Η διάκριση μεταξύ Βυζαντινής ιστορίας και χρονογραφίας: Εφικτή ή προβληματική;

Σοφία Ιορδανίδου, “Διάκριση” ιστορίας και χρονογραφίας: εφικτή ή προβληματική;

«Ένα εντυπωσιακό και σημαντικό χαρακτηριστικό της βυζαντινής λογοτεχνίας συνιστά η αδιάσπαστη αλυσίδα των ιστοριογράφων, οι οποίοι εξιστόρησαν στα έργα τους τις τύχες της αυτοκρατορίας από την αρχή […]ως το τέλος, στα 1453, σε ορισμένες περιπτώσεις και τις μετέπειτα εξελίξεις για μερικά ακόμα χρόνια. Οι συγγραφείς εντάσσονταν συνειδητά στην παράδοση στην οποία ανήκαν, με το να αρχίζουν κατά κανόνα το έργο τους από το χρονικό σημείο που είχαν διακόψει οι προκάτοχοί τους. Η βυζαντινή ιστοριογραφία διακρίνεται γενικά για την υψηλή της ποιότητα, τόσο από λογοτεχνική άποψη όσο και από άποψη περιεχομένου, παρά το γεγονός ότι εκτός από τις κορυφές υπάρχουν, φυσικά, και κάποια παραδείγματα χαμηλότερου επιπέδου»

(Rosenqvist, 2008, Η Βυζαντινή λογοτεχνία από τον 6ο αιώνα ως την άλωση της  Κωνσταντινούπολης)

Οι αρχές της βυζαντινής ιστοριογραφίας εντοπίζονται αναμφίβολα στον4ο αιώνα μ.Χ. Οι χριστιανοί της εποχής, σε μια προσπάθεια εδραίωσης της θέσης τους και επικράτησης έναντι των ειδωλολατρών υπηκόων της αυτοκρατορίας, έθεσαν τις βάσεις για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης χριστιανικής ιστοριογραφικής παράδοσης. Πρωτεργάτης της κίνησης αυτής θεωρείται ο επίσκοπος και ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (μέσα 3ου-μέσα 4ουαιώνα μ.Χ.), ο επονομαζόμενος και ως «ο πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας», ο οποίος ασχολήθηκε εκτενώς με την καταγραφή των απαρχών της ιστορίας της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, από τα χρόνια των Αποστόλων και εξής:

«Τάς τῶν ἱερῶν ἀποστόλων διαδοχάς σύν καί τοῖς ἀπό τοῦ σωτῆρος ἡμῶνκαί εἰς ἡμᾶς διηνυσμένοις χρόνοις, ὅσα τε καί πηλίκα πραγματευθῆναι κατά τήν ἐκκλησιαστικήν ἱστορίαν λέγεται, καί ὅσοι ταύτης διαπρεπῶς ἐν ταῖς μάλιστα ἐπισημοτάταις παροικίαις ἡγήσαντο τε καί προέστησαν, ὅσοι τε κατά γενεάν ἑκάστην ἀγράφως ἤ καί διά συγγραμμάτων τόνθεῖον ἐπρέσβευσαν λόγον, τίνες τε καί ὅσοι καί ὁπηνίκα νεωτεροποιίας ἱμέρῳ πλάνης εἰς ἔσχατον ἐλάσαντες,[…], ὅσα τε αὖ καί ὁποῖα καθ’᾿οἵους τε χρόνους πρός τῶν ἐθνῶν ὁ θεῖος πεπολέμηται λόγος, καίπηλίκοι κατά καιρούς τόν δι’᾿ αἵματος καί βασάνων ὑπέρ αὐτοῦ διεξῆλθον ἀγῶνα, τά τ᾿ ἐπί τούτοις καί καθ’᾿ ἡμᾶς αὐτούς μαρτύρια καίτήν ἐπί πᾶσιν ἵλεω καί εὐμενῆ τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ἀντίληψιν γραφῇ παραδοῦναι προῃρημένος, οὐδ’᾿ ἄλλοθεν ἤ ἀπό πρώτης ἄρξομαι τῆςκατά τόν σωτῆρα καί κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τόν Χριστόν τοῦ θεοῦ οἰκονομίας.»

Έτσι, δημιουργήθηκε το είδος της ανεξάρτητης χριστιανικής εκκλησιαστικής ιστορίας, το οποίο, σε αντίθεση με την ειδωλολατρική ιστοριογραφία που ακολουθούσε την αρχαία ελληνική παράδοση, βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα που αντικατόπτριζαν τον αγώνα των χριστιανών για τη θεμελίωση και διάδοση της πίστης τους αλλά και την προστασία της από τους αιρετικούς και τους αλλόθρησκους. Η εκκλησιαστική ιστορία, λοιπόν, έχει ως αντικείμενό της την αναφορά σε θέματα ιστορίας της ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βυζάντιο, αποτελώντας παράλληλα και την κύρια πηγή πληροφοριών για την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο, από την μεταφορά, δηλαδή, της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη το 324 μ.Χ. από τον Μέγα Κωνσταντίνο, μέχρι και τα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Α’ (527-565μ.Χ.). Οι αφηγήσεις των εκκλησιαστικών ιστοριών ξεκινούν από τα πρώτα αποστολικά χρόνια και εκτείνονται μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου ή ως την εποχή του εκάστοτε ιστοριογράφου. Η ακμή αυτή (η εκκλησιαστική ιστοριογραφία ήκμασε από τον 4ο έως τον 7ο αιώνα μ.Χ.) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και οφείλεται στα έντονα θρησκευτικά ζητήματα που ταλάνισαν την κοινωνία της περιόδου εκείνης και επηρέασαν τόσο την πορείακαι τη θέση της Εκκλησίας, όσο και την κοινωνική σταθερότητα της εποχής(διωγμοί των χριστιανών, εξάπλωση της νέας θρησκείας σε βάρος τηςειδωλολατρίας, δογματικές διαφωνίες και αιρέσεις στους κόλπους της ίδιας τηςΕκκλησίας, θρησκευτική πολιτική των αυτοκρατόρων).Το θρησκευτικό στοιχείο στις αφηγήσεις αυτές είναι έκδηλο ακόμα καιστην αναζήτηση των αιτιών, καθώς τα διάφορα γεγονότα παρουσιάζονται καιερμηνεύονται ως αποτέλεσμα της Θείας Πρόνοιας, της θέλησης του Θεού ή ωςτιμωρία για την αμαρτωλή και άσωτη ζωή των ανθρώπων.

Σκοπός των εκκλησιαστικών ιστοριών δεν είναι τόσο να περιγράψουν αλλά, πολύ περισσότερο, να ερμηνεύσουν τα ιστορικά γεγονότα με γνώμονα την θεολογική σκοπιά θέασης των πραγμάτων, όπως αυτή προκύπτει από τη χριστιανική διδασκαλία. Όλα αποδίδονται στη Θεία Πρόνοια και ζητούμενο αυτών των κειμένων είναι αφενός, η εξιστόρηση των απαρχών και της δημιουργίας την χριστιανικής Εκκλησίας αλλά και αφετέρου, της πορείας του ανθρωπίνου γένους προς τη σωτηρία του. Σε έναν κόσμο που έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με μια καινούργια, διαφορετική θρησκεία, η οποία προσπαθεί να βρει τη θέση της στην κοινωνία και να κάνει τα πρώτα της βήματα προς τη διάδοσή της, η εκκλησιαστική ιστοριογραφία αναλαμβάνει να συμφιλιώσει τοπαλιό με το καινούργιο, τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους και διανοούμενους με τη θεολογική φιλοσοφία της χριστιανικής διδασκαλίας. Στην πλειονότητά τους οι συγγραφείς αυτών των κειμένων έχουν λάβει ανώτερη παιδεία και μόρφωση και έχουν μελετήσει σχολαστικά τους αρχαίους ιστορικούς και φιλοσόφους, με αποτέλεσμα ο τρόπος γραφής τους (το ύφος και το λεξιλόγιό τους) να ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες της αττικής ιστοριογραφικής παράδοσης, σύμφωνα με την κυρίαρχη τάση της εποχής.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΜΕΛΕΤΗ ΕΔΩ (18 σελίδες)

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Η γέννηση της Βυζαντινής χρονογραφίας

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 4   +   6   =