Ο εξισλαμισμός αποτέλεσε το σημαντικότερο εμπόδιο στην απελευθέρωση των αιχμαλώτων της Εξόδου. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του νεαρού Πάνου Γαλανού, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε κατά την Έξοδο.
Μανόλης Γ. Βαρδής – 08/04/2026
Παιδί ακόμα, όταν έφτασε πλέον στην Αίγυπτο, δόθηκε από τον Ιμπραήμ στον γιο του, Σαΐντ μπέη, για να τον συντροφεύει. Τα δύο παιδιά φαίνεται να είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Ο νεαρός Οθωμανός, μάλιστα, κάποια χρόνια αργότερα, το 1832, θα μεσολαβήσει στον γενικό πρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια, Μιχαήλ Τοσίτσα, με σκοπό να φροντίσει για την απελευθέρωση του μικρότερου αδελφού του καλού του φίλου, ο οποίος είχε πλέον εξισλαμισθεί και είχε λάβει το όνομα Ζουλφικάρ. Έτσι, ο Σπυρίδων Κ. Γαλανός, ο οποίος βρισκόταν αιχμάλωτος αιχμάλωτος στην Πρεμετή της Αλβανίας, θα εξαγοραστεί με έξοδα του Μ. Τοσίτσα και θα απελευθερωθεί. Στη συνέχεια, ο Ζουλφικάρ εφέντης, ο οποίος είχε αρχίσει να ανέρχεται στην ιεραρχία της Αιγύπτου, κάλεσε τον αδελφό και τη μητέρα του Ελένη στην Αλεξάνδρεια, με σκοπό να τους εξασφαλίσει μια άνετη ζωή και να φροντίσει για τη μόρφωση του αδελφού του. Η ακατανόητη, για τους συγγενείς της Ελένης, αποδοχή της πρόσκλησης οφειλόταν αφενός στην πρόθεσή της να εξασφαλίσει τα απαραίτητα προς το ζην και αφετέρου στην πεποίθηση της ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να πείσει τον μεγάλο γιο της να επιστρέψει στην Ελλάδα. Με την άφιξη τους, ο Σαΐντ μπέης τούς παρείχε κατοικία και κάθε δυνατό μέσο για τη συντήρησή τους. Ο Σπυρίδων ξεκίνησε να φοιτά σε σχολείο της Αλεξάνδρειας όπου διδάσκονταν ελληνικά, γαλλικά και αγγλικά. Παρά τις προσπάθειες των συγγενών τους από την Ελλάδα, οι προοπτικές μόρφωσης του Σπυρίδωνα και ανέλιξης του Ζουλφικάρ οδήγησαν τη μητέρα τους στην απόφαση να παραμείνει στην Αίγυπτο μέχρι ο μικρός της γιος να ολοκληρώσει ένα αξίωμα που θα του παρείχε την οικονομική δυνατότητα να συντηρήσει ο ίδιος άνετα την οικογένεια του.
Είναι άγνωστο εάν τελικά η Ελένη επέστρεψε στην πατρίδα της, ωστόσο ο Σπυρίδων παρέμεινε στην Αλεξάνδρεια μέχρι το τέλος της ζωής του, όπως μας πληροφορεί η αναγγελία του θανάτου του στην εφημερίδα «Ημερησία Νέα» της Αλεξάνδρειας, με ημερομηνία 7/19 Νοεμβρίου 1879: «Μετά λύπης αναγγέλλομεν τον θάνατον του αξιολόγου συμπολίτου μας Σπ. Γαλανού, αδελφού του διοικητού της πόλεως μας Ζουλφικάρ πασσά. Η κηδεία αυτού εγένετο χθες μετά μεσημβρίαν μεγαλοπρεπώς, παρηκολούθησαν δ’ αυτήν οι εν τέλει υπάλληλοι της Αιγυπτιακής κυβερνήσεως και η εκλεκτή κοινωνία της πόλεως μας. Ο μακαρίτης, καταγόμενος εκ του ηρωϊκού Μεσολογγίου και από πολλών ετών εγκατασταθείς εν Αιγύπτω , ετιμάτο παρ’ απάσης της ενταύθα κοινωνίας εν η διέπρεψεν ως χρηστός πολίτης και καλός οικογενειάρχης».
Ο έτερος αδελφός, ο Ζουλφικάρ, έλαβε υψηλή μόρφωση και ανελίχθηκε σε αξιώματα, αναλαμβάνοντας μάλιστα σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Αίγυπτο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι διορίστηκε πρόεδρος του Εφετείου το 1876 και υπουργός των Εξωτερικών το 1888. Ο ίδιος όμως ποτέ δεν αποκόπηκε συναισθηματικά από την πατρίδα του και, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Τύπος εκείνης της εποχής , «διέσωσε τρυφεράς τινας αναπολήσεις και την προφοράν αυτού ως προς την ελληνικήν γλώσσαν, ήτις είναι προφορά γνησίου Ρουμελιώτου». Λίγα χρόνια αργότερα, το 1864, η εφημερίδα «Το Μέλλον» αναδημοσιεύει από τα «Ελληνικά Χρονικά» πληροφορίες για την πρόθεση του Ζουλφικάρ να «ανορύξη τον λιμένα της πόλεως του Μεσολογγίου», ζητώντας πληροφορίες για την απαιτούμενη δαπάνη «και άνδρας τιμίους εις τους οποίους να εμπιστευθή την διαχείρισιν του σπουδαίου και δαπανηρού τούτου έργου». Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπέργηρος πλέον, ζει σε μια έπαυλη στην Γκίζα, λίγο έξω από το Κάιρο. Εκεί θα τον συναντήσει η Ελένη Δαρδανίδου, η αδελφή της οποίας είχε παντρευτεί τον κηπουρό της πολυτελούς αυτής κατοικίας. Σύντομα, αφού κέρδισε τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του, εκείνος της εξιστόρησε τη ζωή του στα ελληνικά και στη συνέχεια της αποκάλυψε ένα μυστικό. Τη συνόδευσε στο υπόγειο, όπου βρισκόταν ένα μικρό δωμάτιο εν είδει κρύπτης. Εκεί, ήταν κρεμασμένες πολλές θρησκευτικές εικόνες και αναμμένα καντήλια, γεγονός που φανέρωνε πως ο ίδιος, παρά τον εξισλαμισμό του, είχε διατηρήσει την αρχική του πίστη
πηγή: Ρ. Κατσιμάρδου, «Πρόσφυγες και αιχμάλωτοι». Η Έξοδος του Μεσολογγίου. 200 χρόνια. Η Καθημερινή.






