Τα περισσότερα εγκλήματα πολέμου στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγιναν από τους Γερμανούς στη Σοβιετική Ένωση, μεταξύ 1941-1944. Πρόκειται για τη συστηματική καταστροφή χιλιάδων οικισμών και τη σφαγή των αμάχων κατοίκων τους, την εξόντωση εκατομμυρίων Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου και Εβραίων, βιασμούς, καταναγκαστική εργασία και κλοπές σε μαζική κλίμακα.
Στα εγκλήματα αυτά συμπεριλαμβάνονται η καταστροφή και λεηλασία πολιτιστικών θησαυρών ανεκτίμητης ιστορικής αξίας. Μία άγνωστη λεπτομέρεια είναι η καταστροφή και λεηλασία ρωσικών θρησκευτικών κειμηλίων, τα οποία συνδέονται και με τον Ελληνισμό. Υπεύθυνη ήταν η “Γαλάζια Μεραρχία”, μία μονάδα Ισπανών εθελοντών που πολέμησαν στο Ανατολικό Μέτωπο με τους Γερμανούς.
Φράνκο και επιχείρηση “Μπαρμπαρόσα”
Το 1941 η Ισπανία διοικούνταν από το φασιστικό καθεστώς του στρατηγού Φράνκο, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την εξουσία μετά τη νίκη των Εθνικιστών στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1936–1939). Στη διάρκειά του είχε λάβει σημαντική υποστήριξη από τη ναζιστική Γερμανία.
Στις 22 Ιουνίου 1941, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην ΕΣΣΔ (Επιχείρηση “Μπαρμπαρόσα”), πολλοί από αυτούς ξεκίνησαν να πιέζουν την ισπανική κυβέρνηση, προκειμένου να τους επιτραπεί να πολεμήσουν ως εθελοντές στο πλευρό των Γερμανών.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ανατολικό Μέτωπο, εκτός από δυνάμεις του Γ΄ Ράιχ και των συμμάχων του (Ιταλία, Ρουμανία, Φινλανδία), πήραν μέρος και μονάδες που απαρτίζονταν από εθελοντές άλλων χωρών, κυρίως αυτών που είχε καταλάβει ο Άξονας.
Ο Φράνκο, αν και υποστήριζε κρυφά την αποστολή Ισπανών εθελοντών, δεν μπορούσε να το κάνει επίσημα, γιατί θα παραβίαζε την ισπανική ουδετερότητα στον πόλεμο. Έτσι, αποφάσισε η δημιουργία της ισπανικής μονάδας για το Ανατολικό Μέτωπο να γίνει με ιδιωτική πρωτοβουλία.
Επίσημα, δεν είχε την υποστήριξη της κυβέρνησής του. Ωστόσο, ο Φράνκο βοήθησε κρυφά τα μέγιστα, για να δημιουργηθεί και να ενισχυθεί η μονάδα αυτή.
Ισπανοί εθελοντές στο Ανατολικό Μέτωπο
Αρχικά συγκροτήθηκε από 18.373 άνδρες, από τους οποίους το 50% των αξιωματικών και των υπαξιωματικών ήταν επαγγελματίες στρατιώτες που έλαβαν άδεια από τον ισπανικό στρατό, συμπεριλαμβανομένων πολλών βετεράνων του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου.
Καθώς δεν μπορούσαν να φέρουν την επίσημη στολή του ισπανικού στρατού, υιοθέτησαν μια δική τους στολή, η οποία περιελάμβανε χαρακτηριστικά από διαφορετικές ισπανικές στρατιωτικές στολές της εποχής.
Εξαιτίας των γαλάζιων πουκάμισων που φορούσαν οι άνδρες της, η μονάδα έγινε γνωστή ως “Γαλάζια Μεραρχία”, παρότι έφερε τον επίσημο τίτλο “Ισπανική Μεραρχία Εθελοντών” (“División Española de Voluntarios”).

Αυτή η στολή χρησιμοποιήθηκε μόνο όταν οι άνδρες βρίσκονταν με άδεια στην Ισπανία. Στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Σοβιετική Ένωση, φορούσαν τη γκρι στολή του γερμανικού στρατού (Feldgrau) με ασπίδα στο πάνω δεξί μανίκι που έφερε τη λέξη “España” και τα εθνικιστικά ισπανικά χρώματα.
Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνολικά 47.000 Ισπανοί φασίστες πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό των Γερμανών στο Ανατολικό Μέτωπο.
Προώθηση στο μέτωπο
Αφού εκπαιδεύτηκαν για πέντε εβδομάδες στη Γερμανία, οι πρώτοι Ισπανοί εθελοντές συγκρότησαν τη 250η Μεραρχία Πεζικού. Στις 31 Ιουλίου 1941, έδωσαν τον υποχρεωτικό όρκο πίστης στον Χίτλερ και ενσωματώθηκαν επίσημα στη Βέρμαχτ.
Η μονάδα τους συνέδραμε τις γερμανικές δυνάμεις στον Κεντρικό Τομέα του Ανατολικού Μετώπου που είχαν σαν βασικό τους στόχο την κατάληψη της Μόσχας.
Τον Σεπτέμβριο του 1941, οι Ισπανοί φασίστες προωθήθηκαν με τα πόδια από την Πολωνία προς το Σμολένσκ. Η πορεία τους κάλυπτε μία απόσταση 900 χιλιομέτρων μέσω Πολωνίας, Λιθουανίας, Λευκορωσίας και Ρωσίας.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1941, ενώ η ισπανική μονάδα είχε καλύψει τη μεγαλύτερη απόσταση προς το Σμολένσκ, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο αποφάσισε να τη στείλει στο βόρειο τομέα των γερμανικών δυνάμεων και να την ενσωματώσει στη 16η Στρατιά που πολιορκούσε το Λένινγκραντ.
Οι Ισπανοί στο Νόβγκοροντ
Στους Ισπανούς ανατέθηκε η ευθύνη για ένα τμήμα του μετώπου, 50 χιλιομέτρων, βόρεια και νότια του Νόβγκοροντ. Η ίδια η πόλη είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς, στις 15 Αυγούστου 1941, και σε αυτή εγκαταστάθηκαν οι Ισπανοί.
Το Νόβγκοροντ είναι μία από τις παλαιότερες πόλεις των Ρώσων και, επομένως, είχε τεράστια σημασία για την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Διέθετε κάποιες από τις πρώτες εκκλησίες που είχαν ανεγερθεί στη Ρωσία τον 9ο αιώνα μ.Χ., καθώς επίσης και πολλές εικόνες και έργα τέχνης σημαντικής θρησκευτικής και καλλιτεχνικής αξίας.
Αυτά ήταν βυζαντινής τεχνοτροπίας, αφού οι Ρώσοι από την αρχή του εκχριστιανισμού τους υπήχθησαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και ήταν ορθόδοξοι.

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως, όταν στις 19 Ιανουαρίου 1944 ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωσε το Νόβγκοροντ, από τα 2.536 κτήρια της πόλης που είχαν χαρακτηριστεί προπολεμικά ως ιστορικά, μόλις τα 40 έστεκαν ακόμη όρθια. Τα περισσότερα από αυτά αποκαταστάθηκαν μεταπολεμικά.
Καταστροφή των μνημείων
Αν και οι Γερμανοί είχαν ξεκινήσει να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα άλλα ιστορικά μνημεία της πόλης, μεγάλη ευθύνη στην καταστροφή αυτή είχαν, στη συνέχεια, οι Ισπανοί φασίστες σύμμαχοί τους. Αυτοί λεηλάτησαν συστηματικά και προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στις σημαντικότερες εκκλησιές και θρησκευτικούς θησαυρούς του Νόβγκοροντ.
Έσπασαν το τέμπλο του ναού του Αγίου Θεοδώρου Στρατηλάτη και χρησιμοποίησαν τα τμήματά του ως καυσόξυλα. Λεηλάτησαν τα εικονοστάσια του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Σοφίας, του ναού του Πέτρου και Παύλου στο Κοζέβνικι και του ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου στη Μονή Αντόνιεφ.
Στα τέλη του 1943, αποφασίστηκε η διάλυση της “Γαλάζιας Μεραρχίας” και οι επιζώντες της μεταφέρθηκαν στη Γερμανία. Πολλοί από αυτούς πούλησαν σε παλιατζίδικα τις εικόνες που είχαν φέρει μαζί τους από το Νόβγκοροντ.
Αγία Σοφία του Νόβγκοροντ
Στο διάστημα που οι Ισπανοί βρίσκονταν στην πόλη, ο Καθεδρικός Ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ υπέστη μεγάλες καταστροφές. Ο κεντρικός τρούλος του κατέρρευσε μετά από έκρηξη και, έτσι, καταστράφηκε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες απεικονίσεις του Χριστού Παντοκράτορα, γνωστή ως «Χριστός με σφιγμένη γροθιά» γιατί το δεξί του χέρι, αντί να ευλογεί, έκλεινε σαν γροθιά.
Σύμφωνα με τον θρύλο, όταν ο άγνωστος αγιογράφος ζωγράφισε τον Χριστό Παντοκράτορα, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού ανοιχτά να ευλογεί, το πρωί ήταν σφιγμένα σε γροθιά. Ο αρχιεπίσκοπος νόμιζε ότι ο αγιογράφος το είχε κάνει επίτηδες. Έτσι, του είπε να ζωγραφίσει ξανά το δεξί χέρι του Χριστού να ευλογεί.
Όμως, κάθε φορά που ο αγιογράφος το έκανε, την άλλη μέρα, το χέρι γινόταν γροθιά και ο αρχιεπίσκοπος τα έβαζε με τον καλλιτέχνη.
Μετά από επανειλημμένες παρατηρήσεις του, μια φωνή από τον τρούλο λέγεται ότι φώναξε στον αρχιεπίσκοπο να αφήσει επιτέλους ήσυχο τον αγιογράφο και την απεικόνιση του Χριστού, γιατί όσο καιρό η γροθιά του παρέμενε κλειστή, θα κρατούσε τη μοίρα του Νόβγκοροντ στα χέρια του.

Πριν καταρρεύσει ο τρούλος, οι Ισπανοί φασίστες είχαν αφαιρέσει από τον τρούλο ένα μεγάλο μεταλλικό σταυρό, με ένα περιστέρι πάνω του. Το περιστέρι είναι το σύμβολο του Αγίου Πνεύματος, αλλά, σύμφωνα με έναν τοπικό θρύλο, αρχικά ήταν ένα ζωντανό περιστέρι που καθόταν στον τρούλο και πάγωσε από τον τρόμο του βλέποντας το 1570 τη Σφαγή του Νόβγκοροντ από τον Ιβάν τον Τρομερό.
Το σημαντικό αυτό κειμήλιο μεταφέρθηκε ως λάφυρο πολέμου από τους Ισπανούς στην πατρίδα τους. Για περισσότερα από 60 χρόνια βρισκόταν ξεχασμένο στο Μουσείο της Ακαδημίας του Μηχανικού Στρατού στη Μαδρίτη. Το 2004, οι Ισπανοί το επέστρεψαν στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και επανήλθε στο Νόβγκοροντ το 2005.
Θεοφάνης ο Έλληνας
Ο Θεοφάνης, ο οποίος αιώνες πριν από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο είχε αποκτήσει το προσωνύμιο «ο Έλληνας», είναι ένας από τους μεγαλύτερους αγιογράφους της Ρωσίας.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1340 και σπούδασε εκεί ζωγραφική και φιλοσοφία. Το 1370 μετακόμισε στο Νόβγκοροντ, όπου εργάστηκε για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Το 1395 μετακόμισε στη Μόσχα, όπου πέθανε γύρω στο 1410.
Η έκφραση που επιτυγχάνει ο Θεοφάνης ο Έλληνας στις αγιογραφίες του, με σχεδόν μονόχρωμη ζωγραφική, θεωρείται αξεπέραστη από τους ειδικούς. Επηρέασε καταλυτικά την τεχνοτροπία της Σχολής του Νόβγκοροντ και αργότερα της Σχολής της Μόσχας.
Υπήρξε ο κύριος δάσκαλος του κορυφαίου Ρώσου αγιογράφου, Αντρέι Ρουμπλιόφ.
Ο Θεοφάνης ο Έλληνας κέρδισε τον σεβασμό των Ρώσων όχι μόνο για το καλλιτεχνικό του έργο, αλλά και για την ευρεία μόρφωση και πολυμάθειά του.
Το 1941, πολλά από τα έργα του Θεοφάνη του Έλληνα βρίσκονταν στο Νόβγκοροντ στο ναό της Μεταμόρφωσης της οδού Ιλιάνα και άλλους ναούς.
Στην πρώτη εκκλησία, οι Ισπανοί είχαν μετατρέψει το κεντρικό της τρούλο σε πολυβολείο. Το αποτέλεσμα ήταν μεγάλο μέρος του ναού να υποστεί σοβαρές ζημιές κατά τη διάρκεια των μαχών, συμπεριλαμβανομένων πολλών τοιχογραφιών και εικόνων του Θεοφάνη του Έλληνα.






