Τούρκοι στην υπηρεσία της ναζιστικής Γερμανίας

Ο Χίμλερ, ο αρχηγός των Waffen SS, θεωρούσε ότι η μιλιταριστική θρησκεία του Ισλάμ προσιδίαζε καλύτερα από τον «μαλθακό και νωθρό» χριστιανι­σμό στα ιδεώδη της λειτουργίας του κομματικού μηχανισμού του Γ’ Ράιχ. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: «Με θέλγει ο μυστικισμός αλλά και η αρρενωπότητα της θρησκεία αυτής που βασίζεται στις αρχές των SS της τυφλής υπακοής και υποταγής στις οδηγίες των ηγετών, της προθυμίας για αυτοθυσία αλλά και απαλλαγμένης από τη βδελυρή συμπόνια για τους αντιπάλους…».

Σπυρίδων Πλακούδας – περιοδικό Στρατοί και Τακτικές, τ. 2, Μάιος 2010 – ΕΝΤΑΞΙΣ

Ο Χίμλερ αμφισβήτησε το αξίωμα του Φύρερ περί αμιγούς Αρείας Φυλής ως αποκλειστικών γενετικών διαπι­στευτηρίων για την έγκριση της υποβληθείσας αίτησης για κατάταξη στα Waffen SS. Επίσης, λόγοι πολεμικής πρα­κτικής υπαγόρευαν στον Χίμλερ την υπαγωγή άλλων λαών στις διαταγές των Γερμανών διοι­κητών. Η οδοποιία και η ζεύξη γεφυρών ανή­καν στις αρμοδιότητες του Μηχανικού της Wehrmacht, το οποίο όμως υποχρεούνταν να παρίσταται και στην πρώτη γραμμή του μετώπου υπηρετώντας τις ανάγκες της δημιουργίας χαρακωμάτων ή διόρθω­σης των ζημιών άλλων οχυρώσεων. Το επαρχιακό σιδηροδρομικό δίκτυο, υπο­τυπώδες και αποδιοργανωμένο λόγω των άπειρων προ­σβολών του από Ρώσους ένοπλους αντάρτες πρόβαλλε την ανάγκη δημιουργίας νέων συγκοινωνιακών κόμ­βων. Ο τομέας των Εξωτερικών Υποθέσεων των Ανατο­λικών Στρατιών του τμήματος Κατασκοπείας του Γενι­κού Επιτελείου Στρατού, με την προσωνυμία «Fremde Heere Ost», αποτελούσε τον μυστικό πάτρωνα του σχη­ματισμού εθελοντικών σωμάτων στην Ανατολή από αιχ­μάλωτους εχθρούς που συλλαμβάνονταν στο μέτωπο.

Η ιδέα τύγχανε της πλήρους επιδοκιμασίας από το Τμήμα Προπαγάνδας της Ανώτατης Διοίκησης, το Wehrmacht, Propaganda IV (WPrIV), του οποίου η αρ­μοδιότητα ήταν η προπαγάνδα στο Ανατολικό Μέτωπο και περιλάμβανε υπό τον έλεγχό του ειδικά στρατόπεδα για αιχμαλώτους πολέμου οι οποίοι εκπαιδεύονταν για τη διενέργεια ενεργούς προπαγάνδας στα πλαίσια της διεκπεραίωσης του ψυχολογικού πολέμου εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Το φθινόπωρο του 1941, λαμβάνοντας οι ίδιοι την πρωτοβουλία, οι Γερμανοί στρατηγοί οργάνωσαν βοη­θητικά σώματα διαφόρων υπηρεσιών, απαρτιζόμενα από Σοβιετικούς αυτομόλους, αιχμαλώτους πολέμου αλλά και αυτόβουλους εθελοντές από τους όμορους του με­τώπου πληθυσμούς, βραχυκυκλώνοντας την προπα­γάνδα των Σοβιετικών περί «έσχατης μάχης υπέρ πίστεως και πατρίδος». Τα τμήματα αυτά ονομάζονταν Hilfswillige ή Hiwi, τελούσαν υπό γερμανική διοίκηση και οι άνδρες τους προσλήφθηκαν ως οδηγοί οχημά­των, φύλακες αποθηκών όπλων και πυρομαχικών, φρουροί σε αμυντικούς θύλακες καθώς και διοικητές μικρών οχυρώσεων. Το πείραμα απέδωσε καρπούς· μά­λιστα, ξεπέρασε κάθε προσδοκία! Την άνοιξη του 1942 είχαν τεθεί σε υπηρεσία 200.000 ένοπλοι ή άοπλοι άν­δρες σε διάφορα τμήματα στα μετόπισθεν του Γερμανι­κού Στρατού και υποβάλλονταν σε έργα διάνοιξης δρό­μων, επιδιόρθωσης των ζημιών του σιδηροδρομικού δι­κτύου στις ζώνες του πολέμου αλλά και εφοδιασμού των μονάδων της Wehrmacht.

Οι Σοβιετικοί τουρκικής καταγωγής κατατάχθηκαν κατά χιλιάδες στις τάξεις του Γερμανικού Στρατού για να πολεμήσουν ως εθελοντές.

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1941, ένα απολύτως απόρρη­το υπόμνημα προέβλεπε ότι η Ανώτατη Διοίκηση ήταν υποχρεωμένη στα πλαίσια ενός απαιτητικού χρονοδια­γράμματος, να δημιουργήσει δύο μουσουλμανικές μο­νάδες: την Tourkestanisch Legion (Λεγεώνα του Τουρ­κεστάν), που θα συγκροτείτο από μουσουλμάνους εθε­λοντές από την Κεντρική Ασία, όπως Τουρκομάνους, Ουζμπέκους, Κοζάκους, Κιργίσιους, Καραλπάκους και Τζατζίκους και Ουιγούρων εθελοντών, και την Kaukasisch-Mohammedan Legion (Λεγεώνα των Καυ­κάσιων μουσουλμάνων) από μουσουλμάνους Καυκάσι­ους εθελοντές όπως Αζέρους, Νταγκεστάνους, Ινγκουσέτιους, Τσετσένους και Λαζούς. (Ακόμα προ βλεπόταν η ίδρυση μιας Αρμενιακής και Γεωργιανής Λεγεώνας).

Τέλος, μια ξεχωριστή μονάδα περιλάμβανε μουσουλ­μάνους Τατάρους, η Wolgatatarische Legion (Λεγεώνα των Τατάρων του Βόλγα), ιδρύθηκε στην Πολωνία τον Ιανουάριο του 1942. Οι λόγοι που οδήγησαν τους λαούς της Σοβιετικής Ρωσίας που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ στη μεταστροφή τους προς την αγκαλιά των Ναζί πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορία και την ιδιοσυγκρασία των πληθυσμών αυτών που, αν και μακριά από το θέατρο του πολέμου, προσέτρεξαν στο κάλεσμα του Γ’ Ράιχ και υπάκουσαν πρόθυμα τα κελεύσματα των Γερμανών.

Οι Μουσουλμάνοι είχαν θρέψει απέχθεια για τον τσα­ρισμό, του οποίου η μεταχείριση απέναντι στις μειονό­τητες συνοψιζόταν στο τρίπτυχο «Ορθοδοξία, Δεσποτισμός, Πανσλαβισμός» κι επομένως ήταν λογικό να θί­γονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των λα­ών αυτών.

Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι μουσουλμανικοί λαοί της τσαρικής Ρωσίας επωφελήθηκαν από την αποδυνάμωση της τσαρικής εξουσίας για να αποτινάξουν τον ρωσικό ζυγό που τους είχε επιβληθεί μόλις πρόσφατα. Στον Καύκασο, μια πανισλαμιστική στρατιά, αποτελούμενη από Αζέρους, Τούρκους και άλλους Καυκάσιους μουσουλμάνους, λειτούργησαν ως επικουρία του προελαύνοντος στο μέτωπο του Καυκάσου Τουρκικού Στρα­τού, του οποίου ηγούνταν ο Νούρι Πάσα, γνωστός από τις ιδέες του για τον παντουρανισμό. Πολλές χριστιανι­κές πόλεις αλώθηκαν και αποδόθηκαν σε μουσουλμά­νους ηγεμόνες ή αποκλείσθηκαν μέχρι να παραδοθούν από λιμοκτονία.

Αναλόγως, στην Κεντρική Ρωσία η διάβρωση της τσα­ρικής Ρωσίας ευνόησε τη δημιουργία ισλαμικών εμιρά­των. Στην Κόκχαντ ανακυρήχθηκε μια ανεξάρτητη κυ­βέρνηση του Τουρκεστάν, ενώ παράλληλα οι εμίρηδες της Μπουχάρας και της Κχίβα επιβεβαίωσαν την ανε­ξαρτησία τους, το Καζακστάν αποκήρυξε τους δεσμούς του με τη Ρωσία και αναγόρευσε δική του προσωρινή διοίκηση, με το πρόσχημα της διασφάλισης της τάξης μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου.

Η άνοδος των Μπολσεβίκων αναπτέρωσε τις ελπίδες των λαών αυτών για οριστική χειραφέτηση από τη Ρω­σία όμως, οι Μπολσεβίκοι, μετά τον επονείδιστο ακρω­τηριασμό της Ρωσίας στα δυτικά της σύνορα με την υπο­γραφή της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, ήταν απο­φασισμένοι να χειραγωγήσουν όλους τους απελεύθερους μουσουλμανικούς λαούς. Μετά τις πρώτες φιλελεύθερες διακηρύξεις για ισοπολιτεία και ανεξιθρησκία, διαπραγ­ματευτικό εργαλείο για την αίσια έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου, οι Μπολσεβίκοι προχώρησαν στην ανάκτηση των χαμένων εδαφών και την ανατροπή των θυλάκων α­ντίστασης, μη σεβόμενοι τις υποσχέσεις τους για θρη­σκευτική ανοχή ή πολιτική αυτονομία. Οι Μουσουλμά­νοι αποκαλούσαν τους Μπολσεβίκους «κομμουνιστές με τσαρικό προσωπείο» λόγω της μισαλλοδοξίας τους.

Οι Μουσουλμάνοι, εξαιτίας της καταπάτησης των πο­λιτικών και θρησκευτικών τους δικαιωμάτων και ελευ­θεριών που απέρρεε από τις αθεϊστικές αντιλήψεις τους, και του φάσματος της λιμοκτονίας από την αναγκαστι­κή κολεκτιβοποίηση, επαναστάτησαν για να διεκδικήσουν την αναγνώριση ενός καθεστώτος αυτονομίας. Η έμφαση στη βαριά βιομηχανία περιθωριοποίησε τις πα­ραδοσιακές αγροτικές ή κτηνοτροφικές τους ασχολίες, απειλώντας με εξαφάνιση τα πατροπαράδοτα ήθη και έ­θιμά τους.

Εξεγέρσεις σημειώθηκαν σε όλη την επικράτεια της μπολσεβίκικης Ρωσίας, ειδικότερα όμως στο Καζακστάν, το Κιργιστάν και στον Καύκασο. Το εγχείρημά τους απέβη άκαρπο και η προσπάθεια για την ολοκλήρωση του αλυτρωτικού οράματος τους επέστρεψε στην ύφεση και στο τέλμα, που οι υπηρεσίες της Σοβιετικής Ένωσης φρόντισαν να τηρήσουν. Οι εκτοπίσεις, η κολεκτιβοποί­ηση και ο εποικισμός αποτέλεσαν μέτρα αργού θανάτου για τους μουσουλμανικούς λαούς του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας που μετατρέπονταν σε μειονότητα στην ίδια τους τη πατρίδα. Εξέχον παράδειγμα αποτελεί το Καζακστάν, όπου μέχρι το 1970 οι Ρώσοι υπερέβαιναν τους Καζάκους! Η ναζιστική πατρωνία των αλυτρωτικών οραμάτων των Μουσουλμάνων αποτελούσε μέρος των πλάνων του Χίτλερ να παρασύρει την Τουρκία στην πο­λεμική σύρραξη, και ειδικότερα στο μέτωπο του Καυκά­σου, στο πλευρό της Γερμανίας – άλλωστε, η Τουρκία είχε κτίσει τον μεγαλοϊδεατισμό της πάνω στα θεμέλια που ίδρυσαν οι παντουρανικές και πανισλαμικές ιδεοληψίες της ελίτ των Νεοτούρκων. Εξάλλου, οι μουσουλμάνοι Ναζί υποτίθετο ότι θα προσέδεναν όλη τη Μέση Ανατολή στο πολεμικό άρμα της Γερμανίας, μιας και η σύμπραξή τους ήταν αναγκαία για να καταβληθεί το «Σοβιετικό τε­ρατούργημα που είχε καταλύσει τις ηγεμονίες των πι­στών του προφήτη Μωάμεθ». Άλλωστε, ο Χίτλερ εκμυστηρεύτηκε κάποτε στον στρατηγό Φον Μποκ την ά­ποψή του πως μόνον οι Μουσουλμάνοι είναι δυνατόν να θεωρηθούν αξιόπιστοι σύμμαχοι, λόγω της φυσικής δουλοπρέπειας που αποπνέουν οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Χίτλερ προσκάλεσε στο Ράιχσταγκ τον πνευματικό ηγέτη των σουνιτών μουσουλμάνων και πρωτομάστορα του πανισλαμιστικού ρεύματος, μουφτή της Ιερουσαλήμ Αμίν αλ Χουσεϊνί. Ο πνευματικός αυτός ποιμένας του Ισλάμ (γνωστός για το αντιβρετανικό του μένος), σε ομιλία του στο Ράιχσταγκ υπογράμμισε πως «…μόλις ο Χίτλερ ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης στη Γερμανία, μια νέα ανατολή λούζει με το φως την Ανατολή, σηματοδοτώντας την ανάδυση μιας νέας Ιερουσαλήμ, ένα μείγμα των αδελφών θρησκειών του Ισλάμ και του Ναζισμού».

Μάλιστα, ένας θρύλος πλάστηκε γύρω από την προέλευση των Γερμανών και των μουσουλμα­νικών λαών της Κεντρικής Ασίας, σύμφωνα με τον ο­ποίο οι μυθικοί γενάρχες τους ήταν αδέλφια που ζούσαν στα Ουράλια και αργότερα οι απόγονοί τους αποφάσισαν να μοιράσουν την υφήλιο μεταξύ τους: οι Άρειες φυλές μετανάστευσαν προς την Ευρώπη και οι Αλταϊκές φυλές μετακινήθηκαν στην Κεντρική Ασία. Η Επανάσταση στο Ιράκ, η οποία κατεστάλη με βάναυσο τρόπο από τους Βρετανούς, αποτέλεσε προανάκρουσμα των σει­σμικών δονήσεων της ρητορικής περί εκδίωξης των Γαλλο-Βρετανών που κήρυτταν με ζέση από άμβωνος οι μουσουλμάνοι ιερωμένοι.

Η Μέση Ανατολή, με νωπές τις μνήμες από το αποι­κιακό παρελθόν, ήταν πιθανόν να συμπλεύσει με τον Χίτλερ στην πολεμική σύρραξη εναντίων των Σοβιετι­κών και των Βρετανών, που άλλωστε δεν μοιράζονταν τον ίδιο σεβασμό για το μιλιταριστικό Ισλάμ. Επομένως, ο Χίτλερ θα αποκτούσε πρόσβαση στα πετρελαϊκά απο­θέματα για να ισοσκελίσει τον αποκλεισμό των Αγγλο-Αμερικανών, ο οποίος είχε τυλίξει απειλητικά το βρόχο γύρω από την οικονομία της Γερμανίας.

Άλλωστε, η Συρία, υπό γαλλική κηδεμονία της δωσί­λογης στους Γερμανούς κατακτητές κυβέρνησης του Βι- σύ, ασκούσε ως μαγνητικός πόλος μια θέλξη στις φρά­ξιες του Ισλάμ στη Μέση Ανατολή. Οι ουλεμάδες και οι ιμάμηδες συνεχώς οιστρηλατούσαν λόγω των πολεμι­κών θριάμβων των Γερμανών «για τον επερχόμενο όλε­θρο των Σιωνιστών» και παρότρυναν την ανάληψη αγώ­να από τους Μουσουλμάνους. Η Μέση Ανατολή αποτε­λούσε δυνητική γεωστρατηγική ζώνη για την προμήθεια του Γ’ Ράιχ σε πετρέλαιο και άλλα ορυκτά μεταλλεύματα που αποτελούσαν τις πρώτες ύλες της πολεμικής βιομη­χανίας της Γερμανίας. Επίσης, οι σιδηρόδρομοι της πρώ­ην οθωμανικής αυτοκρατορίας, που ανήκαν στους υπό γαλλο-βρετανική κηδεμονία Άραβες, αποτελούσαν μια τεχνολογική και συγκοινωνιακή παρακαταθήκη των Γερ­μανών στη Μέση Ανατολή που οι πρώην ιδιοκτήτες τους ήθελαν να οικειοποιηθούν.

Ο Φύρερ ακολουθούσε μια πολιτική εξόντωσης των Ε­βραίων, των φυσικών εχθρών των Μουσουλμάνων, υ­λοποιώντας τις επιδιώξεις των Αράβων για κατοχύρωση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων στην Παλαιστίνη, ό­που η βρετανική εντολή -που ευνοούσε τους Ισραηλίτες στο πλαίσιο της Διακήρυξης του Μπάλφουρ το 1917- προκαλούσε δυσφορία στους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Μάλιστα, ο ίδιος ο μουφτής της Ιερουσαλήμ περιόδευσε στο μέτωπο για να ενισχύσει το μαχητικό φρόνημα των ομόθρησκών του και να εξάρει τον θρησκευτικό τους φανατισμό, χαιρετώντας μάλιστα με ναζιστική χει­ρονομία τις οργανωμένες μονάδες Μουσουλμάνων.

Ο Σοβιετικός πρεσβευτής στην Ουάσιγκτον, σε μια διορατική δήλωσή του πριν από την έναρξη της «Επι­χείρησης Βαρβαρόσσα» υπογράμμιζε πως «…οι Τάταροι της Κριμαίας, όπως συνεργάστηκαν με τους Αγγλο-Γάλλους στον Κριμαϊκό πόλεμο, έτσι και τώρα θα υποδε­χθούν πρόθυμα τους Ναζί. Όσο για τους λαούς του Καυ- κάσου, υπενθυμίζω ότι η κατάκτησή τους έχει λήξει πρόσφατα, μόλις το 1863, μετά από δεκαετίες πολέμων».

Επίσης, οι σοβιετικές αρχές ανησυχούσαν για τους Ουζμπέκους και Τατζίκους, οι οποίοι διατηρούσαν τη θρησκοληψία τους παρά τον μαχητικό αθεϊσμό που ε­ξαπέλυσε το Κρεμλίνο. Οι Γερμανοί απέναντι στους ορε­σιβίους μουσουλμανικούς λαούς του Καυκάσου ακο­λούθησαν μετριοπαθή «απελευθερωτική» πολιτική για την οργάνωσή τους στα πλαίσια του Γ’ Ράιχ. Υποσχέθηκαν να απεμπολήσουν την κολεκτιβοποίηση των γαιών και να προχωρήσουν σε αναδασμό της δημόσιας κτη­ματικής περιουσίας, να επιτρέψουν την απρόσκοπτη ε­παναλειτουργία των ισλαμικών τεμένων, να επιστρέφουν στις θρησκευτικές σχολές τα απολεσθέντα προνόμια. Α­κόμα, όσα αγαθά επιτάσσονταν για να καλυφθούν οι ε­πισιτιστικές ανάγκες του Γερμανικού Στρατού θα πλη­ρώνονταν μέχρι κεραίας, ένα πρότυπο ηθικοκανονιστικής αγωγής των μαχητών του Γερμανικού Στρατού, με ι­διαίτερο σεβασμό απέναντι στις γυναίκες, θα υιοθετού­νταν, ενώ προ βλεπόταν απαλλαγή του τραχήλου των λα­ών από το ζυγό των φορολογικών δαπανών για τη χρη­ματοδότηση του πολέμου.

Ακόμα, η πολιτειακή οργάνωση στηρίχτηκε σε θρη­σκευτικά και φυλετικά κριτήρια που είχαν αποδομηθεί από τη σοβιετική ηγεσία. Ένα συμβούλιο δημογεροντίας -όπου η ψήφος του μουφτή και καδή (μουσουλμάνος ιεροκήρυκας και δικαστής) αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύ­τητα- θέσπιζε κανονισμούς και εξέλεγε την ηγεσία, η ο­ποία θα λογοδοτούσε στον Γερμανικό Στρατό. Ο ισλαμικός νόμος αναγορεύτηκε σε ύψιστο θεσμικό και νομικό κήνσορα για την απονομή της δικαιοσύνης, ενώ παράλ­ληλα οι φυλετικοί εθιμοτυπικοί κώδικες θα διαφύλασσαν την τά­ξη στον κοι­νωνικό ιστό. Όσον αφορά την οικονο­μική διαχεί­ριση, συστά­θηκαν ειδι­κές οικονο­μικές και ε­πιτροπές με αμιγή μου­σουλμανική στελέχωση, οι οποίες συ­νέτασσαν καταλόγους για τις ανάγκες των κατοίκων και τους παρέδιδαν στον Γερμανικό Στρατό. Μια μεικτής σύνθε­σης πολιτοφυλακή από Γερμανούς και Καυκάσιους θα αναλάμβανε καθήκο­ντα αστυνόμευσης, όπως λόγου χάρη την εξάρθρωση των υπόγειων δικτύων των Ρώσων Παρτιζάνων. Στην αυτόνο­μη περιοχή των Καρατσάι ιδρύθηκε το Εθνικό Κομιτάτο του Καρατσάι υπό την ηγεσία ενός Ρώσου, ονόματι Κάκι Μπαγιεραμούκοφ, που διέκειτο εχθρι­κά προς τη Μόσχα.

Οι Γερμανοί τίμησαν με τη φυσική παρουσία τους το Μπαϊράμ, μια θρη­σκευτική εορτή των Μουσουλμάνων της οποίας η τέλεση είχε απαγορευτεί από τους Σοβιετικούς, τον Οκτώβριο του 1942 στο Κισλοβόντσκ. Οι Γερμα­νοί προσέφεραν δώρα από κυριευμένα λάφυρα των Σοβιετικών στους κατοί­κους και ηλέκτρισαν θετικά την ατμό­σφαιρα με ευχές για το θρίαμβο του Iσλάμ και του Ναζισμού. Επίσης, οι

Γερμανοί δεν δίστασαν να λάβουν μέρος στην εκστατι­κή ιεροτελεστία και οι διεγερμένοι Μουσουλμάνοι ορκί­στηκαν να πολεμήσουν «..με ορμή υπό τα λάβαρα του προφήτη Μωάμεθ κατά των Σοβιετικών». Τότε, οι Γερ­μανοί ανακοίνωσαν την ίδρυση πέντε ιλών ιππικού των Καρατσάι, που θα προστάτευαν τις πολύτιμες οδούς α­νεφοδιασμού της Wehrmacht. Στην αυτόνομη περιοχή Καμπαρντίνο-Μπαλκάρια, οι μουσουλμάνοι Μπαλκάριοι ζήτησαν να λάβουν ευνοϊκή μεταχείριση εις βάρος των αριθμητικά υπέρτερων χριστιανών Καμπαρντίνων. Οι Γερμανοί υποχρεώθηκαν να χαρίσουν εκτεταμένη αυτο­νομία στους Μπαλκάριοιυς, προκαλώντας την ένοπλη δυσαρέσκεια των Καμπαρντινίων.

Τελικά, το ζήτημα διευθετήθηκε με παρέμβαση του Χίμλερ αυτοπροσώπως, που διέταξε να γίνει σεβαστή η αυτονομία των χριστιανών κατοίκων με γερμανικές εγ­γυήσεις. Ο Χίτλερ οφθαλμοσκοπούσε την απόκτηση του ελέγχου των πετρελαιοπηγών του Μπακού στο Αζερ­μπαϊτζάν, οπότε την οργάνωση της ημιαυτόνομης μου­σουλμανικής περιφέρειας ανέλαβε ο Χίμλερ, ο εμπνευστής της αποδοτικής συνεννόησης μουσουλμάνων Να­ζί. Στην αυτόνομη περιοχή Αντίγκεα, ορίστηκε αυτονο­μία για τους μουσουλμάνους κατοίκους, με αντάλλαγμα την παροχή οδηγών και τον ανεφοδιασμό με επιτήδεια του Γερμανικού Στρατού.

Ο Σελίμ Σάντομ διορίστηκε υπεύθυνος για την οργά­νωση της οικονομίας, τη θρησκευτική μέριμνα αλλά και την πολιτισμική διαπαιδαγώγηση των πληθυσμών με βάση τις ιδεολογικές αρχές των Γερμανών Ναζί. Στις 18 Δεκεμβρίου, οι θρησκευτικές τελετές του Κουρμάν που διοργανώθηκαν στο Ναλχίκ, πρωτεύουσα της αυτόνο­μης περιοχής Καμπαρντίνο-Μπαλκάρια, αποτέλεσαν το αποκορύφωμα της προσέγγισης αυτής. Ένας αξιωματούχος του Υπουργείου Εξωτερικών ονόματι Μπρόιντιγκαμ, σε ομιλία του στις τελετές αυτές υπερτόνισε τη σύ­γκλιση των εθνικών συμφερόντων τους και υπογράμμι­σε τους δεσμούς αδελφοσύνης που συνέδεαν τους Γερ­μανούς με τους λαούς του Καυκάσου.

Οι Γερμανοί προσέφεραν ισλαμικά θρησκευτικά συγγράμματα και ναζιστικές ηθικοκανονιστικές μελέτες για το Ισλάμ, των οποίων η διδασκαλία ήταν απαγορευμένη, αλλά και κατένειμαν λάφυρα από δηωθείσες σοβιετικές αποθήκες τροφίμων και μηχανημάτων, ενώ οι Μου­σουλμάνοι υποσχέθηκαν τη συνδρομή τους με εθελο­ντικά σώματα στην εκκαθάριση των Σοβιετικών ανταρ­τών στην περιοχή του Βλαντικαφκάζ.

Το Υπουργείο Εξωτερικών προσκάλεσε Τούρκους αξιωματούχους να συμβάλουν στην οργάνωση των διοι­κητικών υπηρεσιών ως σύμβουλοι σε ζητήματα διακα­νονισμού διαφορών θρησκευτικής φύσης. Ο Γερμανός πρεσβευτής στην Άγκυρα φον Πάπεν πρότεινε στο υ­πουργικό συμβούλιο της Τουρκίας την εκχώρηση του δικαιώματος της οργάνωσης των απελευθερωμένων ε­δαφών των τουρκοταταρικών φυλών σε μια χαλαρή ο­μοσπονδία, διατηρώντας η Άγκυρα την κηδεμονία τους.

Ως αντάλλαγμα, η Τουρκία θα όφειλε να συνδράμει τον Χίτλερ στην κατάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και να φυλάττει τις υπώρειες του Καυκάσου. Όντως, θιασώτες του πολιτικού ρεύματος του παντουρανισμού και πανι­σλαμισμού υποστήριξαν με θέρμη τη διπλωματική αυτή χειρονομία της Γερμανίας, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον στρατηγό Καλμάκ. Όμως η ψυχρή και κυνική θεώ­ρηση των γεωπολιτκών επιδιώξεων της Τουρκίας όριζε την ταύτιση με τους Συμμάχους, όχι με τους υπερεξαπλωμένους και εξουθενωμένους Γερμανούς. Η πανωλε­θρία προ των πυλών του Στάλινγκραντ επιβεβαίωσε τον συμμαχικό προσανατολισμό της Άγκυρας.

Η εθνολογική σύσταση του Καυκάσου, όπου οι Χρι­στιανοί αποτελούσαν μονάχα μια μειοψηφία που κατε- λάμβανε όμως τη συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνι­κών και πολιτικών αξιωμάτων, αναπτέρωσε τις ελπίδες των Γερμανών για τη συγκρότηση ενός ισλαμικού προ­μαχώνα, πιστού στις επιταγές του Γ’ Ράιχ ακόμα και ύ­στερα από μια πιθανή τελμάτωση του νότιου πολεμικού μετώπου στο βάλτο του Στάλινγκραντ.

Μάλιστα, στους Μουσουλμάνους απευθυνόταν και το Μανιφέστο του Σμολένσκ -μαζί με όλους τους άλλους υπόδουλους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης- το οποίο συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του 1942 από το Ρωσικό Ε­θνικό Κομιτάτο. Τα 13 σημεία του διαγγέλματος αυτού υπογράμμιζαν πως η Γερμανία «… σκόπευε να δημι­ουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων στην Ανατολική Ευ­ρώπη, όπου θα αποκλειόταν ο τεμαχισμός των κεκτη- μένων εδαφών από επαίσχυντους καπιταλιστές και Μπολσεβίκους».

Εξάλλου, διακηρυσσόταν η αρχή της αυτοδιάθεσης των υπόδουλων λαών, οι οποίοι δεν θα υποτάσσονταν πάλι σε μια δύναμη, απλά «θα χρωστούσαν ευγνωμοσύνη στους Γερμανούς ελευθερωτές που τους εξασφάλισαν την αυτονομία». Όσο για τους μάχιμους άνδρες που υ­πηρετούσαν στον Ερυθρό Στρατό, καλούνταν να λιπο- τακτήσουν και να καταταγούν σε σώματα εθελοντών που οργανώνονταν από Γερμανούς, οι οποίοι τους παρείχαν υποτυπώδη εκπαίδευση και οπλισμό. Το Μανιφέστο του Σμολένσκ όμως δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα οφέλη, αφού οι Γερμανοί δεν ήταν διατεθειμένοι να υλοποιή­σουν τα αλυτρωτικά οράματα των λαών αυτών και συ­νεπώς δεν το αναγνώρισαν. Αλλά και η απήχησή του στους Μουσουλμάνους, λόγω της ακύρωσης της θεσμι­κής του νομιμοποίησης αλλά και της απουσίας ρητής α­ναγνώρισης του ισλαμικού θρησκευτικού δόγματος, ή­ταν περιορισμένη.

Ο Χίτλερ υποσχέθηκε να χαρίσει αυτονομία και σε άλ­λες μουσουλμανικές φυλές του Καυκάσου, που παρέμε­ναν πιστές στους Σοβιετικούς από το φόβο μιας εκ­στρατείας αντιποίνων μάλλον παρά από την ταύτιση συμφερόντων, σε περίπτωση που αποσκιρτούσαν προς το στρατόπεδο του Άξονα, χρίζοντας μάλιστα και τους αρχηγούς τους ηγεμόνες των πιθανών νεότευκτων πο­λιτικών μορφωμάτων. Ο Φύρερ όμως δεν επέτρεψε να υλοποιήσουν οι Τσετσένοι και οι Καλμίκοι εκτοπίσεις των Ρώσων εποίκων με την αιτιολογία της χρήσης τους ως δουλοπάροικων για την αγροτική παραγωγή και τον χειρισμό τους ως ομήρων σε τυχόν διαπραγματεύσεις.

Ακόμα, ο Γερμανοί απέστειλαν Μεχσέτιους Τούρκους μυστικούς πράκτορες να κατασκοπεύσουν τη σοβιετική διοίκηση στην πατρίδα τους ώστε να υποδαυλίσουν τη μισαλλοδοξία των θρησκευτικών ηγετών για τους Μπολ­σεβίκους. Όμως, οι Γερμανοί δεν κατόρθωσαν να διατρήσουν την αμυντική περίμετρο των Σοβιετικών φρου­ρών στον ποταμό Τέρεκ της Τσετσενίας και οι όποιες διακηρύξεις για απελευθέρωση των Μουσουλμάνων και χορήγηση αυτονομίας παρέμειναν στο απλό επίπεδο των επιθυμιών. Μάλιστα, οι Γερμανοί υποδαύλιζαν εξε­γέρσεις στις ανατολικές επαρχίες της Σοβιετικής Ένω­σης, υπονομεύοντας την κατίσχυση της σοβιετικής ε­ξουσίας στις ζώνες εξόρυξης μεταλλεύματος του Ταρταστάν και του Μπασκορκοστάν, όπου διαβιούσαν τουρ­κικοί και μογγολο-τονγλουζικοί λαοί, προκαλώντας κω­λύματα στην ανάπτυξη και εμπέδωση της νεοπαγούς βιομηχανικής συγκρότησης, εφόσον οι μονάδες της βα­ριάς μεταλλουργικής και μεταποιητικής βιομηχανίας εί­χαν αποσυναρμολογηθεί και επανασυγκολληθεί από τη Δυτική Ρωσία στα Ουράλια για προστασία από τις πολε­μικές επιχειρήσεις. Οι μουσουλμάνοι κυβερνήτες που είχαν αναλάβει καθήκοντα διοίκησης των μουσουλμα­νικών χωρών της Κεντρικής Ασίας -που ανήκαν είτε στη Σοβιετική Ένωση είτε στην Κίνα- δωροδοκούνταν με υψηλές αμοιβές ώστε να είναι δυνατή η παρείσφρηση των Γερμανών μυστικών πρακτόρων για κατασκοπεία και η αθρόα στρατολόγηση μουσουλμάνων εθελοντών, που αργότερα θα συντάσσονταν μαζί με τους Γερμανούς. Η εκτέλεση τριών Καζάκων και δύο Ουιγούρων πρου­χόντων τον Ιούνιο του 1943, με την κατηγορία της συ­νέργειας με τη Γερμανία, αποδεικνύει το βάθος της παρείσφρησης της ναζιστικής κατασκοπείας.

Οι πρώτοι Τουρκομάνοι εθελοντές ενσωματώθηκαν πρώιμα σε τάγμα της 444 Με­ραρχίας Υποστήριξης τον Νοέμ­βριο του 1941 και τελούσαν υπό τις διαταγές ενός Τουρκομάνου διοικητή και αποδείχθηκε χρή­σιμο στον χειρισμό του προβλήματος των Ρώσων παρτι­ζάνων. Σύμφωνα με τη μυστική διαταγή του Φύρερ τον Δεκέμβριο του 1941, ένας σχηματισμός ονόματι Turkestanisch Legion (Λεγεώνα του Τουρκεστάν) δημιουργήθηκε, όμως η οργάνωση σε λεγεώνες δεν αντι­στοιχούσε στη δημιουργία ανάλογης αριθμητικής δύνα­μης μονάδων.

Στην ουσία, αποτελούσαν στρατόπεδα όπου οι Μου­σουλμάνοι οργανώνονταν σε μονάδες, έχοντας λάβει και τον ανάλογο οπλισμό πριν αποσταλούν στο μέτωπο. Στη διάρκεια του πολέμου, περίπου 70.000 Τουρκομάνοι υ­πηρετούσαν στον Γερμανικό Στρατό στο Ανατολικό Μέ­τωπο: 40.000 στρατιώτες και 30.000 εργάτες που μί­σθωναν την εκδούλευσή τους.

Ταυτότητα εθελοντή της Λεγεώνας του Τουρκεστάν στην οποία διακρίνεται καθαρά η τουρκική γραφή.

Το 1943, οι Τουρκομάνοι συγκροτούσαν 15 τάγματα και 26 το 1944· τα αυτά λειτουργούσαν ως αυτόνομες μονά­δες στο πλαίσιο της Wehrmacht. Ιδρύθηκε όμως στις 13 Ιανουάριου του 1942 μια πλήρους σύνθεσης μεραρχία για Τουρκομάνους, ονόματι 162 Turkestanisch- Kaukasisch-Mohammedanische Legion κατ’ εντολήν της διοίκησης Abwehr-Unternehmen Tiger Β. Απαρτιζόταν από οπλίτες Μεχσέτιους Τούρκους, Αζέρους, Τσετσένους και Γερμανούς αξιωματικούς. Της στρατιωτικής μονάδας ηγείτο ο στρατηγός Όσκαρ φον Νίντερνάγερ, ένας Γερ­μανός ιδεαλιστής, μιμητής του Λόρενς της Αραβίας και πρώην στρατιωτικός ακόλουθος στην Περσία. Η μεραρ­χία εκπαιδεύτηκε στην Κρούστσινα στην Πολωνία, από όπου διεκομίσθη στη Γιουγκοσλαβία για να πολεμήσει τους παρτιζάνους του Τίτου και να διασφαλίσει την έ­νοπλη υποστήριξη των Μουσουλμάνων της Γιουγκο­σλαβίας. Ύστερα, μεταφέρθηκαν στην Ιταλία όπου α­ντιμετώπισαν ένα σύνταγμα Αμερικανών-Ιαπώνων το 1943 και η σταδιοδρομία της θα λήξει άδοξα έπειτα α­πό διαδοχικές ήττες και τη διάτρηση του αμυντικού με­τώπου στην Κεντρική Ιταλία.

Οι Τάταροι της Κριμαίας συνεργάστηκαν πρόθυμα με τον Γερμανικό Στρατό, συνεπικουρώντας τον με 20.000 στρατιώτες. Οι απόγονοι των Χανάτου της Χρυσής Ορ­δής ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση των αντιστασιακών οργανώσεων. Την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου 1943, ο δήμαρχος της Γιάλτας Β.Ι. Μαλτέζ συγκρότησε τάγμα εθελοντών με Τατάρους της Κριμαίας που τελούσε εκδικητικές αποστολές στην Γιεβπατόρια με το προσωνύμιο Khimi. Η μονάδα αυτή κατεδίωξε τους παρ­τιζάνους στα βουνά Γιαϊλά, όπου πυρπόλησε τα συμπα­θή προς τους αντάρτες ουκρανικά χωριά.

Οι Γερμανοί τούς μετέφεραν στη Γαλλία, όπου οι ένοπλοι αντάρτες προβλημάτιζαν τους Γερμανούς ιθύνο­ντες. Η μετάθεσή τους αποτέλεσε μια λύση στο ζήτημα των ανταρτών, όμως οι απώλειες των αμάχων πολιτών ήταν ιδιαίτερα υψηλές.

Παράδειγμα της βαναυσότητας που μεταχειρίζονταν οι Τάρταροι αποτελεί η τραγική μοίρα του χωριού Dortain dans Ain στις 21 Αυγούστου του 1944 όπου αιτιολογία για τις ωμότητες υπήρ­ξε η φιλοξενία ανταρτών που είχαν δολοφονήσει Γερ­μανούς φύλακες. Οι άνδρες βασανίστηκαν πριν θαφτούν ζωντανοί σε λάκκους που είχαν σκάψει με τα ίδια τους τα χέρια, οι γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας υπέστησαν ατιμώσεις και τα αρσενικά μέλη του οικισμού μέχρι την ηλικία των 14 χρόνων περιλούστηκαν με βενζίνη και έ­γκλειστα στο σχολικό κτήριο πυρπολήθηκαν ζωντανά.

Ο Χίμλερ υπογράμμιζε πως «πρέπει να μεταδώσουμε στους Μουσουλμάνους την πειθαρχία που τους λείπει (…) και να τους μεταλαμπαδεύσουμε τη λάμψη του γερ­μανικού θαύματος, την πολεμική τεχνολογία!». Πράγ­ματι, οι Γερμανοί υιοθέτησαν ρηξικέλευθες μεθόδους για την προσαρμογή των μουσουλμανικών ενόπλων δυ­νάμεων στην κατάσταση του μετώπου. Στις 24 Μαρτίου του 1942 συγκροτήθηκε υπό τη αιγίδα της γενικής δι­οίκησης (Generalgouvernement) από σχηματισμούς της Turkestanisch-Kaukasisch-Mohammedanische Legion η αμιγώς Turkestanische Legion. Παρόλο που ο Γερμανός διοικητής είχε μάθει τη γλώσσα του Τουρκεστάν και αποπειράτο να μάθει τα ήθη και έθιμα των τουρκικών λαών, η σημειωθείσα πρόοδος ήταν απογοητευτική. Οι Τουρκμένοι δεν είχαν αφομοιώσει τη γερμα­νική στρατιωτική και πολιτική διδασκαλία και διαπνέ­ονταν από αισθήματα εκδίκησης. Δεν θα πολεμούσαν για χάρη της Γερμανίας παρά μόνον εφόσον ταυτίζο­νταν τα συμφέροντά τους. Αποστολή τους ήταν σαν αρπακτικά όρνεα να σκυλέψουν το πτώμα της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι Γερμανοί δημοσίευσαν φυλλάδια που διακινούσαν ναζιστικές ιδέες, όπως λόγου χάρη τα Gazavat (Ιερός πόλεμος), Svoboda, Ezenedel’naja gazeta legionerov (Ελευθερία, εβδομαδιαία εφημερίδα για τους λεγεωνά­ριους), Milli Türkistan (Εθνικό Τουρκεστάν), Yeni Tourkestan (Νέο Τουρκεστάν), Milli Adabijat (Εθνική Λογοτεχνία), Idel-Volga (Βόλγας-Ουράλια), Tatar Adabijat (Ταταρική Λογοτεχνία) και Azerbican (Αζερ­μπαϊτζάν). Όλα τα φυλλάδια εκδίδονταν από μουσουλ­μάνους διανοούμενους και ελέγχονταν από το Υπουρ­γείο Ανατολικών και το Τμήμα Προπαγάνδας της Wehrmacht. Ιδρύθηκε η Kaukasisch- Mohammedanische Legion στις 24 Μαρτίου του 1942 στην Jedlynia στα πλαίσια του προγράμματος της Generalgouvernement από αποσχισθείσες μονάδες της Turkestanisch Kaukasisch Mohammedanische Legion. Μετονομάστηκε στην Aserbeidschanische Legion (Λεγεώνα του Αερμπαϊτζάν) στις 22 Ιουλίου του 1942 ώστε να υπηρετήσουν μονά­δες αμιγώς Αζέρων πολεμιστών· μετατράπηκε αρ­γότερα (1 Ιουνίου 1943) στο Σύνταγμα Πεζικού 314 της 162 Μεραρχίας Πεζικού.

Στις 5 Μαΐου του 1943 υπηρετούσαν στον Γερμανικό Στρατό στο Ανατολικό Μέτωπο 10 συντάγματα, 170 τάγ­ματα, 221 λόχοι και 11 πυροβολαρχίες όπου οι εθελοντές από τον Καύκασο εικάζεται ότι υπερέβησαν τους 102.300 μαχίμους. Στην Ανατολή υπηρετούσαν περί τους 421.000 πρώην Σοβιετικούς στρατιώτες, δίχως να υπο­λογίζεται ο αριθμός των 100.000 εθελοντών Hiwi που δεν αναγνωρίζονταν ως μάχιμοι στρατιώτες. Σύμφωνα με τους μετριοπαθείς υπολογισμούς, περίπου τα 2/5 των σχηματισμών αυτών αποτελούνταν από Μουσουλμά­νους, δηλαδή γύρω στους 206.000 πολεμιστές.

Ο Χίτλερ αποφάσισε να μεταφέρει τα στρατεύματα των Μουσουλμάνων σε άλλα θέατρα του μετώπου, όπως στη Γιουγκοσλαβία, την Ιταλία, τη Γαλλία, απομακρύνοντάς τους από τον εχθρό που ήθελαν να αντιμετωπίσουν: τους Σοβιετικούς. Οι Μουσουλμάνοι δεν ήταν διατεθει­μένοι να πολεμήσουν τους Δυτικούς Συμμάχους με το ί­διο πνεύμα αυτοθυσίας και αυταπάρνησης παρά τις ρη­τές διαταγές των Γερμανών διοικητών τους. Είχαν απολέσει τον πρωταρχικό λόγο για τον οποίο σήκωσαν τα όπλα. Ο Χίμλερ θεωρούσε πως μόνον οι Εβραίοι και οι Σλάβοι ήταν υπάνθρωποι, ενώ οι Μουσουλμάνοι αποτε­λούσαν «τους απογόνους του Αττίλα, του Τζένκινς Χαν, του Ταμερλάνου, λαμπρύνοντας το παρελθόν τους με πο­λεμικούς άθλους εναντίον των αδύναμων λαών». Τον Νοέμβριο του 1943, ένας κατοχικής δύναμης δήμαρχος ονόματι Αντρέα Μέγε-Μάντερ συνάντησε προσωπικά τον Χίμλερ όπου εξέφρασε την πρόταση της δημιουρ­γίας μιας τουρκικής μονάδας SS και προσέφερε την υ­λική και ηθική συνδρομή του. Ο Χίμλερ αποδέχθηκε την πρότασή του, διορίζοντάς τον σε μια υψηλά ιστάμενη θέ­ση στην ιεραρχία των Waffen SS, αυτή του αντισυνταγματάρχη (SS-Obersturmbannführer). Στις 14 Δεκεμβρίου, σε ένα μυστικό συνέδριο που διοργανώθηκε στο Βερο­λίνο, ο μουφτής της Ιερουσαλήμ συμφώνησε με τον Χίμλερ για τη δημιουργία μιας μουσουλμανικής-τούρκικης SS Μεραρχίας. Η Osttürkischen Waffen-Verbände der SS συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο του 1944 με την επονομοσία Ostmuslemanische SS (επιπέδου συντάγ­ματος). Ο Χίμλερ υπολόγιζε να προωθήσει τον σχηματι­σμό σε μια Μεραρχία SS καθαρώς Μουσουλμάνων, τη Μεραρχία Muselmanische SS Neu-Turkestan, αλλά τα πλάνα του δεν υλοποιήθηκαν. Η μονάδα αυτή συγκέ­ντρωσε τα τουρκομανικά Συντάγματα SS 450, 480, VI/94, όπου βέβαια προστέθηκαν και άλλοι Τουρκμένοι αιχμάλωτοι πολέμου. Εν συνεχεία προστέθηκαν και Αζέροι, Κιργίσιοι, Ουζμπέκοι και Τζατζίκοι αιχμάλωτοι πο­λέμου. Η μονάδα συγκροτήθηκε στο Τραβνίκι της Πο­λωνίας προτού μεταφερθούν στη Λευκορωσία, κοντά στο μέτωπο του πολέμου. Ως πρώτος της διοικητής ορίστη­κε ο Obersturmbannführer Μάντερ.

Η μονάδα υπέφερε από χαμηλό ηθικό, που οδηγούσε σε λιποταξίες ή λιποψυχίες την ώρα της μάχης, ειδικά με­τά τον θάνατο του διοικητή της σε μια επιδρομή σε οχυ­ρό των Παρτιζάνων στο Γιουρατίνσκι, δίπλα στο Μινσκ, στις 28 Μαρτίου του 1944. Ο επόμενος διοικητής (Haupt­sturmführer) Μπίλιχ κατήγγειλε 78 άνδρες για απειθαρ­χία στις ρητές διαταγές και τους καταδίκασε σε θάνατο με βασανιστήρια. Το συμβάν προκάλεσε έκρυθμη αναστάτω­ση στη μονάδα και συνετέλεσε στην καθαίρεση του διοι­κητή.

Τον Ιούλιο του 1944, η μονάδα διεκομίσθη στην υπό σοβιετική εισβολή Πολωνία, όπου χρεώθηκε την κατα­στολή της Εξέγερσης της Βαρσοβίας με την αρωγή των διαβόητων για τις θηριωδίες Ταξιαρχιών SS Dirlewanger Brigade και Kaminski.

Οι μονάδες αυτές κατέπνιξαν βά­ναυσα την εξέγερση στο αίμα περίπου 196.000 Εβραίων και Πολωνών πολιτών, ενώ οι αγριότητες στις οποίες επιδόθηκαν προκάλεσαν τον αποτροπιασμό των Γερμανών στρατηγών. Ο βιασμός αναπήρων ή διανοητικά καθυστε­ρημένων γυναικών ωχριούσε μπροστά στον ομαδικό βια­σμό γυναικών σε προχωρημένο στάδιο καρκίνου!

Στις 14 Νοεμβρίου του 1944 διακοινώθηκε το Μανι­φέστο της Πράγας, όπου δηλωνόταν ρητώς η θέληση για την «ανατροπή του Σοβιετικού δικτάτορα, την υπογραφή συνθήκης ειρήνης με τη Γερμανία και τη δημιουργία ε­νός πολιτικού συστήματος που θα απέκλειε τους Μπολ­σεβίκους και εκμεταλλευτές».

Δηλαδή, προβαλλόταν ουσιαστικά και πάλι το Μανιφέ­στο του Σμολένσκ με λίγες όμως μεταρρυθμίσεις· ανα­γνωριζόταν η ανάγκη μεταρρυθμίσεων που θα αφορού­σαν όλους τους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης (συμπε­ριλαμβανομένων και των Μουσουλμάνων) αφού διακηρυσσόταν η αρχή της αυτοδιάθεσης και το δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Επομένως, καλούσε όλους τους Σο­βιετικούς να «αψηφήσουν τα κελεύσματα των Μπολσε­βίκων σφετεριστών και να επιδιώξουν την ειρήνη».

Μολαταύτα, το μέλλον του Γ’ Ράιχ διαγραφόταν ζοφε­ρό αφού η Γερμανία είχε ουσιαστικά «γονατίσει» από τη διμέτωπη επίθεση των Συμμάχων και των Σοβιετικών. Άλλωστε, οι Γερμανοί παρεμπόδιζαν τη λειτουργία της Επιτροπής για την Απελευθέρωση των Λαών της Ρω­σίας, που είχε εκδώσει το Μανιφέστο της Πράγας. Ο φι­λόδοξος θεσμικός και νομοθετικός οργανισμός ήταν ε­ξαρχής μεροληπτικός, αφού η πλειονότητα των μελών της οργάνωσης ήταν ρωσικής καταγωγής και η ακύρω­ση των εξαγγελθεισών μεταρρυθμίσεων για τους Μου­σουλμάνους ήταν δεδομένη.

Ακόμα και ο στρατός ως εκτελεστικό όργανο διεπόταν από τη ρωσική επιρροή χάρη στην κραταιά ρωσική πλειοψηφία των οπλιτών και αξιωματικών. Οι Μουσουλμά­νοι της Σοβιετικής Ένωσης απέρριψαν το Μανιφέστο της Πράγας ύστερα από προτροπή του μουφτή της Ιε­ρουσαλήμ κατά την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής για την Απελευθέρωση των Λαών της Ρωσίας. Ο Χίμλερ διόρισε διοι­κητή της μωαμεθανικής μονάδας των Waffen SS τον Χαρούν Ελ Ρασίνι Μπέι, έναν Αυστρια­κό εξωμότη. Το ηθικό της μονάδας παρέμεινε σε χαμη­λά επίπεδα λόγω των συνεχόμενων αποτυχιών στα πε­δία των μαχών τόσο στην Πολωνία όσο και στη Γιου­γκοσλαβία. Την Πρωτοχρονιά του 1944, έπειτα από έ­νοπλη ανταρσία, 450 μέλη του 1ου Τάγματος, οδηγημέ­νοι από τους μουσουλμάνους υποδιοικητές Γκούλαμ Αλίμοβ και Ασατπαλβάν, οι οπλίτες δολοφόνησαν τους Γερμανούς.

Ο Χίμλερ απέλυσε τον διοικητή Χαρίμ Χαρούν Ελ Ρασίντ Μπέι και αναδιοργάνωσε τον σχηματισμό, μεταφέροντας τα τμήματα των Αζέρων στη στρατιωτική μονάδα Kaukasicher Waffen-Verbande der SS. Εν τω μεταξύ, το καλοκαίρι του 1944 όλα τα τάγματα των Crimean Tatarische Schuma συναποτέλεσαν την Ορεινή Ταξιαρ­χία Waffen-Gebirgs der SS (Tarische Nrl).

Επειδή διαπιστώθηκε έλλειψη πολε­μοφοδίων και οπλισμού, τον Δεκέμβριο του 1944 το σώμα διαλύθηκε και οι στρατιώτες διατάχθηκαν να ενταχθούν στο Osttürkischen Waffen-Verbände der SS. Στα τελευταία στάδια του πολέμου, το σώμα αυτό συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την εκ­καθάριση των παρτιζάνων στη Σλοβενία. Τους μήνες Απρίλιο-Μάιο στάθμευσε στη Λομβαρδία της Ιταλίας, ό­που και παραδόθηκε στους Συμμάχους.

Οι Σύμμαχοι είχαν παρερμηνεύσει το νόημα του Μα­νιφέστου της Πράγας, με αποτέλεσμα να ρίχνουν αερο­πορικώς φυλλάδια στους μουσουλμάνους Ναζί με τα ο­ποία προβάλλονταν οι Σύμμαχοι ως θεματοφύλακες της ηθικής και θρησκευτικής τους παράδοσης και υπόσχο­νταν να τους μεταφέρουν με ασφάλεια στην πατρίδα τους, μόλις απαλλάσσονταν από τις υπηρεσίες τους στον Γερμανικό Στρατό!

Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Μουσουλμάνοι πολεμούσαν ως τον τελευταίο άνδρα για να γλιτώσουν από την τρα­γική μοίρα που τους περίμενε στα χέρια των Σοβιετικών διωκτών τους. Στην πολιορκία της Πράγας, όλοι οι Ουζμπέκοι πολεμιστές πολέμησαν με αυτοθυσία μέχρις ε­σχάτων. Στο Καλίνινγκραντ οι Τατζίκοι προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν στους Σοβιετι­κούς. Μάλιστα, σε όλους τους μουσουλμάνους Ναζί δό­θηκαν το Κοράνι και ο Αγών μου, παροτρύνοντάς τους να θυσιαστούν για τα ιδεώδη και τις αξίες τους.

Υπαξιωματικός (λοχίας) της Λεγεώνας του Τουρκεστάν. Τα διακριτικά του λοχία διέφεραν από αυτά του Γερμανικού Στρατού.

Το τέλος των μουσουλμάνων ναζί

Όταν πλησίαζε η πτώση του Γ’ Ράιχ, ο Χίμλερ προσπά­θησε να προσεταιριστεί τον στρατηγό Βλασόφ, ηγέτη της Επιτροπής της Απελευθέρωσης των Λαών της Ρωσίας. Όμως, οι Μουσουλμάνοι και όλοι οι μη-Ρώσοι στρατιώ­τες που υπηρετούσαν στον Γερμανικό Στρατό αρνήθηκαν να υπαχθούν στις διαταγές ενός Ρώσου διοικητή. Αντιπολίτευση στο πρόγραμμα του Χίμλερ άσκησε η Ε­θνική Επιτροπή του Τουρκεστάν, η οποία αποζητούσε την ανεξαρτησία του Τουρκεστάν.

Ο Βελί Καγιούμ Κάαν, προκαθήμενος της Εθνικής Επι­τροπής του Τουρκεστάν, είχε αναλάβει τη διαχείριση ό­λων των πολιτικών ζητημάτων και τη διοίκηση των σω­μάτων που απαρτίζονταν από Τουρκμένους. Έχοντας α­νυψώσει το ηθικό των Τουρκμένων υποσχόμενος εθνι­κή ανεξαρτησία, προχώρησε στην υλοποίηση του αλυ- τρωτικού οράματος ιδρύοντας αντιπροσωπευτικούς πο­λιτικούς θεσμούς και οργανώνοντας την παιδεία στο μο­ντέλο του Ισλάμ που του είχε υποδείξει ο μουφτής της Ιερουσαλήμ.

Ακολούθως, άνοιξαν σχολεία στη Δρέσδη και το Γκέτινγκεν και θρησκευτικές σχολές στο Βερολίνο όπου οι ιμάμηδες διδάσκονταν το λόγο του Μωάμεθ για να τον διαδώσουν εν συνεχεία στους Μουσουλμάνους που υ­πηρετούσαν στα Waffen SS και την Wehrmacht, εγείρο­ντας τον θρησκευτικό φανατισμό και εμπνέοντας το αί­σθημα της αυτοθυσίας.

Αρκετοί ιμάμηδες διέφυγαν στη Γερμανία μπροστά στην προέλαση του Ερυθρού Στρατού, και υποστήριξαν τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις του Χίμλερ ενόψει της υ­περάσπισης της Γερμανίας. Οι ιμάμηδες Κέντια, Μίσα, Καντιμέρ, Αλιμπέγκο, Τσαμάγια αποτέλεσαν τους πνευ­ματικούς ηγέτες των Μουσουλμάνων που υπηρετούσαν στις τάξεις των πολυεθνικών Waffen SS.

Όμως, η ήττα της Γερμανίας ήταν αναπόφευκτη· οι μου­σουλμάνοι Ναζί προτίμησαν να παραδοθούν στους Δυτι­κούς Συμμάχους παρά στους Σοβιετικούς. Η μεταχείρισή τους από τους Δυτικούς Συμμάχους δεν θύμιζε τις φρι­καλεότητες που διέπρατταν οι Σοβιετικοί σε όσους μου­σουλμάνους στρατιώτες συνελάμβαναν στις μάχες της Πο­λωνίας, της Τσεχίας ή της Ουγγαρίας. Οι Δυτικοί Σύμμα­χοι, σε μια χειρονομία καλής θέλησης προς τον Στάλιν, παρέδωσαν τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους πολέμου στον Ερυθρό Στρατό. Υπήρξε πάγιο αίτημα της Μόσχας η επιστροφή όλων των Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου, και οι Σύμμαχοι ήθελαν να κολακεύσουν τον Στάλιν ούτως ώστε να μην υπάρξει σοβιετική ανάμειξη στην εσω­τερική πολιτική κατάσταση της Πολωνίας. Ένας Βρετανός λοχαγός περιγράφει την παράδοση μιας μεραρχίας Καυ­κάσιων μουσουλμάνων στους Σοβιετικούς: «Οι Σοβιετικοί μεταχειρίζονταν τους Μουσουλμάνους ως προδότες, έ­χοντας παραδώσει τα όπλα και το ρουχισμό τους, οι Μου­σουλμάνοι υπόκεινται στο μαρτύριο της πείνας και της δίψας, ενώ δεν τους παρέχεται φαρμακευτική περίθαλ­ψη. Μια διπλή απειλή παραμονεύει: ο λοιμός και ο λι­μός. Οι αναίτιες δολοφονίες είναι συχνό φαινόμενο. Οι θρήνοι τους μοιάζουν με τους υμέναιους μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στ’ αλήθεια…».

Οι μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι πολέμου οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης απέβησαν μοιραίες γι’ αυτούς.

Υπολογίζεται ότι οι Σοβιετικοί παρέλαβαν περί τους 93.000 μουσουλμάνους αιχμαλώτους πολέμου από τους Βρετανούς και τους Γερμανούς στην Αυστρία, εκ των ο­ποίων οι 12.000 εκτελέστηκαν άμεσα με συνοπτικές εξω­δικαστικές διαδικασίες.

Οι υπόλοιποι αιχμάλωτοι πολέμου διεκομίστηκαν σε 23 στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στην Άπω Ανα­τολή και τη Σιβηρία. Ακόμα, ο Στάλιν διέταξε την εκτόπιση ολόκληρων μουσουλμανικών λαών που είχαν συ­νεργαστεί ή αποπειράθηκαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς. Τον Αύγουστο του 1943 εκτοπίστηκαν στην Άπω Ανατολή 70.500 Καρατσαϊνοί και Αντιτζιανοί, εκ των οποίων 8.000 δεν κατόρθωσαν να φθάσουν στον προορισμό τους.

Τον Φεβρουάριο του 1944 εκτοπίστηκαν στην Κεντρι­κή Ασία και τη Σιβηρία 520.000 Τσετσένοι, Ινγκουσέτοι και Μπαλκάριοι, εκ των οποίων 132.000 απεβίωσαν κα­τά τη διάρκεια του ταξιδιού.

Τον Μάρτιο του 1944 εκτοπίστηκαν στην Κεντρική Α­σία 30.000 Κούρδοι και Αζέροι, εκ των οποίων 4.000 απώλεσαν την ζωή τους καθ’ οδόν, ενώ άλλοι 21.000 Αζέροι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές φυλάκισης σε φρικτές ειρκτές από τις οποίες ε­λάχιστοι βγήκαν ζωντανοί. Τον Μάιο του 1944 εκτοπί­στηκαν στην Άπω Ανατολή και τη Σιβηρία 1.000.000 Τάταροι της Κριμαίας, εκ των οποίων 268.000 απεβίω­σαν στη διάρκεια της πορείας.

Τον Ιούνιο του 1944 εκτοπίστηκαν 10.000 Καμπαρντίνοι στη Σιβηρία, ενώ τον Νοέμβριο του 1944 εκτοπίστηκαν 92.000 Κούρδοι, Μεχσέτιοι Τούρκοι και Χαμσένοι στη Σιβηρία εκ των οποίων 6.000 δεν κατόρθωσαν να φτά­σουν στον προορισμό τους.

Επίσης, εκτιμάται πως 134.000 Τάταροι του Βόλγα υ­ποχρεώθηκαν να εγγραφούν σε τάγματα αγγαρείας στην Κεντρική Ευρώπη και καταναγκαστικής εργασίας στη Σιβηρία, εκ των οποίων τα 2/3 δεν μπόρεσαν να ε­πιστρέφουν σώοι και αβλαβείς. Ο Στάλιν τιμώρησε για την αποστασία τους μουσουλμανικούς λαούς της Κεντρικής Ασίας και των Ουραλίων με κατασχέσεις τροφίμων υπέρ το δέον, ώστε να καλύψουν τις επισιτιστικές ανάγκες του πληθυσμού της Δυτικής Σο­βιετικής Ένωσης. Το αποτέλεσμα ήταν να λιμοκτονή­σουν περί τους 48.000 Μουσουλμάνους, ενώ οι οικογέ­νειες των εθελοντών στις στρατιωτικές μονάδες της Ναζιστικής Γερμανίας (περί τα 50.000 άτομα) εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Η πολιτική εποικισμού της Κεντρικής Ασίας και του Καυκάσου συνεχίστηκε με εντονότερους ρυθμούς, μετά την εκτόπιση κιόλας πλη­θυσμών που διέκειντο εχθρικά (ή το Κρεμλίνο θεωρού­σε «ταξικούς και πολιτικούς εχθρούς») προς τη Μόσχα, όπως λόγου χάρη η εκτόπιση των Γερμανών του Βόλγα στο Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν ή η μετακίνηση των Ουκρανών στον Καύκασο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ailsby Christopher, Hitler’s renegades: Foreign Nationals in the Service of the Third Reich, Potomac Books, 2004.
  • Dallin Alexander, German Rule in Russia: 1941-1945, Octagon Books, 1990.
  • Jengings Robert, «Α Nazi Leader: Himmler», Pressfield: London 1984.
  • Jones Jeffry, Every Family Has Its Freak: Perceptions of Collaboration in Occu­pied Soviet Russia, 1943-1948, Slavic Review, Vol. 64, No. 4 (Winter, 2005).
  • Kate Brown, A Biography of No Place: From Ethnic Borderland to Soviet Heart­land, Cambridge: Mass, 2004.
  • Medvedev Roy, Let History Judge: The Origins and Consequences of Stalinism (New York, 1989).
  • Terry Martin, The Origins of Soviet Ethnic Cleansing, Journal of Modern Histo­ry, Vol. 70, No. 4 (December 1998).
  • Tolz Vera, New Information about the Deportation of Ethnic Groups in the USSR during World War 2, in John Garrard and Carol Garrard, eds., World War II and the Soviet People: Selected Papers from the Fourth World Con­gress for Soviet and East European Studies, 1990, London, 1993.
  • Tumarkin Nina, The Living and the Dead: The Rise and Fall of the Cult of World War Π in Russia, Neiv York, 1994.
  • Weiner Amir, Making Sense of War: The Second World War and the Fate of the Bolshevik Revolution, Princeton, 2001.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 2   +   7   =