Η θαυματοποιία ως παραβίαση των ακλόνητων νόμων της Φύσης με το απλό «έτσι θέλω» κάποιου θεού έχει ταυτιστεί με την επικράτηση του μονοθεϊσμού. Ο πειρασμός για τέτοια ταύτιση είναι μεγάλος: Αφού μόνο ο βιβλικός μονοθεϊσμός κάνει λόγο για δημιουργό όχι μόνο του «σχεδίου» του σύμπαντος αλλά και της υλοενέργειας, έναν δημιουργό υπεράνω της υλοενέργειας, μόνο με τέτοιο, εξωκοσμικό, θεό είναι εφικτή η παραβίαση των φυσικών νόμων. Άρα, κανένα διαφορετικό σύστημα θεοτήτων, δηλαδή οποιοδήποτε πολυθεϊστικό κοσμοείδωλο, δεν μπορεί να παραβιάσει την φυσική τάξη. Και, θα μπορούσε κάποιος να συνεχίσει, τέτοιο κοσμοείδωλο είναι πρόδρομος ή προϋπόθεση της σύγχρονης φυσικής, η οποία δέχεται το σταθερό των φυσικών κ.ά. νόμων.
Γράφει ο Γιάννης Ταχόπουλος – 05/05/2026
Ωστόσο, τόσο η μυθολογία όσο και οι λόγιοι της προχριστιανικής εποχής παραθέτουν με απόλυτη φυσικότητα, ως αυτονόητα πραγματικές, θεϊκές παρεμβάσεις στην τρέχουσα φυσική και ανθρώπινη τάξη. Δηλαδή, όσο κι αν είναι λογικοφανές, δεν είναι λογικό να υποστηριχθεί ότι ένας κατώτερος της φυσικής τάξης θεός δεν μπορεί να την ανατρέπει. Εννοείται ότι η θαυματοποιία των αρχαίων θεών και θεουργών δεν εντάθηκε εξαιτίας της χριστιανικής θαυματοποιίας. Μάλιστα, ήταν συνηθισμένο οι απλοί άνθρωποι να προσεύχονται στον ρωμαίο αυτοκράτορα (και τον ελληνιστικό ηγεμόνα) ως θεό, και περίμεναν αυτός να κάνει θαύματα (υγεία κ.λπ.), ως σωτήρας ατομικός και συλλογικός. Ένα εύγλωττο παράδειγμα είναι ο λόγος που ο Παγανιστής Πάκατος Δρεπάνιος εκφώνησε στη Σύγκλητο προς τιμή ενός χριστιανού αυτοκράτορα, ο οποίος ωστόσο διατηρεί ακόμη (τουλάχιστον για τους εναπομείναντες Εθνικούς) τις υπερφυσικές ιδιότητες ενός αυτοκράτορα-μεσολαβητή (ως ποντίφικα) μεταξύ θεών και κόσμου. Στον λόγο αυτόν ο Πάκατος γράφει ότι οι πολίτες προσεύχονται στον Θεοδόσιο να τους φυλάει σε κάθε περίπτωση, όχι μόνο γενικά για την ευστάθεια της Πολιτείας και την ειρήνη, αλλά π.χ. ο ψαράς να ψαρέψει πολλά ψάρια, ο ταξιδιώτης για να φτάσει στον προορισμό του κ.ο.κ. Οι λόγιοι του πολυθεϊσμού μάλιστα, οι Νεοπλατωνικοί, μπορούσαν να αποδίδουν την θαυματοποιία στην «συμπάθεια» που είχαν μεταξύ τους τα διάφορα μέρη του σύμπαντος: Η μαγεία και η θεουργία απέκτησαν κύρος επιστήμης και φυσικού νόμου ακριβώς μέσα στο πολυθεϊστικό κοσμοείδωλο. Η έκπληξη για το (δήθεν) καινοφανές που έφερε στην σχέση θείου-κόσμου ο μονοθεϊσμός είναι απλώς ένας κρίκος στην αλυσίδα της μοντέρνας φιλοπολυθεϊστικής (ή αντιμονοθεϊστικής) φιλολογίας που δεν παύει να εκπλήσσει με την —οφειλόμενη στην άγνοια των πηγών— ανακυκλωμένη πρωτοτυπία των απόψεών της. Στην πραγματικότητα, το καινούργιο που έφερε η χριστιανική θαυματοποιία (μιλάμε για τα βασικά κείμενά της) είναι η αντιστροφή της σημασίας των θαυμάτων: το θαύμα συνήθως γίνεται εξαιτίας της πίστης, και δεν προκαλείται η πίστη εξαιτίας του θαύματος.
ΗΡΟΔΟΤΟΣ
Α’ 48-49, 59 Όταν ο πατέρας του Πεισίστρατου, Ιπποκράτης, παρακολουθούσε τους Ολυμπιακούς, τότε «συνέβη ένα μεγάλο θαύμα: καθώς δηλαδή εθυσίασε τα καθιερωμένα σφάγια, οι λέβητες έτοιμοι και γεμάτοι με κρέατα και νερό, χωρίς φωτιά από κάτω έβρασαν και εξεχείλισαν»,
Α’ 87 Όταν ο Κροίσος βρισκόταν δεμένος πάνω στην πυρά, καταδικασμένος σε θάνατο από τον κατακτητή της Λυδίας, τον Κύρο, επικαλέστηκε τον Απόλλωνα «αν πήρε ποτέ κανένα δώρο απ’ τον Κροίσο, να τον βοηθήσει και να τον γλυτώσει από τη συμφορά που τον βρήκε. Με δάκρυα στα μάτια καλούσε το θεό, όταν ξαφνικά, ενώ δεν είχε σύννεφα και δε φυσούσε αέρας, μαζεύτηκαν σύννεφα, ξέσπασε θύελλα, έριξε ραγδαία βροχή και έσβησε τη φωτιά»
Η’ 37 «Στους βάρβαρους πάλι, καθώς είχαν φτάσει στο ναό της Προναίας Αθηνάς, έτυχαν θαύματα μεγαλύτερα από εκείνα που ‘χαν συμβή προηγουμένως. (…) Να τι έγινε: καθώς οι βάρβαροι προχωρούσαν κι έφτασαν κοντά στο ναό της Προναίας Αθηνάς έπεσαν ταυτόχρονα απ’ τον ουρανό κεραυνοί καταπάνω τους, ενώ απ’ τον Παρνασσό αποκόπηκαν δύο βράχοι και κατευθύνονταν με πολύ θόρυβο προς το μέρος τους. Πολλούς τους έλειωσαν (..) Την ίδια στιγμή ακούγονταν φωνές και πολεμικές κραυγές μέσα απ’ το ναό της Προναίας Αθηνάς»,
Η’ 38-39 «Όταν οι κάτοικοι των Δελφών τους [=τους βαρβάρους] είδαν να φεύγουν όρμησαν εναντίον τους και σκότωσαν πολλούς απ’ αυτούς. (…) Οι βάρβαροι που ξέφυγαν έλεγαν, καθώς πληροφορούμαι ότι, εκτός απ’ όσα διηγήθηκα, είδαν κι άλλα σημεία και τέρατα με θεϊκή προέλευση: δύο οπλίτες με ανάστημα μεγαλύτερο απ’ ό,τι επιβάλλει η φύση στους ανθρώπους, τους ακολούθησαν κυνηγώντας τους και χτυπώντας τους. Οι κάτοικοι των Δελφών λένε πως αυτοί οι δύο ήταν ήρωες της περιοχής, ο Φύλακος κι ο Αυτόνοος. Των ηρώων αυτών τα ιερά άλση βρίσκονται κοντά στο ναό»
Η’ 41 «Οι Αθηναίοι λένε πως μέσα στο ναό της Ακρόπολης ζει, φύλακας, κάποιο μεγάλο φίδι. Πιστεύοντας πως το φίδι υπάρχει, του κάνουν κάθε μήνα κάποια προσφορά. Αυτή η μηνιαία παροχή είναι μια μελόπιτα. Η μελόπιτα λοιπόν τούτη, ενώ πάντα τις προηγούμενες φορές εξαφανίζονταν, έμεινε τότε άθικτη. Όταν η ιέρεια το είπε στους Αθηναίους, αυτοί οι τελευταίοι με μεγαλύτερη προθυμία εγκατέλειψαν την πόλη τους, αφού κι η θεά είχε παρατήσει την Ακρόπολη»,
Η’ 55 «Υπάρχει στην ακρόπολη της Αθήνας ναός του Ερεχθέα που λένε ότι τον γέννησε η γη. Μέσ’ στον ναό βρίσκονται μια ελιά και μια πηγή με αλμυρό νερό (…). Αυτή λοιπόν η ελιά συνέπεσε να καεί από τους Πέρσες μαζί με τον υπόλοιπο ναό. Όταν όμως τη δεύτερη μέρα μετά την πυρκαγιά ανέβηκαν στο ναό οι Αθηναίοι που ο Ξέρξης τους είχε διατάξει να προσφέρουν θυσίες, είδαν να έχει ξεπεταχτεί από τον κορμό ένα βλαστάρι μία πήχη μακρύ. Έτσι διηγήθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι»
Η’, 65 «Είδαν [οι Πέρσες], λοιπόν, να έρχεται απ’ την Ελευσίνα σκόνη, σαν να περπατούσαν κάπου τριάντα χιλιάδες άτομα. Αναρωτιόντουσαν ποιοι άραγε άνθρωποι σηκώσανε αυτή τη σκόνη. Ξαφνικά άκουσαν μια φωνή που νόμισαν ότι ήταν επίκληση των μυστών προς τον Ίακχο. (…) Ο Δίκαιος [Αθηναίος στο πλευρό των Περσών] απάντησε: «είναι ολοφάνερο πως, εφόσον η Αττική είναι άδεια, οι φωνές έχουν θεϊκή προέλευση κι έρχονται από την Ελευσίνα για βοήθεια των Αθηναίων και των συμμάχων». (…) Η σκόνη και οι φωνές σχημάτισαν σύννεφο που σηκώθηκε στον ουρανό και πήγε προς τη Σαλαμίνα, στο ελληνικό στρατόπεδο. Έτσι οι Έλληνες κατάλαβαν πως ήταν γραφτό να χαθεί το ναυτικό του Ξέρξη»,
Η’ 84 «Αμέσως μόλις ξεκίνησαν, έκαναν επίθεση κι οι βάρβαροι. Οι άλλοι Έλληνες πισωγύριζαν κι οδηγούσαν τα πλοία στην ακτή.(…) Διηγούνται [οι Έλληνες] ότι παρουσιάστηκε ένα φάντασμα γυναίκας. Μόλις εμφανίστηκε, μίλησε έτσι που να την ακούσουν σ’ ολόκληρο το ελληνικό στρατόπεδο. Πρώτα όμως κατσάδιασε τους Έλληνες με τα παρακάτω λόγια: «ίσα με ποιο σημείο, δυστυχισμένοι, θα υποχωρείτε;»
ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
2, 98, 2-3 «Τότε [λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου] διαδίδονταν πολλές προφητείες, κι οι χρησμολόγοι απήγγειλαν πολλούς χρησμούς και στις πόλεις που ήταν να συγκρουστούν και στις άλλες πόλεις. Κι ακόμα, λίγο πριν απ’ τα γεγονότα τούτα, έγινε σεισμός στη Δήλο, που δεν είχε ποτέ της ώς τότε σειστεί, αφότου θυμούνται οι Έλληνες. Έλεγαν, σχετικά, και το πίστευαν, πως έπρεπε να εξηγηθεί σα σημάδι για όσα ήταν να συμβούν. Μα κι οτιδήποτε άλλο τέτοιο έτυχε να σταθεί, αναζητιόταν σ’ όλα μια τέτοια λογής εξήγηση»
3, 88, 3 Οι Σικελοί «πιστεύουν πως ο Ήφαιστος έχει το χαλκωματάδικό του στην Ιέρα, επειδή τη νύχτα φαίνεται σα να αναδίνονται από εκεί μεγάλες φλόγες και την ημέρα καπνός»
ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ
Λακωνικά, 3, 7 «Χρησμό παρόμοιο με αυτόν που είχαν λάβει οι Λακεδαιμόνιοι για τα οστά του Ορέστη έλαβαν αργότερα και οι Αθηναίοι, που τους έλεγε να φέρουν πίσω το Θησέα από τη Σκύρο, γιατί διαφορετικά δε θα ήταν δυνατό να καταλάβουν τη Σκύρο. Ο Κίμωνας, ο γιος του Μιλτιάδη, τα βρήκε επιστρατεύοντας την εξυπνάδα του και πολύ σύντομα κατέλαβε τη Σκύρο»
Λακωνικά, 16, 1
«Αυτού [=στο ιερό της Ιλάειρας και της Φοίβης] είναι κρεμασμένο από την οροφή ένα αυγό συγκρατούμενο με ταινίες• λεν πως είναι το αυγό εκείνο που κατά την παράδοση είχε γεννήσει η Λύδα». Το θαύμα ασφαλώς έγκειται στη γέννηση αβγού από γυναίκα,
Λακωνικά 16, 10-11 «Στη μαστίγωση παρευρίσκεται και η ιέρεια της Αρτέμιδος, με το ξόανο της θεάς στα χέρια. Το ξόανο κανονικά είναι ελαφρύ, γιατί είναι μικρό˙ αν όμως εκείνοι που μαστιγώνουν είναι φειδωλοί στα χτυπήματά τους, τότε το ξόανο γίνεται βαρύ για τα χέρια της ιέρειας, τόσο βαρύ που δε μπορεί να το κρατάει εύκολα, και κατηγορεί τους μαστιγωτές των νέων, λέγοντας πως υποφέρει από το βάρος του εξαιτίας τους»,
Λακωνικά, 21, 5 «Ψάρια φοβούνται να βγάλουν από τη λίμνη [=του Ποσειδώνα], κι όποιος ψαρέψει, λένε πως από άνθρωπος θα πάρει τη μορφή του ψαριού που το λένε αλιέα»,
Λακωνικά, 22, 12 «Όταν οι κάτοικοι των πόλεων αυτών είχαν ξεσπιτωθεί, ζητούσαν να βρουν πού θα έπρεπε να εγκατασταθούν. Υπήρξε χρησμός πως η Άρτεμη θα τους δείξει πού να κατοικήσουν. Μόλις αποβιβάστηκαν στην ξηρά παρουσιάστηκε λαγός, τον οποίο έκαναν οδηγό της πορείας τους. Όταν ο λαγός τρύπωσε σε μια μυρτιά, έχτισαν στο μέρος αυτό πόλη και τη μυρτιά εκείνη τη λατρεύουν ακόμη και την ονομάζουν Άρτεμιν σωτείρα»,
Λακωνικά, 23, 7 Στην Επίδαυρο Λιμηρά (κοντά στον σημερινό Άγιο Ιωάννη της Λακωνίας) οι κάτοικοι «λένε πως είχαν φέρει από την πατρίδα τους Επίδαυρο ένα φίδι, το οποίο ξέφυγε από το πλοίο και τρύπωσε στη γη, όχι μακριά από τη θάλασσα• έτσι τα όνειρα που είδαν και το σημάδι του φιδιού τούς έκαμαν ν’ αποφασίσουν μόνιμη εγκατάσταση εκεί»,
Λακωνικά, 23, 8 «Στο νερό αυτό, κατά τη γιορτή της Ινούς, ρίχνουν ζυμαρικά από κριθαράλευρο• αν το νερό τα πάρει κάτω, είναι αίσιο σημάδι για κείνον που τα ρίχνει• αν τα βγάλει πάνω, αυτό θεωρείται κακό σημάδι»,
Λακωνικά, 22, 5
«στην αρχή της άνοιξης τελούν γιορτή για το Διόνυσο και λένε και (…) πως βρίσκουν αυτού ένα ώριμο τσαμπί σταφύλια»,
Αρκαδικά, 13, 1 «Στη χώρα των Ορχομενίων βρίσκεται το ιερό της υμνίας Αρτέμιδος (…) Εκλέγουν και ιέρεια και άνδρα ιερέα που έχει επικρατήσει να περνούν ολόκληρη τη ζωή τους μέσα σε μια θρησκευτική καθαρότητα, όχι μόνο στις επαφές με το άλλο φύλο, αλλά και γενικότερα: ούτε λουτρά τους επιτρέπονται»,
Αρκαδικά, 10, 8-9 «Οι Μαντινείς λένε πως φανερώθηκε και ο Ποσειδώνας βοηθώντας τους (…). Πως θεοί είναι παρόντες σε πολέμους και σκοτωμούς ανθρώπων αναφέρουν στα ποιήματά τους όσοι ενδιαφέρθηκαν για τα παθήματα των ηρώων στην Τροία»
Βοιωτικά, 6, 6 «για την Αθήνα ο θεός είχε βρέξει στάχτη, ένα χρόνο προτού ο πόλεμος που επέφερε ο Σύλλας προξενήσει στους Αθηναίους τις μεγάλες συμφορές»,
Βοιωτικά, 16, 6 «Ο θεός [Διόνυσος] έλυσε αιχμαλώτους Θηβαίους που τους κρατούσαν Θράκες»,
Βοιωτικά, 17, 4 «Ο κοινός τάφος του Ζήθου και του Αμφίονα είναι ένας σωρός χώματος όχι μεγάλος• οι κάτοικοι της φωκικής Τιθορέας θέλουν να κλέψουν χώμα απ’ αυτόν, όταν ο ήλιος περνάει δια του αστερισμού του Ταύρου• αν τότε πάρουν απ’ αυτού χώμα και μ’ αυτό περιβάλλουν τον τάφο της Αντιόπης, η χώρα των Τιθορέων θα γίνει εύφορη, ενώ η χώρα των Θηβαίων θα είναι λιγότερο εύφορη. Γι’ αυτό οι Θηβαίοι κατά το χρονικό τούτο διάστημα φρουρούν τον τάφο»,
Βοιωτικά, 19, 5 «[στο ιερό της μυκαλησίας Δήμητρας] παρουσιάζουν και το εξής θαύμα: μπροστά στα πόδια του αγάλματος βάζουν καρπούς που γίνονται το φθινόπωρο κι αυτοί μένουν φρέσκοι όλη τη χρονιά».
Βοιωτικά, 23, 2 «Όταν ο Πίνδαρος ήταν νέος, ενώ πήγαινε στις Θεσπιές, κουράστηκε και τον κατέλαβε μια επιθυμία να κοιμηθεί. Όπως ήταν λοιπόν, ξάπλωσε λίγο πιο πάνω από το δρόμο• όταν αποκοιμήθηκε, μέλισσες άρχισαν να πετούν προς αυτόν και να πλάθουν στα χείλη του κερήθρα• αυτό στάθηκε η αρχή της ποιητικής δημιουργίας το Πινδάρου»,
Βοιωτικά, 25, 10 «Οι Μακεδόνες οπλίτες που μπήκαν στο ιερό των Καβείρων, βρισκόμενο κι αυτό σε γη εχθρική, καταστράφηκαν με κεραυνούς και αστραπές από τον ουρανό. Τόσο άγιο ήταν το ιερό αυτό από την αρχή»,
Αχαϊκά, 25, 1 και 8 «ο θεός [Δίας] εξαφάνισε την Ελίκη»˙ όχι τα φυσικά φαινόμενα,
Αχαϊκά, 21, 12 «στην πηγή υπάρχει μαντείο αλάθητο, όχι όμως για οτιδήποτε παρά μόνο για αρρώστους: δένουν με κλωστή ένα κάτοπτρο και το κατεβάζουν στην πηγή, υπολογίζοντας να μην κατεβεί περισσότερο από το σημείο όπου η κυκλική άκρη του κατόπτρου θάρθει σ’ επαφή με την επιφάνεια του νερού. Κατόπιν προσεύχονται στη θεά [Δήμητρα], κάνουν θυμίαμα και κοιτάζουν στο κάτοπτρο, το οποίο τους δείχνει τον άρρωστο ζωντανό ή νεκρό• ώς αυτού φτάνει η μαντική δύναμη της πηγής»,
Αττικά, 4, 4 «όταν έγινε η σύγκρουση, κεραυνοί και βράχοι αποσπασμένοι από τον Παρνασσό έπεφταν στους Γαλάτες, αλλά και φοβερές υπάρξεις υπό μορφήν ενόπλων ανδρών παρουσιάστηκαν στους βαρβάρους. Λένε πως δύο απ’ αυτούς, ο Υπέροχος και ο Αμάδοκος, ήρθαν από τους Υπερβόρειους• ο τρίτος ήταν ο Πύρρος, ο γιος του Αχιλλέα»,
Αττικά, 13, 8 «Λένε πως ο θάνατος του Πύρρου οφείλεται σε χτύπημα με κεραμίδα από μία γυναίκα. Οι Αργείοι λένε πως εκείνη που τον σκότωσε δεν ήταν γυναίκα, αλλά η Δήμητρα με τη μορφή μιας γυναίκας. Αυτά λένε σχετικά με το θάνατο του Πύρρου οι ίδιοι οι Αργείοι και ο ντόπιος εξηγητής Λυκέας τα αναφέρει σε ποίημά του»,
Αττικά, 14, 4 «Για τον Επιμενίδη λένε πως πήγε στην εξοχή και μπήκε σε μια σπηλιά και κοιμήθηκε και δεν τον άφησε ο ύπνος παρά αφού πρώτα κοιμήθηκε επί σαράντα χρόνια• κατόπιν αυτός έκανε έπη και καθαρμούς πόλεων»,
Αττικά, 21, 2 «Ο Αισχύλος διηγούνταν πως, όταν ήταν νέος και κοιμόταν κάποτε στην εξοχή φυλάγοντας σταφύλια, του παρουσιάστηκε ο Διόνυσος, ο οποίος τον παρακίνησε να γράψει τραγωδία»,
Αττικά, 28, 4 «έλεγε ακόμα ο Φιλιππίδης πως ο Παν τον είχε συναντήσει περί το Παρθένιο όρος και πως είχε πει πως ευνοεί τους Αθηναίους και πως θάρθει στο Μαραθώνα για να πολεμήσει μαζί τους»,
Αττικά, 32, 4 («Εδώ [=στο Μαραθώνα] κάθε νύχτα μπορεί κανείς να έχει την αίσθηση ενός χρεμετισμού αλόγων και μάχης ανδρών• αν επεδίωξε όμως κανείς από σκοπού το θέαμα αυτό, ποτέ δεν του βγήκε σε καλό• αν κανείς δεν είχε ακούσει σχετικά, και του συνέβη τυχαία ν’ αντιληφθεί αυτά τα πράγματα, τα πνεύματα δεν οργίζονται εναντίον του»,
Αττικά, 40, 2-3 «Ενώ βάδιζαν [=ο περσικός στρατός], η Άρτεμη τό ‘φερε να τους βρει η νύχτα• έχασαν τότε το δρόμο και βρέθηκαν στα ορεινά της χώρας. Προσπαθώντας να εξακριβώσουν αν υπάρχει κοντά στράτευμα εχθρικό, έριχναν βέλη και χτυπούσαν έναν κοντινό βράχο, ο οποίος έβγαζε στεναγμό και αυτοί ξανά έβαλλαν με μεγαλύτερο πείσμα: στο τέλος εξάντλησαν τα βέλη τους νομίζοντας πως κτυπούν εχθρούς. (…) απ’ αυτή την αφορμή έκαναν άγαλμα της Άρτεμης σωτείρας»,
Αττικά, 24, 8 κάποιος «θεός» κι όχι οι φυσικοί νόμοι προκάλεσαν βροχή: «ο θεός έβρεξε»), ώστε να εξοντωθούν σμήνη ακρίδων στο όρος Σίπυλο,
Αττικά, 26, 5 Είναι γνωστή η διαμάχη Αθηνάς-Ποσειδώνα για την κυριότητα της Αθήνας. Όταν νίκησε η πρώτη, ο δεύτερος θυμωμένος έριξε, κατά τη μυθολογία, την τρίαινά του στο βράχο της Ακρόπολης. Τον 2ο μ.Χ. αι. ο Παυσανίας αναφέρει τη γνώμη των Εθνικών: «υπάρχει και σημάδι της τρίαινας στο βράχο». Ποιος είπε ότι οι Εθνικοί θεωρούσαν τους μύθους συμβολικούς;
Κορινθιακά, 24, 1 Στο Άργος, στο ιερό της Αθηνάς «η χρησμοδοσία, η οποία συνεχίζεται και επί των ημερών μας, γίνεται ως εξής: προφητεύει μια γυναίκα (…) κάθε μήνα θυσιάζεται τη νύχτα μια προβατίνα, της οποίας όταν γευθεί το αίμα η γυναίκα, “κατέχεται” από το θεό»,
Κορινθιακά, 25, 10 «Πάνω σ’ αυτό [=το όρος Αραχναίον] υπάρχουν βωμοί του Δία και της Ήρας, όπου θυσιάζουν, όταν χρειάζονται βροχή».
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
Ο Πλούταρχος υποστηρίζει ότι «συχνά δυνατοί και άγριοι δαίμονες στέλνουν επιδημίες στις πόλεις, αφορία στη γη, ανακινούν πολέμους και επαναστάσεις» (Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων, 14 (417D)).
ΝΕΡΩΝ
Σουετώνιου, Νέρων, 56 «Ο Νέρωνας είχε ένα άγαλμα, ομοίωμα, δώρο κάποιου, το οποίο τον πληροφορούσε για τις συνωμοσίες».
ΚΕΛΣΟΣ
Λόγος Αληθής, Δ’ «θαύματα υπερφυσικά συνέβαιναν παντού και πάντα»
ΠΛΩΤΙΝΟΣ (3ος αι.)
«Προέλεγε επίσης το μέλλον κάθε παιδιού που έμενε μαζί του» (Πορφυρίου, Περὶ τοῦ Πλωτίνου βίου καὶ τῆς τάξεως τῶν βιβλίων αὐτοῦ, 11)
ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (3ος αι.)
Ο Πορφύριος γράφει για μια επιδημία λοιμού: «κανένας θεός δεν ήλθε να βοηθήσει την πόλη από τότε που λατρεύεται ο Ιησούς»
Ο Πορφύριος γράφει: «Ανάμεσα στις άλλες βλάβες που προέρχονται από τους κακοποιούς δαίμονες, η μέγιστη είναι αυτή, ότι δηλαδή αυτοί, καθώς γίνονται αίτιοι των γήινων συμφορών, όπως είναι οι λιμοί, η ακαρπία της γης, οι σεισμοί, οι ξηρασίες και τα όμοια» (Περί αποχής εμψύχων, 2, 40).
Ο Πορφύριος πίστευε πως οι κακοί δαίμονες θέλουν να γίνουν θεοί, και «η προϊσταμένη αυτών αρχή θέλει να φαίνεται ότι είναι ο μέγιστος Θεός. Αυτοί χαίρονται με σπονδή αίματος και κνίσα κρεάτων» (Περί αποχής εμψύχων, 2, 42). Μάλιστα λέει ότι οι κακοί δαίμονες υποδύονται τα πρόσωπα των άλλων θεών (Περί αποχής εμψύχων, 2, 40)
Ο Πορφύριος «κάποτε έδιωξε και απέβαλε από κάποιο λουτρό ένα δαιμόνιο» (Ευνάπιου, Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Πορφύριος, 1, 12)
ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (τέλη 3ου – αρχές 4ου αι.)
Ο Ιάμβλιχος (Περί Μυστηρίων, Β’, 6, 7) γράφει: «Η παρουσία των δαιμόνων βαραίνει το σώμα και το τιμωρεί με αρρώστιες (…) οι τιμωροί δαίμονες επιδεικνύουν τα είδη των τιμωριών, και οι υπόλοιποι που με οποιονδήποτε τρόπο είναι κακοί περιβάλλονται από κάπoια βλαβερά, αιμοβόρα και άγρια θηρία».
Ο Ιάμβλιχος την ώρα που προσευχόταν στους θεούς, μετεωριζόταν περίπου δέκα πήχεις πάνω από τη γη (Ευνάπιου, Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Ιάμβλιχος, 1)
Έκανε θαύματα (Ευνάπιου, ό.π., 2, 4 κ.ε.),
Αποκάλυψε ότι το πνεύμα κάποιου, το οποίοι είχαν καλέσει, ήταν ενός μονομάχου και όχι του Απόλλωνα (Ευνάπιου, ό.π., 11, 11)
ΜΑΞΙΜΟΣ (σύγχρονος του Ιουλιανού)
Κάποτε ο Μάξιμος «έκαψε έναν κόκκο λιβανιού, απήγγειλε προς τον εαυτό του κάποιον ύμνο και… στην αρχή το άγαλμα [της Εκάτης] χαμογελούσε και στη συνέχεια γελούσε απροκάλυπτα (…) είπε [ο Μάξιμος]: “ευθύς αμέσως θα ανάψουν οι λαμπάδες, που κρατά στα χέρια της η θεά”. Και προτού τελειώσει τον λόγο του, οι λαμπάδες ανέδιδαν τις φλόγες τους» (Ευνάπιου, Βίοι Σοφιστών, Μάξιμος, 2, 9-10)
ΛΙΒΑΝΙΟΣ
Ο Λιβάνιος πίστευε ότι ο Ιουλιανός έγραψε τα βιβλία του με τη βοήθεια των θεών (Μονωδία επί Ιουλιανώ, 18)
Θεωρούσε τους σεισμούς στην Αντιόχεια ως, θεϊκούς ασφαλώς, προάγγελους της ταραχής και της αταξίας (Μονωδία επί Ιουλιανώ, 30)
Η «λαμπρή νίκη του Μαραθώνα δεν οφείλεται τόσο στους δέκα χιλιάδες Αθηναίους όσο στον Ηρακλή και στον Πάνα» και «η θεϊκή Σαλαμίνα, όχι τόσο στα τριακόσια καράβια των Ελλήνων όσο στους Ελευσίνιους συμμάχους που έσπευσαν στη ναυμαχία υπό τους ήχους των ιερών τους ύμνων» (Υπέρ των ιερών, 32)
«χάρη στη συμμαχία τους με τους θεούς αυτούς κατάφερναν οι Ρωμαίοι να νικούν στις μάχες» και από «μικροί και ταπεινοί κατόρθωσαν τα μέγιστα» (Υπέρ των ιερών, 5 και 31).
Δίχως εορτές ο θεός Νείλος δεν πλημμυρίζει (Υπέρ των ιερών, 35).
ΕΥΝΑΠΙΟΣ
Ο Ευνάπιος (Βίοι φιλοσόφων και σοφιστών, Μάξιμος, 3, 1-4) κατενόησε την καταστροφή της Ελευσίνας κατά την επιδρομή του Αλάριχου ως τιμωρία των θεών, επειδή ο ιεροφάντης της Ελευσίνας «θα έχει αφιερωθεί σε άλλους θεούς» και επειδή «θα έχει δώσει μυστηριακούς όρκους σε άλλους θεούς»˙ δηλαδή επειδή ιεροφάντης είχε ανακηρυχθεί, παρανόμως σύμφωνα με τον Ευνάπιο, ένας ιερέας του Μίθρα (μόνο οι Ευμολπίδες δικαιούντο να είναι ιεροφάντες στην Ελευσίνα).
Ακόμη ο Ευνάπιος υποστηρίζει (ό.π. Μάξιμος, 3, 3) ότι ο προτελευταίος ιεροφάντης των Ελευσίνιων Μυστηρίων του αποκάλυψε πως οι ναοί θα καταστραφούν και η λατρεία της Δήμητρας θα εκλείψει.
(Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Μάξιμος, 3, 7) ο Ιουλιανός νικούσε τους Γερμανούς επειδή λάτρευε τους θεούς. Φαίνεται, για τον Ευνάπιο, ότι οι (τότε ακόμη παγανιστές) Γερμανοί δεν λάτρευαν τους ίδιους θεούς με τους ελληνορωμαϊκούς.
ΖΩΣΙΜΟΣ
Νέα Ιστορία, Δ’, 18, 2-4: Η Αθήνα σώθηκε από καταστρεπτικό σεισμό χάρη στα αγαλματίδια του Αχιλλέα και τις προς αυτόν δημόσιες τελετές που τέλεσε ο ιεροφάντης Νεστόριος
Νέα Ιστορία, Ε’, 6, 1-2: Η Αθήνα, πάλι, σώθηκε από το Αλάριχο χάρη στην οπτασία της θεάς Αθηνάς και του ήρωα Αχιλλέα
Νέα Ιστορία, Β’, 7, 1: Από τότε που αγνοήθηκε μια παγανιστική γιορτή «η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία σταδιακά κατέρρευσε»
Νέα Ιστορία, Δ’, 59, 3: «παραμελήθηκαν οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και τα έθιμα, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συρρικνωθεί η ρωμαϊκή επικράτεια»
Νέα Ιστορία, Ε’, 38, 2-4: Η γυναίκα του Στηλίχωνα, η Σειρήνα, φονεύτηκε τιμωρούμενη «όπως της άξιζε για την ασέβειά της προς τους θεούς» επειδή κάποτε πήρε ένα περιδέραιο από το άγαλμα της θεάς Ρέας
Νέα Ιστορία, Ε’, 41, 1: «οι δεήσεις προς τους θεούς με πατροπαράδοτες λατρευτικές τελετές είχαν ως αποτέλεσμα οι επιτιθέμενοι βάρβαροι να δεχτούν ένα τρομακτικό καταιγισμό από βροντές και αστροπελέκια και να τραπούν σε φυγή»
ΣΥΜΜΑΧΟΣ
Σύμφωνα όσα γράφει σε επιστολή προς αυτοκράτορες Βαλεντιανό, Θεοδόσιο και Αρκάδιο, § 9, η πολυθεϊστική λατρεία και οι ρωμαϊκοί θεοί είναι ο λόγος που οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τον κόσμο και για τον οποίο οι Γαλάτες καθώς και ο Αννίβας αποκρούστηκαν επιτυχώς όταν πολιορκούσαν τη Ρώμη
Ο παραμερισμός της Εθνικής λατρείας, σύμφωνα με τον Σύμμαχο «οδήγησε σε κάθε είδους συμφορές το Ρωμαϊκό γένος» (§ 14 της ίδιας επιστολής)
ΠΡΟΚΛΟΣ
Μαρίνου, Βίος Πρόκλου
28 Ο Πρόκλος πίστευε πως ήταν μετενσάρκωση του Νικόμαχου (περίπου 150 μ.Χ.) και ότι ανήκε στην Ερμαϊκή τάξη
23. Ένα φως περιέβαλε το κεφάλι του Πρόκλου, όταν αυτός δίδασκε.
7, 30, 31 Ο Πρόκλος γιατρεύτηκε έπειτα από επίσκεψη του «δαίμονα» Τελεσφόρου και άλλων θεών, όταν αρρώστησε άλλες φορές
28 «ερχόταν σε επαφή με τα ίδια του τα μάτια με τα φωτεινά είδωλα της Εκάτης (…) προκάλεσε βροχές, “κουνώντας κάποιο μαγικό τροχό σουσουράδας”, με τον κατάλληλο τρόπο, και από φοβερές ξηρασίες απάλλαξε την Αττική. Και προγνώσεις για τους σεισμούς κατέθετε και δοκίμασε και την μαντική ενέργεια του τρίποδα».
29 Θεράπευσε με προσευχές μια κοπέλα και, όταν κάποιος αρρώσταινε, ο Πρόκλος «πρώτα με ζήλο ικέτευε τους θεούς με πράξεις και με ύμνους» και ύστερα «μάζευε τους γιατρούς» (ό.π., 17) για να εξασκήσουν την επιστήμη τους.
30 Έβλεπε στα όνειρά του την Αθηνά να του προστάζει ότι θα εγκατασταθεί σπίτι του.
«Ο νεκρός [του Πρόκλου] παρουσιάστηκε σε μένα πολύ καθαρά ενόσω ξάπλωνα στο κρεββάτι αυτό» ισχυρίζεται ο Δαμάσκιος (Φιλόσοφος Ιστορία, 98A)
ΔΑΜΑΣΚΙΟΣ
«Καθώς ο δαίμονας δεν μπορούσε να πεισθεί με ευγενικά λόγια να αφήσει τη σύζυγο, ο [νεοπλατωνικός] Θεοσέβιος τον εξανάγκασε να βγει με έναν εξορκισμό» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 46B)
«[Ο νεοπλατωνικός Ηραΐσκος] προέλεγε το μέλλον σύμφωνα με την απόρρητη θέαση» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 76A)
«Όταν [ο Ηραΐσκος] πέθανε, μυστικά σημεία [ἀπόρρητα διαγράμματα] λουσμένα στο φως εμφανίστηκαν παντού στα [νεκρικά] σεντόνια και γύρω από αυτά θεϊκά οράματα [θεοπρεπῆ φάσματα] που έδειχναν καθαρά τους θεούς με τους οποίους η ψυχή του τώρα ήταν μαζί» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 76E)
«Η μαντική μέσω των συννέφων, η οποία ήταν άγνωστη στους Αρχαίους, ανακαλύφθηκε από μια γυναίκα ονόματι Ανθούσα την εποχή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Λέοντα. (…) Από τότε ώς τώρα η Ανθούσα δεν έχει πάψει να εξασκεί την μέθοδο της μαντικής μέσω των συννέφων» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 52)
«Γνώρισε μια άγια γυναίκα ευλογημένη από τους θεούς με μια πολύ υπέροχη φύση. Ρίχνοντας νερό σε ένα γυάλινο ποτήρι, έβλεπε μέσα στο νερό τις εικόνες των μελλοντικών γεγονότων και από αυτό το όραμα προέλεγε τα γεγονότα που θα συνέβαιναν. Κι εμείς οι ίδιοι έχουμε προσωπική εμπειρία από αυτό» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 129B)
«Ο [νεοπλατωνικός] Ηραΐσκος είχε το έμφυτο δώρο να διακρίνει ανάμεσα σε ζωντανά [ζώντων] και άψυχα [μὴ ζώντων] ιερά αγάλματα. Δεν έπρεπε να κάνει κάτι άλλο παρά να το κοιτάξει και αμέσως η καρδιά του επηρεαζόταν από τον θεϊκό παροξυσμό ενώ το σώμα και η ψυχή του χοροπήδαγαν σαν να κατέχονταν από το θεό. Αλλά αν δεν επηρεαζόταν έτσι, το άγαλμα ήταν άψυχο και κενό από θεϊκή επίνοια. Με αυτόν τον τρόπο αναγνώρισε ότι το άρρητο άγαλμα του Αιώνα κατεχόταν από τον θεό που λατρευόταν από τους Αλεξανδρινούς. (…)» (Δαμάσκιου, Φιλόσοφος Ιστορία, 76E)
Η, σύγχρονη του Ιουλιανού, Σωσιπάτρα μάντευε επιτυχώς το μέλλον (Ευνάπιου, Βίοι Φιλοσόφων και Σοφιστών, Αιδέσιος, 7, 4˙ 8, 3˙ 9, 7 και 12)
Η συλλογή των κειμένων από την αφεντιά μου.
Αντίθετα από τους Νεοπλατωνικούς Εθνικούς που επεδείκνυαν τις «υπερφυσικές» δυνάμεις τους, οι χριστιανοί μοναχοί της Ύστερης Αρχαιότητας απέρριπταν την αντίστοιχη τάση. Ένας ασκητής της Ύστερης Αρχαιότητας είπε: ««Πώς μπορούν ορισμένοι να λένε: “Είδαμε οράματα αγγέλων”; Ο γέροντας είπε: “πολύ περισσότερο ευτυχής είναι αυτός που μπορεί να βλέπει τα αμαρτήματά του”». Ο αββάς Ολύμπιος είπε το εξής: “Ένας παγανιστής ιερέας κατέβηκε μια μέρα από τη Σκήτη, ήρθε στο κελί μου και κοιμήθηκε εκεί. Αφού αναλογίστηκε τον τρόπο ζωής των μοναχών, είπε: “Μια και ζείτε έτσι, βλέπετε οράματα του θεού σας;” Του είπα: “Όχι”. Τότε ο ιερέας μου είπε: “Όταν εμείς κάνουμε θυσία στο θεό μας, δεν μας κρύβει τίποτε, αλλά μας αποκαλύπτει όλα τα μυστήριά του. Κι εσείς, που υποβάλλεστε σε τόσες δοκιμασίες, αγρυπνίες, προσευχές και ασκήσεις, λέτε ότι δεν βλέπετε τίποτε;”». Η στάση των μοναχών ήταν ένα ηχηρό ράπισμα στο θρησκευτικό ύφος του παγανιστικού κόσμου. Μια εσκεμμένη απόρριψη του συνήθους τρόπου άσκησης της, υπερφυσικής προελεύσεως, εξουσίας στην κοινωνία, συμπλήρωνε τη διαδικασία της αναχώρησης. Οι μοναχοί στέκονταν μακριά από τις αμφισημίες που συνεπάγονταν οι αξιώσεις άσκησης «ουράνιας» δύναμης σε «επίγειες» περιοχές» (Brown Peter, Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, σ. 155).
Εικόνα: Ο Απόλλωνας ως άγαλμα στο ναό του, και ταυτόχρονα ο Απόλλωνας ως ζώσα υπερφυσική οντότητα που εξέρχεται από το ναό πιθανόν κατά την τέλεση κάποιας θυσίας (400 π.Χ. Τάραντας)






