Γιατί είναι ασύμφορη η ελληνοτουρκική διαπραγμάτευση

Καρναβάς Θοδωρής, από το slpress.gr

Παρά την εξόφθαλμη τουρκική επεκτατικότητα, σύσσωμος ο “συμμαχικός” διεθνής παράγοντας (ΕΕ, ΗΠΑ) αρκείται μόνο σε παραινέσεις και ρητορική καταδίκη της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, καλεί τις δύο χώρες σε απευθείας διάλογο. Το εντυπωσιακό είναι ότι, υπό αυτές τις εκβιαστικές συνθήκες, αποδέχονται την έκκληση για διάλογο η ελληνική κυβέρνηση και όλο σχεδόν το πολιτικό μας σύστημα.

Και μάλιστα, με ατζέντα διαλόγου όλες τις τουρκικές παράνομες διεκδικήσεις! Η ιστορία διδάσκει ότι οι διαπραγματεύσεις για τις παράνομες, μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις πάντα καταλήγουν, αναμενόμενα, σε υποχωρήσεις της ελληνικής πλευράς. Τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της υποχωρητικής πολιτικής όλων σχεδόν των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων βιώνουμε σήμερα.

Διάλογος μεταξύ δύο κρατών είναι μια συζήτηση εντός συγκεκριμένου πλαισίου, με όρους, προϋποθέσεις και ορισμένη θεματολογία. Σε διεθνές επίπεδο, οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο διαλόγου καταγράφεται από τα μέρη και είναι αξιοποιήσιμο από έκαστη πλευρά σε επόμενους γύρους συνομιλιών (ειδικά, όταν ο διάλογος λαμβάνει τη μορφή διαπραγμάτευσης). Επομένως, ένα κράτος οφείλει να είναι πολύ προσεκτικό σε τι είδους διάλογο συμμετέχει.

Όταν η Ελλάδα αποδέχεται να συζητήσει αμφισβητούμενα από την Τουρκία εδαφικά κυριαρχικά της δικαιώματα, αναγνωρισμένα βάσει συνθηκών, τότε αποδέχεται ότι αυτά είναι διαπραγματεύσιμα, συζητάει παραχωρήσεις και υποχωρήσεις επ’ αυτών. Τέλος, το διεθνώς αποδεκτό πλαίσιο διαλόγου για το μόνο υπαρκτό θέμα της οριοθέτησης των θαλασσιών ζωνών είναι το Δίκαιο της Θάλασσας, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από τις διεθνείς συνθήκες, πολυμερείς ή διμερείς, τη διεθνή νομολογία και την εθιμική του πτυχή.

Αδιανόητος ο ελληνοτουρκικός διάλογος 

Η Τουρκία, όμως, δεν έχει καν αποδεχτεί το Δίκαιο της Θάλασσας. Και επιπλέον, η Τουρκία αμφισβητεί και παραβιάζει εμπράκτως ήδη υπάρχουσες συνθήκες και συμφωνίες που έχει υπογράψει (Λωζάνης, Ζυρίχης κλπ) και κατέχει παράνομα μέρος της Κύπρου, κράτους-μέλους του ΟΗΕ. Ποιος διάλογος μπορεί να διεξαχθεί και ποια συμφωνία να υπογραφεί, όταν το ένα από τα δύο μέρη παραβιάζει τις συμφωνίες και παρανομεί;

Τέλος, η Τουρκία απειλεί ακόμα την Ελλάδα (casus belli) σε περίπτωση που η τελευταία ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα της επέκτασης των χωρικών της υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Επιπλέον, επιτίθεται υβριδικά στην Ελλάδα με όχημα τους λαθρομετανάστες και πρόσφυγες. Πώς μπορεί να γίνει διάλογος υπό καθεστώς απειλών και υβριδικής επίθεσης; Για τους παραπάνω λόγους είναι πραγματικά ακατανόητο πώς η Ελλάδα έχει αποδεχθεί όλα αυτά τα χρόνια να συζητάει με την Τουρκία θέματα που αφορούν την κυριαρχία της.

Ακόμα και η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας θα μπορούσε να είναι θέμα συζήτησης, μόνο κατόπιν επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια και αποδοχής από την Τουρκία του Δικαίου της Θάλασσας. Ξεκινήσαμε αρχικά με την υφαλοκρηπίδα πριν από 40 χρόνια, για να φτάσουμε σήμερα να συζητάμε για το αν ελληνικά νησιά ανήκουν στην Ελλάδα και δικαιούνται να διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις για άμυνα. Μετά από κάθε κύκλο συζητήσεων, η Τουρκία εμφανίζεται πιο αδιάλλακτη και επεκτατική και η Ελλάδα κάτι χάνει.

Διότι απλά συζητάει μόνο θέματα που αφορούν τις παράνομες και επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας. Η Τουρκία διαχρονικά μονομερώς ορίζει και επεκτείνει την ατζέντα τουν διαλόγου. Ποιο είναι το συμφέρον της Ελλάδας να συζητάει για “γκρίζες ζώνες” της επικράτειας της; Ποιο είναι το συμφέρον της να συζητάει για θαλάσσιες ζώνες, χωρίς να μπορεί να ασκήσει (τα βάσει διεθνούς δικαίου) κυριαρχικά της δικαιώματα; Είναι φανερό ότι δεν υπάρχει νόημα σε ένα τέτοιο διάλογο. Είναι απλά αδιανόητος!

Ποια πρέπει να είναι η ελληνική ατζέντα

Η Ελλάδα θα έπρεπε να θέτει μια σειρά εθνικών προτεραιοτήτων στα διεθνή φόρα και σε όποια συζήτηση με την Τουρκία, με πρώτη προτεραιότητα από πλευράς μας την άμεση αποχώρηση όλων των παράνομων Τούρκων στρατιωτών και εποίκων από την Κύπρο. Πριν από αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε καμία περαιτέρω συζήτηση για κανένα θέμα. Με ανοικτό το Κυπριακό ως θέμα εισβολής και κατοχής, οποιαδήποτε συνομιλία με την Τουρκία ουσιαστικά εγκαταλείπει την Κύπρο.

Επιπλέον, η Τουρκία έχει παραβιάσει τη Συνθήκη της Λωζάνης, σε ό,τι αφορά δικαιώματα των Ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει ως βασικό θέμα την αποκατάσταση αυτών των παραβιάσεων. Οφείλει πρώτα να απαιτήσει την πλήρη εφαρμογή των εν ισχύι συνθηκών και στη συνέχεια να μπει σε συζήτηση για όποιο άλλο θέμα.

Μέχρι τότε η μόνη ατζέντα που μπορούμε να έχουμε είναι αυτή και καμία άλλη. Το κέρδος για την ελληνική πλευρά από μια τέτοια επιθετική διπλωματική στρατηγική και τακτική είναι προφανές: Αν η Τουρκία δε δέχεται τις ελληνικές διεκδικήσεις, όπως αναμένεται, τότε ο διάλογος θα τερματίζεται πριν καν ξεκινήσει, αφού τα μέρη δε θα συμφωνούν στην οριοθέτηση της ατζέντας.

Και έτσι, η Τουρκία δε θα μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε διαπραγματευτική πίεση για τις μονομερείς της διεκδικήσεις. Εξάλλου, η Ελλάδα πρέπει επίμονα και σε όλα τα διεθνή φόρα να καταγγέλει την Τουρκία και να αναδεικνύει τα θέματα του δικού της ενδιαφέροντος. Έτσι, η Ελλάδα με επιθετική διπλωματία θα μπορεί να θεμελιώσει εκ νέου τις νόμιμες διεκδικήσεις της.

Η υποχωρητικότητα αποθρασύνει την Τουρκία

Υπάρχει η ένσταση ότι μια τέτοια στρατηγική θα επιδείνωνε τις ήδη τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις. Την ένταση, όμως, την προκαλεί αυτός που παρανομεί και επιτίθεται. Και αν η ένταση υπάρχει επειδή το ένα μέρος παρανομεί και επιτίθεται, τότε καλώς υπάρχει η ένταση, διότι αυτό σημαίνει ότι εμείς αντιδρούμε. Ακόμα, θα αντιτείνει κάποιος «μα τι περιμένουμε, να επιστρέψουν οι Πολίτες και οι Ίμβριοι στις εστίες τους μετά από δεκαετίες, ή να λήξει η κατοχή στην Κύπρο;».

Η απάντηση είναι απλή: Αν η Τουρκία επίμονα κατορθώνει να προωθεί διεκδικήσεις εξόφθαλμα εκτός διεθνούς δικαίου, εμείς γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για τις δικές μας προτεραιότητες, που κινούνται εντός του διεθνούς δικαίου; Αν δεν το πετυχαίνουμε μέχρι τώρα, είναι μόνο γιατί δεν το διεκδικούμε. Αυτοί που υποστηρίζουν τον ελληνοτουρκικό διάλογο με βάση την τουρκική ατζέντα, θα πρέπει να μας εξηγήσουν σε τι έχει ωφελήσει αυτή η τακτική μέχρι σήμερα.

Η υποχώρηση έχει αποθρασύνει την Τουρκία και όχι η αντίσταση και η διεκδικητική διπλωματία. Η Ελλάδα οφείλει να έχει δικές της προτεραιότητες και όχι να σέρνεται πίσω από αυτές της Τουρκίας. Μόνο τότε μπορεί να ανακόψει την τουρκική επιθετικότητα και να διεκδικήσει τα νόμιμα δικαιώματά της. Για να γίνει αυτό βεβαίως απαιτείται ελληνική στρατηγική με εθνικές προτεραιότητες, κάτι που δυστυχώς απουσιάζει από τα πολιτικά γραφεία των Αθηνών.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.