διέσχιζαν τις περιοχές από την πρωτεύουσα των Σελ­τζούκων ως την Κωνσταντινούπολη συνεχώς. Οι Έλληνες έμποροι της λίμνης Πουσγούση, διατηρούσαν στενούς οικονομικούς δεσμούς με το Ικόνιο και πιθανόν να συμμετείχαν στο εμπόριο μεταξύ Ικονίου και Χώνων, κατά τη μεγάλη εμποροπανήγυ­ρη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Όπως αναφέρει και ο Σ. Βρυώνης, καραβάνια χριστια­νών ταξίδευαν από το Ικόνιο στην Κιλικία μέχρι και το 1276.

Επικουρικά πρέπει να σημειωθεί, πως υπάρχουν μαρτυρίες, ότι μαζί με τους μουσουλμάνους αρχιτέκτονες, εργάζονταν και χριστιανοί αρχιτέκτονες, καθώς και εξισλα­μισμένοι. Ο γνωστότερος ίσως χριστιανός αρχιτέκτονας, ήταν ένας Έλληνας από το Ικόνιο, ο Καλογιάν αλ-Κουνεβί, που εργάστηκε στο Ιλγκίν Χαν το 1267-1268 και που τρία χρόνια αργότερα, έχτισε το Γκιούκ Μεντρεσέ στη Σεβάστεια (Σίβας), το 1271.

Το 1222, ο Έλληνας αρχιτέκτονας Θυριανόςέκτισε το τζαμί στο χωριό Νιντίρ Κιόι, κοντά στο Ακσεχίρ (Φιλομήλιο). Κάποιος Σεβαστός επίσης, πήρε μέρος στην ανοικοδό­μηση των τειχών της Σινώπης το 1215, μετά την κατάκτησή της από τους Έλληνες. Ο δε Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί, προσέλαβε Έλληνα αρχιτέκτονα για να χτίσει ένα τζά­κι στο σπίτι του. Μάλιστα, μία από τις ιστορίες του μυθικού έργου, του Χατζή Μπεκτάς, Βιλαγετναμέ, έχει για κεντρικό ήρωα έναν Έλληνα αρχιτέκτονα, τον Νικομηδιανό, που ήταν φαίνεται φημισμένος στην Αυλή του οθωμανού σουλτάνου Ορχάν Α’.

Στις επιγραφές σε πολλά τζαμιά, χάνια, τούρβες και άλλα παρόμοια κτίρια, τα ονόματα φανερώνουν ότι ορισμένοι αρχιτέκτονες ήταν εξισλαμισμένοι. Τέτοιος ήταν ο διάσημος Κελούκ ιμπν Αμπντουλλάχ (πιθανόν αρμενικής καταγωγής), που έχτισε τον Ιντζέ Μιναρέ, το Ναλίντζι Τουρβέ, και το τζαμί κοντά στην πύλη των Λαράνδων στο Ικόνιο.

Έλληνες χτίστες επίσης, εμφανίζονται στα ανέκδοτα που καταγράφει ο Εφλακί για τον Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί. Έλληνες εργάτες μάλιστα έφτιαξαν το πλακό­στρωτο της αυλής του, και σ’ ένα άλλο επεισόδιο, ο Ρουμί εξηγεί γιατί είναι προτιμό­τερο να έχει κανείς Έλληνες αντί για Τούρκους χτίστες.

Υπήρχαν ακόμα Έλληνες ζωγράφοι, όπως φανερώνουν τα παραδείγματα του διάση­μου Καλογιάννη και του Αιν αλ-Ντάουλα Ρουμί, που ήταν στενά συνδεδεμένοι με τον κύ­κλο του Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί και την σουλτανική Αυλή. Ο Εφλακί περιγράφει τον Αιν αλ-Ντάουλα (που προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ από τον Ρουμί) ως δεύτερο Μάνη.

Η γυναίκα του σουλτάνου, η Γκουρντζί Χατούν, του ζήτησε να ζωγραφίσει πολλά πορτραίτα του Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί, ώστε να έχει την εικόνα του μαζί της ακόμα και όταν εκείνη ταξίδευε μακριά από το Ικόνιο. Η παράδοση της εικονογραφίας επιβίωσε μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών της Μικράς Ασίας μέχρι τις σχετικά πρόσφατες μέρες, ενώ πάμπολλοι ήταν οι εξισλαμισμένοι που ασχολήθηκαν με την τε­χνοτροπία της ισλαμικής μινιατούρας (ζωγραφιάς), όπου σε πολλές απεικονίσεις, παρουσιάζονται οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοιως μουσουλμάνοι, ενώ δεν λείπουν και μουσικές απεικονίσεις, που δείχνουν μουσικά όργανα, ορχήστρες και χορούς. Μάλι­στα οι απεικονίσεις αυτές, της τεχνοτροπίας της μινιατούρας, αποτελούν και πηγές για την μελέτη της κλασσικής οθωμανικής μουσικής.

Αναφερθήκαμε ήδη στην παρουσία Ελλήνων μουσικών στην Αυλή του Ικονίου τον 13ο αιώνα. Υπήρχαν επίσης Έλλη­νες γιατροί των σουλτάνων και της αριστοκρατίας, παρόλο που φαίνεται ότι οι Σύ­ριοι της Έδεσσας και της Μελιτηνής διέπρεψαν περισσότερο στον τομέα αυτό.

Εξάλλου, Έλληνες, Αρμένιοι και Σύριοι εξακολούθησαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στον τομέα της υφαντικής,όπως και στους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα, ο Μάρκο Πόλο γράφει ότι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υφαίνουν τα πιο ωραία χαλιά στον κόσμο, καθώς και πάρα πολλά λεπτά και πλούσια μεταξωτά σε κρεμεζί (κόκκινο) και άλλα χρώματα, καθώς και πολλά άλλα υφαντά.

Ο Βαρεβραίος αναφέρει στα κείμενά του, τους χριστιανούς υφαντουργούς στη Μελιτηνή τον 13ο αιώνα. Η βυζαντινή Ανατολή εξακολούθησε να αποτελεί σημαντικό κέ­ντρο μεταξουργίας και υφαντουργίας τον 13ο και τις αρχές του 14ου αιώνα μέχρι την τουρκική κατάκτηση, και οι τεχνίτες της ίσως έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη της οθω­μανικής υφαντουργίας που σημειώθηκε εκεί.

Φαίνεται ότι οι Αρμένιοι και οι Έλληνες συνέχισαν την παραδοσιακή εξόρυξη μετάλλων και τη μεταλλουργία, εφόσον η Ανατολή ήταν σημαντική πηγή μετάλλων κατά την αρχαία και τη βυζαντινή εποχή, όπως επίσης και κατά την περίοδο των Σελτζού­κων και των οθωμανών αργότερα.

Οι Αρμένιοι της Κελτζινής (Ερζιντζιάν), ασχολούνταν με την εξόρυξη χαλκού και με την κατασκευή χάλκινων σκευών. Οι Ελληνικές κοινότητες μεταλλωρύχων της Ανατολής, ήταν αρκετά ακμαίες κατά την εποχή των οθωμανών και σύμφωνα με μία παράδοση ένας Έλληνας χρυσοχόος από την Τραπεζούντα, δίδαξε την τέχνη της κοσμηματοποιίας στον σουτλάνο Σελίμ Α’ και στο γιό του Σουλεϊμάν το μεγαλοπρεπή.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως, επί πάρα πολλά χρόνια, οι Τούρκοι διδάσκονταν τη ναυτική τέχνη από τους Έλληνες. Υπάρχει μάλιστα πλήθος αναφορών στη μακρό­χρονη αυτή επίδραση των Ελλήνων, στον πρώτο τουρκικό στόλο που κατασκευάστηκε από Σμυρνιούς τον 11ο αιώνα, έως την εγκαθίδρυση του πρώτου οθωμανικού ναυτι­κού οπλοστασίου στην Ευρώπη τον 14ο αιώνα.

Το 1873, ανακαλύφθηκε από τον Έλληνα λόγιο Ιωαννίδη, στην Παναγία Σουμελά, στην Τραπεζούντα του Πόντου, το πρώτο χειρόγραφο του ποιήματος του Διγενή, ενώ συγχρόνως διαπιστώθηκε πως οι Έλληνες της Καππαδοκίας, τραγουδούσαν Ελληνι­κά τραγούδια του ακριτικού κύκλου, ακόμα και κατά τον 19ο, αλλά και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Εύλογα λοιπόν γεννήθηκε το ερώτημα, του κατά πόσο, αυτή η επική παράδοση, εν­σωματώθηκε στη λαϊκή παράδοση των οθωμανών κατακτητών. Ο Ιωαννίδης παρατήρησε πως, μία καραμανλήδικη διασκευή του τουρκικού έπουςτου Κιόρογλου περιεί­χε τα ίδια στοιχεία του έρωτα, του αγώνα και της περιπέτειας που βρίσκονταν στην ιστορία του Διγενή.

Οι μελέτες του Στύλπωνα Κυριακίδη τείνουν στο συμπέρασμα πως, μέρη του τουρκι­κού έπους πιθανόν να φανερώνουν επίδραση του βυζαντινού έπους. Το δεύτερο μέρος της μικρασιατικής διασκευής του έπους του Κιόρογλου, περιλαμβάνει την ιστορία της αρπα­γής της αγαπημένης και τον αγώνα του ήρωα κατά της ισχυρής οικογένειας της κόρης.

Οι λεπτομέρειες είναι παρόμοιες με το κομμάτι στον Διγενή Ακρίτα, όπου ο Βυζα­ντινός ήρωας κλέβει την αγαπημένη του και κατόπιν αποκρούει στην μανιασμένη επί­θεση των συγγενών της.

Ο Στ. Κυριακίδης επισήμανε ότι το επεισόδιο αυτό στο δεύτερο μέρος του έπους του Κιόρογλου, εμφανίζεται στη μικρασιατική διασκευή του ποιήματος αλλά όχι στις διασκευές του Ατζερμπαϊτζάν. Στα δύο αυτά στοιχεία στήριξε το επιχείρημά του πως, το τουρκικό έπος επηρεάστηκε από το βυζαντινό.

Εάν κάποιες λεπτομερέστερες έρευνες αποδείξουν την ορθότητα της άποψης αυτής, τότε θα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η συμβίωση των Τούρκων με τους Έλληνες μετά την οθωμανική κατάκτηση της Ανατολής οδήγησε στην αλληλεπίδραση των λαϊκών επών των δύο πληθυσμών.

Τέλος αναφερόμενοι σε επαφές οθωμανών με τις τελετουργίες τις Βυζαντινής αυλής, θα μνημονεύσουμε μια περιγραφή του Ιωάννη Καντακουζηνού, σύμφωνα με την οποία, οθωμανοί αξιωματούχοι παραβρέθηκαν σε βυζαντινή αυλική γαμήλια τελετή –την πρό­κυψη– στο γάμο της κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα με τον Ορχάν στη Σηλυβρία:

Διέταξε να χτιστεί ξύλινη πρόκυψη (εξέδρα) στην πεδιάδα έξω από την πόλη της Σηλυβρίας, έτσι ώστε η κόρη του αυτοκράτορα που επρόκειτο να παντρευτεί να σταθεί εκεί πάνω για να μπορούν να τη βλέπουν όλοι εύκολα. Διότι αυτό συνηθί­ζουν να κάνουν οι αυτοκράτορες όταν δίνουν τις θυγατέρες τους σε γάμο. Την επόμενη μέρα, η αυτοκράτειρα παρέμεινε στη σκηνή με τις άλλες δύο της κόρες, ενώ η Θεοδώρα, που θα παντρευόταν, ανέβηκε στην πρόκυψη. Ο αυτοκράτορας μόνο ήταν καβάλα στο άλογο, και όλοι οι άλλοι ήταν πεζοί. Όταν σηκώθηκαν τα παραπετάσματα (η πρόκυψη ήταν καλυμμένη από όλες τις πλευρές με μεταξωτά και χρυσοκέντητα υφάσματα) φάνηκε η νύφη, τριγυρισμένη από ευνούχους που κρατούσαν αναμμένες δάδες γονατισμένοι, έτσι ώστε να μην είναι ορατοί. Σάλ­πιγγες, αυλοί, πίπιζες και όλα τα μουσικά όργανα που εφευρέθηκαν για να δί­νουν ευχαρίστηση στους ανθρώπους έπαιζαν δυνατά. Όταν έπαυαν τα όργανα, η χορωδία έψαλλε εγκώμια που είχαν συνθέσει για τη νύφη διάφοροι σοφοί. Όταν όλες οι τελευτές αυτές, που επιβάλλονται στους αυτοκράτορες όταν παντρεύουν τις θυγατέρες τους, τελείωσαν, ο αυτοκράτορας ψυχαγώγησε επί πολλές μέρες τον στρατό και όλους του έλληνες και βάρβαρους αξιωματούχους…”.

Άλλη μια περίπτωση εξισλαμισμένου βυζαντινού άρχοντα ήταν του Κιοσέ Μιχάλ, ενώ από πηγές μαθαίνουμε πώς οι Έλληνες κωπηλάτες, βαλλιστριοφόροι και ναυ­πηγοί της Καλλίπολης, το 1519, είχαν γίνει σχεδόν όλοι μουσουλμάνοι.

Τους Σελτζούκους διαδέχθηκαν οι ΟΘΩΜΑΝΟΙ/ ΟΣΜΑΝΛΗΔΕΣ, αυτοί πού στη συνείδηση του νέου Ελληνισμού έμειναν ως Τούρκοι και η περίοδός τους ως Τουρκοκρατία η οποία στην κυρίως Ελλάδα άρχισε να λήγει από το 1821 και συνεχίστηκε για 100 χρόνια.

Στις αρχές του 14ου αιώνα, οι μεγάλες αυτοκρατορίες ανάμεσα στον Ώξο και στον Δούναβη –η αυτοκρατορία των Ιλχαμιδών στο Ιράν, η Χρυσή Ορδή στην Ανατολική Ευρώπη και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια και τη Δυτική Μι­κρά Ασία– συγκλονίζονταν από βίαιες εσωτερικές αναστατώσεις.

Κατά τα τέλη του αιώνα οι απόγονοι του Οσμάν, ενός παραμεθόριου γαζή και αρ-χηγέτη της δυναστείας των Οθωμανών, είχαν δημιουργήσει μια καινούργια αυτοκρατορία, που απλωνόταν από τον Δούναβη ώς τον Ευφράτη. Κυρίαρχος της ήταν ο Μπαγιαζήτ Α‘ (1389-1402), γνωστός με το όνομα Γιλντιρίμ, “ο Κεραυνός”.

Το 1396 είχε συντρίψει στη Νικόπολη μια σταυροφορία των πιο περήφανων ιπποτών της Ευρώπης είχε αψηφήσει το σουλτανάτο των Μαμελούκων ( Αίγυπτο ), το ισχυρότερο ισλαμικό κράτος της εποχής του, και είχε κυριέψει τις πόλεις του στις όχθες του Ευ­φράτη, τέλος, τόλμησε να τα βάλει και με τον παντοδύναμο Ταμερλάνο, τον νέο ηγέτη της κεντρικής Ασίας και του Ιράν.

Το κύριο πρόβλημα μελέτης της πρώτης αυτής περιόδου της Οθωμανικής ιστορίας, είναι το πως αυτή η μικρή, συνοριακή ηγεμονία του Οσμάν γαζή, ξεκινώντας αρχικά από τον ιερό πόλεμο ενάντια στο χριστιανικό Βυζάντιο, τελικά κατέληξε να γίνει μια ισχυρή και εκτεταμένη.

Σύμφωνα με μια θεωρία, ο ελληνικός πληθυσμός της λεκάνης του Μαρμαρά, προσχωρώντας στο Ισλάμ και συμμαχώντας με τους Μουσουλμάνους, κατόρθωσε να ξα­ναχτίσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως κράτος ισλαμικό !!!!

Αντιθέτως ο καθηγ. Χ. Ιναλτζίκ, πιστεύει πως, όσοι μελετητές γνωρίζουν καλά τις ιστορικές πηγές της Ανατολής, έχουν πειστεί πλέον ότι, μια τέτοια άποψη είναι απλή φαντασιολογία. Οι ιστορικοί αυτοί, κατά τον καθηγ. Ιναλτζίκ, υπογραμμίζουν πως οι απαρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πρέπει να αναζητηθούν στις πολιτικές, πνευματικές και δημογραφικές εξελίξεις του δεκάτου τρίτου και δεκάτου τετάρτου αιώνα στη Μικρασία.

Το πρώτο στάδιο αυτών των εξελίξεων σημαδεύτηκε από τις επιδρομές των Μογγόλων κατά των ισλαμικών χωρών της Μέσης Ανατολής. Ύστερα από τη μογγολική νίκη στο Κιοσεντάγ, το 1243, το σελτζουκικό σουλτανάτο της Μικρασίας μετατράπηκε σε υποτελή των Ιλχανιδών του Ιράν. Άμεσο επακόλουθο των μογγολικών εισβολών ήταν να μεταναστεύσουν προς τα δυτικά τα ισχυρά νομαδικά φύλα των Τουρκομάνων. Τα τουρκικά αυτά φύλα που είχαν πρωτοέρθει στο Ιράν και στην Ανατολική Μικρασία από την Κεντρική Ασία, άρχισαν και πάλι να κινούνται προς τα δυτικά, ώσπου συγκεντρώ­θηκαν κοντά στα σύνορα του Βυζαντίου με το σελτζουκικό σουλτανάτο, στην ορεινή πε­ριοχή της δυτικής Μικρασίας. Το 1277 η Μικρασία ξεσηκώθηκε ενάντια στους Μογγόλους ειδωλολάτρες. Τα ισλαμικά στρατεύματα των Μαμελούκων μπήκαν στη χώρα για να ενισχύσουν τους επαναστάστες, αλλά οι Μογγόλοι κατέστειλαν ανελέητα την εξέγερ­ση. Ωστόσο, μέσα στην επόμενη πεντηκονταετία παρατηρούνται συχνές εξεγέρσεις και συχνά μογγολικά αντίποινα. Οι παραμεθόριες περιοχές θ’ αποτελέσουν το καταφύγιο των στρατευμάτων και των ηγετών που διώκονταν από το καθεστώς των Μογγόλων, και ταυτόχρονα τον τόπο όπου πολλοί εξαθλιωμένοι χωρικοί και αστοί αναζητούσαν ένα καινούργιο μέλλον. Ο πληθυσμός των συνοριακών διαμερισμάτων αυξήθηκε. Ζητώντας αφορμή να εγκατασταθούν στους γόνιμους κάμπους της γειτονικής βυζαντινής επικράτειας, οι ανήσυχοι συνοριακοί νομάδες έσπρωχναν τον πληθυσμό στον δρόμο του Γαζά, του ιερού πολέμου δηλαδή ενάντια στους Βυζαντινούς. Διάφοροι αρχηγοί γαζήδων, με ποικίλη προέλευση, άρχισαν να συγκεντρώνουν γύρω τους πολεμιστές και οι επιδρομές τους κατά των βυζαντινών εδαφών, γίνονταν ολοένα και συχνότερες.

Ανάμεσα στο 1260 και 1320 οι γαζήδες αυτοί αρχηγοί και οργανωτές των φιλοπόλε­μων Τουρκομάνων ίδρυσαν στη δυτική Μικρασία ανεξάρτητες ηγεμονίες, αποσπώντας τα εδάφη τους από το Βυζάντιο. Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής Γεώργιος Παχυμέρης μαρτυρτεί ότι, οι Παλαιολόγοι, ύστερα από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπο­λης το 1261, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα πράγματα των Βαλκανίων και παραμέ­λησαν το ασιατικό σύνορο, διευκολύνοντας έτσι τις επιθέσεις των Τουρκομάνων.

Κατά την τελευταία δεκαετία του δεκάτου τρίτου αιώνα τα γιουρούσια των Τουρκομάνων γαζήδων στη Δυτική Μικρασία πήραν σχεδόν τον χαρακτήρα γενικής εισβο­λής. Από όλους αυτούς τους μπέηδες, ο Οσμάν γαζής κατείχε την πιο βορεινή επικρά­τεια, πλησιέστερα στο Βυζάντιο και τα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τον Παχυμέρη, γύρω στο 1302 ο Οσμάν πολιόρκησε τη Νίκαια, την πρώην βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο αυτο­κράτορας έστειλε εναντίον τους δύο χιλιάδες μισθοφόρους, που έπεσαν σε ενέδρα και νικήθηκαν από τον Οσμάν στον Βαφέα το καλοκαίρι του 1302. Η νίκη του Οσμάν σε βάρος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων πολλαπλασίασε τη φήμη του. Οι οθωμανι­κές και βυζαντινές πηγές της εποχής περιγράφουν τη συρροή γαζήδων απ’ ολόκληρη τη Μικρασία στο στρατόπεδο του.

Όπως και στις άλλες παραμεθόριες ηγεμονίες, όλοι οι παραπάνω πολεμιστές γαζήδες, έπαιρναν το όνομα του αρχηγού τους, ονομάζονταν δηλαδή Οσμανλήδες. Η προοπτική μιας εύκολης κατάκτησης και εγκατάστασης προσέλκυσε κύματα εποίκων από διάφορα μέρη της Μικρασίας, ύστερα δε και από τη νίκη του 1302, μπορούμε να πούμε ότι το Οθωμανικό πριγκιπάτο παγιώθηκε οριστικά.

Στην ίδρυση και τη διαμόρφωση του οθωμανικού κράτους, η ιδέα του ιερού πολέμου, δηλαδή του Γαζά, έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η κοινωνία των παραμεθόριων ηγεμο­νιών ανταποκρινόταν σ’ ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό κλίμα, όπου δέσποζε το ιδανι­κό του αδιάκοπου ιερού πολέμου και της αδιάκοπης επέκτασης του ντάρου-λ-ισλάμ, της ισλαμικής επικράτειας, ώς τη στιγμή που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Γαζά αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον, και στο όνομα του αναλαμβάνονταν κάθε είδους εγχειρήσεις και θυσίες. Στη συνοριακή κοινωνία κάθε αναγνωρισμένη αρετή απη­χούσε το ιδανικό του Γάζα. Ο προηγμένος πολιτισμός της ενδοχώρας, με τη θρησκευτι­κή του ορθοδοξία, την ακαδημαϊκή του Θεολογία, την παλατιανή λογοτεχνία και την κα­τασκευασμένη λογοτεχνική της γλώσσα, και με το δίκαιο του σεριάτ, έδινε στα παραμε­θόρια εδάφη τη θέση του σ’ έναν κόσμο λαϊκότερο, όπου κυριαρχούσαν τα αιρετικά θρη­σκευτικά τάγματα, ο μυστικισμός, η επική λογοτεχνία και το εθιμικό δίκαιο.

Στις μικρασιαστικές μάλιστα ηγεμονίες, τα τουρκικά έγιναν για πρώτη φορά η γλώσσα της διοίκησης και της λογοτεχνίας. Η μεθοριακή κοινωνία ήταν ταυτόχρονα ανεκτική και πολύπλοκη.

Το κοινό περιβάλλον, έφερνε αναγκαστικά τους ακρίτες των συνοριακών βυζαντινών στρατευμάτων, σε στενή επαφή με τους Μουσουλμάνους γαζήδες. Ο Μιχάλ γαζής, ο Ρωμηός συνοριακός τοπάρχης που προσχώρησε στο Ισλάμ και συνεργάστηκε με τους πολεμιστές του Οσμάν, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα της αφομοιωτικής αυτής διαδικασίας, όπως προείπαμε.

Ο ιερός πόλεμος δεν απέβλεπε στην καταστροφή, αλλά στην υποταγή του ντάρου- λ-χαρπ, του κόσμου των απίστων. Οι Οθωμανοί έχτισαν την αυτοκρατορία τους, έχο­ντας κάτω απ’ το σκήπτρο τους, τη μουσουλμανική Μικρασία με τα χριστιανικά Βαλ­κάνια και παρόλο που ο αδιάκοπος ιερός πόλεμος αποτελούσε θεμελιώδη αρχή του κράτους, η αυτοκρατορία εμφανίστηκε ταυτόχρονα ως προστάτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εκατομμυρίων Ορθόδοξων Χριστιανών.

Το Ισλάμ εγγυόταν τη ζωή και την περιουσία Χριστιανών και Εβραίων, με τον όρο να μένουν υπάκουοι στο κράτος και να πληρώνουν έναν κεφαλικό φόρο. Τους επέτρε­πε να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους και να ζουν σύμφωνα με το ιδιαίτερο θρη­σκευτικό τους δίκαιο.

Επιπλέον, η προστασία του χωρικού, με σκοπό την εξασφάλιση των φορολογικών εισοδημάτων του, που αποτελούσε και την παραδοσιακή τακτική του μεσανατολικού κράτους, ενθάρρυνε μια ανεκτικότερη συμπεριφορά προς τους υπόδουλους λαούς. Τα έσοδα του χαρατσιού αντιπροσώπευαν μεγάλο τμήμα των κρατικών οθωμανικών προσόδων, όπως δηλαδή συνέβαινε και στο πρώιμο ισλαμικό χαλιφάτο.

Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναδείχτηκε σε μια “μεθοριακή αυτοκρατορία“, σ’ έναν κοσμοπολίτικο οργανισμό που αντιμετώπιζε κάθε θρήσκευμα και φυλή ξεχωριστά, αλλά και μαζί, ενώνοντας έτσι τα Ορθόδοξα χριστιανικά Βαλκάνια και τη μουσουλμανική Ανατολή σε μια κοινή κρατική υπόσταση.

Βέβαια στο σημείο αυτό, πρέπει να ειπωθεί, πως ο καθηγ. Ν. Σαρρής, πιστεύει πως στην οθωμανική αυτοκρατορία υπήρχε η λογική της “Πολυκατοικίας”, δηλαδή της κοινής μεν συμβίωσης των λαών υπό την εξουσία της, αλλά συγχρόνως και της παντε­λούς ελλείψεως αλληλεγγύης, μεταξύ των λαών αυτών, οι οποίοι μάλιστα και δεν γνω­ρίζονταν ιδιαιτέρως μεταξύ τους, παρά μόνον στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κων/πολη, ή όταν οι οθωμανοί εφαρμόζοντας το διήρε και βασίλευε, τους έβαζαν να αλληλοσφαχτούν και επομένως τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όπως τα παρου­σιάζουν οι Τούρκοι ιστορικοί, ειδικά όταν υπήρχε και η δουλική φοβία.

Οι ηγεμονίες των γαζήδων της δυτικής Μικρασίας γρήγορα υιοθέτησαν τους θεσμούς και τις παραδόσεις του σελτζουκικού σουλτανάτου. Η Κασταμονή, το Καρά- Χισάρ,το Ντενιζλί, πόλεις δηλαδή ιδρυμένες στις παλιές μεθοριακές επαρχίες των Σελτζούκων, μετατράπηκαν σε κέντρα του σελτζουκικού πολιτισμού. Ξεκινώντας από τα κέντρα αυτά και από τις πόλεις της κεντρικής Μικρασίας, αξιωματούχοι και λόγιοι μετέφεραν τα πρότυπα της ισλαμικής πολιτικής και πνευματικής ζωής στα Μύλασα, το Πυργί, τα Παλάτια, τη Σμύρνη, τη Μαγνησία και την Προύσα στις πρωτεύουσες δη­λαδή των συνοριακών κρατιδίων που είχαν ιδρυθεί στα εδάφη της άλλοτε βυζαντινής επικράτειας. Κάθε ηγεμονία σχημάτισε και ένα μικρό σουλτανάτο.Έτσι ο γιος του Οσμάν, Οχράν, έκοψε το 1327 τα πρώτα του ασημένια νομίσματα στην Προύσα, και το 1331 ίδρυσε στη Νίκαια έναν μεντρεσέ.

Το 1340 δημιούργησε στην Προύσα ένα κέντρο συναλλαγών, χτίζοντας ένα παζάρι κι ένα μπεζεστένι (σκεπαστή αγορά), για την πώληση των πιο ακριβών εμπορευμάτων. Όταν ο Άραβας ταξιδευτής Ιμπν-Μπαττούτα επισκέφτηκε την Προύσα, γύρω στο 1333, τη χαρακτήρισε “μεγάλη με σπουδαία παζάρια και φαρδιούς δρόμους”.

Τέτοιος ήταν ο γενικότερος κοινωνικός και πολιτισμικός περίγυρος κατά την ίδρυ­ση της οθωμανικής ηγεμονίας και των άλλων συνοριακών κρατιδίων. Ο ιερός πόλεμος και ο εποικισμός αποτελούσαν τους δυναμικούς παράγοντες των Οθωμανικών κατα­κτήσεων. Τα διοικητικά και πολιτισμικά πρότυπα που υιοθετήθηκαν στις κατακτημέ­νες περιοχές, προέρχονταν κυρίως από τη δημόσια ζωή και τον πολιτισμό της Μέσης Ανατολής, ενώ ο λαϊκός πολιτισμός, συνέχισε να είναι ο Μικρασιατικός-Βυζαντινός.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια λοιπόν και ειδικά μετά την κατάκτηση μεγάλων πόλεων, όπως η Προύσα, η Ανδριανούπολη και βεβαίως η Κων/πολη, άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα οθωμανικά αστικά κέντρα. Μέσα σ’ αυτά λοιπόν τα πολυεθνικά και πολυπολιτισμικά οθωμανικά κέντρα με βάση την Κωνσταντινούπολη ( είς την Πόλιν / Istanbul ), τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη κ.λ.π αναπτύχθηκε και μία γλώσσα με δάνεια και αντιδάνεια, προκειμένου να υπάρχει κοινή συνεννόηση μεταξύ των υποκόων ( υπό +ακούω ) . Αν και η κάθε κοινότητα διατήρησε τη γλώσσα της και τα τοπικά γλωσσικά ιδιώματα, εν τούτοις υπήρξαν γλωσσικές επιρροές ένθεν και ένθεν, δηλ. από τα ελληνικά στα τούρκικα , από τα περσικά και αραβικά στα τούρκικα και μέσω αυτών στα ελληνικά, αρβανίτικα, σλάβικα, αρουμάνικα ( βλάχικα ), ιταλικά, καταλανικά ισπανικά κ.λ.π

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.