Κύριλλος Λούκαρις: Πνευματική εξέλιξη και μεταρρύθμιση

Του Μιχάλη Ρέττου*

Ο Κωνσταντίνος Λούκαρις, ο οποίος όταν έγινε μοναχός πήρε το όνομα Κύριλλος, γεννήθηκε στον -υπό βενετική κυριαρχία- Χάνδακα το 1570. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και καταγόταν από γνωστή οικογένεια, ενώ θείος του ήταν, μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του ορθόδοξου κλήρου της εποχής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς.[1]

Με τη μέριμνα του τελευταίου σπούδασε στη Βενετία, δίπλα στον Μάξιμο Μαργούνιο[2], την ελληνική, τη λατινική και την ιταλική γλώσσα και θεολογία[3]. Στη συνέχεια, από το 1589, φοίτησε για έξι χρόνια στο πανεπιστήμιο της Padova, παρακολουθώντας μαθήματα φιλοσοφίας και θεολογίας από τους Francis Piccolomini, Cesare Cremonini, Paolo Sarpi.[4]

Μόλις τελείωσε τις σπουδές του, ο Λούκαρις έγινε, το 1592, πρωτοσύγκελος του πατριαρχείου Αλεξανδρείας και ο Πηγάς, στη συνέχεια, τον έστειλε έξαρχο στην Πολωνία για να αποτρέψει τη διαφαινόμενη ένωση των Ουκρανών (Ρουθήνων) με τη Ρώμη, η οποία επικυρώθηκε με την Ένωση της Βρέστης το 1596.[5] Στις διαπραγματεύσεις και τις συζητήσεις του με εκπροσώπους του καθολικισμού, κατά την εν λόγω περίοδο, ο Λούκαρις υπερασπιζόταν τα παραδοσιακά επιχειρήματα της ορθοδοξίας όντας γαλουχημένος με τις  αυθεντικές παραδόσεις της ανατολικής εκκλησίας.[6] Τεκμήριο της στάσης του αυτής αποτελεί μία επιστολή του προς τον επίσκοπο Λεμβέργης Solikowski, στην οποία ο Λούκαρις αναφέρθηκε στις δογματικές διαφορές που χωρίζουν την ορθοδοξία από τον προτεσταντισμό.[7]

Μετά τον θάνατο του θείου του Μελετίου Πηγά (1601), ο Λούκαρις έγινε πατριάρχης Αλεξανδρείας, σε ηλικία μόλις 30 ετών.[8] Ο ίδιος βρισκόταν συνεχώς σε επαφή με τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία και θεολογία αλλά και με προτεστάντες λογίους, ήδη από τον καιρό που ήταν στην Ιταλία. Μέχρι και τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 1600 παρέμενε αυστηρά προσηλωμένος στα παραδοσιακά δόγματα της ορθόδοξης πίστης.

Όμως, η δράση των καθολικών μισσιονάριων στον ελληνικό χώρο τον οδηγούσε σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση απέναντι στους νεωτερισμούς της λειτουργικής και των εθίμων της ρωμαϊκής εκκλησίας. Έτσι, ως ανάχωμα στην επέλαση του καθολικισμού, άρχισε να χρησιμοποιεί κάποια από τα αντιλατινικά επιχειρήματα του καλβινισμού. Αυτό το υπόβαθρο αποτέλεσε το κατάλληλο έδαφος για την μετέπειτα πρόσληψη των μεταρρυθμιστικών ιδεών.[9] Ο Λούκαρις, σταδιακά, είδε τη διδασκαλία του Καλβίνου ως μέσο αποκάθαρσης της ορθόδοξης πίστης από ρωμαϊκές διαστρεβλώσεις.

Η δράση των καθολικών μισσιονάριων στην οθωμανική αυτοκρατορία έχει τις καταβολές της στον προνομιακό εμπορικό και πολιτικό ρόλο που απέκτησε η Γαλλία στη νοτιοανατολική μεσόγειο, μετά τη συνθήκη του 1535, μεταξύ του Φραγκίσκου Α΄ και του Σουλεϊμάν Α΄, όπου αναγνωρίστηκε επιπλέον το δικαίωμα στη Γαλλία να προστατεύει τους υπηκόους της στα οθωμανικά εδάφη.[10]

Η πρώτη αποστολή ιησουίτικων ταγμάτων στην Κωνσταντινούπολη πραγματοποιήθηκε το 1583, με δεύτερη αυτή του 1609. Τότε, οι ιησουίτες αντιμετώπισαν τη δυσμένεια των Τούρκων, όμως ο Γάλλος πρεσβευτής Baron de Salignac (1606-1610) απεσόβησε την αποπομπή τους, ενώ ο φιλενωτικός πατριάρχης Νεόφυτος Β΄ έδειξε φιλικά αισθήματα απέναντί τους.[11] Οι ιησουίτες επικεντρώνονταν διαχρονικά σε προσηλυτιστικό έργο και στον στόχο της ανάδειξης φιλενωτικών πατριαρχών, με απώτερο σκοπό την ένωση των δύο εκκλησιών, δεδομένα που πυροδότησαν σταδιακά την έντονη αντίδραση του ορθοδόξου κλήρου.[12]

Παράλληλη δράση με τους ιησουίτες -οι οποίοι εγκαταστάθηκαν, εκτός από την Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη (1623) και σε νησιά όπως η Νάξος (1627)- είχαν, από τη δεκαετία του 1620, οι καπουτσίνοι και οι φραγκισκανοί, ιδιαίτερα στον νησιώτικο χώρο.[13] Μάλιστα, από το 1604, η Γαλλία, μετά από νέες διομολογήσεις του Ερρίκου Δ΄ με την Πύλη, απέκτησε επίσημα το δικαίωμα προστασίας των καθολικών στον οθωμανικό χώρο. Με την ίδια συμφωνία, ο καθολικός ναός του Αγίου Βενεδίκτου στην Κωνσταντινούπολη περιήλθε στους ιησουίτες και αυτός του Αγίου Γεωργίου στους καπουτσίνους. Επιπλέον, δόθηκε δικαίωμα στους μισσιονάριους να κηρύττουν ελεύθερα και να κατηχούν παιδιά Χριστιανών, χωρίς κεφαλικό ή άλλους φόρους.[14] Η πολιτική προστασίας της Γαλλίας αποσκοπούσε στην αναβάθμιση του ρόλου της στη νοτιοανατολική μεσόγειο, επιδιώκοντας να αποτελέσει το γεωπολιτικό αντίβαρο των Αψβούργων και να καρπωθεί σημαντικό μερίδιο από μία ενδεχόμενη κατάρρευση της εξουσίας των σουλτάνων στην Ευρώπη.[15]

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πιέσεων από την καθολική εκκλησία, ο Λούκαρις ενέτεινε τον διάλογο μεταξύ ορθοδοξίας και προτεσταντισμού· έναν διάλογο που είχε ήδη ξεκινήσει από τον 16ο αιώνα, δεδομένου ότι οι προτεστάντες εξ υπαρχής αναγνώριζαν ότι η ορθόδοξη εκκλησία, ως αρχαιότερη, ήταν πιο κοντά στο πνεύμα της Καινής Διαθήκης, ενώ η υποδοχή της μεταρρύθμισης από εκπροσώπους της ορθοδοξίας, μετά τα μέσα του 16ου, δεν ήταν πάντα αρνητική.[16]

Ο Λούκαρις, όπως φαίνεται στην αλληλογραφία του με τον Ολλανδό κρατικό σύμβουλο των Κάτω Χωρών David de Wilhem le Leu, είχε, από το 1618, απομακρυνθεί από παραδοσιακές θέσεις της ορθοδοξίας· είχε βαθύτατα επηρεαστεί από καλβινιστικές αρχές, όπως αυτή του αποκλειστικού προσανατολισμού στην Αγία Γραφή, της θεώρησης της λατρείας των εικόνων ως έκφρασης δεισιδαιμονίας και ειδωλολατρικού καταλοίπου και της αμφισβήτησης της μεσολαβητικής και θαυματουργικής παρέμβασης των αγίων. Ωστόσο, διατηρούσε τις επιφυλάξεις του για το καλβινιστικό δόγμα του προκαθορισμού (ή απολύτου προορισμού[17]), ενώ σε ζητήματα νηστείας και εκκλησιαστικών – τελετουργικών εθίμων διατηρούσε την ορθόδοξη πρακτική και ερμηνεία.[18]

Έτσι, με την ανάληψη του πατριαρχικού θώκου της Κωνσταντινούπολης από τον ίδιο, τον Νοέμβριο του 1620, κατέβαλε προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση της ορθόδοξης εκκλησίας, αποδεχόμενος καλβινιστικές θέσεις, οι οποίες ταυτίστηκαν με την «αληθινή» ορθοδοξία. Ποιο ήταν, όμως, το μεταρρυθμιστικό πλάνο του Κυρίλλου Λουκάρεως και πως επιχείρησε να το εφαρμόσει;

Καταρχάς, η μεταρρύθμιση για τον Λούκαρι δεν αποτελούσε μία καινοτομία αλλά ένα μέσο αποκάθαρσης της «αληθινά» ορθόδοξης πίστης από τις ρωμαϊκές διαστρεβλώσεις. Το μεταρρυθμιστικό σχέδιο περιλάμβανε, πρώτα και κύρια, την απόκρουση της επέλασης του καθολικισμού και των επιρροών της Ρώμης. Ο Λούκαρις έβλεπε στο ενδεχόμενο ένωσης με τη Ρώμη την κατάλυση της θεσμικής αυτοτέλειας της ορθοδοξίας και τη νόθευση των δογμάτων και των παραδόσεων της από παπικούς νεωτερισμούς.

Σε αυτό το περιβάλλον, θεμελιοκρατικές ιδέες του προτεσταντισμού εκλαμβάνονται ως ορθόδοξες (δεδομένου ότι την ορθοδοξία των ιδεών τους και τη συνάφειά τους με τις πρωτογενείς και μη διαστρεβλωμένες χριστιανικές παραδοχές διεκδικούσαν και οι ίδιοι οι προτεστάντες). Έτσι, ο καλβινισμός προσλαμβάνεται από τον Λούκαρι ως ορθοδοξία και αποτελεί μέσο για τη «θεραπεία» του δόγματος, το οποίο είχε «νοσήσει» από τη χρόνια διείσδυση του καθολικισμού μέσα σε ένα περιβάλλον αμάθειας στο οποίο είχε βυθιστεί ο ορθόδοξος κλήρος.[19]

Μία άλλη, εξίσου σημαντική, πτυχή του μεταρρυθμιστικού σχεδίου του πατριάρχη Κυρίλλου Α΄ ήταν ο εκσυγχρονισμός των μέσων για την πραγμάτωση των παραπάνω σκοπών, δηλαδή για την απόκρουση της καθολικής επιρροής και επιβολής. Σε αυτό το πλαίσιο εκσυγχρονισμού των μέσων εντάσσεται η προσπάθεια εγκατάστασης ενός ελληνικού τυπογραφείου στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μην αποτελεί η Ιταλία και η Ρώμη την μοναδική πηγή τροφοδοσίας ελληνικών θρησκευτικών βιβλίων στον οθωμανικό χώρο·[20] ταυτόχρονα, η μετάφραση της Καινής Διαθήκης σε απλή γλώσσα (η οποία ολοκληρώθηκε το 1632 αλλά εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Λούκαρι, το 1645), η  προσπάθεια σύνταξης κατήχησης στη δημώδη γλώσσα και ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων[21] και η αναδιοργάνωση της πατριαρχικής ακαδημίας το 1825 (την οποία ανέθεσε στον Θεόφιλο Κορυδαλέα[22]) θα αποτελούσαν μέσα ανάσχεσης της παρέμβασης της Ρώμης στα εσωτερικά της ορθόδοξης εκκλησίας.

Ο εκσυγχρονισμός των μέσων, εν τέλει, στο πλαίσιο της απόπειρας μεταρρύθμισης της ορθόδοξης εκκλησίας, ήταν συνδεδεμένος με σύγχρονες μεθόδους ιεραποστολικής δράσης που εγκαινιάστηκαν από τον πατριάρχη ως αποτέλεσμα μίμησης των ετερόδοξων καθολικών και προτεσταντικών πρακτικών.[23] Η εκσυγχρονιστική αυτή προσπάθεια του Κυρίλλου Λουκάρεως, ωστόσο, τίθεται σε μία αμιγώς θρησκευτική οριοθέτηση, χωρίς να περιλαμβάνει την ενσωμάτωση ουμανιστικών χαρακτηριστικών κλασικής παιδείας.[24]

Ο Λούκαρις, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, για την πραγμάτωση των ανωτέρω σχεδίων, προσπάθησε να καταστήσει το οικουμενικό πατριαρχείο παράγοντα άσκησης επιρροής στην εξωτερική πολιτική της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η ιστορική συγκυρία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη: στην Ευρώπη μαίνεται ο Τριαντακονταετής Πόλεμος (1618-1648), όπου η διαπάλη ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών εκτυλίσσεται στα πεδία των αιματηρών μαχών.

Ο Λούκαρις, με διαπραγματεύσεις και διπλωματικές ενέργειες, καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής του στον πατριαρχικό θρόνο, προσπάθησε (σε δύο χρονικές φάσεις: 1620-1623 και 1629-1635) να ωθήσει την οθωμανική αυτοκρατορία σε συνεννόηση με τη Ρωσία, τη Σουηδία και την Τρανσυλβανία, ώστε οι δυνάμεις αυτές να κινηθούν από κοινού πολεμικά εναντίον της Πολωνίας· μεγάλης καθολικής δύναμης στην ανατολική Ευρώπη, όπου οι ορθόδοξοι είχαν υπαχθεί στην καθολική εκκλησία με την Ένωση της Βρέστης. Στόχος αυτού του μεγαλόπνοου σχεδίου εξωτερικής πολιτικής ήταν η ακύρωση της ένωσης, με τη διάσπαση της Πολωνίας, και, συνακόλουθα, η πολιτική αποδυνάμωση της καθολικής Ευρώπης, στη βάση της εσφαλμένης παραδοχής ότι τα καθολικά κράτη αποτελούσαν μία ενιαία συμμαχία, υπό την καθοδήγηση του Βατικανού, που επεδίωκαν την παγκόσμια κυριαρχία.[25] Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ο Λούκαρις έφτασε δύο φορές κοντά στον στόχο της σύστασης της προαναφερθείσης συμμαχίας, τα ιδιαίτερα συμφέροντα των εχθρών της Πολωνίας απέκλιναν αρκετά για να ευοδωθεί η τελική πραγμάτωση της.[26]

Για την πραγματοποίηση των μεταρρυθμιστικών και πολιτικών του σχεδίων, ο Λούκαρις, εξαρχής, στηρίχθηκε στην υλική και διπλωματική βοήθεια των προτεσταντικών κρατών και , συγκεκριμένα, στους πρεσβευτές των Κάτω Χωρών και της Αγγλίας στην Πύλη, Cornelis Haga και Sir Thomas Roe αντίστοιχα. Αντίπαλοι του πατριάρχη ήταν οι πρεσβευτές της Γαλλίας (Cesy, Marcheville) και του αυτοκράτορα (Schmid), καθώς, επίσης, οι καθολικοί μισσιονάριοι και το Βατικανό, το οποίο ήταν από την πρώτη στιγμή ενήμερο για τις καλβινιστικές τάσεις του πατριάρχη και -μέσω του συμβουλίου προπαγάνδας- συντόνιζε τις κινήσεις για τη «συμμόρφωση» ή την αντικατάστασή του από φίλα προσκείμενους στη Ρώμη κληρικούς της ανατολικής εκκλησίας.

Ο Λούκαρις, κατά την πρώτη δεκαετία της θητείας του, ήλεγχε απολύτως την κατάσταση και κατάφερνε να επιβληθεί των αντιπάλων του, άλλοτε με διπλωματικούς ελιγμούς και τακτικές καθησυχασμού των εκπροσώπων του καθολικισμού[27] και άλλοτε με τη βοήθεια των ισχυρών συμμάχων του, στους οποίους συγκατελέγετο και η Βενετία, που τα συμφέροντά της έρχονταν σε αντίθεση με τις αξιώσεις του Βατικανού και της Γαλλίας.[28] Από την ανάληψη του πατριαρχικού θρόνου το 1620 μέχρι και τον απαγχονισμό του το 1638, κανείς δεν μπόρεσε να εδραιώσει τη θέση του εναντίον του, αν και οι αντίπαλοί του τον καθαίρεσαν πέντε φορές, για μικρό χρονικό διάστημα με ραδιουργίες και δωροδοκίες· ωστόσο, πάντοτε οι προστάτες του πατριάρχη πλήρωναν το αντίτιμο για να τον επαναφέρουν. Ο Κύριλλος Α΄ εκμεταλλεύτηκε, επίσης, για σημαντικό χρονικό διάστημα, τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των αντιπάλων του, που οφείλονταν κυρίως στον ανταγωνισμό της Γαλλίας και του αυτοκράτορα σχετικά με τον έλεγχο των προσκυνημάτων της Παλαιστίνης.[29]

Το σημείο τομής στη δράση του πατριάρχη αποτέλεσε η έκδοση της Ομολογίας Πίστεως του 1629, η οποία αποτέλεσε μια επιθετική προβολή των καλβινιστικών ιδεών του. Από εκείνο το σημείο και μετά οι αντίπαλοί του, χωρίς αυταπάτες πλέον για τις αντιλήψεις και τις προθέσεις του Λουκάρεως, συσπειρώθηκαν εναντίον του και κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για τελική του εξόντωση. Η Ομολογία του πατριάρχη αποτέλεσε αντικείμενο προπαγανδιστικής εκστρατείας, τόσο από την προτεσταντική όσο και από την ρωμαιοκαθολική πλευρά· με την επίκλησή της, οι μεν προτεστάντες διακήρυτταν την ταύτιση της μεταρρύθμισης με την πατερική ορθόδοξη παράδοση, οι δε καθολικοί προσπαθούσαν με μεγαλύτερο ζήλο να στρέψουν τους ορθοδόξους στην αγκαλιά της Ρώμης, αφού -μετά την Ομολογία– αυτή μόνο έσωζε πλέον την αληθινή πίστη.[30]

Ο Λούκαρις, από τη μεριά του, συνειδητά επέλεξε τον τίτλο, ώστε οι διδασκαλία του Καλβίνου να ταυτιστεί με την παλαιοχριστιανική παράδοση, η οποία, σύμφωνα με την αντίληψή του, είχε αλλοιωθεί εξαιτίας των παπικών νεωτερισμών και της δεισιδαιμονίας.[31] Η ένταση αυτή μεταφέρθηκε μέσα στους κόλπους της ίδιας της ορθόδοξης εκκλησίας, όπου ο πατριάρχης άρχισε να χάνει μέρος των παλαιών υποστηρικτών του και να αποδυναμώνεται, την ίδια στιγμή που οι φανατικοί πολέμιοί του, με προεξάρχοντα τον φιλενωτικό διάδοχό του Κύριλλο Κονταρή, σχεδίαζαν την τελική του εξόντωση. Ο Κονταρής ήταν και ο ηθικός αυτουργός της θανατικής καταδίκης του Λουκάρεως, αφού διέδωσε στους Οθωμανούς την κατηγορία ότι καθοδήγησε τους Κοζάκους στην κατάληψη του Αζόφ.[32]

Εν τέλει, μετά από αυτή τη μακρά πορεία αγώνων και προσπαθειών οι μεγαλόπνοοι πολιτικοί και μεταρρυθμιστικοί στόχοι του πατριάρχη δεν επετεύχθησαν. Η δράση των καθολικών μισσιονάριων αυξήθηκε μετά τον θάνατό του, ενώ ο εκσυγχρονισμός των μέσων που επιχείρησε δεν οδήγησε σε μόνιμα επιτεύγματα, αν λάβουμε υπόψη την τύχη του τυπογραφείου -που θα δούμε στη συνέχεια- και την πολύ περιορισμένη διάδοση της μετάφρασης της Καινής Διαθήκης.[33] Ωστόσο, ο Λούκαρις, με την καλβινιστική του Ομολογία, οδήγησε την Ορθόδοξη εκκλησία να πάρει, επίσημα, σαφείς αποστάσεις απέναντι στη μεταρρύθμιση, μετά από έξι διαδοχικές τοπικές συνόδους.[34] Επιπλέον, κατέστησε το οικουμενικό πατριαρχείο παράγοντα διεθνούς πολιτικής και εισήγαγε την πρακτική της εμπλοκής των ελληνικών ελίτ στην οθωμανική πολιτική, αντιστρέφοντας τους μέχρι τότε όρους της κατάκτησης· διότι πλέον η εκκλησία δεν αποτελούσε προέκταση του βραχίονα του κράτους αλλά επιχειρούσε να βάλει το κράτος να εργάζεται για τα συμφέροντα της, όπως τουλάχιστον τα καταλάβαινε ο Λούκαρις.[35]


[1]Για την προσωπικότητα, τη δράση και το έργο του Μελέτιου Πηγά βλ. Βασιλική Τζώγα, Μελέτιος Πηγάς (1550-1601) Πατριάρχης Αλεξανδρείας: Βίος – Δράση – Εργογραφία (Διατριβή ΕΚΠΑ Θεολογική Σχολή, 2009).

[2] Σημαντική λόγια και εκκλησιαστική προσωπικότητα της εποχής με καταγωγή από τον Χάνδακα.

[3] Gunnar Hering, Οικουμενικό Πατριαρχείο Και Ευρωπαϊκή Πολιτική 1620-1638 , μτφρ. Δημοσθένης Κούτροβικ (Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2003), 31.

[4] Ιωάννης Κυριακαντωνάκης, “Ουμανισμός, Μεταρρύθμιση, Δίωξη: Ο Κύριλλος Λούκαρις Και Οι Έριδες Γύρω Από Την Προτεσταντική Ομολογία Του 1629,” στο Ο Λούθηρος Και η Μεταρρύθμιση: Ιστορία, Θεολογία, Πολιτική, Σ. Ζουμπουλάκης (Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2008), 116.

[5] Για τη δράση του Κυρίλλου Λούκαρι στην Πολωνία βλ. Oscar Halecki, “From Florence to Brest (1439–1596),” στο Rome: Sacrum Poloniae Millennium (New York: Fordham University Press, 1958), 358–59.

[6] Βλ. Hering, ό.π., 35.

[7] Gerhard Podskalsky, Η Ελληνική Θεολογία Επί Τουρκοκρατίας 1453-1821 , μτφρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός (Αθήνα: ΜΙΕΤ, 2005), 221–22.

[8] Augliera, ό.π., 38.

[9] Βλ. Hering, ό.π., 37.

[10] Βλ.Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, Ιησουΐτες Στον Ελληνικό Χώρο (1560-1915) (Αθήνα: Κέντρο Εκδηλώσεων – Ομιλιών Κ.Ε.Ο., 1991), 24-25.

[11] Βλ. Απόστολος Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Γ΄ (Θεσσαλονίκη: Ηρόδοτος, 1982), 393.

[12] Βλ. Hering, ό.π., 184

[13] Για την εγκατάσταση και τη δράση των καθολικών ταγμάτων βλ. στο ίδιο, 183-90. Βλ. επίσης Βακαλόπουλος, ό.π., 408-22.

[14] Βλ.Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης, ό.π., 27.

[15] Hering, ό.π., 82.

[16] Βλ. Κοτζαγεώργης και Παπασταματίου, ό.π., 103.

[17] Για το δόγμα του απολύτου προορισμού βλ. Βασίλειος Γεωργόπουλος, Η Περί Του Απολύτου Προορισμού Καλβινική Διδασκαλία. Θέσεις Καί Ἀντιθέσεις., Κόσμος 7 (Θεσσαλονίκη: Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, 2019).

[18] Βλ. Hering, ό.π., 38-40.

[19] Βλ. στο ίδιο, 212-46.

[20] Βλ. στο ίδιο, 194-95.

[21] Βλ. Podskalsky, ό.π., 226.

[22] Σημαντικός λόγιος, φιλόσοφος και κληρικός. Θεμελιωτής του ελληνικού Νεοαριστοτελισμού. Βλ. Χρήστος Μαραζόπουλος, Θεόφιλος Κορυδαλέας: ο Πρωτοφιλόσοφος Του Ελληνικού Νεοαριστοτελισμού (Αθήνα: Γρηγόρης, 2007).

[23] Βλ. Hering, ό.π., 190.

[24] Στο ίδιο, 193-4.

[25] Στο ίδιο, 377.

[26] Στο ίδιο, 381.

[27] Με τέτοιον τρόπο χειρίστηκε τον απεσταλμένο από τη Ρώμη Έλληνα ουνίτη Κανάκη Ρώση, ο οποίος ήλθε σε επαφή μαζί του για να προωθήσει το ζήτημα της ένωσης και είχε πεισθεί για σημαντικό χρονικό διάστημα ότι ο πατριάρχης συζητούσε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Βλ. στο ίδιο, 123-39.

[28] Βλ. στο ίδιο, 166-77.

[29] Στο ίδιο, 378.

[30] Βλ. Χρήστος Γιανναράς, Ορθοδοξία Και Δύση Στη Νεώτερη Ελλάδα (Αθήνα: Δόμος, 1999), 127.

[31] Βλ. Podskalsky, ό.π., 227.

[32] Βλ. Hering, ό.π., 366-68.

[33] Στο ίδιο, 382.

[34] Βλ. Γιανναράς, ό.π., 128.

[35] Hering, ό.π, 387.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.