Οι Έλληνες της Αυστραλίας-ένας επιτυχημένος ελληνικός κόσμος μακρυά από την ελλαδική παρακμή

Όπως είναι γνωστό, μια από τις μεγαλύτερες αν όχι η μεγαλύτερη ελληνική κοινότητα του Απόδημου Ελληνισμού, είναι αυτή της Αυστραλίας. Παράλληλα, είναι και αυτή που διατηρεί τις πλέον στενές επαφές με την Πατρίδα, καθώς η ελληνική εθνική ταυτότητα διατηρείται ακόμα και σε μετανάστες τρίτης γενεάς.

Στις μέρες μας, η ελληνική κοινότητα της Αυστραλίας φαντάζει ως κάτι το οικείο. Στην πραγματικότητα, όμως, η ιστορία των Ελλήνων της Αυστραλίας δεν είναι γνωστή, παρά την υπάρχουσα βιβλιογραφία που ασχολείται με την ελληνική κοινότητα.

Οι πρώτοι Έλληνες έποικοι έφτασαν στην μακρυνή αυτή χώρα υπό περίεργες συνθήκες. Ήταν οι Υδραίοι Αντώνης Μανώλης και Γκίκας Βούλγαρης. Άλλες πηγές φέρουν ως πρώτο μετανάστη από την Ελλάδα έναν Σαμιώτη ναυτικό, ονόματι John Peters.

Το κύριο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα προς την Αυστραλία άρχισε μετά το 1880. (Είχε προηγηθεί ένα μικρό μεταναστευτικό κύμα γύρω στο 1851, λόγω της ανακάλυψης κοιτασμάτων χρυσού.) Η απογραφή του 1891 φανερώνει την ύπαρξη 482 ατόμων γεννημένων στην Ελλάδα. Ο αριθμός αυτός θεωρείται παραπλανητικός, καθώς αποκλείει τους γεννημένους στην Αυστραλία και αυτούς που, για κάποιους λόγους, δεν θέλησαν να καταγραφούν ως Έλληνες. Αυτοί οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες κατάγονταν κυρίως από τα Κύθηρα, την Ιθάκη και το Καστελόριζο. Ειδικά οι Καστελοριζιοί ήταν αυτοί που έθεσαν τα θεμέλια για την δημιουργία των πρώτων ελληνικών κοινοτήτων και μορφών οργάνωσης της Ελληνικής παροικίας στην Αυστραλία.

Η αύξηση του ελληνικού πληθυσμού συνεχίστηκε. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αρκετοί μετανάστες έφεραν και τις οικογένειές τους στην Αυστραλία, δημιουργώντας έτσι συνθήκες μόνιμης διαβίωσης και εξισορρόπησης των φύλων. Τα επίσημα στοιχεία δίνουν 878 Έλληνες το 1901 και 1.798 το 1911. Το 1921 ο ελληνικός πληθυσμός αριθμεί 3.654 άτομα, το 1933 ο αριθμός αυξήθηκε στους 8.337 και το 1947 σε 12.291.

Πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Έλληνες, όπως και οι λαοί της Νότιας Ευρώπης γενικά, δεν ήταν ευπρόσδεκτοι από τους Αυστραλούς. Χαρακτηριστικό είναι ότι ξέσπασαν ταραχές εναντίον Ελλήνων στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, εξ αιτίας της φιλογερμανικής στάσης του βασιλιά Κωνσταντίνου, και της καθυστερημένης εισόδου της Ελλάδας στον πόλεμο.

Μετά και το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, ο αριθμός των Ελλήνων στην Αυστραλία αυξήθηκε ακόμα περισσότερο. Το 1954 έφτασε τους 25.862. Μετά και το 1970, οπότε και το μεταναστευτικό ρεύμα μειώθηκε δραστικά λόγω των περιορισμών που έθεσε η κυβέρνηση της Αυστραλίας, η ελληνική κοινότητα είχε φτάσει να αριθμεί τους 160.200. Η ραγδαία αυτή άνοδος του αριθμού μεταναστών οφείλεται και στο ότι η Αμερική είχε αρχίσει ήδη να επιβάλει μέτρα για περιορισμό της μετανάστευσης.

Η επιστροφή αρκετών στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τους θανάτους, μείωσε τον πληθυσμό των γεννημένων στην Ελλάδα Ελληνο-αυστραλών σε 137.611 το 1986. Οι παραπάνω αριθμοί, παρ’ότι αντιστοιχούν μόνον σε μετανάστες πρώτης γενιάς, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε ολοκληρωμένες εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό της ελληνικής κοινότητας της Αυστραλίας. Με στοιχεία του 2001, ο αριθμός του ελληνικής καταγωγής πληθυσμού εκτιμάται σε 460.000 με 480.000[1]. Αντίθετα, στοιχεία από την απογραφή του 2011, δείχνουν να έχει μειωθεί ο ελληνικός πληθυσμός σε αριθμούς κοντά στους 400.000, ή αλλιώς το 1,9% του συνολικού πληθυσμού, αριθμός που αμφισβητείται από τους ομογενείς.

η ελληνική γλώσσα

Η ελληνική γλώσσα και η ορθόδοξη πίστη έχουν συντελέσει τα μέγιστα στην διατήρηση της εθνικής ταυτότητας στην Αυστραλία. Πέραν αυτών, σημαντικό λόγο έπαιξε και το status των Ελλήνων –και νοτιοευρωπαίων γενικά- μεταναστών. Η ανάμιξη των μεταναστών με την κυρίαρχη εθνοτική ομάδα των Αγγλο-αυστραλών περιορίσθηκε στο ελάχιστο, όπως και οι διεθνικοί γάμοι. Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις, η ελληνική κοινότητα «απομονώθηκε» καταλαμβάνοντας προάστια και απομακρυσμένες περιοχές στην Μελβούρνη και το Σίδνεϋ. Η γλώσσα διατηρήθηκε και διδάχθηκε για μεγάλο διάστημα μέσω των απογευματινών σχολείων, που όμως πλέον έχουν ξεπεραστεί από τις εξελίξεις.

Η ελληνική γλώσσα αποτέλεσε –και αποτελεί ακόμα- το κύριο μέσο επικοινωνίας των ομογενών, ειδικά όσων γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Στοιχεία του 2006, αλλά και η απογραφή του 2011, δείχνουν ότι η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται σταθερά από 252.000 άτομα ως μέσον επικοινωνίας στον χώρο κατοικίας, και στην 5η θέση ως κύρια γλώσσα.

Φυσιολογικά, όμως, παρατηρείται σταδιακά μια τάση απόκλισης από την ελληνική γλώσσα προς την αγγλική. Η τάση αυτή συναντάται κυρίως μεταξύ των τρίτης γενιάς Ελληνο-αυστραλών. Για αυτές τις νέες γενιές, η ελληνική γλώσσα δεν είναι γλώσσα επικοινωνίας, αλλά έχει περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα στο πεδίο της ταυτότητας. Παρ’ όλα αυτά, χάρις στις ενέργειες των ομογενειακών οργανώσεων και πολιτικών, επιτεύχθηκε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ως δεύτερης στα σχολεία της χώρας.

Αυτή η ελάχιστη φθίνουσα πορεία της χρήσης της ελληνικής, είναι δυνατόν να ανατραπεί, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία της και στις επόμενες γενεές ομογενών. Με δεδομένο ότι ο Ελληνισμός της Αυστραλίας δεν πρόκειται να ανανεωθεί –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- με νέα κύματα μεταναστών, η διατήρηση και χρήση της ελληνικής γλώσσας θα εξαρτηθεί από την επιτυχία διατήρησής της μέσα στην ελληνική κοινότητα, από την προσέλκυση άλλων εθνικοτήτων για την εκμάθησή της και από τις συναλλαγές της Αυστραλίας με την Ελλάδα.

Ορθοδοξία

Η απομόνωση αυτή επέτρεψε στους ομογενείς να διατηρήσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις παραδόσεις από την ελληνορθόδοξη πίστη. Οι μεγάλες γιορτές της Ορθοδοξίας εξακολουθούν να εορτάζονται κανονικά, βοηθώντας στην διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας. Η ελληνική εκκλησία έκανε την εμφάνισή της στην χώρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα πρώτα χρόνια, η σχέση των ιερέων με τις κοινότητες κύλησαν ομαλά. Όμως, η απόφαση της Ελλαδικής Εκκλησίας να θέσει υπό την δικαιοδοσία της τους χριστιανούς στην Αυστραλία, περιέπλεξε τα πράγματα. Η απόφαση αυτή αφορούσε και τους ομόδοξους Ρώσσους και Σύριους μετανάστες, οι οποίοι αντέδρασαν, καθώς προέκριναν την πνευματική ηγεσία να έχει το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.

Το 1924, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε να καταργήσει το δικαίωμα της αυτοδιαχείρισης των Ελληνικών κοινοτήτων, και ίδρυσε την Ιερά Μητρόπολη Αυστραλίας και Ν. Ζηλανδίας, με πρώτο Μητροπολίτη τον Χριστόφορο Κνίτη. Η απόφαση αυτή δίχασε το ελληνικό στοιχείο στην Αυστραλία, και οδήγησε σε «διχασμό» και σε χωριστούς εκκλησιασμούς μεταξύ Μελβούρνης και Σίδνεϋ. Η διαμάχη οδήγησε μέχρι και στην αποχώρηση του Μητροπολίτη, το 1928. Ο νέος Μητροπολίτης Αυστραλίας Τιμόθεος ήταν που οδήγησε σε συμβιβασμό και σταδιακή ενοποίηση των Εκκλησιών της Αυστραλίας. Το 1959, η Ιερά Μητρόπολη εξελίχθηκε σε Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας. Η προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Ιεζεκιήλ να αναδιοργανώσει τον θεσμό των Κοινοτικών Εκκλησιών, οδήγησε σε εκ νέου διενέξεις. Σήμερα, παρά τις διαφωνίες, η Εκκλησία αποτελεί την ηγέτιδα των Ελλήνων ομογενών σε πνευματικό επίπεδο. Έχει, δε, να επιδείξει έντονο φιλανθρωπικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό έργο.

Η απογραφή του 2011 κατέγραψε 383.400 Έλληνες Ορθοδόξους και αύξηση του αριθμού αυτού από τον αντίστοιχο της πενταετίας 2001-2006, της τάξης του 2,4%.

μορφές κοινωνικής και θεσμικής οργάνωσης

Όσον αφορά την θεσμική οργάνωση της ομογένειας, από το 1983 έχει ιδρυθεί και λειτουργεί η Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού, με στόχο τον συντονισμό της εκάστοτε κυβέρνησης με τον Ελληνισμό της Διασποράς. Από την πλευρά των ομογενών, λειτουργεί το Συμβούλιο Αποδήμου Ελληνισμού, από το 1995. Στόχος του να λειτουργεί ως γνωμοδοτικό και υποστηρικτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας, σε ό,τι αφορά προγράμματα για τον συντονισμό και το συμφέρον της ομογένειας.

Στην Αυστραλία, οι ομογενείς προσπάθησαν να οργανωθούν από τα τέλη ήδη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Πρώιμη μορφή οργάνωσης των Ελλήνων στην Αυστραλία, ήταν ο θεσμός των Ελληνικών Ορθόδοξων Κοινοτήτων (ΕΟΚ). Παρά το γεγονός ότι κύρια μέριμνα του θεσμού ήταν να καλυφθούν οι θρησκευτικές ανάγκες των Ελλήνων, αυτό δεν σημαίνει ότι αγνοήθηκαν και οι υπόλοιπες ανάγκες. Πράγματι, μέσω του θεσμού ιδρύθηκαν ελληνικά σχολεία, ενώ πραγματοποιήθηκαν και έρανοι σε καιρούς πολέμου προς βοήθεια του ελληνικού κράτους. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η Εκκλησία στην Αυστραλία αποτελεί το κυριώτερο σημείο αναφοράς των ομογενών.

Μεγάλες διαστάσεις έλαβε και το φαινόμενο της ίδρυσης τοπικών συλλόγων, από τις αρχές ήδη του 20ου αιώνα. Τέτοιοι σύλλογοι ήταν η Καστελλοριζιώτικη Αδελφότητα με έτος ίδρυσης το 1912, ο σύλλογος Θιακών Οδυσσέας, το Hellenic club στο Πέρθ και άλλοι. Σήμερα, με στοιχεία του ΣΑΕ, λειτουργούν στην Αυστραλία 115 ελληνικές κοινότητες και δεκάδες ελληνικοί σύλλογοι με εθνοτοπικό χαρακτήρα.

Στο πεδίο του αθλητισμού, κυρίαρχο ρόλο είχε το άθλημα του ποδοσφαίρου. Ειδικώτερα, στην Μελβούρνη ιδρύθηκε το 1959 η South Melbourne Hellas. Πυρήνας των οπαδών της ήταν η ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης, ενώ την δεκαετία του ’60 εφάρμοσε ένα πρόγραμμα μεταγραφών Ελλήνων ποδοσφαιριστών από την Ελλάδα. Ακόμα και σήμερα, οι ομάδες ποδοσφαίρου με ελληνική καταγωγή είναι δεκάδες. Αξιοσημείωτο είναι ότι από το 1983 διοργανώνεται τουρνουά (Hellenic Cup), στο οποίο συμμετέχουν όσοι Ελληνικοί ομογενειακοί σύλλογοι επιθυμούν.

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε, είναι ότι ο Ελληνισμός της Αυστραλίας παραμένει εξαιρετικά ενεργός και διατηρεί τους δεσμούς με την Ελλάδα. Παρά την φθίνουσα πορεία της πρώτης γενιάς μεταναστών, η συγκέντρωση του ελληνικού πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα του Σίδνεϋ και της Μελβούρνης βοήθησε εξαιρετικά στην διατήρηση και προώθηση της ελληνικής ταυτότητας. Ακόμη, παρά την –αναπόφευκτη- αύξηση του ποσοστού των διεθνικών γάμων, η χρήση της γλώσσας παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

[1] Αναστάσιος Μ. Ταμής, Ελληνόγλωσση εκπαίδευση στην Αυστραλία, Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ., Ρέθυμνο, 2001, σελ. 50

 

Γιώργης Πουλάκος, Η Νέα Πολιτική

,

1 thought on “Οι Έλληνες της Αυστραλίας-ένας επιτυχημένος ελληνικός κόσμος μακρυά από την ελλαδική παρακμή

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.