Το Cognosco Team ανθολογεί αποχαιρετισμούς φίλων και συνεργατών στον Κύπριο σκηνοθέτη, συγγραφέα, ακτιβιστή, εκδότη και αρθρογράφο Βάσο Φτωχόπουλο, ο οποίος και “έφυγε” στις 7 του μηνός. Αιωνία η μνήμη.

Γιώργος Καραμπελιάς: Βάσος Φτωχόπουλος, ένας Έλληνας
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών ο Βάσος Φτωχόπουλος, σύντροφος και αγαπημένος φίλος, αγωνιστής τους κυπριακού ελληνισμού, ακτιβιστής, συγγραφέας, σκηνοθέτης και εκδότης που έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην κυπριακή πολιτική και πνευματική ζωή των τελευταίων πενήντα χρόνων…
Εδώ, προτού τον αποχαιρετήσω μαζί με τους άλλους Ελλαδίτες και Κύπριους συντρόφους και φίλους του στην τελευταία του κατοικία στην αγαπημένη του Λευκωσία, την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου του 2026, θα πω ελάχιστα λόγια, και υπόσχομαι αν ο Θεός μου δώσει κι’ άλλες μέρες να επανέλθω.
Γεννημένος το 1950 στην κατεχόμενη σήμερα Αιγιαλούσα της Καρπασίας, έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Κύπρο, προτού η οικογένειά του μετακινηθεί στο Λονδίνο. Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέπτυξε πολιτική και κοινωνική δράση, επικεφαλής μιας ομάδας Κυπρίων φοιτητών και φοιτητριών και συνδεθήκαμε στενά από τότε, καθώς μοιραζόμαστε κοινές φιλοσοφικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Άλλωστε η ομάδα των νεαρών Κυπρίων αγωνιστών δεν παρέμενε αποκλειστικά προσηλωμένη στο Κυπριακό, αλλά συμμετείχε στους ευρύτερους προβληματισμούς για τη μοίρα του ελληνισμού στο σύνολό του.
Η έκδοση του περιοδικού Αυτοδιάθεση, στην οποία είχαμε συμμετάσχει και πολλοί άλλοι, κατεξοχήν Κύπριοι αλλά και Ελλαδίτες, στις αρχές στης δεκαετίας του 1980, αποτέλεσε μια βαθύτατη τομή στην πολιτική και πνευματική ζωή του Κυπριακού ελληνισμού. Για πρώτη φορά μετά την τουρκική εισβολή το αίτημα της Αυτοδιάθεσης μπαίνει ως πρόταγμα μιας πολιτικής και ιδεολογικής συσσωμάτωσης που δεν συνδέεται με παραδοσιακεντρικές αντιλήψεις αλλά αντίθετα συνδέεται με τα σύγχρονα διεθνή και ελληνικά πρωτοποριακά ρεύματα. Το περιοδικό, ψυχή του οποίου ήταν ο Βάσος, επιμένει στην επανατοποθέτηση του Κυπριακού σε μια κατεύθυνση απόρριψης της λογικής της ομοσπονδίας και των συνομιλιών με τους εντολοδόχους του τουρκικού στρατού· της πρόταξης μιας αγωνιστικής λογικής, συμπαράταξης με την Ελλάδα· άλλωστε αυτός θα επανεκδώσει το κείμενο με τις υπογραφές του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 (που το 2017, επιτέλους, θα αρχίσει να διδάσκεται στα σχολεία της Κύπρου). Και ενώ στην επίσημη πολιτική ζωή της Κύπρου κυριαρχούσαν οι χλιαροί και οι «συναινετικοί», που ομνύουν στο όνομα της ομοσπονδίας, η πραγματικότητα της ριζικής αντίθεσης ανάμεσα στον ελληνισμό και τον τουρκισμό, στο πολύπαθο νησί, θα οδηγήσει μέσα από την πανουργία της Ιστορίας το χαμένο αίτημα της Αυτοδιάθεσης να επανενεργοποιηθεί και στις νέες συνθήκες. Το 2004 θα απορριφθεί το σχέδιο Ανάν και τα δυο ελληνικά κράτη της Ελλάδας και της Κύπρου συμπορεύονται πλέον στην ΕΕ και συγκροτούν ένα κοινό πολιτικό και αμυντικό μπλοκ, συνάπτοντας κοινές συμμαχίες. Το ιστορικό περιοδικό αποτέλεσε το φυτώριο της ανάδειξης πολλών δημοσιογραφικών, πολιτικών και λογοτεχνικών στελεχών που πρωτοστάτησαν και πρωτοστατούν ακόμα στο κυπριακό δημόσιο στερέωμα.
Αλλά ο Βάσος δεν μπορούσε να αρκεστεί στην έκδοση ενός ρηξικέλευθου περιοδικού, το οποίο θα ακολουθήσουν και άλλα έντυπα στη συνέχεια, προπαντός η ιστορική Ένωσις. Θα προχωρήσει στην έκδοση ενός μεγάλου αριθμού βιβλίων από τις εκδόσεις «Αιγαίον», και όχι αποκλειστικά από Κύπριους συγγραφείς, εκδόσεις που ανέδειξαν μια ολόκληρη γενιά νέων συγγραφέων. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την σημαντικότερη εκδοτική δουλειά της Μεγαλονήσου.
Όμως το «Αιγαίον» δεν ήταν μόνο εκδοτικός οίκος ήταν ταυτόχρονα βιβλιοπωλείο και ταβέρνα – την υψηλή ποιότητα της γαστριμαργικής παραγωγής της οποίας διασφάλιζε η παρουσία των τριών αδελφών, της Κλαίρης, του Γιώργου και του Βάσου. Συγκροτούσε δηλαδή έναν ενιαίο χώρο υψηλής ποιότητας σε όλα τα επίπεδα, τον οποίο τίμησαν με την παρουσία τους δεκάδες χιλιάδες Ελλαδίτές και Κύπριοι, καλλιτέχνες, λογοτέχνες και καθημερινοί άνθρωποι, από τον Σαββόπουλο έως τον Ζανέττο, παλιό αγωνιστή της ΕΟΚΑ, στην εγκαταλελειμμένη γειτονιά.
Άλλωστε ο Βάσος υπήρξε ο πρώτος που τόλμησε να μεταβάλει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, έναν παλιό και ερειπωμένο χώρο της παλιάς Λευκωσίας, ο οποίος είχε εγκαταλειφθεί μετά την εισβολή και τη διχοτόμηση, σε μια ζωντανή εστία, γύρω από την οποία συγκεντρώνονταν και μαθήτευσαν μαζί του εκατοντάδες νέοι και νέες. Ήταν ο πρώτος που τόλμησε να αναρτήσει την ελληνική σημαία ως σύμβολο μνήμης μέσα στην καθημαγμένη παλιά Λευκωσία, αναδεικνύοντάς την, σε έμβλημα αυτού του μοναδικού πολυχώρου του ελληνικού κόσμου.
Στην πραγματικότητα αποτέλεσε την παλλόμενη εστία του ελληνισμού, σε συνθήκες δύσκολες και ταυτόχρονα ιδανικές για τη σύνθεση του κοινωνικού με το εθνικό στοιχείο. Την Κύπρο «δεν την μισούνε οι εμπόροι» μόνο, αλλά και όλοι οι καθωσπρέπει ηγέτες του ελληνικού κόσμου, που διατηρούν μεν την πολιτική και κοινωνική ηγεμονία αλλά τα υπόγεια ρεύματα της ταυτότητας, ανατρέπουν διαρκώς τα ντροπιασμένα όνειρα μιας παράδοσης που την αποκαλούν ειρήνευση. Τόσα χρόνια που ζω την Κύπρο από κοντά, από το 1975 και μετά, πάντοτε η ίδια εικόνα. Οι «από πάνω», εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, να αναζητούν διαρκώς, μαζί με ΟΗΕδες, Βρετανούς, Αμερικάνους και άλλους Γερμανοευρωπαίους, τον τρόπο της παράδοσης και «από κάτω» το λαϊκό φρόνημα να ανατρέπει στα σχέδιά τους. Έτσι έγινε και με το σχέδιο Ανάν, όταν άρκεσε ένας πολιτικός με το στομάχι και τα κότσια ενός Τάσσου Παπαδόπουλου για να εκφραστεί το λαϊκό αίσθημα, ενάντια στο κατεστημένο του πλανήτη ολόκληρου και να ανατρέψει τα σχέδιά τους.
Όλοι γνωρίζουμε τον Τάσσο Παπαδόπουλο. Όμως δίπλα του, αφανής, για μένα σε ανάλογο ύψος, στέκεται ένας άλλος Έλληνας της Κύπρου, ο Βάσος Φτωχόπουλος, που για εικοσιπέντε ή τριάντα χρόνια καλλιεργούσε, προετοίμαζε το έδαφος, από την πλευρά του λαϊκού αισθήματος γι’ αυτό το μεγάλο ΟΧΙ. Άλλωστε ο Τάσσος τον εκτιμούσε απεριόριστα, όπως μου το είχε τονίσει ο ίδιος, όταν σε ανύποπτο χρόνο, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ο Βάσος με έφερε σε επαφή μαζί του· τότε ο Τάσσος ήταν ακόμα πρόεδρος ενός μικρού κυπριακού κόμματος. Και το ίδιο συνέβαινε και με τον ύστερο Λυσσαρίδη, που ο Βάσος εξέδιδε τα ποιήματά του.
Ο Βάσος δεν είχε απλώς προετοιμάσει το έδαφος γι’ αυτό το ΟΧΙ, αλλά πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις για την απόρριψή του, με όλα τα μέσα που διέθετε στην τεράστια φαρέτρα του, όχι μόνο με πολιτικές διακηρύξεις αλλά με τα υπέροχα θεατρικά του έργα, τις ιστορικές σατιρικές εκπομπές του στον Αντέννα Κύπρου, τον ασταμάτητο ακτιβισμό του. Γιατί ο φίλος μου ήταν ταυτόχρονα ένας σπουδαίος συγγραφέας, ένας λαμπρός σκηνοθέτης, ένας σατιρικός που δεν είχε τον όμοιό του ίσως στη σύγχρονη Ελλάδα. Ένας άνθρωπος που ξανάφερε στην Κύπρο το ρεμπέτικο και τον Καζαντζίδη δίπλα στον Ντύλαν και το αγγλικό ροκ της νιότης του. Και φρόντισε να αφήσει πίσω του μια μεγάλη σπορά από τους ξέφρενους νέους που συγκεντρώθηκαν γύρω του και συνεχίζουν το έργο του. Ο Άριστος, ο Αλέκος, ο Χρίστος, η Ιόλη, η Δήμητρα, η Ελενίτσα, η Αυγή, η Μαρίνα, τόσοι και τόσοι σε όλη την Κύπρο και την Ελλάδα.
Ήταν ένας άνθρωπος ρηξικέλευθος, πρωτεϊκός, ερωτικός, άπιαστος, μια μεγάλη φυσιογνωμία του σύγχρονου ελληνισμού που έμεινε μέχρι το τέλος άκαμπτος, πιστός στο όραμα της Ένωσης με την μάνα πατρίδα-μητριά.
Πολλοί, έχοντας γνωρίσει έστω μερικές από τις όψεις του αστείρευτου ταλέντου του, της ιδιοφυΐας του πίστευαν πως η Κύπρος ήταν πολύ μικρή με τον μικροαστικό της καθωσπρεπισμό για να τον χωρέσει. Ωστόσο απέρριπτε ακόμα και τη σκέψη της όποιας εγκατάλειψης, και πίστευε πως μέσα από το ελληνικό αυτό νησί μπορεί να ανθίσει η μεγάλη ιδέα της αντίστασης του ελληνισμού. Άλλωστε, μέχρι σήμερα, ήδη από τη δεκαετία του 1950, η βουκέντρα της αγωνιζόμενης Κύπρου αφυπνίζει αδιάκοπα τον κάποτε υπνώττοντα τον ελληνισμό, το 1958, το 1965, το 1974, το 2004. Και σήμερα η Κύπρος είναι το μεγάλο καρφί στο μάτι του εισβολέα. Ο Βάσος είχε συλλάβει αυτή τη βαθύτερη διαλεκτική και ταυτίστηκε τόσο πολύ με τη μεγαλόνησο, που σήμερα καθώς πορεύεται για να συναντήσει τον φίλο του Τάσσο Παπαδόπουλο, μπορούμε να ακούσουμε και πάλι την κραυγή του, «Την Ελλάδα θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες».
Ας είναι ελαφρύ το ελληνικό χώμα που θα τον σκεπάσει.

Αλέκος Μιχαηλίδης: Αποχαιρετισμός στον Βάσο Φτωχόπουλο
Συζητούσε πολύ για την ώρα του θανάτου του, από τα πρώτα χρόνια της αιμοκάθαρσης και βλέποντας φίλους να αποχωρούν για τις αυλές του παραδείσου. Ή της κόλασης. Κάθε που γύριζε από μια δοκιμασία, έβαζε στοιχήματα για το αν θα βγάλει τη χρονιά. Ο ίδιος έλεγε «δεν θα την φκάλω», οι υπόλοιποι στοιχηματίζαμε για το αντίθετο. Επαναλάμβανε, όλα αυτά τα χρόνια, το αριστουργηματικό «Απελπίστηκα» του Μάρκου: «Τι πάθος ατελείωτο, που είναι το δικό μου, όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ τον θάνατό μου». Του άρεσε πολύ να μεμψιμοιρεί σατιρίζοντας, κάτι που μόνο αυτός μπορούσε να κάνει με μαεστρία. Να απολαμβάνει τα χάδια των παλιών φιλενάδων του, να «οδύρεται» για να κερδίσει μισή πίτα με χαλλούμι με πολλή, πολλή ρίγανη ή έναν μπακλαβά. Να το παίζει παππούς, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις μιας γεροντικής στοργής, αλλά να πείθει τους πάντες ότι θα προτιμούσε να φοράει βράκα και να αγορεύει στον καφενέ μιας ελεύθερης Γιαλούσας. Σιγά.
Τον πειράζαμε, ίσως ως αντίποινο για τα πολύχρονα πειράγματά του και πολλές φορές με ένταση, όπως θα του άρεσε. Διότι κατ’ ακρίβειαν, μέχρι την τελευταία του ώρα, ήταν εκείνος ο έφηβος που έφυγε από το ταπεινό χωριό του για την Αγγλία, το Λονδίνο, το Μάργκεϊτ και έμαθε -από την καλή κι απ’ την ανάποδη- τη μέρα και τη νύχτα του χάους. Εκείνος ο έφηβος που στα 12 μπήκε σε ένα σοβαροφανές καθολικό σχολείο της Αγγλίας και έγραψε έκθεση με 657 «φακλίκκια» γιατί δεν είχε μάθει άλλη λέξη στα αγγλικά. Τους άξιζε, ασφαλώς.
Γι’ αυτό και ο ντυλανικός τίτλος του κειμένου: Forever Young. Γιατί ακόμα και στα τελευταία του, που με δυσκολία ολοκλήρωνε μια πρόταση και με το ζόρι αλλά με πάθος κατέβαινε από το ταξί για έναν καφέ και 25 τσιγάρα στο Έρμα, σου έδινε να καταλάβεις τι σήμαινε το σαββοπουλικό «με το ροκ του μέλλοντός μας». Χωρίς πολλά πολλά, αφού τα έχει γράψει όλα, στην «Αυτοδιάθεση», στην «Ένωση», στον «Ωρυμαγδό», ακόμα και στο πολιτιστικό «Έξω» για το οποίο ήταν περήφανος. Στα βιβλία του, στα θεατρικά του, στο TIBI69 του, στις εφημερίδες που τον φιλοξένησαν και το μετάνιωσαν γιατί δεν μπόρεσαν να τον προσγειώσουν στη μίζερη καθημερινότητα του κυπριακού «καθωσπρεπισμού».
Για πάντα νέος και δίχως να υποκρίνεται πως είναι κάτι άλλο με σκοπό να τον «επιβραβεύει» μια δεξιοκεντροαριστερή ελίτ που σιχαινόταν. Κι αυτό το πλήρωσε. Έχασε φίλους, συκοφαντήθηκε από «συναγωνιστές», αλλά είχε γινάτι γιαλουσίτικο και συνέχιζε να δίνει ρέστα στα θρυλικά «εθινικωλογικά» του. Είχε έγνοια, ρε γαμώτο, για το τι θα ειπωθεί όταν πεθάνει και έδινε ρητές οδηγίες ως ο τελευταίος ενωτικός της βάρβαρης ξενιτειάς της Λευκωσίας. Δεν ήταν ο τελευταίος και το ήξερε κατά βάθος, αλλά λάτρευε το δράμα και τη δράση, ως θαυμαστής του Κόπολα, του Λεόνε, του Πέκινπα, του Χατζιδάκι, του Καζαντζίδη και του Μπιθικώτση. Κι όποτε τα έκανε όλα λίμπα, ησύχαζε.
Αυτά, ρε φιλούιν. Φτάνει. Τα υπόλοιπα μεταξύ μας, για να μην κακοφανίσουμε όσους νομίζουν ότι κατάλαβαν το μέγεθος και τις ιδέες σου.
Bankingnews: Έφυγε ένας ωραίος Έλληνας, ανυπότακτος εκδότης και ρομαντικός της Ένωσης – Η Κύπρος αποχαιρετά τον Βάσο Πτωχόπουλο
Έφυγε μια σπουδαία μορφή του διαχρονικού Εθνικού Κινήματος του Ελληνισμού, ένας επίμονος εργάτης της Ένωσης της Κύπρου με την Μάνα.
Ο Βάσος Πτωχόπουλος από την Γιαλούσα, εκδότης, συγγραφέας, ποιητής και πολλά άλλα.
Για χρόνια στην ταβέρνα του “Αιγαίον” στην παλιά Λευκωσία, κατέληγε κάποιος για να συναντήσει τον ανυπότακτο Βάσο και έναν κύκλο πατριωτών Ενωτικών, με ρωμαλέο φρόνημα.
Στη διαδρομή, την προσωπικότητα και την πνευματική παρακαταθήκη του Βάσου Πτωχόπουλου αναφέρθηκαν οι Πρόδρομος Προδρόμου και η Ελένη Θεοχάρους στην εκπομπή Μεσημέρι και Κάτι, σκιαγραφώντας έναν ανυπότακτο εκδότη, με έντονο σαρκασμό και βαθιά σχέση με το ελληνικό τραγούδι, ο οποίος δεν δίσταζε να συγκρουστεί, αλλά ταυτόχρονα άνοιγε την πόρτα του σε ανθρώπους του περιθωρίου, μειονότητες και κατατρεγμένους.
Μία από τις προσωπικές μαρτυρίες της Ελένης Θεοχάρους για τον Βάσο Φτωχόπουλο παρέπεμψε στις σχεδόν καθημερινές συναντήσεις τους στη Θεσσαλονίκη το 1981, στο «Υποβρύχιο», έναν χώρο όπου σύχναζαν και τραγουδούσαν παλιοί ρεμπέτες.
«Αγαπούσε το περιθώριο», ήταν η χαρακτηριστική αναφορά, με την ίδια μαρτυρία να περιγράφει μια σχέση γεμάτη έντονες συζητήσεις και διαφωνίες:
«Πάντα μαλώναμε, πάντα σκοτωνόμασταν.
Δεν θυμάμαι να είχαμε κάποια συνάντηση που να μην διαφωνήσουμε».
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη σχέση του με την ιδέα της Ένωσης.
Όπως ειπώθηκε, ο Πτωχόπουλος «αποενοχοποίησε τη λέξη Ένωση», σε μια εποχή κατά την οποία όποιος τολμούσε να την επικαλεστεί μπορούσε να βρεθεί «καταραμένος», «διωκόμενος» ή «στιγματισμένος».
«Ένας μεγάλος Έλληνας εκδότης»
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην εκδοτική δραστηριότητά του. Χαρακτηρίστηκε «πρώτα απ’ όλα ένας μεγάλος Έλληνας εκδότης», με εκατοντάδες βιβλία και περιοδικά στο ενεργητικό του.
Στη διαδρομή του περιλαμβάνονταν το «Αιγαίο», ο «Ορυμαγδός», η «Αυτοδιάθεση», το «TV69», η εφημερίδα «Ένωσις», εκατοντάδες βιβλία, αλλά και τηλεοπτική εκπομπή.
Το σύνολο αυτής της δραστηριότητας χαρακτηρίστηκε «μια κάματη πνευματική αντίσταση απέναντι στην ισοπέδωση».
Η ανυπότακτη φύση του Φτωχόπουλου φάνηκε και από τη συνεργασία του με εφημερίδες. Όπως σχολιάστηκε στη συζήτηση, όσες εφημερίδες τολμούσαν να τον φιλοξενήσουν «το μετάνιωναν», επειδή «αυτός δεν μαζευόταν με τίποτα, ήταν ανυπότακτος».
Αναφέρθηκε ότι είχε γράψει κατά καιρούς στην «Αλήθεια», ενώ είχε «συνεργαστεί και με τον «Πολίτη» για μέρα, από τα πρώτα φύλλα της εφημερίδας, σημείωσε η Ελένη Θεοχάρους.
Το «Αιγαίο» από μια μικρή τρύπα σε πνευματικό κέντρο
Ξεχωριστό κεφάλαιο στη ζωή του αποτέλεσε το «Αιγαίο». Τα πρώτα του βήματα έγιναν σε ένα ημιυπόγειο σε πάροδο της λεωφόρου Στασίνου, στον χώρο όπου προηγουμένως λειτουργούσε το Blackstone, ανέφερε ο Πρόδρομος Προδρόμου.
Ακολούθως μεταφέρθηκε στην παλιά Λευκωσία, στον Ταχτακαλά, σε έναν μικρό χώρο που περιγράφηκε ως «ένα κρησφύγετο φωτός και οξυγόνου».
Στην είσοδο υπήρχε ελληνική σημαία, την οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία, είχε φέρει ο Λάζαρος Μαύρος.
Από τις πρώτες νύχτες του χώρου έμεινε στη μνήμη η παρέα γύρω από ένα μαγκάλι, μαζί με τον Σάββα Παύλου και τον Ζανέτο, αλλά και η ιστορία με αστυνομικούς που, έχοντας τελειώσει τη βάρδιά τους, βρήκαν το «Αιγαίο» ανοιχτό αργά τη νύχτα, το πέρασαν για ξενυχτάδικο και ζήτησαν σούπα.
Από αυτό το αυτοσχέδιο ξεκίνημα, το «Αιγαίο» εξελίχθηκε σε χώρο από τον οποίο πέρασε μεγάλο μέρος του ελληνικού καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου.
«Εκεί ξενύχτισε το ελληνικό τραγούδι», ειπώθηκε χαρακτηριστικά, με αναφορές, μεταξύ άλλων, στον Διονύση Σαββόπουλο και την Ελευθερία Αρβανιτάκη, αλλά και σε λογοτέχνες, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, πανεπιστημιακούς και αργότερα πολιτικούς και επισήμους.
Ακόμη και η βασίλισσα Σοφία, όπως αναφέρθηκε, είχε κατέβει τα σκαλιά του «Αιγαίου».
Γιώργος Τζίβας: Θα υπάρχει πάντα μια Ελλάδα…
Να τον αποχαιρετήσουμε κι αυτόν. Ένας ένας αποσύρεται. Η παλιά φρουρά, η γενιά των δεκαετιών 80 και 90…Τότε που τα δεδομένα στο κυπριακό ήταν ακόμα νωπά από την εισβολή και κατοχή της Τουρκίας. Σάββας Παύλου, Λάκης Πίγγουρας και Βάσος Φτωχόπουλος. Προχθές έφυγε και ο Φτωχόπουλος ή Πτωχόπουλος…
Και με τους τρεις κάναμε στενή παρέα την δεκαετία του 80. Με το Βάσο Φτωχόπουλο να…ηγείται μιας ιδέας που τότε εγώ νόμιζα πως είχε ερείσματα και έδαφος να προχωρήσει. Στο «Αιγαίον» ο Βάσος Φτωχόπουλος ήταν κάτι σαν ο γκουρού της Ένωσης… «Ένωσις τζιας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν». Αυτό ήταν το μόνιμο «μότο» του Βάσου Φτωχόπουλου. Γραμμένο στους τοίχους της παλιάς Λευκωσίας κοντά στο… «άντρο» του που δεν ήταν άλλο από το «Αιγαίον». Ο Βάσος ήταν καλός φίλος και πλακατζής. Δεν μας έφερε κοντά το πεπαλαιωμένο σύνθημα «Ενωσις», με γιώτα παρακαλώ. Κοντά μάς έφερε η προσήλωση σε κάθε Ελληνικό. Η Ελλάδα και η αφοσίωση σ αυτά τα έξη γράμματα, που χιλιάδες χρόνια μάς τύλιγαν σαν γαλανόλευκο πέπλο. Φανατικά αντιακελικός και πολέμιος αυτού που ονόμαζε ΔΗΣΑΚΕΛ…Κι ας ήταν το «Αιγαίον» του γεμάτο από όλους αυτούς κάθε βράδυ.
Να πως τον αποχαιρέτησε ο «διάλογος», εκφραστκό σάιτ του ΑΚΕΛ: Απεβίωσε σε ηλικία 76 ετών ο Βάσος Φτωχόπουλος, συγγραφέας, εκδότης και σκηνοθέτης. Ο εκλιπών είχε γεννηθεί το 1950 στην κατεχόμενη Αιγιαλούσα της Καρπασίας. Ο Φτωχόπουλος είχε ιδρύσει τις Εκδόσεις «Αιγαίο» και το ομώνυμο βιβλιοπωλείο (καθώς και το βιβλιοπωλείο «Γιαλούσα»), δίνοντας βήμα σε Κύπριους και Ελλαδίτες λογοτέχνες, ποιητές και μελετητές. Συμμετείχε ενεργά στο δημόσιο διάλογο, ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής σάτιρας, με τον γραπτό ή προφορικό του λόγο, που διακρινόταν για τη δριμύτητα και τις ψηλές του εντάσεις. Η έντονη εκδοτική, κοινωνική και πολιτική δράση του, τον είχε φέρει πολλές φορές σε σύγκρουση με διάφορες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Ωστόσο, υπηρέτησε με συνέπεια μέχρι τέλους τις απόψεις του, θεμέλιος λίθος των οποίων ήταν η υπεράσπιση και προαγωγή της ελληνικής ταυτότητας της Κύπρου»
Οι δρόμοι μας χώρισαν, όταν εγώ βαρέθηκα να προσδοκώ την ‘Ενωση. Ούτε και η αυτοδιάθεση μου χαίδευε τα αυτιά πλέον. Ήρθε και το δημοψήφισμα και από το «ναι» το δικό μου στο «όχι» το δικό του άνοιξε άβυσσος βαθιά. Δεν τον αντιπάθησα ποτέ μου κι ας με σατίριζε σκληρά στην εφημερίδα Ένωση που ήταν ο εκδότης της. Χθες το πρωί μάς έφυγε. Αποκαταστήσαμε σχέσεις όταν τον έβρισκα κάθε βδομάδα στο Γενικό Νοσοκομείο, που έκανε αιμοκάθαρση. Ζορίστηκε πολύ τα τελευταία χρόνια…Εγώ ξέχασα κι έσβησα και τα ναι και τα όχι. Μου ζητούσε τσιγάρο όταν τον συναντούσα έξω από το νοσοκομείο! «Αυτός μάς έμεινε» μου έλεγε γελώντας. «Κράτα καλά», του απαντούσα εγώ. Τον αποχαιρετώ με το ίδιο: Κράτα καλά Βάσο Φτωχόπουλε! Όπου κι αν βρίσκεσαι θα υπάρχει πάντα μια Ελλάδα…






