Ο Καημός της Ρωμιοσύνης και το ορφανό βασιλόπουλο

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος, διεθνολόγος

Άγχος, φόβος, θλίψη. Οι διαδοχικές κρίσεις έχουν αφήσει ένα πυκνό σύννεφο παραίτησης πάνω από την Ελλάδα. Η οικονομική κατάρρευση, οι αλλεπάλληλες πολιτικές απογοητεύσεις, το χάος της πανδημίας πληγώνουν κάθε ελπίδα και αξιοπρέπεια. Πικραμένοι και ανήμποροι, πολλοί καταλήγουν στον μηδενισμό της χώρας και του μέλλοντός της. Άλλοι οχυρώνονται πίσω από μια τυφλή περηφάνια και ένα αίσθημα καταδίωξης, κάτω από τα οποία κρύβεται η αβεβαιότητα και η αγωνία.

Αν το περιβάλλον αυτό προκύπτει από τις κρίσεις των χρόνων μας, η μελαγχολία του νέου Ελληνισμού έχει πολύ βαθιές ρίζες. Από τον καιρό που η Βασιλεύουσα αλώθηκε από τους Σταυροφόρους, το 1204, οι Έλληνες οδεύουν από κίνδυνο σε κίνδυνο, από κατακτητή σε κατακτητή. Το πέρασμα από την κοσμοκρατορία στην διάλυση ήταν πολύ απότομο και ιδιαίτερα τραυματικό για έναν λαό με αρχαία ιστορία και γιγάντια παράδοση. Από εκεί που ο περίγυρος αντέγραφε και επηρεαζόταν από τους Έλληνες, πλέον εκείνοι απορροφούνταν από την πίστη, τους τρόπους και τις ταυτότητες των Τούρκων και των Φράγκων. Στη μαρτυρική πορεία προς την πτώση, το άλλοτε κραταιό Βυζάντιο βρέθηκε στην τραγική θέση να πρέπει να επιλέξει μεταξύ δυναστών. Η ξένη, και ιδίως η οθωμανική κατοχή εμπόδισε την υλική και πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων, κόβοντας την φυσική εξέλιξη μιας βυζαντινής αναγέννησης που θα μπορούσε να χαράξει έναν εναλλακτικό δρόμο προς τον σύγχρονο κόσμο. Η απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας, η καχεξία στα γράμματα και τις επιστήμες και η εξάρτηση από ξένους παράγοντες εμπόδισε την ανάπτυξη μίας Ελληνικής ηγεσίας με ολοκληρωμένα χαρακτηριστικά. Τούτη την αδυναμία προσαρμογής στη νεωτερικότητα ο Κωστής Μοσκώφ χαρακτήρισε, παίρνοντας τον γνωστό στίχο του Σεφέρη, «καημό της Ρωμιοσύνης» – δράμα κοινό με αρχαίους πολιτισμούς ανά την υδρόγειο, αλλά και με το παραδοσιακό υπόστρωμα της ίδιας της Δύσης.

Όταν, ύστερα από αλλεπάλληλες επαναστάσεις, οι Έλληνες κέρδισαν την ελευθερία τους, βρέθηκαν με ένα μικρό και καχεκτικό κράτος, έρμαιο ξένων δυνάμεων και υπό τη συντονισμένη επίθεση του πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Ευρώπης. Ο αρχαιοκεντρικός και κρατοκεντρικός εθνικισμός συγκρούστηκε, αντί να συντεθεί με τις βυζαντινές και εκκλησιαστικές παραδόσεις, δημιουργώντας μία σχιζοφρένεια που μας συνοδεύει ως σήμερα. Το κατά Σεφέρη «μαρμάρινο τούτο κεφάλι», που έπρεπε να κρατούμε ψηλά πάνω από τα κεφάλια μας, έφερε εξάντληση και όχι έμπνευση, επισκιάζοντας παράλληλα όλη την υπόλοιπη ελληνική παράδοση. Τις γενναίες και φιλότιμες προσπάθειες των Ελλήνων να οικοδομήσουν κράτος και σύγχρονη κοινωνία, με αρκετές φωτεινές στιγμές, κεραυνοβόλησε η τραγωδία του 1922, με το ξεθεμελίωμα του Ελληνισμού της Ανατολής και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Παρά τις εξάρσεις του αλβανικού και του κυπριακού έπους, έκτοτε η Ελλάδα ζει σε μία κατάσταση εσωστρεφούς αδράνειας και διχασμού. Η απόπειρα της μεταπολίτευσης να λύσει το πρόβλημα μέσα από την αποχαυνωτική ευδαιμονία και τη φυγή από την γεωπολιτική πραγματικότητα κατέρρευσε με κρότο το 2010.

Τούτος ο μακραίωνος ελληνικός πόνος έρχεται και συναντά, εκτός από την τρέχουσα δυσπραγία, το οικουμενικό ανθρωπολογικό πρόβλημα της αποξένωσης, του μηδενισμού και του «τέλους του ανθρώπου». Ορφάνεψε ο σημερινός άνθρωπος – πολλώ δε ο Έλληνας, από αιώνες ορφανεμένο, ξεπεσμένο βασιλόπουλο, που βλέπει την παλιά του οικουμένη αδύναμη και τα παλιά του μεγαλεία με ντροπή. Πλέον η μελαγχολία έχει δώσει τη θέση της στην ηττοπάθεια, την παραίτηση και τον κυνισμό.

Βεβαίως δεν αντιπροτείνεται η αφελής και ρηχή αισιοδοξία, όχι όταν τα αντικειμενικά δεδομένα είναι όντος ζοφερά. Το σιωπηρό κλάμα της γλαύκας μέσα στα ερείπια, όπως υπέροχα εξέφρασε ο Παπαδιαμάντης, και δικαιολογημένο είναι και – υπό προϋποθέσεις – γόνιμο. Ο πόνος είναι καθαρτικός και βαθιά πνευματικός, αφαιρεί το «λίπος» της ψυχής και του κόσμου. Τούτη η απλότητα και ταπεινότητα που χαρίζει η θλίψη, είναι κατά τον Φώτη Κόντογλου η πεμπτουσία της «πονεμένης Ρωμιοσύνης», που την καθιστά ψυχικά ανώτερη από την αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο. Ένα δυσάρεστο φαινόμενο της δικής μας κρίσης είναι ότι, παρά τις δυσκολίες, δυσκολευόμαστε να αναπτύξουμε ταπείνωση.

Ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απελπισία βρίσκεται ο εναγκαλισμός της τραγικής θέσης μας στην ιστορία. Στον προσωπικό και συλλογικό βίο, δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή από εκείνην της δράσης και της προσπάθειας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Οι Έλληνες δημιούργησαν και αγωνίστηκαν ακόμη και στις πιο απελπιστικές καταστάσεις, προτάσσοντας πνεύμα ανεξαρτησίας και δημιουργικότητας. Κι αν η πολιτική διαχείριση της χώρας είναι αξιοθρήνητη, αυτό ελευθερώνει χώρο και ενέργεια για συλλογική, κοινοτική δράση σε όλους τους τομείς της ζωής. Κι αν το πολιτιστικό περιβάλλον είναι γεμάτο ασχήμια, σημαίνει πως ζητά κάποιον να το ομορφύνει. Κι αν οι ρυθμοί της εποχής μάς μετατρέπουν, έναν προς έναν, σε άβουλα ανθρωποειδή, είναι δική μας πρόκληση να επιβραδύνουμε, να διεκδικήσουμε μία ανάπαυλα για σκέψη και να χαράξουμε το δρόμο μας.

Το ορφανεμένο βασιλόπουλο, εξόριστο από τους εχθρούς του, δεν κρύβεται στο σπήλαιο ζητώντας να το καταπιεί η γη, ούτε περιμένει να του επιστραφεί ο θρόνος ως διά μαγείας. Χτίζει το κάστρο του, υψώνει πειρατική σημαία και αρχίζει το αντάρτικο.

Εφημερίδα Ρήξη φ. 171, Σεπτέμβριος 2021

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.