Ηλιοδώρου Αιθιοπικά: Η περιπέτεια δύο εραστών

του Αντώνη Νικοκλή

Ο πλήρης τίτλος, Ἡλιοδώρου: Αἰθιοπικὰ ἢ τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν. Το κατά την εκτίμηση των περισσότερων ερευνητών μεταγενέστερο από τα σωζόμενα αρχαία μυθιστορήματα (στην κατηγορία «ιδεώδες ελληνικό μυθιστόρημα» / όρος του Τόμας Χαιγκ) φαίνεται να γράφτηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., με εκτιμήσεις που το φέρνουν και έως το τέλος του 4ου. Φανερά επηρεασμένο από τη Δεύτερη Σοφιστική, κάτι που μαρτυρεί όχι μόνο η γλώσσα αλλά και η έντονα κλασικίζουσα λογιοσύνη του συγγραφέα. Γνωρίζουμε και για τον Ηλιόδωρο, όπως και για τους προηγούμενους μυθιστοριογράφους, ελάχιστα, και πάλι με σιγουριά μόνο ό,τι δηλώνει ο ίδιος, -εδώ στην κατακλείδα: «Τοιόνδε πέρας ἔσχε τὸ σύνταγμα τῶν περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν Αἰθιοπικῶν∙ ὃ συνέταξεν ἀνὴρ Φοῖνιξ Ἐμεσηνός, τῶν ἀφ’ Ἡλίου γένος, Θεοδοσίου παῖς Ἡλιόδωρος. / Έτσι έφτασε στο τέλος του το σύγγραμμα των Αιθιοπικών ή των Περί Θεαγένην και Χαρίκλειαν∙ το συνέγραψε ένας Φοίνικας Εμεσηνός, από το γένος του Ήλιου, ο γιος του Θεοδοσίου Ηλιόδωρος.» Και κατά το σχόλιο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη: «ο συγγραφέας μας είναι Έλληνας από τη συριακή πόλη Έμεσα, καταγόμενος από το ιερατικό γένος του Ήλιου –από όπου, πιθανώς, και το όνομά του.»
Αν το μυθιστόρημα του Χαρίτωνα αφήνει την εντύπωση της χάρης και της αθωότητας, του Ξενοφώντα μια – δυο εγκιβωτισμένες δυνατές ιστορίες, του Λόγγου τη μετρημένη οικονομία, του Τάτιου την οιστρήλατη άνιση αφήγηση, στα Αιθιοπικά έχουμε σχεδόν σε κάθε παράγραφο λόγιες αναφορές, κυρίως στον Όμηρο, γενικότερα στην κλασική γραμματεία και πολύ συχνά στο δράμα, οι εικόνες του διακρίνονται από θεατρικότητα, και κάθε τόσο παραπέμπουν στην τέχνη του θεάτρου με την υπόδειξη κιόλας του ίδιου του συγγραφέα. Αλλά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, και όπου αισθητά υπερέχει από τους άλλους, είναι στη σύνθεση της αφήγησης. In media res, δηλαδή ξεκινώντας από το μέσον του πραγματικού χρόνου, όπως και η Οδύσσεια, με πολλές αναδρομές, εναλλαγές από το γ’ στο α’ πρόσωπο αφήγησης, και σ’ αυτό κατά τον τρόπο του θαλασσινού έπους, αλλά και με ιδιοχαρακτηριστικό του, ένα πρόσωπο να συστήνεται ή να αφηγείται την προσωπική του ιστορία όχι με το που εμφανίζεται αλλά αφού το παρακολουθήσουμε για ένα διάστημα ενταγμένο στην κοινή δράση.
Ο Ηλιόδωρος, κυρίως για τη δυναμική σύνθεση, αλλά και για τις υπόλοιπες αρετές του, τις άρτιες περιγραφές, τη λογιοσύνη, τις ευφάνταστες περιπέτειες των εραστών του, τον εξωτισμό των εμπειριών τους, για πολλούς αιώνες θεωρούνταν ισάξιος του Ομήρου και του Βιργιλίου. Κανείς δε θα υπερασπιζόταν σήμερα μια τόσο υπερβολική εκτίμηση, όμως και δε θα αμφισβητούσε ότι υπήρξε από τους συγγραφείς που άσκησαν τη μεγαλύτερη επιρροή όχι μόνο στους μέσους χρόνους αλλά και στην αρχή των νεότερων, τον ανιχνεύουμε φέρ’ ειπείν στον Σαίξπηρ, στον Θερβάντες, στον Καλντερόν, στον Ρακίνα.
Εν τάχει η πλοκή (που είναι ιδιαίτερα πυκνή): ένα έκθετο βρέφος, το λευκό κοριτσάκι της μαύρης βασίλισσας της Αιθιοπίας, το περισυλλέγει και το ανατρέφει ως τα επτά του χρόνια ένας γυμνοσοφιστής, το παραδίδει ύστερα στον Έλληνα ιερέα του Απόλλωνα Χαρικλή -εξ ου και το όνομα Χαρίκλεια-, ο οποίος τη μεγαλώνει στους Δελφούς. Έφηβη και ως ιέρεια της Άρτεμης ερωτεύεται το συνομήλικό της Θεσσαλό Θεαγένη, τον επικεφαλής της πομπής των πενήντα εφήβων ιππέων για την εκατόμβη, την πλούσια θυσία, στο μνήμα του Νεοπτόλεμου, του γιου του Αχιλλέα, κι οι δυο τους υποκινημένοι από τον Καλάσιρη, τον ιερέα/ προφήτη της Ίσιδας, που ήρθε στους Δελφούς και με αποστολή από την Περσίννα, τη βασίλισσα και φυσική μητέρα της Χαρίκλειας, να την αναζητήσει, ξεκινούν για να επιστρέψουν στο βασίλειο της Αιθιοπίας, αλλά και εφεξής θ’ αρχίσουν οι τρομερές και ανεξέλεγκτες μεταστροφές της Τύχης. Πειρατές, ληστές, αντεραστές και αντεράστριες, όσοι θα εποφθαλμιούν την ομορφιά της Χαρίκλειας ή και του Θεαγένη, θα τους καταδιώκουν παντί τρόπω, κι οι δυο τους όμως ορκισμένοι να παραμείνουν ως τη νύχτα του γάμου τους αγνοί δε θα ενδίδουν, θα φυλακιστούν, θα συρθούν δούλοι, η Χαρίκλεια θα ριχτεί στην πυρά απ’ την αντίζηλό της Αρσάκη, την αδελφή του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά, κι όταν επιτέλους θα συλληφθούν αιχμάλωτοι από το στρατό της Αιθιοπίας, και μάλιστα από τον ίδιο το φυσικό πατέρα της Χαρίκλειας, το βασιλιά Υδάσπη, όμως και τότε θα χρειαστεί να φτάσουν ως τη Μερόη, την πρωτεύουσα της Αιθιοπίας, υποψήφια σφάγια στις επινίκιες θυσίες του στρατού, για να ζήσουν την τελευταία στιγμή το σωτήριο αναγνωρισμό αλλά και να αποκατασταθούν από το άκληρο βασιλικό ζεύγος και από το λαό των Αιθιόπων ως οι διάδοχοι του βασιλικού θρόνου.

Από την εξαιρετική και εδώ (όπως και στο μυθιστόρημα του Τάτιου) εισαγωγή του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, ένα απόσπασμα (σελ. 40-41): «Παρελθόν και παρόν συνείρονται ακατάπαυστα, όμως τα όσα γεγονότα εκτίθενται δεν συσσωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο, όπως λ.χ. τούτο γίνεται στα άλλα ΑΕΜ, και δεν οδηγούν σε κόπωση και επανάληψη. Αυτό σημαίνει ότι ο συγγραφέας (και μαζί του ο αναγνώστης) βιώνει τον χρόνο όχι ως μια συνεχή και φυσική εμπειρία, αλλά ως εμπειρία λογοτεχνική, δηλαδή ως εμπειρία που αναδιατάσσει και επιβάλλει η ανθρώπινη βούληση. Έτσι απώτατα γεγονότα βιώνονται (από τον αναγνώστη πρωτίστως) ως παρόντα και το παρόν αποκτά βάθος και διάρκεια. Ύστερα, όταν τελειώσουν οι μεγάλες ενδοδιηγήσεις, τα πράγματα μοιάζουν να βρίσκουν τον λογικό, φυσικό τους ρυθμό. Αυτό το φιλόδοξο και συνάμα λειτουργικό αφηγηματικό σχέδιο του Ηλιόδωρου δεν είναι μόνο διαφορετικό από το σχέδιο των υπόλοιπων ερωτικών συγγραφέων, αλλά και ολωσδιόλου νέο μέσα στην ιστορία της πεζογραφίας, για τούτο δίκαια προκάλεσε τον έπαινο των κριτικών, ήδη από την Αναγέννηση.» (ΑΕΜ: αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα)

Η πατριάρχης Φώτιος υμνεί τα “Αιθιοπικά”
(από άρθρο του Δημήτρη Καλαντζή)

Τα έργα των Ηλιόδωρου και Αχιλλέα Τάτιου ανήκουν στην κατηγορία του «ερωτικού μυθιστορήματος» που θεωρείται γνήσιο δημιούργημα της ελληνιστικής περιόδου. Πρόκειται για μία σύζευξη του έπους με την ελληνιστική ιστοριογραφία και πολλών στοιχείων της δραματικής ποίησης. Με τον επιδέξιο συγκερασμό ταξιδιών σε εξωτικές χώρες, συναρπαστικών περιπετειών του πρωταγωνιστικού ζευγαριού (που περνούσε πολλές δοκιμασίες μέχρι την τελική ένωση) και μεγάλων δόσεων εγκλημάτος, τα μυθιστορήματα αυτά ήταν ελκυστικά στους αναγνώστες, ακόμα και στο πλαίσιο του αυστηρού χριστιανικού περιβάλλοντος, αιώνες μετά τη συγγραφή τους. Άλλωστε κάποια μοτίβα του κοσμικού μυθιστορήματος, όπως ο ηθικός πειρασμός των ηρώων, η διαφύλαξη της παρθενίας και οι δοκιμασίες μέσα από ποικίλες αντιξοότητες, συγκαταλέγονταν στις “περιπέτειες ζωής” αρκετών αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, όπως προκύπτουν από τους Βίους τους.

Στα μυθιστορήματα των Ηλιόδωρου και Τάτιου παρατηρούνται τα εξής κοινά στερεότυπα στην πλοκή: α) αποχωρισμός των ερωτευμένων και, μετά από πολλές περιπέτειες, επανένωσή τους, β) απρόβλεπτοι κίνδυνοι, γ) δοκιμασία της αφοσίωσης του ζευγαριού από ερωτικές προτάσεις τρίτων, δ) μακρινά ταξίδια και εξωτικοί χώροι δράσης που δίνουν την αφορμή για περιγραφή αξιοπερίεργων ηθών και καταστάσεων, ε) χρησμοί και όνειρα προωθούν τη δράση, ζ) δηλητηρίαση, αυτοκτονία ή εικονικός θάνατος, στ) ο Έρως ως τύραννος και η) η τύχη ως παντοδύναμη, συχνά δυσμενής δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι γνωστά στον Φώτιο και για αυτό η πρώτη παρατήρησή του για το Αιθιοπικόν του Ηλιόδωρου ήταν ότι ο συγγραφέας χειρίζεται τη δραματική του ιστορία «με το ύφος που της αρμόζει». Ξεχειλίζει απλότητα και γλυκύτατα, σημειώνει ο Φώτιος για τον Ηλιόδωρο και τον δικαιολογεί ακόμα για τη χρήση υπερβολικών λέξεων με μεταφορική σημασία αφού αυτές «είναι σαφείς και με ενάργεια δηλώνουν το προκείμενο θέμα». Σημειώνει ότι οι περίοδοί του είναι «ευσύνοπτες» και η συντακτική δομή κατάλληλη για τη διήγηση. Άλλωστε από την αρχή έχει σημειώσει ότι δεν πρόκειται για πραγματεία ή φιλοσοφικό έργο αλλά για μία «δραματική ιστορία», μία φιλολογική ταξινόμηση που είχε αφετηρία το θέατρο (δράμα) για να μεταφερθεί στο μυθιστόρημα. Μετά την παράθεση των θετικών λογοτεχνικών του παρατηρήσεων, ο Φώτιος περνά στην ηθική αξιολόγηση της υπόθεσης του έργου τονίζοντας ότι ο «αγνός έρωτας» του ζευγαριού διέπεται από τον «πόθο για σωφροσύνη» και οι περιπέτειές τους δεν εμποδίζουν την «τήρηση της αγνότητας». Είναι παραπάνω από σαφές ότι ο Φώτιος εγκρίνει την ανάγνωση του έργου και λογοτεχνικά αλλά και ηθικά. Το βρίσκει συμβατό με τις χριστιανικές αξίες. Παραβλέπει ακόμα και τα στοιχεία μαγείας και τους ιερείς της παγανιστικής θρησκείας που πάντως περιλαμβάνει στην σύνοψη του έργου καθώς δεν είναι πλέον απειλή για την εποχή του (η “εθνική” θρησκεία έχει σβήσει αιώνες πριν). Προς επίρρωση της θετικής άποψης που εκφράζει για το έργο, ο Φώτιος σημειώνει ένα εξαιρετικά αμφισβητήσιμο στοιχείο για τον συγγραφέα: «λένε ότι (ο Ηλιόδωρος) ανέλαβε στη συνέχεια και επισκοπικό αξίωμα»… Με το στοιχείο αυτό ο πατριάρχης «νομιμοποιεί», αν όχι προτείνει, την ανάγνωση του έργου.

Το έργο του Αχιλλέα Τάτιου Περί Λευκίππην και Κλειτοφώντα έχει άνιση αντιμετώπιση από τον Φώτιο. Στο πρώτο μέρος της υφολογικής του αποτίμησης, ο Φώτιος δεν φείδεται ενθουσιωδών παρατηρήσεων, όπως ότι ο συγγραφέας «διαπρέπει» στη γλώσσα και στη σύνταξη του λόγου, ότι είναι «δεόντως ευκρινής», οι μεταφορές του είναι στη «σωστή θέση», οι περίοδοί του είναι «περιεκτικές», «σαφείς», «ευχάριστες» και θελκτικές για τον αναγνώστη. Στο δεύτερο όμως μέρος, της ηθικής αποτίμησης του έργου, ο Φώτιος είναι αυστηρά καταδικαστικός. Κάνει λόγο για υπερβολική «αισχρότητα και ανηθικότητα των νοημάτων» που καθιστούν «αποκρουστική και πράγμα προς αποφυγήν» την ανάγνωση. Παρότι αναγνωρίζει ομοιότητες (τα στερεότυπα που σημειώσαμε νωρίτερα) με τις δραματικές ιστορίες του Ηλιόδωρου, καταλήγει ότι πρόκειται για ένα κείμενο οικτρής αισχρότητας που προφανώς δεν συστήνει στο κοινό. Ο Αχιλλέας Τάτιος λοιπόν, απορρίπτεται λόγω έλλειψης σεμνότητας, ενώ ο Ηλιόδωρος εγκρίνεται αφού στο μυθιστόρημά του προβάλλει τη σεξουαλική αυτοκυριαρχία και τη διαφύλαξη της παρθενίας. Θα πρέπει ασφαλώς να αναγνωρίσουμε στον Φώτιο ότι, παρά την καταδίκη του Τάτιου για το ηθικό σκέλος του έργου του, στέκεται ως δίκαιος και αμερόληπτος «φιλόλογος» στην λογοτεχνική αποτίμησή του και δεν προσπαθεί να υποβαθμίσει την αξία του, όπως θα μπορούσε να κάνει κάποιος κοντόφθαλμος, φανατικός ιερωμένος του μεσαίωνα. Είναι ένα στοιχείο που εντάσσει τον Φώτιο και την Βιβλιοθήκη του στην “πολιτισμική αναγέννηση” του ενάτου αιώνα.

Η σημασία των “Αιθιοπικών” για την ιστορία της Λογοτεχνίας
(από τη Βικιπαίδεια)

Τα Αἰθιοπικὰ ἢ τὰ περὶ Θεαγένην καὶ Χαρίκλειαν μεταφράστηκαν στα λατινικά, στις τότε νεογέννητες ευρωπαϊκές γλώσσες και ο Θερβάντες τα αναφέρει σαν πρότυπο. Απόσπασμά τους αναφέρεται από τον Σαίξπηρ στη “Δωδεκάτη νύχτα”, από τον Ραμπελέ στον “Γαργαντούα” ενώ ο Ρακίνας αντλεί έμπνευση από αυτά. Πάρα πολλοί δραματουργοί προσπάθησαν να το δραματοποιήσουν ολόκληρο ή ανά επεισόδια. Τον 17ο αιώνα στη Γερμανία ανέβηκαν έξι “Αιθιοπικά δράματα”, στη Γαλλία και στην Αγγλία θεατρικές διασκευές και στην Ισπανία έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές ένα τρίπρακτο δράμα βασισμένο σε αυτά. Συνθέτες της όπερας, όπως ο Τζιουζέπε Βέρντι, πεζογράφοι αλλά και εικαστικοί εμπνεύστηκαν από τα Αιθιοπικά

Η εντύπωση των “Αιθιοπικών” στο Βυζάντιο και στον Κοράη
(της Μαίρης Παπαγιαννίδου, από το Βήμα)

Τι εντύπωση έκανε, λοιπόν, ο Ηλιόδωρος στους συγχρόνους του και στους κατοπινούς αναγνώστες του στο Βυζάντιο; Ο πρώτος συγγραφέας που τον αναφέρει είναι ο κωνσταντινουπολίτης νομικός Σωκράτης (c. 380 – c. 450), ο οποίος μας πληροφορεί ότι ο Ηλιόδωρος συνέγραψε τα «Αιθιοπικά» νέος και ύστερα έγινε χριστιανός και μάλιστα επίσκοπος Τρίκκης (των σημερινών Τρικάλων της Θεσσαλίας). Ως επίσκοπος, μάλιστα, εισηγήθηκε ένα νέο «έθος», την αγαμία των κληρικών! Οπως γράφει και ο Κοραής αργότερα, καθώς εξετάζει αν αληθεύει η παράδοση ότι ζητήθηκε από τον Ηλιόδωρο ή να κάψει το νεανικό ερωτικό σύγγραμμά του ή να παραιτηθεί της Επισκοπής, είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι ήθελαν «να εκβάλωσι της επισκοπής άνδρα τόσον σεμνόν τα ήθη, ώστε υπερέβη, να είπω ούτω, και αυτά της σωφροσύνης τα όρια. Διότι, καθώς ομοφώνως λέγουν ο Σωκράτης και ο Νικηφόρος, ο Ηλιόδωρος εχρημάτισεν αρχηγός εις την Θεσσαλίαν του έθους να καθαιρώνται όσοι Κληρικοί εφύλασσον τας γυναίκας με τας οποίας νομίμως ήσαν ενωμένοι. (…) Επειτα, αν ο Ηλιόδωρος εκρίθη ανάξιος της επισκοπής διά το σύγγραμμά του, διά τι τον εχειροτόνησαν επίσκοπον;».

Παρ’ ότι θεοκρατούμενο και συντηρητικό [ασχολίαστο – Cognosco Team], το Βυζάντιο δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό της ανάγνωσης των «Αιθιοπικών». Ως και φιλολογικοί καβγάδες και αντεγκλήσεις σημειώθηκαν για το αν το έργο ήταν αρκούντως ηθικό ή όχι. Προκειμένου μάλιστα να πραϋνθούν οι σεμνότυφοι αναγνώστες, χρειάστηκε να αναλάβουν πολλοί ­ άνθρωποι υπεράνω υποψίας ­ την υπεράσπιση του έργου. Πάντως, είτε το απέρριπταν είτε το εξυμνούσαν, σημασία έχει ότι το διάβαζαν μετά μανίας. Από νωρίς άρχισαν να κυκλοφορούν και περιλήψεις του, για μια γρήγορη επαφή με την υπόθεση. Ο πρώτος, φέρ’ ειπείν, που συνθέτει «Υπόθεσιν» του μυθιστορήματος είναι ο πατριάρχης Φώτιος, η οποία όμως είναι κατά τη γνώμη του Κοραή «πολλά συγκεχυμένη και αναξία (να είπω την αλήθειαν) τοιούτου κριτικού ανδρός…», οπότε ο Κοραής αναγκάζεται να συντάξει νέα «υπόθεσιν» του έργου, «εάν όχι τεχνικωτέραν, διεξοδικωτέραν όμως παρά τας προτέρας, ίσως δε και σαφεστέραν». Ο τελευταίος που συντάσσει «υπόθεσιν» είναι προφανώς ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, ο οποίος παραφράζει την ­ ομολογουμένως κατατοπιστική ­ παράφραση του Κοραή. Κανένας από τους παραπάνω δεν ακολουθεί τα γενόμενα σύμφωνα με τη σειρά με την οποία τα αφηγείται ο Ηλιόδωρος, αλλά όλοι τα εκθέτουν κατά τη φυσική χρονική τους τάξη. Διότι ο Ηλιόδωρος επιλέγει έναν μάλλον αιφνίδιο τρόπο για να ξεκινήσει το μυθιστόρημά του, in medias res, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους συγγραφείς του ΑΕΜ, ακολουθώντας το πρότυπο της «Οδύσσειας».

Τελικά, παρά τα εμπόδια που ορθώθηκαν ενδιαμέσως, τα «Αιθιοπικά» έγιναν εξαιρετικά δημοφιλή από νωρίς. Το έργο ήταν ό,τι έπρεπε για την ψυχαγωγία των πρώτων χριστιανών: είχε περιπέτεια, εξωτικά ταξίδια, ερωτικές συνευρέσεις και «δραματικά» στοιχεία, με αποτέλεσμα να εκτοπιστεί σχεδόν το ζωντανό θέατρο. «Πόσο η ψυχαγωγία αυτή», γράφει ο Γιατρομανωλάκης, «ανταποκρίνεται στο «γούστο του χριστιανού αναγνώστη» φαίνεται και από το γεγονός ότι τρία από τα μυθιστορηματικά στοιχεία που περιέχονται στα Απόκρυφα Ευαγγέλια και στις Απόκρυφες Πράξεις των Αποστόλων είναι στοιχεία του ΑΕΜ: δηλαδή, η περιπλάνηση, το τερατολογικό και το ερωτικό στοιχείο. Αρκεί να μετατοπισθούν τα μοτίβα αυτά μέσα σε μια θρησκευτική ιστορία και όλα γίνονται αποδεκτά. Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο Beck, το Βυζάντιο κατέχει καλά την τέχνη της συγκάλυψης». Ετσι, σύμφωνα με τον πατριάρχη Φώτιο, η κύρια ηθική αξία του έργου είναι η σωφροσύνη, ενώ ο Φίλιππος ο Φιλάγαθος, επίσκοπος Καλαβρίας, γράφει τον 12ο αιώνα: «Η ιστορία βοά (και μόνο που δεν φωνάζουν τα γράμματα) ότι εάν κανείς περιφρονεί τη δικαιοσύνη, δεν σέβεται τον πλούτο των άλλων και ενοχλεί κάποια παρθένα, θα του συμβούν τα δυστυχήματα του Τραχίνου, του Πελώρου και των Βουκόλων…». Σίγουρα, μια τέτοιου είδους ανάγνωση μπορεί να εξιδανικεύσει όλα τα θύραθεν κείμενα.

Αλλά και η τεχνική του έργου επαινέθηκε από τους πρώτους αιώνες στο Βυζάντιο, παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι λόγιοι, κυρίως στη Δύση, ήταν εξαιρετικά απρόθυμοι να αναγνωρίσουν στον Ηλιόδωρο τις αρετές ενός συγγραφέα εφάμιλλου των κλασικών. Αυτός που πρώτος εξαίρει την αφηγηματική τεχνική του Ηλιοδώρου είναι ο πολυσχιδής Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος γράφει σε ένα εκτενές δοκίμιό του για το έργο ότι «το ξεκίνημα της συγγραφής μοιάζει με τους κουλουριασμένους όφεις. Τα φίδια κρύβουν συνήθως την κεφαλή τους μέσα στη σπείρα και προβάλλουν προς τα έξω το υπόλοιπο σώμα». Ο Κοραής, αιώνες αργότερα, θα συμφωνήσει με τις υφολογικές παρατηρήσεις του Ψελλού και θα προσθέσει ότι η τέχνη των «Αιθιοπικών» είναι ανάλογη με την κατασκευή των δραματικών ποιημάτων, όπως αυτή ορίζεται από τον Αριστοτέλη.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Αποσπάσματα
Αἰθιοπικὰ 1, 1, 1 – 1, 2, 6
Αἰθιοπικὰ 6, 14, 2-7

ΚΟΡΑΤΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ [Β’] Ό παραφραστής των Αίθιοπικών του ‘Ηλιόδωρου (1843)
Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ , 24 (2003), EMM. Ν. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ

Ηλιόδωρος «Αιθιοπικά» Βιβλίο 1ο (ενότητα 2η), ως παράλληλο για τον Κρητικό

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.