Η Άλωση της Τριπολιτσάς και το νέο-οθωμανικό αφήγημα. Μια στατιστική προσέγγιση των απωλειών της πολιορκίας

Συμπληρώνονται 205 χρόνια φέτος από την Άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, την μεγάλη νίκη και το αποφασιστικό χτύπημα των Ελλήνων υπό την ηγεσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην καρδιά της οθωμανικής ισχύος στον Μοριά.

Χρόνης Βάρσος (Φιλόλογος – Ιστορικός ερευνητής Μ.Α Νεώτερης & Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου) 1821-1829
21/09/2026

Συμπληρώνονται 205 χρόνια φέτος από την Άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, την μεγάλη νίκη και το αποφασιστικό χτύπημα των Ελλήνων υπό την ηγεσία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην καρδιά της οθωμανικής ισχύος στον Μοριά.

Στην 204η επέτειο πέρυσι γίναμε μάρτυρες για άλλη μια χρονιά των ψυχωτικών – έως τα όρια του γελοίου – τουρκικών αντιδράσεων που κορυφώθηκαν με την πορεία «διαμαρτυρίας» στο ελληνικό προξενείο Αδριανουπόλεως από λιγοστούς «εκπροσώπους» της οργάνωσης με το ευφάνταστο όνομα «Τούρκοι των Βαλκανίων». Οι συγκεντρωθέντες διαμαρτύρονταν για τη «γενοκτονία» που διεπράχθη πριν από 204 χρόνια στην Τρίπολη από τους Έλληνες επαναστάτες και τον Κολοκοτρώνη με θύματα – 40.000 κατ’ αυτούς – «αθώους αμάχους μουσουλμάνους»!

«Battle of Peterwardein»
(Πίνακας του Βαυαρού ζωγράφου Georg Philipp Rugendas (1666-1742

Τέσσερα χρόνια πριν, ο διαρκώς «τρικυμία εν κρανίω» πρόεδρος Ερντογάν ανέβασε στο X/twitter, με αφορμή την επέτειο της πτώσης της Τρίπολης, μήνυμα υπενθύμισης των «αγριοτήτων» κατά των «αθώων» μουσουλμάνων του Μοριά, καταγγέλλοντας τον ελληνικό «εθνικισμό» και την έλλειψη «ανθρωπισμού» από την πλευρά των επαναστατών. Υπέπεσε όμως, από άγνοια ή κεκτημένη ταχύτητα, σ’ ένα εξόφθαλμο ιστορικό λάθος. Στον πίνακα που ανήρτησε – έργο του Βαυαρού ζωγράφου G. P. Rugendas – απεικονιζόταν, όχι η Τρίπολη, αλλά η συντριπτική οθωμανική ήττα στο Petrovaradin της σερβικής Βοϊβοντίνας (60 χλμ βορειοδυτικά του Βελιγραδίου δίπλα στο Νόβισαντ) στις 5 Αυγούστου 1716 από τον αυστριακό στρατό του πρίγκηπα Ευγένιου της Σαβοΐας, 105 χρόνια πριν την πτώση της Τριπολιτσάς! Η μάχη, στην οποία σκοτώθηκε και ο Οθωμανός Μεγάλος Βεζύρης Silahdar Damat Ali Pasha (1667-1716), έκρινε εν πολλοίς τον αυστροτουρκικό πόλεμο του 1716-1718 που έληξε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (Ποζάρεβατς).

    Οι «αθώοι αγρίως σφαγιασθέντες» μουσουλμάνοι που φιγουράρουν στο tweet δεν είναι φυσικά άμαχοι, αλλά Οθωμανοί ιππείς καταδιωκόμενοι από τους Αυστριακούς! Λίγη ασφαλώς σημασία έχει αυτό για το μορφωτικό επίπεδο του κοινού στο οποίο απευθύνεται το ισλαμοφασιστικό καθεστώς της Άγκυρας με τα νεο-οθωμανικά οράματα και τα «σύνορα της καρδιάς» που φτάνουν μέχρι τον Δούναβη, τα νερά του οποίου φαίνονται μάλιστα στον εν λόγω πίνακα! Κατά πόσον όμως οι νέο-οθωμανικές προσεγγίσεις για τα γεγονότα στην Τρίπολη εδράζονται σε πραγματικά αριθμητικά στοιχεία και δεν αποτελούν άλλη μια έκδοση της συνήθους τουρκικής προπαγάνδας που οργιάζει κάθε Σεπτέμβριο ενώ υιοθετείται αυθαίρετα και αβίαστα από εγχώριους «αντι-εθνικιστικούς» επιστημονικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους; 

Η απελευθέρωση της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 αποτέλεσε αντικειμενικά τη μεγαλύτερη μέχρι τότε επιτυχία της Επανάστασης και του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη προσωπικά, που πρώτος συνέλαβε το ευφυές σχέδιο να πολιορκήσει την έδρα της σουλτανικής διοίκησης στον Μοριά, απόντος του Χουρσίτ πασά στα Γιάννενα, και να επιφέρει εκεί το αποφασιστικό πλήγμα στην οθωμανική ισχύ.

Στην Τρίπολη λίγο πριν την έναρξη της πολιορκίας, πέραν των 7-9.000[1] υπαρχόντων μουσουλμάνων κατοίκων της, είχαν συγκεντρωθεί από τα τέλη Μαρτίου και επιπλέον 8-10.000[2] μουσουλμάνοι άμαχοι από άλλες περιοχές της Πελοποννήσου (Μυστράς, Βαρδουνοχώρια, Καρύταινα, Φανάρι Ολυμπίας[3], Λεοντάρι) βρίσκοντας εκεί ασφαλές καταφύγιο. Δεδομένου ότι οι περίπου 7.000[4] Έλληνες κάτοικοί της σταδιακά αποχώρησαν από την πολιορκημένη πόλη, κοινά αποδεκτό θεωρείται πως – συμπεριλαμβανομένων και των 300-1.000[5] Εβραίων κατοίκων της – ο άμαχος πληθυσμός της Τρίπολης στις παραμονές της άλωσης πρέπει να ανερχόταν σε περίπου 16.000[6] ενώ άλλες πηγές τον υπολογίζουν σε περίπου 20.000[7].

Η φρουρά της πόλης κυμαινόταν μεταξύ 8-9.000[8], 14.000[9], 12-14.000[10] ή 10.000[11]. Σ’ αυτές τις 14.000 ενόπλους (ή ακόμη και 16.000)[12] συμπεριλαμβάνονταν η αρχική φρουρά της πόλης από 1.500 άνδρες[13], και οι 1.000 Αλβανοί που άφησε ο Χουρσίτ τον Ιανουάριο του 1821 φεύγοντας για τα Γιάννενα για την εκστρατεία εναντίον του Αλή πασά[14]. Μεταξύ Ιανουαρίου – Μαρτίου εστάλησαν επιπλέον 2.300 στρατιώτες. Από αυτούς 1.500 έστειλε ο Ρούμελη βαλεσή Χουσεϊν Γκαβανόζ Ογλού από τα Τρίκαλα, ενώ πριν τις 19/31 Μαρτίου, όπως γνωρίζουμε από την επιστολή του καϊμακάμη της Τρίπολης Μεχμέτ Σαλήχ στον Χουρσίτ, ο τελευταίος έστειλε από τη Λάρισα άλλους 500 υπό τους Μπεκήρ αγά και Μεχμέτ μπέη. Σ’ αυτούς προστέθηκαν και επιπλέον 300 υπό τους Μουσταφά αγά, Χουσεΐν αγά και Χασάν εφέντη οι οποίοι αποτελούσαν τη φρουρά της Αρκαδιάς (Κυπαρισσία) υπό τον Μουραμπίτ (Μουράτ μπέη) που είχε ακολουθήσει τον Χουρσίτ μέχρι τη Θεσσαλία στην εκστρατεία του στα Γιάννενα τον Ιανουάριο του 1821[15].

Περισσότεροι από 3.000[16] (ίσως και 5.000) ένοπλοι μουσουλμάνοι από τις γύρω περιοχές και μάλιστα εξαιρετικής ποιότητας πολεμιστές, όπως οι Φαναρίτες και οι Βαρδουνιώτες, ενίσχυσαν τέλη Μαρτίου την υπό πολιορκία πόλη. Αρχικά 1.500 (ή 2.000 σύμφωνα με άλλες πηγές)[17] Μυστριώτες υπό τον Βακκή εφέντη και Βαρδουνιώτες υπό τον Ρουμπή εισήλθαν στην Τρίπολη μεταξύ 26-27 Μαρτίου (άλλες αναφορές κάνουν λόγο για περίπου 2.500)[18]. Μέχρι τις 31 προστέθηκαν και 1.500-1.700 Φαναρίτες[19] και 300 Καρυτινοί μετά τις πενθήμερες μάχες (27-31 Μαρτίου) στην περιοχή της Καρύταινας ενώ ήδη από τις 26 Μαρτίου είχαν μπει στην Τρίπολη και περίπου 400 Λεονταρίτες μουσουλμάνοι πολεμιστές[20]. Στην πόλη υπήρχαν επιπλέον και 900 φρουροί αγάδων και πλούσιων μουσουλμάνων ιδιωτών και αξιωματούχων[21].

Τελευταίος ξεκίνησε για την Τρίπολη, σταλμένος από το στρατόπεδο του Χουρσίτ στα Γιάννενα, ο κεχαγιάμπεης του Κιοσέ Μεχμέτ, Μουσταφάς με 3.500 Αλβανούς (εξ ων 1.500 ιππείς) συνοδευόμενος από εξαιρετικούς πολέμαρχους, όπως ο αδελφός του Αλήμπεης, ο Καλιόμπεης, αδελφός του Ισμαήλ Πλιάσσα και αρχηγός του ιππικού, ο Αχμέτ Ντέμ, ο Ελμάζ μπέης και ο Βελήμπεης. Ακολουθώντας το δρομολόγιο Γιάννενα – Αντίρριο, έφτασε στην Πάτρα στις 6 Απριλίου. Αφού πυρπόλησε το Αίγιο (Βοστίτσα) στις 15, διέλυσε την πολιορκία στον Ακροκόρινθο στις 23 και στη συνέχεια πυρπόλησε και το Άργος. Έχοντας εξουδετερώσει στην πορεία του όλα τα ελληνικά στρατόπεδα και προβαίνοντας σε άγριες σφαγές και λεηλασίες εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Απριλίου. Αφού άφησε για ενίσχυση στη φρουρά του Ναυπλίου 300 άνδρες, μπήκε με 3.200 Αλβανούς στην Τρίπολη στις 6 Μαΐου. Συμπερασματικά ένας πληθυσμός περίπου 34.000 (σύμφωνα με τον Raybaud) ή 40.000 (σύμφωνα με τον Φωτάκο) συνωστιζόταν εντός της πολιορκημένης Τρίπολης τον Μάιο του 1821 αποτελούμενος από ντόπιους μουσουλμάνους και πρόσφυγες, Έλληνες και Εβραίους αμάχους μαζί με τη φρουρά της πόλης[22].

Από το σύνολο των περίπου 14.000 ενόπλων στην αρχική φάση της πολιορκίας, όλο το διάστημα από αρχές Απριλίου μέχρι την άλωση, σε μάχες περιμετρικά της πόλεως με τα ελληνικά σώματα (Πιάνα, Αλωνίσταινα, Βλαχοκερασιά, Λεβίδι, Βαλτέτσι, Δολιανά, Βέρβαινα, Γράνα), αλλά και μικροσυγκρούσεις (Δαβιά, Κάρτσοβα, Άγιος Βλάσης, Μερκοβούνι, Θάνας, Λιθοβούνι) χάθηκαν τουλάχιστον 3.500 Τούρκοι ένοπλοι (ανάμεσά τους και οι πολέμαρχοι Καλιόμπεης, Αχμέτ Ντεμ, και Αλήμπεης) συμπεριλαμβανομένων και όσων πέθαναν από τραύματα και αρρώστιες (ενδεικτικά ο Γενναίος Κολοκοτρώνης αναφέρει μετά τη μάχη του Βαλτετσίου μέχρι και πριν την άλωση της πόλης 1.500 νεκρούς Τούρκους σε συγκρούσεις)[23]. Έτσι, λίγο πριν την πτώση του μεγάλου κάστρου, είχαν απομείνει περίπου 10.500 σε μάχιμη κατάσταση. Από αυτούς και σύμφωνα με το σύνολο των πηγών μόλις 38-40 διέφυγαν στο Ναύπλιο[24]. Περίπου 1.500-1.800[25] ή 2.000-2.500[26] Αλβανοί υπό τον Ελμάζ μπέη ύστερα από επαφές με τον Κολοκοτρώνη (ήδη από τις 13 Σεπτεμβρίου και συμφωνία στις 18), φυγαδεύτηκαν μέσω Καλαβρύτων – Αιγίου στην Ήπειρο συνοδευόμενοι από 300-500 Έλληνες ενόπλους υπό τον Δημήτριο Πλαπούτα. Άλλοι 300 Αλβανοί χάθηκαν μέσα στο πυρπολημένο Σεράι αρνούμενοι να παραδοθούν και ίσως άλλοι 200 εξοντώθηκαν από Υδραίους ως αντίποινα για τους αιχμάλωτους συμπατριώτες τους ναύτες που εκτελέστηκαν στην Κωνσταντινούπολη και τα Σύβοτα τον Απρίλιο[27]. Οι τελευταίοι 1.300-1.500 Τούρκοι αιχμαλωτίστηκαν μετά την παράδοσή τους στη Μεγάλη Τάπια στις 26 Σεπτεμβρίου[28] εκ των οποίων εκτελέστηκαν στα Λαγκάδια περίπου οι 350 (Κ. Δηληγιάννης). Συνεπώς περισσότεροι από 7.000 (ίσως 8.000) Οθωμανοί ένοπλοι σκοτώθηκαν στην τριήμερη μάχη εντός της πόλεως, δηλαδή το σύνολο της εναπομείνασας φρουράς της Τρίπολης – πλην των αιχμαλώτων της φρουράς και των αποχωρησάντων Αλβανών – που ουδόλως προφανώς δεν είναι «αθώοι άμαχοι μουσουλμάνοι» σύμφωνα με το τουρκικό αφήγημα[29]. Οι οδομαχίες εξάλλου εντός της αλωθείσης πόλεως προφανώς και ήταν εξαιρετικά σκληρές, γεγονός που καταδεικνύουν και οι ποικίλες αναφορές σε εκατοντάδες απώλειες Ελλήνων πολεμιστών, με τις πιο μετριοπαθείς να αναφέρουν 100-200[30] και άλλες 300-400 νεκρούς[31].

Τα θύματα από την πλευρά των αμάχων (συμπεριλαμβανομένου του συνόλου σχεδόν των Εβραίων της πόλης) υπολογίζονται από περίπου 8-10.000 έως και 12.000. Εξ αυτών 4.000 χάθηκαν πριν την τελική έφοδο από ασθένειες, από διασταυρούμενα πυρά σε απόπειρες εξόδου αλλά κι εκτελέσεις (περίπου 2.000) κατά την αιχμαλωσία τους από ελληνικά σώματα ιδίως το διήμερο 20-21 Σεπτεμβρίου[32] και οι υπόλοιποι στη σφαγή που ακολούθησε το 3μερο 23-25 Σεπτεμβρίου[33].

Περίπου 6-8.000 άμαχοι αιχμαλωτίστηκαν (εκ των οποίων οι 1.000 εκτελέστηκαν σύμφωνα με τον Κ. Δηληγιάννη)[34]. Μεταξύ των αιχμαλώτων περιλαμβάνονταν επιφανείς Οθωμανοί αξιωματούχοι όπως ο κεχαγιάμπεης Μουσταφά, ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σαλήχ και η σύζυγός του, το χαρέμι του Χουρσίτ αποτελούμενο από 72 Κιρκάσιες και η σύζυγός του Εσμά Χανούμ, ο Αχμέτ μπέης της Κορώνης, ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, ο Σεϊχ Νετζίμπ εφέντης. Ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σαλίχ και ο κεχαγιάμπεης Μουσταφά, ύστερα από διαπραγματεύσεις, ανταλλάχθηκαν στην Κόρινθο τέλη Απριλίου 1822 με 300 Έλληνες[35] ενώ το χαρέμι του Χουρσίτ ανταλλάχθηκε[36] με την αιχμάλωτη οικογένεια (σύζυγος και δύο τέκνα) του Μάρκου Μπότσαρη και τον αδελφό του Κώστα στις 16 Απριλίου 1822 επίσης στην Κόρινθο. Ανταλλαγές επίσημων Οθωμανών αιχμαλώτων συνέχισαν να γίνονται και πολύ αργότερα, όπως συνέβη με τους γιούς του επιφανούς μουσουλμάνου της Τρίπολης Σεϊχ Νετζίμπ Εφέντη, συγκεκριμένα τον Σαμή Εφέντη στις 6 Νοεμβρίου 1823[37] και τους Βακκή και Μαχμούτ Εφέντη στις 27 Σεπτεμβρίου 1825 με τους αδελφούς Ζαφειρόπουλους (Παναγιώτη και Κωνσταντίνο) που είχαν αιχμαλωτιστεί στο Κρεμμύδι στις 7 Απριλίου 1825[38]. Από τον Νικηταρά αιχμαλωτίστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου στο σεράι κι ο Σέρβος Kriste Dagovic, ο μετέπειτα γνωστός ως Χατζηχρήστος, που προσχώρησε στην Επανάσταση και προσέφερε στη συνέχεια μέγιστες υπηρεσίες σ’ αυτήν[39].

Η αναφορά του Κολοκοτρώνη σε 32.000 νεκρούς το 3μερο μεταξύ Παρασκευής – Κυριακής (23 – 25 Σεπτεμβρίου)[40] όπως και οι αντίστοιχες τουρκικές σε 40.000 θύματα κρίνονται μάλλον υπερβολικές. Ένας τέτοιος υπολογισμός, δεδομένου ότι ο πληθυσμός της πόλης στις αρχές Μαΐου (όταν εισήλθε και το σώμα του Μουσταφάμπεη στην πόλη) κυμαινόταν μεταξύ 30.000 ή 34.000 (ένοπλοι και άμαχοι), προϋποθέτει μηδενικές απώλειες κατά τη διάρκεια της εξάμηνης πολιορκίας! Όσο για τις νέο-οθωμανικές προπαγανδιστικές προσεγγίσεις, αυτές στερούνται κάθε λογικής αφού ο προβαλλόμενος αριθμός νεκρών ξεπερνά τον πληθυσμό της πόλης στην αρχή της πολιορκίας!

Οι Αμερικανικές ανταποκρίσεις της εποχής αναφέρουν 20.000 θύματα (ένοπλοι και άμαχοι για όλο το διάστημα της πολιορκίας) που φαίνεται να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα των περίπου 10-11.000 ενόπλων και των 9-10.000 αμάχων νεκρών της εξάμηνης πολιορκίας. Κατά τον J. M. Wagstaff τα θύματα κυμαίνονταν μεταξύ 10.000 και 15.000. Κατά την «Σύγχρονο Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη» οι νεκροί ανέρχονταν σε περίπου 12.000. Σύμφωνα με τον Thomas Gamaliel Bradford, συνεκδότη της Encyclopedia Americana, τα θύματα ήταν 8.000 ενώ κατά τον Τhomas Curtis περίπου 6.000[41].

Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι μεγάλες ελληνικές νίκες στη Γράνα Τριπόλεως (10 Αυγούστου) και τα Βασιλικά Λοκρίδας (26 Αυγούστου) καθώς και η αδράνεια του σουλτανικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο, καθόρισαν τη μοίρα της Τριπολιτσάς. Καθώς ήταν φανερό ότι η οθωμανική άμυνα κατέρρεε και η πόλη επρόκειτο να καταληφθεί, προηγήθηκαν προσπάθειες υπογραφής συμφωνίας παράδοσης (κατά το προηγούμενο της Μονεμβασιάς και του Νεόκαστρου) που όμως απέτυχαν. Η ασφαλής έξοδος μέρους της αλβανικής φρουράς με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη – με κίνδυνο ακόμη και της ζωής του – και η σωτηρία αλλά και ανθρώπινη μεταχείριση, τουλάχιστον των επίσημων Οθωμανών αξιωματούχων και των χαρεμιών προφανώς με στόχο την ανταλλαγή, αποτέλεσαν εκδηλώσεις ανθρωπιάς, νηφαλιότητας και ψύχραιμης θεώρησης των πραγμάτων εκ μέρους της ελληνικής ηγεσίας[42].

Σαφέστατα το μέγεθος των σφαγών ήταν μεγάλο κι αμαύρωσε την εικόνα της Επανάστασης στο εξωτερικό. Σίγουρο όμως είναι ότι οι εκτεταμένες βιαιότητες – τις οποίες οι Έλληνες αρχηγοί ήταν ρεαλιστικά αδύνατον να εμποδίσουν μέσα στο χάος των τριήμερων οδομαχιών που ακολούθησαν μετά την ορμητική είσοδο περισσότερων από 10.000 επαναστατών στην πόλη – δεν έγιναν βάσει οργανωμένου σχεδίου. Για να γίνει όμως αντιληπτό το μένος των επαναστατών και η ανεξέλεγκτη βία που εκδηλώθηκε το τριήμερο εκείνο πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κι άλλοι παράγοντες. Πέρα από το πνεύμα εκδίκησης για τα 360 χρόνια σκληρής σκλαβιάς και αφόρητης καταπίεσης (σύμφωνα με τον Τρικούπη «εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων»)[43], οι πρόσφατες μνήμες της τεράστιας καταστροφής που υπέστη η Πελοπόννησος στα Ορλωφικά, όταν μεταξύ 1770-1779 χάθηκε σχεδόν το 1/3 του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού, αλλά και στενά προσωπικά κίνητρα αντεκδίκησης μπορούν να ερμηνεύσουν σε ένα βαθμό την ανεξέλεγκτη βία που ξέσπασε επί των Οθωμανών εκείνο το τριήμερο στην Τρίπολη.

Βασικό όμως ρόλο έπαιξαν και όσα προηγήθηκαν τους προηγούμενους επτά μήνες από την ημέρα έναρξης της Επανάστασης στις 22 Φεβρουαρίου 1821 στη Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στο διάστημα αυτό (και πριν τις μέρες της άλωσης της Τριπολιτσάς) περίπου 56.000 Έλληνες άμαχοι, επώνυμοι και ανώνυμοι, εξοντώθηκαν και περίπου 14.000 αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως σκλάβοι, αθώα θύματα εκδηλώσεων ασύλληπτης και οργανωμένης κρατικής βίας, αλλά και του μουσουλμανικού όχλου των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας. Κυδωνίες, Κωνσταντινούπολη, Κρήτη, Θεσσαλονίκη, Ρόδος, Σμύρνη, Λιβαδειά, Γαλάτσι, Βουκουρέστι, Σαμοθράκη, Θάσος, Κύπρος, Χαλκιδική, Κόρινθος, Άργος, Κως, Έφεσος, αποτέλεσαν τόπους μαρτυρίου και θυσίας με αποκορύφωμα τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ την Κυριακή του Πάσχα 10 Απριλίου. Παράλληλα στα πεδία των μαχών από τον Προύθο μέχρι την Κρήτη σχεδόν 9.000 Έλληνες μαχητές είχαν ήδη δώσει τη ζωή τους σε μεγάλες και μικρές συγκρούσεις με τον εχθρό.

Αλλά κι ο οθωμανικός φόρος αίματος μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου ήταν βαρύς: περίπου 32.000 ενόπλους είχε απωλέσει ο στρατός και το ναυτικό του σουλτάνου Μαχμούτ Β΄ μέχρι τότε, ενώ σχεδόν 11.000 άμαχοι μουσουλμάνοι σφαγιάστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή πέθαναν από τις αρρώστιες και την πείνα κατά τη διάρκεια πολιορκίας στο Βραχώρι (Αγρίνιο), τη Μονεμβασιά, το Νεόκαστρο, το Πήλιο, την Κρήτη, τα Λαγκάδια, την Καρύταινα, τη Μολδοβλαχία και τα Καλάβρυτα.

Συγκρίνοντας τα αντίστοιχα μεγέθη στην Αμερικανική Επανάσταση παρατηρούμε ότι τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα (Αμερικανοί και Γάλλοι από τη μία πλευρά και Βρετανοί, άποικοι υπέρ του στέμματος, Γερμανοί μισθοφόροι και Ινδιάνοι από την άλλη) απώλεσαν από πολεμικές συγκρούσεις και ασθένειες 8 ετών (Απρ. 1775 – Δεκ. 1782) περίπου 105.000 άνδρες, λιγότερες δηλαδή απώλειες από όσες κατέγραψαν αθροιστικά Έλληνες και Τούρκοι μέσα στο πρώτο μόλις επτάμηνο[44]. Ο πόλεμος είχε αρχίσει να παίρνει πολύ άγριες διαστάσεις και έπαψε προ πολλού να θυμίζει μια στενά τοπική εξέγερση που έπρεπε απλά να καταπνιγεί καθώς ήταν πλέον αγώνας για την Εθνική Παλιγγενεσία των Ελλήνων. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει λοιπόν να ιδωθούν τα γεγονότα της Τρίπολης και να ερμηνευθούν μέσα στο τότε χρονικό πλαίσιο, υπό τις συγκεκριμένες ιδιαίτερες συνθήκες, τα πολεμικά ήθη της εποχής αλλά και τα βάρβαρα ένστικτα μίσους και τις τάσεις τυφλής εκδίκησης κι ανεξέλεγκτης βίας που απελευθέρωσαν τέσσερεις αιώνες κτηνώδους οθωμανικής σκλαβιάς.

Ο Π. Κεφάλας (1785-1825) υψώνει την ελληνική σημαία στην Τρίπολη
(Πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess (1792-1871)

Σε κάθε περίπτωση όμως το κράτος – γενοκτόνος, διάδοχος ενός καθεστώτος που εξόντωσε σχεδόν 3.000.000 Χριστιανούς της Ανατολής (Έλληνες, Αρμενίους και Ασσυρίους) στη Μ. Ασία, τον Πόντο και την Αν. Θράκη μέσα σε μόλις 8 χρόνια (1914-1922) καλό θα ήταν να σιωπήσει όσο δεν αποδέχεται το φρικαλέο δολοφονικό παρελθόν του. Και μια σύσταση στον Τούρκο πρόεδρο Ρ. Τ. Ερντογάν: Στην επομένη επέτειο στις 23 Σεπτεμβρίου θα μπορούσε να αναρτήσει στο tweet τον πίνακα με τον Αρκάδα οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα να εισέρχεται στην Τρίπολη και να υψώνει την ελληνική σημαία. Θα είναι η τέλεια επιλογή. Ίσως συνειδητοποιήσει έτσι καλύτερα τη συντριπτική ήττα την οποία υπέστη η Οθωμανική αυτοκρατορία πριν 205 χρόνια από τους Έλληνες επαναστάτες και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και αναθεωρήσει τα υπερφίαλα σχέδιά του ενάντια στον Ελληνισμό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ε, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980.
  • Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Τούρκοι και Έλληνες αιχμάλωτοι κατά την ελληνική Επανάσταση (1821-1829), εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2016.
  • Δεληγιάννης Περικλής, «Η άλωση της Τριπολιτσάς. Ο θεμέλιος λίθος της ελληνικής ανεξαρτησίας», Στρατιωτική Ιστορία – Μεγάλες Μάχες, εκδόσεις Περισκόπιο, τεύχος 43, Αθήνα 2010, σ. 1-90.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975.
  • Κόκκινος Διονύσιος Α., Η Ελληνική Επανάστασις, τόμοι Α΄- Β΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 61974.
  • Κολοβός Ηλίας – Ιλιτζάκ Σουκρού – Σχαριάτ-Παναχί Μοχάμαντ, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821, εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2021.
  • Κολοκοτρώνης Θεόδωρος Κ., Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1846.
  • Κολοκοτρώνης Ιωάννης Θ., Ελληνικά υπομνήματα ήτοι επιστολαί και διάφορα έγγραφα αφορώντα την ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1856.
  • Κουτσονίκας Λάμπρος, Γενική Ιστορία της ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Β΄, τυπογραφείο Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα 1864.
  • Μαχαίρας Τιμολέων, «Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος Μαρτίου – Απριλίου 2005, σ. 98-123.
  • Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα, τόμος Α΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1851.
  • Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α΄- Β΄, Λονδίνο 1860-1861.
  • Φιλήμων Ιωάννης, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι Α΄- Δ΄, Αθήνα 1859-1861.
  • Φραντζής Αμβρόσιος, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμοι Α΄- Δ΄, Αθήνα 1839-1841.
  • Χρυσανθόπουλος Φώτιος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα περί της ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858.
  • Finlay George LL.D., History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1861.
  • Gervinus Georg Gottfried, Ιστορία της Επαναστάσεως και Αναγεννήσεως της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Η. Περβανόγλου, τόμος A΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1864.
  • Gordon Thomas F.R.S., History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1832.
  • Hertzberg Gustav – Friedrich, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ. Παύλου Καρολίδη, τόμος Α΄, εκδόσεις Γ. Δ. Φέξη, Αθήνα 1916.
  • Mendelssohn – Bartholdy Karl, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ. Ηλία Ι. Οικονομόπουλου, τόμος Α΄, εκδόσεις Α. Δ. Φέξη, Αθήνα, 1894.
  • Pouqueville Francois C.H.L, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η αναγέννησις της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Ζαφειρόπουλου, τόμος Γ΄, τυπογραφείο Α. Ν. Τρίμη, Αθήνα 1890.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α΄, Λονδίνο 1860-1861, σ. 354 και Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμος Δ΄, Αθήνα 1839-1841, σ. 7 και Thomas F.R.S. Gordon, History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1832, σ. 234.

[2] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Ε΄, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 653.

[3] Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 94. Αναφορά σε 5.000 συνολικά Τούρκους από Φανάρι, Ζάχνα (Καλλιθέα), Μούντριτσα (Γρύλλος) και Ζούρτσα (Νέα Φιγαλεία) εξ ων 1.700 ένοπλοι. Βλ. και Νικόλαος Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, τόμος Α΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1851, σ. 66 και Τρικούπης, ό.π., σ. 71 (αναφορά σε 2.600 ενόπλους και αμάχους Τούρκους από Φανάρι και Ζούρτσα)..

[4] Gordon, ό.π., σ. 234.

[5] Σπηλιάδης, ό.π., σ. 246 και Gordon, ό.π., σ. 234 και Διονύσιος Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος Β΄, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 61974, σ. 226 και Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Δ΄, Αθήνα 1859-1861, σ. 224 και Φραντζής, ό.π., τόμος Β΄, σ. 67.

[6] Gordon, ό.π., σ. 234.

[7] Τρικούπης, ό.π., τόμος Β΄, σ. 63 και Georg Gottfried Gervinus, Ιστορία της Επαναστάσεως και Αναγεννήσεως της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Η. Περβανόγλου, τόμος A΄, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1864, σ. 263 και Τιμολέων Μαχαίρας, «Η πολιορκία και η άλωση της Τριπολιτσάς», Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος Μαρτίου – Απριλίου 2005, σ. 105.

[8] Gordon, ό.π., σ. 234.

[9] Στο ίδιο, σ. 159.

[10] Λάμπρος Κουτσονίκας, Γενική Ιστορία της ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Β΄, τυπογραφείο Δ. Καρακατζάνη, Αθήνα 1864, σ. 36 και Θεόδωρος Κ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1846, σ. 74 και Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, Ελληνικά υπομνήματα ήτοι επιστολαί και διάφορα έγγραφα αφορώντα την ελληνικήν Επανάστασιν από 1821 μέχρι 1827, τυπογραφείο Χ. Ν. Φιλαδέλφεως, Αθήνα 1856, σ. 23 και Κόκκινος, ό.π., τόμος Α΄, σ. 435.

[11] Τρικούπης, ό.π., σ. 63 και Gervinus, ό.π., σ. 263.

[12] Μαχαίρας, ό.π., σ. 105.

[13] Φιλήμων, ό.π., τόμος Α΄, σ. 214.

[14] George LL.D. Finlay, History of the Greek Revolution, Vol. I, W. Blackwood & Sons, Edinburgh & London 1861, σ. 173.

[15] Ηλίας Κολοβός – Σουκρού Ιλιτζάκ – Μοχάμαντ Σχαριάτ-Παναχί, Η οργή του σουλτάνου. Αυτόγραφα διατάγματα του Μαχμούτ Β΄ το 1821, εκδόσεις ΕΑΠ, Αθήνα 2021, σ. 38-39 & 121-125.

[16] Κόκκινος, ό.π., σ. 435.

[17] Φιλήμων, ό.π., τόμος Γ΄, σ. 40.

[18] Σπηλιάδης, ό.π., σ. 70 και Φραντζής, ό.π., τόμος Α΄, σ. 435-436.

[19] Αλλαμανή, ό.π., σ. 94 (αναφορά σε 1.700 ενόπλους Τούρκους από Φανάρι, Ζάχνα, Μούντριτσα και Ζούρτσα) και Φραντζής, ό.π., σ. 447 και Σπηλιάδης, ό.π., σ. 66.

[20] Κόκκινος, ό.π., σ. 363 και Φιλήμων, ό.π., τόμος Α΄, σ. 214

[21] Κόκκινος, ό.π., σ. 435.

[22] Φώτιος (Φωτάκος) Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 81 και Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 653.

[23] Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 24.

[24] Βασίλειος Σφυρόερας, «Τοπική επικράτηση της Επαναστάσεως», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 176 και Τρικούπης, ό.π., σ. 93 και Κόκκινος, ό.π., τόμος Β΄, σ. 224 και Φιλήμων, ό.π., τόμος Δ΄, σ. 224 και Gordon, ό.π., σ. 246 και Gustav – Friedrich Hertzberg, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφρ. Παύλου Καρολίδη, τόμος Α΄, εκδόσεις Γ. Δ. Φέξη, Αθήνα 1916, σ. 178.

[25] Τρικούπης, ό.π., σ. 91-92 και Κουτσονίκας, ό.π., σ. 46 και Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 32 και Gordon, ό.π., σ. 245 και Finlay, ό.π., σ. 266 και Gervinus, ό.π., σ. 277 και Hertzberg, ό.π., σ. 174-175.

[26] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 81-82 και Σπηλιάδης, ό.π., σ. 244 και Φραντζής, ό.π., τόμος Β΄, σ. 64-65.

[27] Χρυσανθόπουλος, ό.π., σ. 131 και Κόκκινος, ό.π., σ. 222-223.

[28] Σφυρόερας, ό.π., σ. 176 και Κόκκινος, ό.π., σ. 224 και Μαχαίρας, ό.π., σ. 118 και Hertzberg, ό.π., σ. 179.

[29] Francois C.H.L Pouqueville, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως ήτοι η αναγέννησις της Ελλάδος, μτφρ. Ιωάννου Ζαφειρόπουλου, τόμος Γ΄, τυπογραφείο Α. Ν. Τρίμη, Αθήνα 1890, σ. 125 και Hertzberg, ό.π., σ. 179.

[30] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 82 και Φιλήμων, ό.π., σ. 227 και Ι. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 32 και Pouqueville, ό.π., σ. 125 και Τρικούπης, ό.π., σ. 93.

[31] Hertzberg, ό.π., σ. 179 και Gordon, ό.π., σ. 246 και Finlay, ό.π., σ. 269 και Κόκκινος, ό.π., σ. 223 και Σπηλιάδης, ό.π., σ. 246 και Μαχαίρας, ό.π., σ. 119.

[32] Karl Mendelssohn – Bartholdy, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μτφ. Ηλία Ι. Οικονομόπουλου, τόμος Α΄, εκδόσεις Α. Δ. Φέξη, Αθήνα 1894, σ. 359 & Gordon, ό.π., σ. 245 & Gervinus, ό.π., σ. 278 & Hertzberg, ό.π., σ. 179.

[33] Pouqueville, ό.π., σ. 125 και Κόκκινος, ό.π., σ. 223-224 και Φιλήμων, ό.π., σ. 224 και Τρικούπης, ό.π., σ. 93 και Κουτσονίκας, ό.π., σ. 46 και Hertzberg, ό.π., σ. 179-180 και Gordon, ό.π., σ. 245-246 και Finlay, ό.π., σ. 269 και Gervinus, ό.π., σ. 278 και Mendelssohn – Bartholdy, ό.π., σ. 362.

[34] Κόκκινος, ό.π., σ. 224 και Φιλήμων, ό.π., σ. 225.

[35] Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Τούρκοι και Έλληνες αιχμάλωτοι κατά την ελληνική Επανάσταση (1821-1829), εκδόσεις Κ. & Μ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 65-67.

[36] Στο ίδιο, σ. 58-65.

[37] Στο ίδιο, σ. 76-81.

[38] Στο ίδιο, σ. 89-91.

[39] Κόκκινος, ό.π., σ. 224-225 και Φιλήμων, ό.π., σ. 225.

[40] Θ. Κολοκοτρώνης, ό.π., σ. 82.

[41] https://www.qgazette.com/articles/the-truth-greek-heroism-in-the-peloponnese-during-1821-revolution/

[42] Βακαλόπουλος, ό.π., σ. 42-47.

[43] Τρικούπης, ό.π., σ. 92

[44] https://revolutionarywar.us/

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 8   +   2   =