Κλαυθμός Πελοποννήσου προς Ελλάδα (1716)

Διαβάσαμε πρόσφατα τους “φιλελεύθερους και εκσυχρονιστές” φωστήρες ιστορικούς του Γένους να μας κουνάνε το δάχτυλο για την λαϊκιστική και αφελή πρόσληψη του ’21 σήμερα, προειδοποιώντας ότι όποιος δυσφημεί παραδείγματος χάρη τον Μαυροκορδάτο για τον ρόλο του στην Επανάσταση και μετεπαναστατικά είναι δημαγωγός και λαϊκιστής (καθ.Χατζής στο protagon)…

Chrysoloras (@Alyunan00 X) – 28/05/2025

Διαβάσαμε πάλι άλλους να γενικολογούν για τη μη-ύπαρξη εθνικής συνείδησης…και την “ένταξη στο πρόγραμμα”(!!) της ελληνικής ιδέας στην διάρκεια της Επανάστασης…για μια υποτιθέμενη ελίτ που ξαφνικά ανακάλυψε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και τον χρησιμοποίησαν προς ίδιον όφελος…

Οι Έλληνες (αν θές Ρωμιοί ή Γραικοί ως συνώνυμα) δεν περίμεναν κανέναν Ελβετό φιλέλληνα Εϋνάρδο να τους μάθει τι είναι Ελλάδα (γνώστός ελληνοαμερικάνος ιστορικός που έγραψε σχετικό βιβλίο για την Επαναστάση πρόσφατα έφτασε στο σημείο να πει οτι ο Εϋνάρδος μίλησε πρώτη φορά για την Ελλάδα στον “Βενετσιάνο Ιταλόφωνο Giovanni Capo d’Istria” όταν αυτός βρέθηκε στην Ελβετία)…

Πως έβλεπε όμως ο “κοντοχωριανός” του “Giovanni” o Πέτρος Κατσαΐτης (γεν.περ.1660), ο Ληξουριώτης συγγραφέας και ποιητής το παρελθόν της πατρίδας του, στο έργο του “Κλαυθμός Πελοποννήσου προς Ελλάδα” που ολοκληρώθηκε το 1716, αφού είχε σκλαβωθεί για ένα χρόνο απο τους Τούρκους ύστερα απο τον Βενετοτουρκικό πόλεμο του 1715 που οδήγησε στον επανέλεγχο του Μωριά απο τους Τούρκους.

Στο ποίημα του, σε δημώδη γλώσσα ο Κατσαΐτης βάζει την Πελοπόννησο και την Ελλάδα να αναπολούν την αρχαία αίγλη των Ελλήνων του τόπου τους σε αντιπαραβολή με την σύγχρονή άθλιά τους κατάσταση:

“Τὶς συμφορὲς φοβοῦμαι καὶ τρομάζω
καὶ τὶς καλοτυχιὲς κι᾿ ἀναστενάζω·
καὶ ξάφτουσιν οἱ πρίκες κ᾿ οἱ φωτιές μου
στοχάζοντας τὶς πρῶτες βασιλειές μου,
θυμῶντας τοὺς καιροὺς τοὺς περασμένους
κ᾿ ἐτούτους τοὺς στερνοὺς τοὺς πικραμένους,
ὁπού ‘μαστε κ’ οἱ δυὸ κατοικημένες
ἀπὸ ἕνα γένος, κατακυριεμένες
ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες τοὺς ἐδικούς μας,
ποκάμναν δόξα τοῦ ὀνόματού μας,
καὶ ἤμαστεν ἀπ᾿ ὅλους δοξασμένες,
σ᾽ ὅλην τὴν οἰκουμένη φημισμένες.
Ἐγκώμια σοῦ ἐπλέκαν οἱ ἄλλοι τόποι
κ᾿ ἐλέγασι γιὰ σένα οἱ ἀνθρῶποι :
«῞Οστις εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν γεννᾶται
βάρβαρος καὶ ἀπάνθρωπος λογᾶται».
᾿Απὸ τὰ μπορεμένα τ᾿ ἄρματά μας,
ἀπὸ τὴ γνώση κι᾿ ἐκ τὰ γράμματά μας
νόμους μᾶς ἐζητοῦσαν γιἄλλοι τόποι,
θυσίες μᾶς ἐκάμναν οἱ ἀνθρῶποι
μὲ τσ᾽ ἀριστοκρατίες τὶς μεγάλες
ὁπού ἔχαμε κ᾿ οἱ δυό μας στὶς ἀγκάλες.
Τὴν πρώτη μας κατάσταση θυμοῦμαι,
τὴν ὕστερή μας κλαίγω καὶ θρηνοῦμαι.
Ποῦ ᾿ναι οἱ δόξες ; Ποῦ ᾿ν᾿ τὰ μεγαλεῖα ;
Ποῦ ᾿ναι τὰ πλούτη; Ποῦ ᾿ναι ἡ ἀνδρεία;
Ποῦ ‘ναι ἡ μάθησις καὶ ἡ σοφία;
Ποῦ ᾿ναι οἱ δύναμες κ᾿ ἡ πολιτεία;
Ποῦ ᾿ναι οἱ ἥρωες οἱ παλαιοί μας,
ἐκεῖνοι οἱ κατεχάμενοι ἔφοροί μας;
Ποῦ εἶναι οἱ ἑπτὰ καὶ ποῦ ᾿ν᾿ οἱ ἄλλοι,
τόσο στρατοπεδάρχοι σὰν δασκάλοι ;
Ποῦ ᾿ν᾿ τόσοι βασιλεῖς; Ποῦ ᾿ν᾿ τόσα πλούτη ὁπὀστολίζασι τὴν γῆν ἐτούτη ;
Ποῦ ᾿ναι οἱ περιβόητοι Ελλαδίτες,
πὀκαταχάλασαν τοὺς Τρωαδίτες;
Ποῦ ᾿ν᾿ τὰ φουσσᾶτὰ ἐκεῖνα τ᾿ ἀνδρωμένα,
ὁπού ‘τανε στὸν κόσμο ὀνομασμένα;
Τὰ πρῶτα μου παιδιὰ ἤθελα νὰ ᾿χη
κι᾿ ἂς μοῦ ἐκάμνασιν οἱ Τοῦρκοι μάχη
γιὰ νὰ ᾿χαν γδεῖ αὐτοὶ πῶς πολεμοῦσι,
πῶς κόβουν τ᾽ ἄρματα καὶ πῶς τουποῦσι.
Τοὺς πρώην Κορινθαίους να ᾿θελά ‘χει
‘ς τούτη τὴ συμφορὰ πού ‘χε μου λάχει
ἢ ποῦρι το᾽ ᾿Αργοναῦτες το᾿ ἀνδρωμένους,
ἀπὸ τὸν κόσμον ὅλον φημισμένους.
Να ‘χα τοὺς ᾿Αχαεῖς ἀπὸ τὴν Πάτρα,
τὰ δυνατὰ κι᾿ ἀνίκητα φουσσᾶτα.
Μὰ ποῦ ᾿ν᾿ οἱ ᾿Αχαεῖς, ποῦ ᾿ν᾿ οἱ ᾿Αρκάδοι,
π᾿ ἀλείφονταν στὸ πένταθλο μὲ λάδι;
Ποῦ ᾿ναι οἱ Λακεδαίμονες καὶ οἱ Μεσσάνοι
καὶ ποῦ ᾿ν᾿ οἱ περιβόητοι Σπαρτάνοι,
οἱ Λάκωνες καὶ τόσα ἄλλα γένη;
Τὸ ὄνομά τους μόνο μ᾿ ἀπομένει…”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 10   +   7   =