“‘Ωμολογώ, ότι πολλάκις, όταν είσέβαινα είς κανέναν καφιανέν(καφενέ) μέ δακρυρροοΰντα όμματα, καί διερρηγμένην καρδίαν έκραζα τόν ‘Ιερεμίαν καί τόν πολύδακρυν Ήράκλητον διά νά κλαύσωσι μέ εμένα τά διεφθαρμένα ήθη των νέων τού γένους μας. Εκεί ό άνθρωπος δέν βλέπει άλλο, παρά τήν μετά άνωφελών πραγμάτων διατριβήν των Ελλήνων. Ό άριθμός του γερμανικού καί ούγγαρικού γένους ούτως είναι προς τούς “Ελληνας ως μία μυριάς προς εν, μ’ όλλον τούτο, παραπάνω ‘Έλληνας βλέπει ό άνθρωπος, ότι ένασχολούνται είς τά παιγνίδια παρά άλλας γενεάς.”
Chrysoloras (@Alyunan00 X) – 23/12/2023
Τί πιο σύνηθες; Παράπονα Ελλήνων για του νέους που πίνουν καφέ και στρογγυλοκάθονται στα καφενεία… Αυτό είναι το παράπονο του Μακεδόνα (Σιατιστιανού) Γεώργιου Ζαβίρα, εμπόρου στην Ουγγαρία και Γερμανία, και αξιολογότατου και πολυγραφότατου λογίου, γεννημένος το 1744. Το παράπονό του όμως δεν είναι μόνο αυτό. Αυτό που τον θλίβει είναι το αιώνιο παράπονο της απώλειας της αρχαίας δόξας, της μεσαιωνικής βασιλείας των Ελλήνων σε συνδιασμό με την κατάπτωση του Γένους του στην εποχή του. Το “τρίσημο” που καταχρηστικά αποδίδεται στον Παπαρρηγόπουλο ενώ είναι η πραγματική ιδεολογία των Ελλήνων/Ρωμιών για αιώνες, αυτό που στην προγενέστερη φάση του, ως “”δίσημο””…, μπορούμε να το βρούμε ακόμα και στα ελληνιστικά χρόνια όταν η χαμένη “δόξα” ήταν αυτή της χρυσής εποχής του 5ου αιώνα.
Παραθέτω μερικά αποσπάσματα του Ζαβίρα απο το συγκεκριμένο κείμενο:
“Ποτέ δέν έχω μεγαλητέραν λύπην, ωσάν όταν μου ελθη είς τον νοϋν ή τωρεσινή άθλια κατάστασις τοϋ γένους μας: αύτό γάρ έπειδή εχασε τήν βασιλείαν, εχασε μέ αύτήν, καί τάς ώραίας έπιστήμας. “Αλλα γένη ήλθασιν άπό διαφόρων έπαρχιών τής Εύρώπης, καί είς τον αύτόν καιρόν, όπου οί Τούρκοι ήρπαξαν τήν βασιλείαν, είς τόν αύτόν ήρπαξαν καί τούτοι τά πολύτιμα βιβλία μας, οί Γάλλοι, οί ’Ιταλοί, καί άλλοι, μεγάλα καράβια έφορτώνασι μέ αύτά, καί τά έπήρασιν είς τάς επαρχίας των, διά νά εύπρεπίσωσι τόν έαυτόν τους (:τοϋ λόγου τους:) μέ τόν κόπον των άλλων, καθώς ό κόραξ τοϋ Αισώπου- άναμεταξύ των άλλων, τά θεολογικά βιβλία, τά όποια ή άνήκουσιν είς αύτούς, ή τούς όδηγοϋσαν είς τήν άλήθειαν, τά έκλεισαν (:εσφάλισαν:) είς τάς βιβλιοθήκας των ώσάν είς τόν τάφον, ώ πόνος! Πώς δέν εύρίσκεταί τις άναμεταξύ είς τό γένος μας, όποΰ νά πηγαίνη είς καμμίαν βιβλιοθήκην, καί νά έλευθερώση τούλάχιστον ενα καί μόνον, τούτ’ εστι διά νά τό άντιγράψη, καί νά έκδώση είς τούς τύπους διά τήν ώφέλειαν όλου τοϋ γένους μας – όντως είναι άξιος παντοτεινών έπαίνων έκεΐνος ό περίφημος Εύγένιος, ό όποιος έξέδοτο είς τύπους τά πονήματα τοϋ Βρυεννίου, καί άπό τό σκότος ήφερεν αύτά είς τό φώς- ομοίως και ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο οποίος εξέδοτο εις τους τύπους τας ερμηνείας εις την αγίαν γραφήν. Ώ άμποτε, και άλλοι άνδρες να ακολουθούσαν τα ίχνη των μεγάλων τούτων ανδρών.”
Αφού αναφερθεί σε αρχιτεκτινικά θαύματα του αρχαίου κόσμου που τα θεωρεί περισσότερο μάταια παρά αξιοθαύμαστα, αυτό που τον συγκινεί είναι ο “περίφημος βασιλεύς των Ελλήνων ο Πτολεμαίος” που με “τα άσπρα του” δεν έχτισε πυραμίδες αλλά Βιβλιοθήκη με αναρίθμητα βιβλία:
“Τούτα ήσαν τά μεγάλα θαύματα του παλαιού κόσμου, άλλά ταϋτα, έάν μέ τον ορθόν λόγον τά στοχασθώμεν, δέν ήτον άλλο παρά μία ματαιότης, καί τής καρδίας των έθνικών καί βαρβάρων βασιλέων γεννήματα, πόσας πολλάς χιλιάδας άνθρώπων έτυραννούσαν μόνον διά τήν κατασκευήν μιας πυραμίδος, τί ώφέλησεν ή πυραμίς, ήτοι έκεΐνος ό Κολοσσός εις τον κόσμον; ”Οχι παραπάνω, πάρεξ όσον ωφελεί μία ύδάτειος πομφόλιξ (:φούσκα:) ή ενα όνειρο. Αυτά δέν οδηγούσαν τον άνθρωπον εις τήν γνωσιν τού πλάστου Θεού ή εις τήν μάθησιν των καλλών ήθών ή εις τήν άληθή αγάπην ήτοι εις τήν νόμιμον αλήθειαν, αλλά μάλλον παρεκινοΰσαν τούς άνθρώπους εις τά κακά ήθη, εις τήν ασελγή ζωήν, όθεν φρονημότερον έκαμε εκείνος ό περίφημος βασιλεύς των Ελλήνων ό Πτολεμαίος, ό όποιος άγκαλλά ήτον έθνικός, μ’ όλλον τούτο δέν επιθύμησε νά έξοδιάση είς τέτοια μάταια πράγματα τά άσπρα του, άλλά έστοχάσθη διά νά κατασκευάση ενα τέτοιον πράγμα, τό όποιον νά είναι ωφέλιμον όχι μόνον διά τόν έαυτόν του, άλλά καί διά όλλον τόν κόσμον διατί έπεμψε διαφόρους άνθρώπους, είς διαφόρους επαρχίας, οί όποιοι έσυνήθρησαν άναρίθμητα βιβλία άπό όλλας τάς γενεάς καί γλώσσας καί οΰτω έσύστησε μίαν μεγάλην βιβλιοθήκην, ή όποια περιεΐχεν 700.000, έγραψε δέ μίαν επιγραφήν είς αυτήν: ψυχής ιατρεΐον.
’Ιδού λοιπόν πόσον διέφερεν ή πράξις τούτου τού βασιλέως των έλλήνων, άπό τά έργα των άλλων βαρβάρων βασιλέων. “Ω τί αθάνατον όνομα άφησεν είς τούς μεταγενεστέρους χρόνους! Αυτός δέν ένησχολεΐτο, ουδέ έξοδίασεν εις τέτοια μάταια πράγματα, άλλά κατεσκεύασε μίαν πηγήν, άπό τής όποιας όλος ό κόσμος έξήντλησε καί εσβυσε τήν δίψαν του, άναψε μίαν λαμπάδα, ή όποια έφώτισεν αυτούς, οί όποιοι ήσαν είς τό βάραθρον τής άμαθείας καί ούτως άφηκε τέλος πάντων τούτο τό άθάνατον όνομα.
Άλλ’ οί βάρβαροι βασιλείς δέν έκαμαν άλλο, παρά φωλεάς των κοράκων, καί σπήλαια των άγριων ζώων. ‘Ώ άμποτε οί τωρεσινοί έλληνες νά ακολουθούσαν τά ίχνη εκείνου τού περιφήμου βασιλέως, διατί άφ’ ού κατεπατήθη ύπό των Τούρκων τού γένους μας ό ευγενικός λαιμός, καί έβάλθη ύπό – κάτω είς τόν ζυγόν των βαρβάρων, άπό τότε λίαν άπεμάκρυναν άπό τά εύγενή ήθη των προπατόρων αυτών, καί άρχησαν νά άκολουθώσι τά ίχνη των βαρβάρων Τούρκων. Κοινή είναι ή παροιμία, ότι φιλεΐ τό ύπήκουον γνώμη τή τού άρχοντος ζήλου βιοΰν. Τώρα όλην τήν μακαριότητα αυτών καί τό άκρον αγαθόν θέτουσιν είς τόν στολισμόν τού θέματος (:τοΰ κορμιού:) καί είς τά εύμορφα φορέματα, όμως καί μέ τούτο δέν έξαρκοΰνται, άλλά πολλοί είς μάταια πράγματα τοΰτ’ έστιν είς σφαιριστήρια, χαρτάκια καί κυβευτήρια ένασχολοΰνται.”
Και τελικά η παρατήρησή του για την Ελληνική νεολαία της εποχής του:
“Καί οΰτω χάνόυσίν αυτόν τόν πολύτιμον καιρόν, όπου είς τον όποιον εκείνοι, όποΰ είς τήν νηπιότητά των δέν εμαθον, τότε ήμποροΰν νά μάθωσι τίποτες. Πόσον έπαινετόν πράγμα ήθελεν ήσται, ότι άνίσως εκείνοι, όπου θέλουσιν νά διατρίψωσι τόν καιρόν μέ τέτοια ανωφελή παιγνίδια, νά ένασχολοϋντο τινές μέν, είς τήν άνάγνωσιν τής άγιας γραφής, τινές δέ, είς θεολογικά βιβλία, είς τάς έκκλησιαστικάς ιστορίας, καί είς τά συγγράματα των άγιων πατέρων, άλλοι είς τά φιλοσοφικά μαθήματα, είς τήν κοσμικήν ιστορίαν, γεωγραφίαν καί είς άλλας τοιαύτας έπιστήμας· καί ούτως ύστερον θέλει άφαιρεθή αύτή ή κατησχυνμένη νεφέλη τής άμαθείας, ή όποια σκεπάζει τό γένος μας, καί θέλει λάμψη ό ήλιος των μαθημάτων άναμεταξύ μας· καί ή τιμή του γένους μας θέλει αύξήση μεταξύ των άλλων γενεών. ‘Ωμολογώ, ότι πολλάκις, όταν είσέβαινα είς κανέναν καφιανέν, (:ίασμινεΐον:/καφενέ) μέ δακρυρροοΰντα όμματα, καί διερρηγμένην καρδίαν έκραζα τόν ‘Ιερεμίαν καί τόν πολύδακρυν Ήράκλητον διά νά κλαύσωσι μέ εμένα τά διεφθαρμένα ήθη των νέων τού γένους μας. Εκεί ό άνθρωπος δέν βλέπει άλλο, παρά τήν μετά άνωφελών πραγμάτων διατριβήν των Ελλήνων. Ό άριθμός του γερμανικού καί ούγγαρικού γένους ούτως είναι προς τούς “Ελληνας ως μία μυριάς προς εν, μ’ όλλον τούτο, παραπάνω ‘Έλληνας βλέπει ό άνθρωπος, ότι ένασχολούνται είς τά παιγνίδια παρά άλλας γενεάς.
Τί δέ κάμνουσιν έκεϊ; ούχί άλλο, άλλά πρώτον ματαίως χάνουσι τόν τόσον πολύτιμον καιρόν, όποΰ είς τόν όποιον μέ τήν άνάγνωσιν τών διαφόρων άξιολόγων συγγραφέων ήθελαν διατρίψη τόν καιρόν αυτόν δεύτερον, ότι έκαστος αυτών είς μίαν έσπέραν χάνει 4 καί 5 χρυσίνους, μέ τούς όποιους τοιαϋτα πολύτιμα βιβλία ήμποροΰσε νά άγοράση, τά όποια ήθελαν ήσται χρήσιμα, όσον διά διατριβήν τού καιρού καί τερπνότητα καί στολισμόν του νοός, καί τόσον διά τήν διόρθωσιν τών ήθών καί έπομένως, είς τά άλλα γένη ήθέλασιν ήσται είς μεγαλλητέραν τιμήν, καί προσφιλέστεροι. Ω τί μεγάλη άνεσθησία! Τόσους χρυσίνους νά έξοδιάσωσι είς μίαν ή δύο ώρας δέν λυπούνται, άλλά 10 ή 15 οβολούς νά δώσωσι διά ενα άξιόλογον βιβλίον, άπό τού όποιου ήμποροΰσι νά μάθωσι είς όλην του τήν ζωήν,…”
ΠΗΓΗ: Φιούβες Ε. (1965). Ένα άγνωστο χειρόγραφο του Γεωργίου Ζαβίρα στη βιβλιοθήκη του Σαιντεντρέ της Ουγγαρίας: “θέματα όπου επαρεδίδεν ο Γεώργιος Ζαβίρας τω τότε μαθητή αυτού Κωνσταντίνο Εμμανουήλ”. Μακεδονικά, 6(1), 99–105. https://doi.org/10.12681/makedonika.461
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ






