Ο πόλεμος του Erie (1868)

του Νικολάου Φραγκιαδάκη, Δάσκαλου και Ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Κρήτης
Το κανάλι του Erie αποτελούσε μια από τις σημαντικότερες πλωτές εμπορικές οδούς των Ηνωμένων Πολιτειών, καθότι συνέδεε τον Ατλαντικό Ωκεανό με τις Μεγάλες Λίμνες. Έτσι, εξαιτίας της σημαίνουσας οικονομικής του σημασίας, το 1832, σχεδιάστηκε και, το 1833, ξεκίνησε να κατασκευάζεται μια σιδηροδρομική γραμμή κατά μήκος αυτού. Ωστόσο, αυτή ολοκληρώθηκε μόλις, το 1851, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων των εταιρειών που ανέλαβαν το εν λόγω έργο, και αποτέλεσε την κυριότερη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ Piedmont και Μπάφαλο της Νέας Υόρκης το 1853. Μάλιστα, οφείλουμε εδώ να αναφέρουμε ότι ο Erie Railroad ήταν ο μόνος σιδηρόδρομος, εκείνη την εποχή, ο οποίος ήταν στο σύνολό του υπο κοινή ιδιοκτησία. Παρόλα αυτά, όμως, τα οικονομικά προβλήματα του νεοσύστατου αυτού σιδηροδρόμου παρέμειναν άλυτα, με αποτέλεσμα, το 1862, η πρώτη εταιρεία που είχε τον έλεγχό του, η New York & Erie Railroad Company, να διαλυθεί και να αντικατασταθεί από την Erie Railway Company (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 4 & Railroads and the Industrial Revolution, 2023).

Σύγχρονη απεικόνιση του καναλιού του Erie σε διαδικτυακό χάρτη κλίμακας 30 χιλιομέτρων (Erie Canal, 2023).

Ένας από τους μεγαλύτερους επενδυτές στον τομέα των σιδηροδρόμων, ο οποίος υπήρξε και αντίπαλος του Jay Gould, ήταν ο Cornelius «Commodore» Vanderbilt (1794 – 1877). Γεννήθηκε στο Staten Island της Νέας Υόρκης και, περισσότερο, χάρις το προσωπικό του ταλέντο και λιγότερο, λόγω της εκπαίδευσής του, έγινε, το 1829, ένας αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας ατμοπλοϊκών εταιριών. Μάλιστα, εξαιτίας αυτής του της επιχειρηματικής δραστηριότητας απέκτησε και το προσωνύμιο «Commodore» ή αλλιώς «Αρχιπλοίαρχος». Στις αρχές της δεκαετίας του 60, ο Vanderbilt, έχοντας παρατηρήσει την οικονομική άνθιση των σιδηροδρομικών εταιρειών της περιόδου, βλέπε παραπάνω, αποφάσισε να πουλήσει τα πλοία του στόλου του και να αγοράσει διαδοχικά τις σιδηροδρομικές εταιρείες: Harlem Railroad, το 1863, Hudson River Railroad, το 1864, και New York Central Railroad, το 1867, τις οποίες και συγχώνευσε σε μια με το όνομα: New York Central & Hudson River Railroad. To 1868, επιχείρησε να αγοράσει και την εταιρεία Erie Railroad. Τότε ήταν που ήρθε σε σύγκρουση, αρχικά, με έναν παλιό του γνώριμο, τον Ντάνιελ Ντρού (Daniel Drew), και, έπειτα, με τους Jay Gould και Τζέιμς Φίσκ (James Fisk), οι οποίοι εκπροσωπούσαν έναν άλλο επενδυτικό όμιλο της Νέας Υόρκης και επιθυμούσαν να αγοράσουν για λογαριασμό τους την εν λόγω σιδηροδρομική εταιρεία. Αυτή η σύγκρουση έμεινε στην ιστορία ως ο πόλεμος του Erie (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 9, Ward James, 1989, 9 – 10 & Railroad Tycoons, 2023).

Ο επιχειρηματίας και κερδοσκόπος DanielDrew(WileRob, 2013).

O Daniel Drew γεννήθηκε, το 1797, στην πόλη Carmel της κομητείας Putnam. Σε νεαρή ηλικία δούλεψε, αρχικά, ως κτηνοτρόφος βοοειδών και έπειτα άνοιξε μια ταβέρνα, την οποία ονόμασε, Bull’s Head. Στη συνέχεια, όπως και ο σύγχρονός του, Vanderbilt, αποφάσισε να ασχοληθεί με τις ατμοπλοϊκές επιχειρήσεις, για να δραστηριοποιηθεί εν τέλει στις σιδηροδρομικές εταιρείες. Σε αντίθεση, όμως, με τον Vanderbilt, o Drew ήταν οξυδερκής, κερδοσκόπος, πανούργος, αλλά και εξαιρετικά γενναιόδωρος, μερικές φορές. Για χρόνια θεωρούνταν ο κυρίαρχος της Wall Street από όπου με πανέξυπνους χειρισμούς έπληττε οικονομικά τους αντιπάλους του και κερδοσκοπούσε πουλώντας μετοχές εταιρειών. Παράλληλα ανέλαβε τη θέση του ταμία στην Erie Railway Company, από την οποία κατάφερνε πάντα, μέσα από παράξενους οικονομικά χειρισμούς, να την προμηθεύει με τα χρήματα που είχε ανάγκη. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρεία αυτή, όπως και η προκάτοχός της, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Για αυτό τον λόγο, την άνοιξη του 1866, ο Drew εξέδωσε 28 χιλιάδες μετοχές και ομόλογα της εταιρείας, αξίας 3 εκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει ως ενέχυρο και να λάβει ένα δάνειο 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Αλλά το σχέδιο του, όμως, ήταν πρώτα, με τη βοήθεια αυτών να καταφέρει να χειραγωγήσει τη μετοχική αγορά, με αποτέλεσμα, έπειτα, να πουλήσει τις μετοχές του σε υψηλές τιμές και, στη συνέχεια, να τις κάνει να χάσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα την αξία τους, παγιδεύοντας, με αυτό τον τρόπο, τους αγοραστές τους. Έτσι, ο Drew, αν και έγινε μισητός στους και θεωρήθηκε αναξιόπιστος από τους επιχειρηματικούς κύκλους, βγήκε κερδισμένος από αυτό τον επιχειρηματικό του ελιγμό (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 5 – 8).

Στην αρχή, οι Drew και Vanderbilt ήταν ανταγωνιστές τόσο στις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις, όσο και στη Wall Street. Ωστόσο, η απόφαση του τελευταίου να αγοράσει Erie Railway Company, διευθυντής της οποίας ήταν ο Drew, τους έφερε αντιμέτωπους και στις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις. Όμως, πέρα από αυτούς τους δύο, υπήρχε και ένας τρίτος διεκδικητής αυτής της εταιρείας. Κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον Jay Gould, ο οποίος σε συνεργασία με τον φίλο του, James Fisk, επιθυμούσε να αποκτήσει τον έλεγχο του ταμείου της τελευταίας, προκειμένου, μέσω αυτού, να σώσει τη δική του σιδηροδρομική εταιρεία, την Boston, Hartford & Erie Railroad, από τη χρεοκοπία. Μάλιστα, οφείλουμε εδώ να αναφέρουμε ότι, την άνοιξη του 1867, η εταιρεία του Gould είχε λάβει μια επιδότηση από την πολιτεία της Μασαχουσέτης για την κατασκευή ενός δρόμου. Αλλά ένας από τους όρους της εν λόγω δανειακής σύμβασης προέβλεπε ότι η εταιρεία του θα έπρεπε να συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό της επιδότησης, προκειμένου να μπορέσει τελικά να την αποκτήσει. Για τον λόγο αυτό, ο Jay Gould αποφάσισε να συμμετάσχει στην υπόθεση του Erie, δίχως, όμως, να ενδιαφέρεται πραγματικά για την ανάπτυξη του σιδηροδρόμου, αλλά στοχεύοντας, ουσιαστικά, στην κερδοσκοπική εκμετάλλευσή του (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 9 – 10, 13 – 14 & McNamara Robert, 2019).

Αρχικά, ο Jay Gould αποφάσισε να προσεταιριστεί τον Vanderbilt, εκμεταλλευόμενος την προαναφερθείσα αντιπαλότητά του με τον Drew. Αλλά η κίνησή του αυτή απέτυχε, καθότι ο Vanderbilt χρησιμοποίησε τη συμμαχία του με τον Gould, προκειμένου, αρχικά, να στριμώξει τον Drew και να τον αναγκάσει εν τέλει να ενδώσει στις απαιτήσεις του. Ο Vanderbilt σχεδίαζε αφενός μεν να αφήσει τον Drew να διευθύνει φαινομενικά την Erie Railway Company και αφετέρου δε να ξεφορτωθεί, πρώτα, αυτόν και έπειτα τον Jay Gould, για να μπορέσει να αναλάβει ο ίδιος τον έλεγχο της εταιρείας. Στην αρχή το σχέδιο του φάνηκε να πετυχαίνει, καθότι ο Drew, αν και άλλαξε το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, παρέμεινε διευθυντής της, ενώ η ηγεσία της περνούσε σταδιακά στα χέρια του Vanderbilt. Ωστόσο, το σχέδιο του τελευταίου απέτυχε, όταν επιχείρησε να ενοποιήσει την Erie Railway Company με την New York Central & Hudson River Railroad. Οι Drew και Gould διαμαρτυρήθηκαν αμφότεροι και αποχώρησαν από τη διαδικασία, καθότι αντιλήφθηκαν ότι αν αποδέχονταν την πρόταση του Vanderbilt, τότε θα έχαναν ένα μεγάλο μέρος του μεριδίου τους στην εταιρεία. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη δεύτερη φάση του πολέμου του Erie (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 15 & 17).

Σε αυτήν ο Vanderbilt αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλη του τη δύναμη, προκειμένου να αντιμετωπίσει ανοιχτά τον Drew, αγοράζοντας τις μετοχές του και καταφεύγοντας σε αγωγές και μηνύσεις εναντίον του, εκμεταλλευόμενος την κερδοσκοπία του. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο Drew δεν έμεινε άπραγος σε όλο αυτό. Συμμάχησε με τους Gould και Fisk και οι τρεις τους άρχισαν να συνωμοτούν ενάντια στον Vanderbilt. Μάλιστα, όταν εκδόθηκε από έναν δικαστή της Νέας Υόρκης ένα παραπεμπτικό βούλευμα εις βάρος τους, τότε αυτοί κατέφυγαν σε ένα ξενοδοχείο στο New Jersey προστατευόμενοι από ένοπλους φρουρούς. Ωστόσο, η συμμαχία αυτή μεταξύ των τριών ανδρών ήταν ετεροβαρής, καθότι σύντομα οι Jay Gould και Jim Fisk, όντες νεότεροι, παραμέρισαν τον γηραιότερό τους Drew και ανέλαβαν την πρωτοβουλία των κινήσεων απέναντι στον Vanderbilt (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 17 – 19 & McNamara Robert, 2019).

Ο Jim Fisk ανέλαβε να δημοσιοποιήσει την όλη υπόθεση, δίνοντας καθημερινά συνεντεύξεις σε δημοσιογράφους, στους οποίους και εξέθετε την όλη υπόθεση από τη δική του σκοπιά. Από την άλλη ο Jay Gould προχώρησε σε δύο κινήσεις: Πρώτον, δωροδόκησε με 1 εκατομμύριο δολάρια τη Βουλή της Νέας Υόρκης, προκειμένου αυτή να νομιμοποιήσει την έκδοση μετοχών, ονομαστικής αξίας 8 εκατομμυρίων δολαρίων, της σιδηροδρομικής εταιρείας Erie Railway Company, οι οποίες, όμως, δεν είχαν στην πραγματικότητα καμία αξία. Δεύτερον, ζήτησε τη βοήθεια του Ουίλιαμ Τουίντ (William «Boss» Tweed), ο οποίος ήταν, τότε, επικεφαλής της οργάνωσης, Tammany Hall και μέλος του Νομοθετικού Σώματος της Νέας Υόρκης (McNamara Robert, 2019).

ΤοέμβληματηςTammany Hall (Tammany Hall, 2018).

Η Tammany Hall ήταν μια πολιτική οργάνωση, η οποία ιδρύθηκε, στις 12 Μαΐου του 1789, δεκαπέντε μόλις ημέρες μετά την ανακήρυξη της πρώτης Αμερικανικής κυβέρνησης, από τον William Mooney. Η οργάνωση πήρε το όνομά της από έναν θρυλικό Ινδιάνο αρχηγό του Delaware, τον Tammaned, ο οποίος λέγεται ότι συμμετείχε στη συνθήκη μεταξύ του William Penn, ιδρυτή της Pennsylvania, και των Ινδιάνων, στις 23 Απριλίου του 1683. Μάλιστα, θεωρούνταν από τους αποίκους ως ένας δίκαιος, σοφός και καλοσυνάτος φύλαρχος, τον οποίο όλοι τους σέβονταν και εκτιμούσαν. Η οργάνωση είχε, αρχικά, πατριωτικό και δημοκρατικό προσανατολισμό. Tο 1825, η οργάνωση υποστήριξε τον γερουσιαστή (Andrew Jackson), ο οποίος, κατά την περίοδο των εκλογών του 1828, αποχώρησε από το Δημοκρατικό – Ρεπουμπλικανικό κόμμα και ίδρυσε το Δημοκρατικό κόμμα. Χάρις τη στήριξη της Tammany Hall, η οποία χρησιμοποιώντας βία, νοθεία και εξαγοράζοντας ψηφοφόρους, ο Jackson κατάφερε τελικά να εκλεγεί Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Έπειτα, εκείνος, μετά την εκλογή του στο ύπατο αξίωμα, αφού, αρχικά, απέλυσε όλους τους κρατικούς αξιωματούχους που δεν ήταν πιστοί σε αυτόν, τούς αντικατέστησε, ύστερα, με μέλη της Tammany Hall, ανταμείβοντάς την, με αυτό τον τρόπο, για την έμπρακτη στήριξή της στο πρόσωπό του. Έτσι, η Tammany Hall συνδέθηκε στενά με το Δημοκρατικό κόμμα, φτάνοντας στο σημείο να θεωρείται θυγατρική του, αν και μάλλον συνέβαινε το αντίθετο. Μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, το Δημοκρατικό κόμμα βρισκόταν στην αντιπολίτευση, αλλά, παρόλα αυτά, η Tammany Hall έλεγχε τη Νέα Υόρκη. Επικεφαλής της, εκείνη την περίοδο, ήταν ο William «Boss» Tweed, ένας πρώην εργοδηγός της πυροσβεστικής, ο οποίος, από το 1850, ξεκίνησε να ασχολείται με την πολιτική και συνδέθηκε στενά με την Tammany Hall. Μια δεκαετία αργότερα, το 1861, έγινε επικεφαλής της και, εξαιτίας της δεσποτικής εξουσίας του, έλαβε το προσωνύμιο «Boss». Από τη θέση του αυτή προχώρησε σε παράνομες οικονομικές δραστηριότητες, δωροδοκίες πολιτικών προσώπων και χειραγώγηση των εκλογικών αποτελεσμάτων της Νέας Υόρκης, όταν εκείνα δεν τον σύμφεραν. Ουσιαστικά, θεωρούνταν ένα κράτος εν κράτει στη Νέα Υόρκη. Μάλιστα, από το 1868, συμμετείχε στην Άνω Βουλή ως γερουσιαστής, ενώ την επόμενη χρονιά, μέσω του δικαστή George G. Barnard, άρχισε να επηρεάζει και τα νομοθετικά όργανα της πόλης (Myers Gustavus, 1917, 1, 29 – 31, 74 – 77 & Zinn Howard, 2008, 286).

Ο επικεφαλής της TammanyHall, την εξεταζόμενη περίοδο, και φίλος του JayGould, William «Boss» Tweed (WileRob, 2013).

Οι προαναφερθείσες κινήσεις των Gould και Fisk, ανάγκασαν τον Vanderbilt να συμβιβαστεί με τον Drew και να καταλήξει σε μια συμφωνία μαζί του. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε ότι από τη μια ο Vanderbilt θα αποσύρονταν από τη διεκδίκηση του Erie Railroad και από την άλλη οι νέοι ιδιοκτήτες του θα αναλάμβαναν να αγοράσουν όσες από τις πλέον άνευ αξίας μετοχές της εταιρείας είχε στην κατοχή του ή είχε στο μεταξύ αγοράσει από αυτούς ο Vanderbilt. Έτσι, τον Ιούλιο του 1868, οι Jay Gould και Jim Fisk ανέλαβαν τη διοίκηση της εταιρείας, διευθυντή της οποίας τοποθέτησαν τον William «Boss» Tweed, ανταμείβοντάς τον, με αυτό τον τρόπο, για τη βοήθειά του απέναντί τους. Από την άλλη ο Vanderbilt πήρε πίσω τα χρήματα που έχασε από τη διεκδίκηση του Erie, ενώ ο Drew υποχρεώθηκε από τους πρώην συμμάχους του σε πρόωρη συνταξιοδότηση (Adams Charles & Adams Henry, 1886, 103, Myers Gustavus, 1917, 77 & McNamara Robert, 2019).

Μια μετοχή της ErieRailwayCompanyμε ημερομηνία 13 Οκτωβρίου του 1869, η οποία φέρει την υπογραφή του JayGould(Morgan Donald & Narron James, 2016, 30).

Συμπέρασμα

Οι διαμάχες μεταξύ των επιχειρήσεων, αν και εν πολλοίς άγνωστες ή αφανείς στο ευρύ κοινό, αποτελούν συχνά, αν όχι πάντα, μερικούς από τους πλέον αδυσώπητους πολέμους που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα. Ο εδώ αναφερόμενος πόλεμος του Erie αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μελέτη περίπτωσης ενός οικονομικού πολέμου σε μικρογραφία, λόγω της τοπικής του εμβέλειας και επιρροής στις νέες τότε Η.Π.Α. Παρόλα αυτά, όμως, ο εν λόγω πόλεμος δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τους «μεγαλύτερους αδελφούς του». Κι αυτό διότι ομοίως και σε αυτόν οι μέχρι πρότινος ευυπόληπτοι πολίτες – επιχειρηματίες της περιοχής, ήτοι οι Vanderbilt, Drew, Fisk και Gould, μετατράπηκαν σε ή αποκαλύφθηκαν ως αδίστακτοι τυχοδιώκτες και χρησιμοποίησαν κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, προκειμένου να επιτύχουν και να εξυπηρετήσουν, με αυτό τον τρόπο, τα οικονομικά τους συμφέροντα. Ωστόσο, τη νίκη σε αυτού του είδους τους πολέμους, λαμβάνει, όπως είδαμε, αυτός που θα εξασφαλίσει, έστω και έμμεσα, τη στήριξη ενός κρατικού φορέα ή μέρος αυτού, ήτοι ο Gould, της Tammany Hall, και, εξαιτίας αυτού, θα τον ανταμείψει πλουσιοπάροχα μόλις πετύχει τον σκοπό του. Συνεπώς, οι τοπικοί επιχειρηματικοί πόλεμοι δεν είναι απλώς πόλεμοι μεταξύ ιδιωτών, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά αποτελούν συχνά μικρούς, πολλές φορές όχι αναίμακτους, εμφυλίους εντός ενός κράτους, στους οποίους πάντα νικά αυτός που θα είναι τόσο αδίστακτος ή ικανός, διαλέξτε και πάρτε, ώστε να καταφέρει να αποκτήσει τον ή τους ισχυρότερους συμμάχους, στην προκειμένη περίπτωση το κράτος. Το εν λόγω συμπέρασμα μπορεί ασφαλώς να γενικευθεί, εν μέρει βέβαια. Στη σύγχρονη εποχή, ορισμένοι επιχειρηματικοί πόλεμοι καταλήγουν να υπερβαίνουν τα σύνορα των κρατών, μετατρεπόμενοι, τις περισσότερες φορές, σε έμμεσους ή και άμεσους εθνικούς ή διεθνείς πολέμους τυπικά μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών, στους οποίους και πάλι νικά, εν τέλει, αυτός που έχει ή θα αποκτήσει, στο μεταξύ, τους ισχυρότερους συμμάχους. Βέβαια, προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως ή παρερμηνείας, αυτό συμβαίνει όταν αντίπαλοι σε αυτούς τους πολέμους είναι ορισμένοι επιχειρηματικοί κολοσσοί, ιδιωτικοί ή κρατικοί, διεθνούς εμβέλειας, φήμης και επιρροής, οι οποίοι ερίζουν για τα προσοδοφόρα κέρδη συγκεκριμένων πλουτοπαραγωγικών πηγών του πλανήτη, κι όχι ο εκάστοτε επιχειρηματίας που συγκρούεται, για υγιείς οικονομικούς λόγους, με τον ανταγωνιστή του. Για αυτό τον λόγο, καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι όπου υπάρχουν κακόβουλα συμφέροντα, δεν υπάρχει ηθική ή κι αν αυτή θεωρητικά υπάρχει ή επικαλείται στο όνομα αυτών, σύντομα, χάνεται ανεπιστρεπτί.

Βιβλιογραφία

Adams, Charles F. & Adams, Henry. Chapters of Erie and two other essays. New York: Henry Holt and Company, 1886.

Burns, Adam. Railroad Tycoons Of The 19th Century, 21 Ιανουαρίου 2023. Ανακτήθηκε 3 Φεβρουαρίου του 2023 από: https://www.american-rails.com/tycoons.html.

Burns, Adam. Railroads And The Industrial Revolution (1850s), 21 Ιανουαρίου 2023. Ανακτήθηκε 3 Φεβρουαρίου του 2022 από: https://www.american-rails.com/1850s.html.

Erie Canal. In Wikipedia, 8 Φεβρουαρίου 2023. Ανακτήθηκε 22 Φεβρουαρίου 2023 από: https://en.wikipedia.org/wiki/Erie_Canal.

McNamara, Robert. ΤζέιΓκουλντ, Notorious Robber Baron,7 Σεπτεμβρίου 2019.Ανακτήθηκε 22 Οκτωβρίου του 2022 από: https://el.eferrit.com/%CF%84%CE%B6%CE%AD%CE%B9-%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BD%CF%84-notoriousrobberbaron/.

Morgan, Donald P. & Narron, James. American’s First Black Friday: The Gold Panic of 1869. FinancialHistory, 2016, 117, 28 – 30. Ανακτήθηκε 2 Νοεμβρίου του 2022 από: https://fhmagazine.org/financialhistoryissue-117-spring-2016/0877133001464264616?page=2.

Myers, Gustavus. The History of Tammany Hall. New York: Boni & Liveright, 1917.

Tammany Hall. In Historicafantom, 15 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε 27 Νοεμβρίου του 2022 από: https://historica.fandom.com/wiki/Tammany_Hall.

Ward, James A. Early Railroad Empire Builders, 1850-1873. Railway & Locomotive Historical Society, 1989,160, 5 – 21.

Wile, Rob. The Incredible Life Of Jay Gould: The Original Boogeyman Of Wall Street, 1 Μαρτίου 2013. Ανακτήθηκε 5 Νοεμβρίου του 2022 από: https://www.businessinsider.com/jaygouldbiography-2013-2.

Zinn, Howard. Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτείων: Μια κοινωνική ιστορία της Αμερικής απο την εποχή του Κολόμβου ως τις αρχές του 21ου αιώνα. Αθήνα: Αιώρα, 2008.

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 5   +   7   =