Ο σεβασμός της χριστιανικής πίστης από τους Λινοβάμβακους της Κύπρου

Γράφει ο Κωστής Κοκκινόφτας, από το περιοδικό Ελλοπία τ. 13, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1992, σελ. 8-11

Ή αναδίφηση τοϋ Κυπριακοΰ τύπου τοϋ περασμένου αιώνα καθώς καί των αρχών τοϋ τρέχοντος, επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις σέ οποίον ασχολείται μέ την ανίχνευση της Κυπριακής ιστορίας. Μιά άπό τίς πρώτες διαπιστώσεις πού κάνει κάποιος είναι σχετική μέ τήν ονομασία πού οί Ελληνικές εφημερίδες τοϋ νησιοΰ προσδίδουν στούς ονομαζόμενους σήμερα ώς Τουρκοκύπριους. Συνήθως τούς άποκαλοϋν «’Οθωμανούς» μιά ονομασία πού απουσιάζει άπό τόν τύπο τών ημερών μας. Ή έρμηνεία αυτής τής προσφωνήσεως βρίσκεται στήν αιτιολόγηση πού απέδιδαν ώς πρός τήν καταγωγή τών περισσοτέρων άπό αύτούς. Ή ζώσα παράδοση «έκ στόματος γερόντων» ΰπεδείκνυε πώς αρκετοί άπό αύτούς ήταν «σάρξ έκ τής σαρκός» τών ‘Ελλήνων. Νωπές άλλωστε ήταν οί μνήμες άπό τούς μαζικούς εξισλαμισμούς τοϋ τέλους τοϋ 18ου αιώνα εξαιτίας τής κακοδιοίκησης τοϋ νησιοΰ καί τών διαφόρων έπιδημιών, όπως άλλωστε καί άπό τούς βίαιους εξισλαμισμούς πού παρατηρήθηκαν κατά τήν περίοδο τής Ελληνικής έπαναστάσεως τοϋ 1821 (1), ή καί άργότερα κατά τόν Κριμαϊκό πόλεμο τοϋ 1853-56 (2) σέ μικρότερη όμως κλίμακα. Συνείδηση όμως περί τής ελληνικής καταγωγής τους είχαν καί οί ίδιοι οί ‘Οθωμανοί τοϋ νησιοΰ άφοΰ στίς έφημερίδες τής εποχής άρκετά άρθρα, κείμενα καί σχόλια επισημαίνουν τό γεγονός αύτό. Ενδεικτικά άναφέρεται τό άρθρο πού δημοσιεύτηκε στήν εφημερίδα «Νέον Κίτιον» στίς 21 / 2.9.1881 καί τό όποιο άναφέρεται σέ ύπόμνημα πού υπογράφηκε άπό τούς Χριστιανούς καί τούς ‘Οθωμανούς κατοίκους τής κωμοπόλεως Λευκάρων, καί οί όποιοι άξίωναν τήν ‘Ένωση τής Κύπρου μέ τήν ‘Ελλάδα. ‘Ανάμεσα στά άλλα στό άρθρο αύτό άναφέρεται ότι:

«… Τό εύχάριστον δε, είναι ;oτι οί συγχώριοι ήμών ‘Οθωμανοί κατανοήσαντες ;oτι είσίν μεν ‘Οθωμανοί τήν θρησκείαν. άλλ ‘Έλληνες Κύπριοι τό γένος καί άποβαλόντες ας περί Ελλάδος είχαν εσφαλμένος ιδέας, προθύμως οί πάντες, προεξάρχοντος μάλιστα τοϋ Μουλλά των, υπέγραψαν τό ύπόμνημα καί εγκαρδίως ηύχήθηκαν ύπέρ τής παλιγγενεσίας τής κοινής ήμών πατρίδος…».

‘Αρκετοί μάλιστα άπό αύτούς είχαν ώς μητρική τους γλώσσα τήν ‘Ελληνική, καί οί περισσότεροι ήταν κρυπτο-χριστιανοί. Ό λαός τούς άποκαλοϋσε Λινοβάμβακους, δηλαδή όπως τό ύφασμα πού έχει δύο όψεις, μιά άπό λινάρι καί μιά άπό βαμβάκι, έτσι καί αυτοί είχαν τή διπλή ιδιότητα νά είναι Μωαμεθανοί στά φανερά καί Χριστιανοί στά κρυφά (3). Ή πολιτειακή βέβαια μεταβολή τοϋ 1878 καί ή άντικατάσταση τών Τούρκων κατακτητών άπό τούς ‘Αγγλους άποικιοκράτες συνέτεινε ώστε σέ άρκετά λινοβαμβακικά χωριά, μέρος τοϋ πληθυσμοϋ νά φανερωθεί έπίσημα ώς Χριστιανικός. ‘Αρκετοί όμως έξακολούθησαν νά διατηρούν τήν διπλή τους ιδιότητα, άφοϋ ό φόβος τής τιμωρίας τους σέ περίπτωση επανόδου τοϋ νησιοΰ στήν ‘Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν γι’ αύτούς ιδιαίτερα έντονος (4). Καί στήν περίπτωση αυτή όμως πολλοί Λινοβάμβακοι δέν δίσταζαν νά προσέρχονται στίς πανηγύρεις, νά προσκυνούν καί νά τιμοϋν τίς εικόνες καθώς καί νά συμμετέχουν στά θεία μυστήρια.

‘Αναφέρει χαρακτηριστικά ή «Φωνή τής Κύπρου» στίς 21/3.6.1911 πώς:

«Ή πανήγυρις τού Άγιου Γεωργίου έν Βαρίσια (Τηλλυρίας) έγένετο καί κατά τό έτος τούτο πολυπληθής. Οί κάτοικοι δηλοΰν ότι τών περιχώρων σύν γυναιξί καί τέκνοις συνηθροίσθησαν καί έθυσαν αρκούντως τω Βάκχω. Εκείνον όπερ ένεποίησεν ήμϊν αϊσθησις είναι ότι Λινοβάμβακοι τινές προσήλθον καί μετέλαβον τών άχράντων μυστηρίων…».

Σύμφωνα μέ άρκετούς μελετητές (5), άν οί Λινοβάμβακοι τοϋ νησιοΰ έμφαν-ζονταν ώς Χριστιανοί, τότε ή άναλογία τοϋ πληθυσμοϋ θά ήταν 90% ‘Έλληνες καί 10% ‘Οθωμανοί. Τή σημαντικώτατη αύτή τροπή πού θά είχε στή συνέχεια τό κυπριακό πρόβλημα, εξαιτίας άκριβώς αυτής τής μείωσης τοϋ ποσοστοϋ τών ‘Οθωμανών τοϋ νησιοΰ, δυστυχώς οί τότε ‘Έλληνες ηγέτες τής Κύπρου δέν ήταν σέ θέση νά καταλάβουν καί γι’ αύτό δέν καταβλήθηκαν συστηματικές προσπάθειες προσέλκυσής τους στόν Χριστιανισμό (6). Άλλωστε καί οί ‘Έλληνες κάτοικοι τοΰ νησιοΰ άντιμετώπιζαν τούς Λινοβάμβακους μέ περιφρόνηση. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, αύτό πού σημειώνει ό Άγγλος Διοικητής Λεμεσοϋ Ρ.Λ.Ν. Μίτσελ στήν μελέτη τοΰ «Μουσουλμανοχριστιανική αίρεσις έν Κύπρφ» πού δημοσιεύτηκε στή «Φωνή τής Κύπρου», στίς 10/23.5.1908:

«… ‘Εάν ερωτήσεις μετριοπαθή τινά Κύπριον τί φρονεί περί τής αίρέσως, θά απαντήσει πράγματι, «τί δύνασαι νά ειπείς περί ανθρώπου όστις δηλοϊ εις μίαν στιγμήν ότι είναι Τούρκος καί εις ετέραν ότι είναι Χριστιανός; Δύνασαι νά δώσεις πίστη ν εις τοιούτον άνθρωπον:… Υποδεικνύεται δέ ότι οί Λινοβάμβακοι, καθό τοιούτοι είναι πρόσωπα κακού χαρακτήρος, κλέπται, ψεύσται κ.λπ…»

Πραγματική εκστρατεία γιά τήν επαναφορά τών Λινοβαμβάκων στήν ‘Ορθοδοξία είχαν άναλάβει 2 άρχιερεΐς πού καί οί δύο ύπηρέτησαν γιά κάποιο διάστημα στόν Μητροπολιτικό Θρόνο Κερύνειας καί στήν συνέχεια έκλέγησαν Μητροπολίτες Κιτίου. Ό πρώτος, ό Χρύσανθος Ίωαννίδης, κατά τό διάστημα πού ήταν Μητροπολίτης Κερύνειας (1880-89) άνέπτυξε ιδιαίτερη δράση καί ειδικά άνάμεσα στούς Λινοβάμβακους τής περιοχής τής Τηλλυρίας. Σέ κάποια περιοδεία του μάλιστα ίδρυσε 4 νέα σχολεία σέ μιά εποχή πού τά σχολεία στό νησί ήταν ελάχιστα, έτσι ώστε μέσα άπό τήν παιδεία νά έπανευαγγελίσει τό λαό καί τούς Λινοβαμβάκους.

Γράφει ή εφημερίδα «Νέον Κίτιον» στίς 9/21.1.1881 γιά τήν περιοχή τής Τηλλυρίας καί κατά τήν περιοδεία τοΰ Μη-τροπολίτη Χρυσάνθου Ίωαννίδη:

«… Τό μέρος τοΰτον, ώς γνωστόν κατοικούμενον υπό Λινοβαμβάκων, διατελεί, όντως ειπείν, άπεμονωμένον της λοιπής Νήσου, καί οί κάτοικοι αύτοϋ ένώ φέρουσι Μωαμεθανικά ονόματα, ούχ ήττον, βαπτίζουσιν Όρθοδόξως τά τέκνα των καί σέβονται τάς εικόνας. Είναι εξ εκείνων, οΐτινες κατά τήν φοβεράν τοϋ είκοσι ένα έποχήν ύποχρεώθησαν νά άσπασθώσι τον Μωαμεθανισμόν καί μετά ταϋτα, φοβούμενοι πάντοτε τήν κρατούσαν φυλήν, δέν έτόλμων παρρησία νά έπανέλθωσιν εις τήν πίστιν των πατέρων των. Σήμερον όμως. ότε ό φανατισμός των Τούρκων ουδέν πλέον σημαίνει ένταϋθα καί έκαστος είναι έλεύθερος νά πιστεύει ότι θέλει, άναγκαιότατον αποβαίνει, νά ποτισθώσιν, οί δυστυχείς έκεϊνοι έκ των ‘Ελληνικών ναμάτων καί νά ένθαρρυνθώσιν εις τήν ομολογία ν της πίστεως των».

Τά αποτελέσματα της δράσης του ήσαν άρκετά καρποφόρα άφοΰ σέ πολλά χωριά άρκετοί ομολόγησαν πίστη καί επέστρεψαν στήν ‘Ορθοδοξία όπως οί 5 οικογένειες τοϋ χωριοϋ Κάμπος πού παρέμεινε από τότε καθαρά ελληνικό (Νέον Κίτιον 20/4.3.1881). Τήν ίδια πολιτική στό θέμα αϋτό συνέχισε καί ό διάδοχος του στόν Μητροπολιτικό Θρόνο Κερύνειας (1889-93) Κύριλλος, ό έπιλεγόμενος Κυριλλάτσος, μετέπειτα ‘Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (1910-16). Κατώρθωσε μάλιστα νά επαναφέρει στόν Χριστιανισμόν ενα ολόκληρο χωριό, τή Βαρίσια. Γράφει συγκεκριμμένα ή «Σάλπιγξ» στίς 16.6.1890:

«’Αξιέπαινος τυγχάνει ό Πανιερώτατος Άρχιερεύς της επαρχίας ήμών Κος Κύριλλος όπου έφερενείς τόν Χριστιανισμόν όγδοήκοντα όλας ψυχάς Λινοβαμβάκων κατοίκων τοϋ χωρίου Βαρίσια. Ήδη δέ μή φειδόμενος κόπων μεταβαίνει επί τόπου πρός άνέγερσιν Εκκλησίας. Εν τω ρηθέντι χωρίω, ώς λέγεται, δέν θά ενδιατρίψει έκεϊσε υπέρ. τό εΐκοσαήμερον. Τη άληθεία ή έπαρχία ήμών σεμνύεται διά τήν άπόκτησιν τούτου ποιμενάρχου, παρ’ οι5 προσδοκώμεν πολλά τά καλά, εύχαριστοΰμεν δέ αυτόν έκ μέρους της έπαρχίας ήμών, δι’ όσα υπέρ του κοινού καλοΰ ώς Άρχιερέως καί Βουλευτής έπραξε συγχαίροντας τοΰτον».

‘Αναφέρονται καί άλλα χωριά τοϋ νησιοϋ, όπως στήν Λεμεσό τό Μονάγρι, τά όποια επέστρεψαν στόν Χριστιανισμό μετά τήν έκδοση τοϋ διατάγματος τοϋ Χάτι-Χουμαγιούν του 1856 μέ τό όποιο εισάγονταν στήν ‘Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποιες μεταρρυθμίσεις πού άπέβλεπαν σέ ισονομία των πολιτών. Όμως οί ενέργειες αύτές, καθώς καί τών δύο Μητροπολιτών ήταν μεμονωμένες καί δέν είχαν συνέχεια.

Οί Τοϋρκοι προύχοντες τοϋ νησιοϋ, μέ τήν ύποστήριξη τών “Αγγλων κατακτητών, άκολούθησαν μιά διαφορετική τακτική στό θέμα. Ίδρυσαν στά λινοβαμβακικά χωριά σχολεία, έκτισαν τζαμιά, έδωσαν ύποτροφίες σέ νέους, πού μέ τήν επάνοδο τους στά χωριά τους έγιναν κήρυκες τοϋ ‘Ισλάμ, καί κατάφεραν τελικά νά τά εκτουρκίσουν. Είναι χαρακτηριστικό αύτό πού σημειώνει ό «Κυπριακός Φύλαξ» στίς 18.8.1897 κάτω άπό τόν τίτλο: «Πώς έργάζονται οί Τούρκοι έν Τηλλυρία»:

«… Τό ΕΦΚΑΦ καί άλλοι εύποροι Μουσουλμάνοι έκτισαν έκεΐ τεμένη καί ίδρυσαν σχολεία καί απέστειλαν φανατικούς χότζας, οΐτινες καθ’ έκάστην προσηλντίζουσιν εις τόν Ίσλαμισμόν τούς Λινοβαμβάκους, μεταμορφοΰντες αυτούς εις φανατικούς μουσουλμάνους. Έμπορος χαρουπιών έλεγεν ήμΐν ότι πολλαί αποδείξεις Τηλλύρων φέρουσιν ΰπογραφήν Άλ. Γεωργούδη, Μεχμέτ Γιάννη, Χασάν Χαραλάμπη, κ.λπ., ήτοι τέκνα γονέων φερόντων. Χριστιανικά ονόματα, οριστικώς καί άμεταθέτως ήσπάσθησαν τόν ίσλαμισμόν καί διακηρύττουσι σήμερον ότι «τά χαρούπια μας έν νά τά πουλήσωμενεις το μιλέττιν μας — είς τούς Μωαμεθανούς. «Οί εύπορώτεροι Μωαμεθανοί Λεύκας προθύμως προσλαμβάνουσιν μικρά τέκνα Λινοβαμβάκων καί συντηροϋσιν αυτά πέμποντες είς Μωαμεθανικά σχολεία καί έκτουρκίζοντες οΰτω αύτά. 4-5 υπότροφοι Τήλλυροι Λινοβάμβακοι φοιτώσιν είς τά έν Λευκωσία ανώτερα τουρκικά σχολεία, οΐτινες άποφοιτώντες εκείθεν μετά τινά έτη υποχρεωτικώς θά έπανέλθωσιν είς Τηλλυρίαν πρός σύντονον καί φανατικήν ένέργειαν έκτουρκισμοϋ…».

Τελικά κατάφεραν νά αναπτυχθεί τόσος φανατισμός ανάμεσα στόν ‘Οθωμανικό πληθυσμό, ώστε νά ασκείται μιά φοβερή τρομοκρατία σέ βάρος τών ύπολοίπων πού τούς εμπόδισε νά φανερωθούν δημόσια ώς Χριστιανοί. Πολλές φορές διεπράχθησαν καί φοβερά καί ανήκουστα εγκλήματα, τά όποια συνετέλεσαν στή συσπείρωσή τους γύρω άπό τήν ιδεολογία τοϋ τουρκισμοϋ. Άπό τίς πολυάριθμες άναφορές πού γίνονται στίς εφημερίδες της εποχής άναφέρομε χαρακτηριστικά ενα περιστατικό, πού καταγράφεται στήν εφημερίδα «’Αλήθεια» στίς 3/15.11.1884, σχετικά μέ τήν προσαγωγή σέ δίκη κάποιου Όθωμανοϋ καί τήν καταδίκη του: «’Επί φάνω ό έκ Λεμεσού ‘Οθωμανός Χασάν ‘Ισμαήλ καμηληλάτης, ό φονεύσας πρό 3 μηνών όμόφυλον του, διά τόν άπλοΰν λόγον ότι έχαιρέτησε αυτόν ‘Ελληνιστί, κατεδικάσθη είς θάνατον», καθώς καί μιά δολοφονική απόπειρα στό χωριό Γαληνή πού, όπως γράφει ή «Ελευθερία» στις 31/13.6.1908 κάτω από τόν τίτλο: «Τέσσαρες εναντίον ενός διότι έγινεν Χριστιανός»:

«Τό παρελθόν Σάββατον ένώ ό Κυριάκος Βραχίμης είργάζετο εν τοις άγροΐς μετά της συζύγου του, υπέστη αϊφνιδίαν έπίθεσιν έκ μέρους τεσσάρων ‘Οθωμανών εκ Λεύκας. Ό Κυριάκος ούτος ών προηγουμένως ‘Οθωμανός, ήσπάσθη την Χριστιανικήν θρησκείαν συζευχθείς ‘Ελληνίδα έκ τοϋ χωρίου Γαληνής. Τό γεγονός τοϋτο μεταχειρισθέντες ώς άφορμήν οί έν λόγω ‘Οθωμανοί, τινές δέ τούτων καί έχοντες προηγούμενος αιτιάσεις έναντίον συγγενών της γυναίκας τοϋ Κυριάκου έπετέθησαν κατ’ αύτοϋ καί τόν έκακοποίησαν έν πλήρει ημέρα…».

Παρ’ όλα αύτά πολλά Κρυπτοχριστιανικά χωριά, μέ πιό χαρακτηριστικό παράδειγμα τούς Λινοβάμβακους τοΰ μικτοϋ χωριοϋ Κοιλάνι αρνιούνταν νά έκτουρκισθοϋν καί δεν ήθελαν μέ κανένα τρόπο νά υιοθετήσουν τόν ισλαμικό -τουρκικό πολιτισμό7. Δυστυχώς όμως οί Νεότουρκοι τοϋ νησιοΰ μέ τή βοήθεια τών “Αγγλων αποικιοκρατών κατάφεραν νά δημιουργήσουν μιά ισχυρή τουρκική μειονότητα, ή όποία αντιπαρατάχθηκε στά αιτήματα τών Ελλήνων κατοίκων γιά εθνική δικαίωση καί ενσωμάτωση στό ελληνικό κράτος.

Μετά άπό όσα έχουν παρατεθεί, αποτελεί πραγματικά ιδιαίτερη έκπληξη πού άναδιφώντας τόν Κυπριακό τύπο τοϋ περασμένου αιώνα καί τών άρχών τοϋ αιώνα μας, διαπιστώνει κανείς τή δημόσια επίδειξη σεβασμού πρός τίς άξιες καί τόν πολιτισμό τών Ελλήνων άπό μέρους τών ‘Οθωμανών κατοίκων τοϋ νησιοϋ μας. Ένας σεβασμός πού εκδηλωνόταν ειδικά έναντι τών ιερών καί τών όσιων της Χριστιανικής πίστης καί πού μερικές φορές έφτανε καί μέχρι τήν άνάληψη πρωτοβουλιών άπό μέρους τών ιδίων τών Κρυπτοχριστιανών γιά νά άνεγερθοϋν έκκλησίες καί παρεκκλήσια. Άπό τίς πιό χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι ή ανέγερση της έκκλησίας της ‘Αγίας Θέκλας στήν περιοχή της τουρκογειτονιας στή Λεμεσό. Γράφει ή εφημερίδα «Σάλπιγξ» στις 4.7.1892 κάτω άπό τόν τίτλο «Ευγενή αισθήματα ‘Οθωμανών» τά άκόλουθα:

« Ό Άλης Χατζηχασάν καί οι λοιποί υιοί καί θυγατέρες τοϋ πρό τίνων αποβιώσαντος γνωστού έπί φιλανθρωπικοϊς αϊσθήμασι συμπολίτου ήμών Χατζηχασάν, έδήλωσαν τά εύγενή των αισθήματα διά της έξης πράξεως. ‘Εντός γηπέδου αυτών υπήρχε φρέαρ δπερ έλεγε το ώς άγιασμα της Άγιας Θέκλης. Ώς δέ έδιηγήθησαν ήμϊν ό πατήρ των κατόπιν έπανειλημμένου οράματος τινός άνήρτησεν κανδήλαν ήν διετήρει άσβεστον, άποθνήσκων δ’ έσύστησεν τήν διατήρησιν αυτής. ‘Αλλά τά τέκνα πρός τρανοτέραν δήλωσιν τών αγαθών αισθημάτων των, τή είσηγήσει τοΰ επέχοντος θέσιν πατρός μεγαλυτέρου υίοϋ Άλή άποφασίσαντες την άνέγερσιν οικιών έν τω γηπέδω άπεφάσισαν καί τήν άνέγερσιν μικράς έκκλησίας έπ ‘ονόματι τής Άγίας θέκλης ήν καί άπετελείωσαν ήδη παραδόντες τάς κλεΐς αυτής εις τόν ιερέα τής γειτνιαζούσης ‘Εκκλησίας Άγιου ‘Αντωνίου. Τοιαΰτα εύγενή αισθήματα τιμώσι λίαν τούς συμπολίτης ήμών ‘Οθωμανούς τούτους, είναι δέ άξια δημοσίου έπαίνου».

Παρόμοιες άναφορές γιά τήν άνέγερση τής έκκλησίας τής ‘Αγίας Θέκλας γίνονται καί στίς έφημερίδες «’Αλήθεια» (9/21.7.1892) καί «Ένωσις» (11/23.7.1892). Ή ενέργεια αυτή τών παιδιών τοϋ Χατζηχασάν άποτελεϊ άπό μόνη της μιά σοβαρή ένδειξη γιά τήν κρυπτοχριστιανική τους ιδιότητα πού εκδηλώθηκε άλλωστε μέ τόσο χαρακτηριστικό τρόπο. Στήν έκκλησία αύτή εύρισκαν καταφύγιο γιά νά προσευχηθούν καί νά βροϋν παρηγοριά γιά χρόνια πολλά οί Κρυπτοχριστιανοί τής Λεμεσοϋ καί ειδικά οί γυναίκες πού προσέρχονταν γιά νά άνάψουν τίς καν-δήλες καί νά δοξάσουν τόν Θεό πού είχαν στήν καρδιά τους. Ή έκκλησία ήταν βέβαια προσιτή καί στούς Χριστιανούς κατοίκους τής πόλης. ‘Αργότερα όμως, όταν οξύνθηκαν τά πάθη καί ξέσπασαν οί διακοινοτικές ταραχές, ή προσέλευση τους στήν έκκλησία αύτή έγινε σχεδόν άδύνατη. Μόνο μετά τά τραγικά γεγονότα τοϋ 1974 καί τήν εγκατάλειψη τής πόλης άπό τούς ‘Οθωμανούς κατοίκους της πού έγκαταστάθηκαν στήν κατεχόμενη άπό τά τουρκικά στρατεύματα περιοχή, μπόρεσαν οί ‘Έλληνες κάτοικοι νά τήν έπισκέπτονται έλεύθερα.

‘Αναφέρονται καί άλλα παραδείγματα άνέγερσης εκκλησιών άπό Κρυπτο-χριστιανούς, όπως στήν περιοχή Τηλ-λυρίας όπου ό Λινοβάμβακος Μασούρας έκτισε εκκλησία αφιερωμένη στόν “Αγιο Θεόδωρο στό ομώνυμο χωριό στό όποΐο κατοικούσαν αποκλειστικά ‘Οθωμανοί. Όταν μάλιστα έπετιμήθηκε γιά τήν πράξη του αυτή άπό τό Χότζα της Λεύκας, δικαιολογήθηκε λέγοντας πώς είχε ιδρύσει ναό γιά τόν Θεό καί δέν εύρισκε τίποτα τό άξιοκατάκριτο στήν ένέργειά του αυτή. Πρέπει νά άναφερθεΐ άκόμη ότι πολλά άπό τά χωριά πού κατοικούσαν οί Λινοβαμβακικοί αυτοί πληθυσμοί τού νησιού μας είχαν ονόματα ‘Αγίων8, όπως στήν επαρχία Λευκωσίας, τό Άγιο Γεωργούδι, ό “Αγιος Θεόδωρος, ό “Αγιος ‘Ιωάννης (Σελέμανοι), ό “Αγιος Σωζόμενος, ό “Αγιος Έπιφάνειος, οί “Αγιοι Ήλιόφωτοι, στήν επαρχία Λεμεσού ό Άγιος Μερ-κούριος, ό Άγιος ‘Ιωάννης, ό Άγιος Νικόλαος, ό Άγιος Γεώργιος καί στήν επαρχία ‘Αμμοχώστου ό Άγιος Χαρίτων, ό Άγιος Ανδρόνικος, ό Άγιος Εύ-στάθιος, ό Άγιος ‘Ιάκωβος καί ό Άγιος Συμεών. Σέ όλα ύπήρχαν εκκλησίες ή ξωκκλήσια, ερειπωμένα ή σέ καλή κατάσταση, στά όποια τελούσαν μέ μυστικότητα τή θεία λειτουργία καί συμμετείχαν στά μυστήρια της εκκλησίας μας.

Οί εφημερίδες της εποχής αναφέρουν άκόμη καί πολλές εκπληρώσεις ταμάτων ή χορηγήσεις δωρεών διαφόρων ‘Οθωμανών κατοίκων πρός ναούς ή μοναστήρια τού τόπου. Στίς άναφορές αυτές πάντα σημειώνονται ώς ‘Οθωμανοί καί όχι ώς Τούρκοι, γιατί προφανέστατα οί συντάκτες των κειμένων αυτών είχαν συνείδηση της καταγωγής των ανθρώπων αυτών. Μιά τέτοια χορηγία άναφέρουμε χαρακτηριστικά, όπως καταγράφεται στήν εφημερίδα «Αλήθεια» στίς 5.12.1919 στή στήλη «κοινωνική κίνησις»:

«Μετά τήν προ τίνων έπιτυχή καθέλκυσιν τον πλοίου του, ό παρ’ ήμϊν ‘Οθωμανός εφοπλιστής κ. ‘Αχμέτ Όσμαντζήκ έδώρησεν εις τήν Ιερά ν Μονήν Τροοδιτίσσης, άπό τά δάση της όποιας έναυπηγήθη τό ωραίο πλοϊον του λίρες 5».

Τελικά όμως ή αυξανόμενη πίεση καί ή συστηματική προσπάθεια πού εγινε μέ πρωτοβουλία τών ισχυρών παραγόντων τής τουρκοκυπριακής μειονότητας είχε ώς άποτέλεσμα νά άφομοιωθεί ό Λινοβαμβακικός πληθυσμός τής Κύπρου καί νά εκτουρκισθεί στό μεγαλύτερο του μέρος. Λιγοστές είναι οί σημερινές άναφορές οί σχετικές μέ τήν ύπαρξη Λινοβαμβάκων καί αυτών σέ μεγάλη ήλικία. Ό σεβασμός όμως τών ιερών καί τών οσίων τής ‘Ορθόδοξης μας πίστης καί ειδικά ή εκτίμηση καί ή άγάπη πού ένα μεγάλο μέρος τών σημερινών Τουρκοκυπρίων επιδεικνύει πρός τήν Παναγία εξακολουθεί νά παρουσιάζεται καί στίς μέρες μας άκόμη καί στήν καθημερινή τους ζωή. ‘Ένας σεβασμός πού είναι άποτέλεσμα τής ελληνικής καταγωγής τών προγόνων τους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.            Θεόδωρου Παπαδόπουλου: «Πρόσφατοι εξισλαμισμοί άγροτικοϋ πληθυσμού έν Κύπρω», Κυπριακαί Σπουδαί, Τόμος ΚΘ”, Λευκωσία 1965, σελ. 27-48.

2.            Παρασκευα Σαμάρα: «Ό Κριμαϊκός πόλεμος του 1853-56 καί ό Λινοβαμβακισμός στήν Κύπρο, Πρακτικά τοΰ Δευτέρου Διεθνούς Κυπριολογικοϋ Συμποσίου, Τόμος Γ’, Λευκωσία 1987, σελ. 143-168.

3.            Μενέλαου Ν. Χριστοδούλου: «Περί τών Λινοβαμβάκων», Συμπόσιον Λαογραφίας, Λευκωσία 1972. σελ. 105-115.

4.            Κυριάκου Χατζηϊωάννου: «Ήκαταγωγή τών Τουρκοκυπρίων καί τό Κυπριακό», Λευκωσία 1976.

5.            Παρασκευα Σαμάρα: «Ή ‘Ελληνική καταγωγή τών Τουρκοκυπρίων», ‘Αθήνα 1987.

6.            Costas P. Kyrris: “Peaceful co-existence in Cyprus under British rule (1878-1959) and after independence: an outline”, Nicosia 1977, p. 9-13.

7.            Κ.Π. Κύρρης: «Μουσουλμανικά καί ‘Ελληνικά σχολεία στήν Κύπρο (1870-1905)», ‘Επετηρίδα Κέντρου Μελετών Ίερας Μονής Κύκκου, Λευκωο.Λ 1990, σελ. 239-272.

8.            Βάσου Χριστοδούλου: «Λινοβάμβακοι», Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 9ος, Λευκωσία 1988, σελ. 177-182.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.