Μια εκτεταμένη περίληψη για το βιβλίο του Γιώργου Θεοτοκά “Ασθενείς και οδοιπόροι”

Ο Κυριάκος Κωστακαρέας κατάγεται από τη Μεσσηνία και από οικογένεια κοινωνικά ανώτερη. Κατοικεί με την μητέρα του και τις αδελφές του στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και διορίστηκε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Όμως ήταν ένας άνθρωπος άτολμος. Ήταν τριάντα τριών ετών και δεν είχε καταφέρει τίποτα στη ζωή του, στην υπηρεσία του, αλλά ούτε στον έρωτα, γιατί η ανημπόρια του και η ηττοπάθειά του μπροστά στους ανθρώπους, τον έσφιγγαν στον λαιμό. Το φταίξιμο το έριχνε στην μάνα του και στις αδελφές του, γιατί δεν τον άφηναν ελεύθερο ν’ ανοίξει τα φτερά του. Τον είχαν πνίξει με την αστείρευτη λατρεία τους.

Γιόλα Πετρίτση – 13/07/2021 – Fractal

Όταν οι Ιταλοί κήρυξαν τον πόλεμο στην Ελλάδα,  ο Κυριάκος είχε σταλεί από την υπηρεσία του να διδαχθεί τις τέχνες του πολέμου στο Σύνταγμα  Εκγύμνασης, που βρισκόταν στην Ιερά οδό στο Χαϊδάρι. Εκγυμνάζονταν οι φαντάροι, για να λάβουν κάποια μέρα, μέρος στον πόλεμο.

Απρίλης 1941, ο Κυριάκος ήταν έτοιμος και ο ανθυπολοχαγός του, του υποσχέθηκε πως σε δυο εβδομάδες η διμοιρία θα βρισκόταν στα χαρακώματα.

6 Απριλίου 1941, από το πρωί ακούγονται σειρήνες και καμπάνες. Ο Κυριάκος βρέθηκε στους δρόμους της Αθήνας και διάβαζε στις εφημερίδες, πως μια μεγάλη δύναμη 45.000.000 ανθρώπων ξεκίνησε για να κατακτήσει την Ελλάδα. Στους δρόμους είχαν βγει νέοι, που έκαναν διαδηλώσεις, καθώς και τραυματίες από τον πόλεμο με τους Ιταλούς και κατευθύνονταν προς το Σύνταγμα. Ο Κυριάκος που ήταν κουρεμένος όπως οι φαντάροι, αγκαλιάστηκε από το πλήθος και τον σήκωσαν στα χέρια. Λόγω του σεμνού χαρακτήρα του δεν αισθανόταν καλά, αφού αυτός δεν είχε προλάβει να πάει στο μέτωπο και δεν είχε πολεμήσει, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσε τέτοια υπερηφάνεια, που δεν την είχε αιστανθεί ποτέ, οπότε έμπηξε μια κραυγή «αέρα», που όλο το πλήθος άρχισε να φωνάζει το ίδιο δυνατά και με παλμό.

Σε κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας, στο Βρανέστι, έφτασε ο ανθυπολοχαγός  Βελής  Μαρίνος από το Χαϊδάρι, γιατί  είχε αποστολή να πάει στην επιμελητεία να παραπονεθεί γιατί στο στρατόπεδό τους, τους έστελναν όλο κατεψυγμένες γουρουνοκεφαλές για το συσσίτιό τους.   Εκεί πληροφορείται ότι η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Αμέσως σκέφτηκε πως αυτός είναι ο προορισμός των παιδιών της Ελλάδος από αρχαιοτάτων χρόνων να παλεύουν με τη μοίρα σ’ έναν πόλεμο χωρίς έλεος, όμως ταυτόχρονα αναρωτήθηκε, γιατί δεν αφήνουν την Ελλάδα ήσυχη. Ο Μαρίνος Βελής ήταν φίλος του Κυριάκου και μάλιστα ο Κυριάκος είχε γνωρίσει και την μνηστή του τη Θεανώ, που ήταν μία πολύ ωραία  γυναίκα και υπέροχη ηθοποιός.

Ο Κυριάκος πηγαίνοντας στο στρατόπεδο, διαπίστωσε πως η Αθήνα είχε αλλάξει φυσιογνωμία, γιατί την σκέπαζαν σύννεφα από καπνό και οι δρόμοι ήταν σπαρμένοι από σπασμένα γυαλιά. Τη νύχτα μάλιστα είχε βομβαρδιστεί ο Πειραιάς και είχαν ανατιναχτεί βαπόρια φορτωμένα πυρομαχικά.

Στο Χαϊδάρι οι στρατιώτες πήγαν στο προσκλητήριο και ο ανθυπολοχαγός  Αυγουστής πήρε τη διμοιρία του και πήγε στα χωράφια, όπου είχαν κατασκηνώσει Άγγλοι, Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, για να μιλήσουν  μ’ αυτούς, αλλά και για  να τους εμψυχώσει, για τον νέο επικείμενο πόλεμο.

Εντωμεταξύ στην Αθήνα το Υπουργείο Άμυνας είχε επιτάξει το ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας κι ένας στρατηγός ενημέρωνε τον πρωθυπουργό και το Υπουργικό Συμβούλιο πώς εξελισσόταν ο πόλεμος με τη Γερμανία. Τα οχυρά Ιστίμπεη και Καλκάγια υπέκυψαν. Τα οχυρά Ρούπελ και Ουσίτα ακόμα κρατούσαν. Στο υψίπεδο του Νευροκοπίου ο εχθρός κατόρθωσε να περάσει στο οχυρό Περιθώρι, αλλά ευτυχώς ο εχθρός αποδεκατίστηκε και μια άλλη επίθεση του εχθρού με άρματα στο οχυρό Λίσσαι αποκρούστηκε. Επίσης  ο στρατηγός τόνισε ότι πιστεύει πως δεν πρέπει ν’ αφήσουν ακάλυπτους τους συμμάχους τους Σέρβους και να μην φύγουν από την ανατολική Μακεδονία.  Η Γιουγκοσλαβία βάλλεται από παντού από τους Ιταλούς, τους Βούλγαρους και αναμένεται επίθεση και από τους Ούγγρους. Όμως υπάρχει ένα ασθενικό σημείο στην Στρώμνιτσα, οπότε αν καμφθεί αυτό το σημείο οι Γερμανοί θα εισέλθουν μέσω Σερβίας στην κοιλάδα του Αξιού και θα βαδίσουν προς την Θεσσαλονίκη. Υπάρχουν βέβαια και άλλες γερμανικές φάλαγγες που επιτίθενται στην περιοχή των Σκοπίων με κατεύθυνση προς Μοναστήρι και  Φλώρινα. Οι Υπουργοί ρώτησαν πού είναι οι Άγγλοι, οπότε πήραν την απάντηση από τον Πρωθυπουργό, ότι οι Άγγλοι είναι εκεί, όπου τους έχουν ορίσει να είναι, επομένως οι Έλληνες είναι αυτοί που θα πρέπει να πολεμήσουν για τον τόπο τους και για την τιμή τους, κι αν ο εχθρός είναι παντοδύναμος, θα πέσουν πολεμώντας για την τιμή.

Ο ανθυπολοχαγός Βελής δεν μπορεί να γυρίσει πίσω στο Χαϊδάρι, γιατί πήρε εντολή από τον εκεί λοχαγό Παραδείση, ότι πρέπει να προχωρήσουν. Οι εντολές ήταν αντιφατικές, όμως εκείνο που ακουγόταν ηχηρότερα ήταν το «φεύγουμε». Ο λοχαγός Παραδείσης προσπαθούσε να συγκεντρώσει τους στρατιώτες του, για να σχηματίσουν λόχους και να φύγουν προς τα σερβικά σύνορα. Τους φώναζε να βιαστούν να πάνε να βοηθήσουν τους Σέρβους, που αυτή τη στιγμή νικούν τους Γερμανούς, ούτως ώστε να βοηθήσουν κι αυτοί, για να μην περάσουν οι Γερμανοί τα σύνορα. Το ανθρώπινο κοπάδι ξεκίνησε, όμως όλοι δεν ήξεραν σε ποια διμοιρία έπρεπε να πάνε και δημιουργήθηκε μία αναστάτωση, που επέφερε καθυστερήσεις.

Ο Μαρίνος Βελής μαζί με τον λοχαγό και τη διμοιρία προχωρούν μέσα στη βροχή προς την Πρέσπα. Για να ξεχνούν την ταλαιπωρία τους έπιασαν κουβέντα κι έτσι έμαθε ο λοχαγός ότι ο Βελής είχε τυπογραφείο στην πλάκα κι έβγαζε μία βδομαδιάτικη εφημερίδα, ενώ ο λοχαγός είπε πως είχε ένα υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών και άλλες σημαντικές εταιρείες. Ήταν παντρεμένος και είχε τρία κοριτσάκια.

Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας παρακολουθεί από το παράθυρό του τις νυχτερινές επιδρομές και μονολογεί, πως από τη στιγμή, που ξεκίνησε η γερμανική επίθεση, η κατάσταση του ξέφυγε από τα χέρια, το καράβι βουλιάζει και δεν μπορεί κανείς να το σώσει. Τώρα συλλογίζεται και την κουβέντα, που είχε με τον Άγγλο Έντεν, που δεν μπόρεσε να διαπραγματευτεί μαζί του και του είπε ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να πολεμήσει μόνη της με τη Γερμανία, όπως έκανε και με την Ιταλία. Μόνο τώρα καταλαβαίνει τι λάθος έκανε και δεν διαπραγματεύτηκε, άλλωστε αυτός ήταν επαγγελματίας τραπεζίτης, οπότε ντράπηκε να παζαρέψει. Δυστυχώς για την Ελλάδα οι μεγάλοι κυβερνήτες δεν υπάρχουν πια.  Στο ξενοδοχείο της  Μεγάλης Βρετανίας  δυο στρατηγοί ξαγρυπνούν,  ο ένας σημειώνει τις βόμβες που πέφτουν στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά και ο άλλος παρακολουθεί την πορεία των μονάδων που βαδίζουν προς τα σερβικά σύνορα, μέσω τηλεφώνου και σημαδεύει στο χάρτη την πορεία τους.

Ο Κυριάκος συζητώντας με τους φίλους του, ανακάλυψε μία καινούρια φιλοσοφία της ζωής, την «τρέλα». Ο Κυριάκος σκέφτεται πως η ανθρωπότητα είναι τρελή , αλλά η φυσική της κατάσταση είναι μια τρέλα ήρεμη και κρυμμένη σαν σιγανή φωτιά, που έχει την εξωτερική όψη της φρονιμάδας, μα που εύκολα μόλις βοηθήσουν κατάλληλες περιστάσεις φουντώνει και γίνεται τέλεια λωλαμάρα,  παρ’ όλο που όλες οι ιδεολογίες στηρίζονται στο αξίωμα πως ο άνθρωπος είναι βασικά λογικό ον.

Καθώς προχωρούσαν προς την Σερβία ο λοχαγός Παραδείσης με το λόχο του και τον ανθυπολοχαγό Βελή, έφτασαν τελικά σε σερβικό έδαφος, σ’ ένα ξεροβούνι και παρατάχτηκαν στη στενόμακρη ράχη του με πολυβόλα. Οι στρατιώτες πήραν διαταγή να πέσουν στον τόπο μαχόμενοι. Από πάνω τους διασταυρώνονταν οβίδες και ο δρόμος μπροστά τους γέμισε από ένα ποτάμι από μέταλλο, που κυλούσε αργά σαν την φωτιά. Παρ’ όλο που ανατίναξαν τον δρόμο η σιδηρόφρακτη πομπή δεν σταμάτησε.  Όλοι ήταν στο πόστο τους έτοιμοι για τη μάχη, όμως δεν ήταν μόνο η σιδηρόφρακτη πομπή που πήγαινε κατ’ απάνω τους κι ο ουρανός γέμισε αεροπλάνα που βομβάρδιζαν.  Το βουνό τρανταζόταν και μύριζε μπαρούτι. Τα μάτια των στρατιωτών έτρεχαν και ο λάρυγγάς τους καιγόταν. Ο Μαρίνος ένιωθε να είναι μισοτυφλωμένος κι αισθανόταν τον θάνατο γύρω του. Όσο τ’ αεροπλάνα σκόρπιζαν θάνατο, αμέσως πρόβαλε η στρατιά πίσω από το βουναλάκι. Ο λόχος άρχισε να πυροβολεί, αλλά και η φάλαγγα άρχισε να πυροβολεί και μάλιστα από κάποιο ύψωμα έστειλαν  όλμους, αλλά οι Γερμανοί  στρατιώτες απτόητοι  άρχισαν ν’ ανεβαίνουν την πλαγιά. Όλοι οι Έλληνες φαντάροι πολεμούσαν με σθένος και δύναμη, γιατί έλεγαν πως πολεμούν για την πατρίδα κι ας έβλεπαν δίπλα τους πολλούς σκοτωμένους. Όταν νύχτωσε οι Γερμανοί υποχώρησαν από το βουνό, όμως τα μεσάνυχτα ο εχθρός έζωσε το ύψωμα μ’ έναν κυκλωτικό φραγμό φωτιάς από όλμους. Ήταν κάτι που δεν περίμεναν κι αμέσως ο Μαρίνος σκέφτηκε, πως μια φούχτα στρατιωτάκια οπλισμένα με σκουριασμένα σίδερα  της παλιάς σχολής, τόλμησαν να εναντιωθούν στην τιτάνια ορμή του Τρίτου Ράιχ.

Πριν χαράξει τους ήρθε διαταγή ν’ αποσυρθούν στο Κεράσοβο. Ο λοχαγός του λόχου σκοτώθηκε οπότε ο Μαρίνος μάζεψε όσους στρατιώτες ήταν ζωντανοί κι άρχισαν να προχωρούν ανατολικά. Από τη δυτική πλευρά προχωρά μεγαλοπρεπώς ο συνταγματάρχης βαρόνος von Hertemburg. Βρίσκεται τώρα ανάμεσα στα πτώματα των Ελλήνων, όμως τους επαινεί λέγοντας πως είναι καλοί στρατιώτες, γιατί δεν φοβήθηκαν και  δεν το έβαλαν στα πόδια, γι’ αυτό διέταξε τους στρατιώτες του να γυρίσουν προς τους νεκρούς και να παρουσιάσουν όπλα.

Ήδη στην Ελλάδα ήταν Μεγάλη Πέμπτη και το Χαϊδάρι πήρε διαταγή να μετακινηθούν μερικές διμοιρίες προς τον Κιθαιρώνα. Ο ανθυπολοχαγός Αυγουστής ήταν μέσα σ’ αυτές. Οι στρατιώτες ήταν ενθουσιασμένοι πως θα βρίσκονταν στον πόλεμο και άρχισαν το τραγούδι.  Μόλις όμως έστριψαν προς τη Μάντρα αντίκρυσαν ένα θέαμα, που τους έκοψε αμέσως το τραγούδι. Έβλεπαν την υποχώρηση, τη διάλυση και υπήρχε η αίσθηση του τέλους, οπότε αυτοί πού πήγαιναν; Τελικά έφτασαν στο χωριό Μάζι κι έμαθαν ότι η αποστολή τους ήταν να υποδεχτούν τα λείψανα των μονάδων που είχε διαλύσει η γερμανική επιδρομή και η οποία κατέβαινε προς την πρωτεύουσα. Θα παρελάμβαναν τους στρατιώτες, θα τους αφόπλιζαν και θα τους έδιναν  τρίμηνη κανονική άδεια.

Ο Μαρίνος Βελής μαζί με τους απομείναντες φαντάρους ξεκίνησαν να περπατούν, χωρίς όμως να ξέρουν πού πηγαίνουν. Στο δρόμο τους συνάντησαν ένα μοναστήρι και ζήτησαν άσυλο για να ξεκουραστούν. Το μοναστήρι ήταν βυζαντινό, όμως οι μοναχοί δεν ήταν Έλληνες. Με σπαστά ελληνικά τους είπαν ότι είναι ευπρόσδεκτοι στο μοναστήρι, όμως έπρεπε να παραδώσουν τα όπλα τους και το πρωί να παραδοθούν στους Γερμανούς, γιατί αν παραδοθούν άοπλοι θα τους σεβαστούν, αν όχι θα τους σκοτώσουν.

Εντωμεταξύ οι στρατηγοί που βρίσκονταν στα διάφορα μέτωπα ζητούσαν την άδεια  με τηλεγραφήματα, να συνθηκολογήσουν. Ο Βασιλέας όμως ο Γεώργιος Β΄ απάντησε στον Πρωθυπουργό, πως επιμένει ο ελληνικός στρατός να συνεχίσει τον αγώνα κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες και λυπάται, που η υπόθεση του ξέφυγε μέσα από τα χέρια του. Προηγουμένως είχε επισκεφτεί τον Πρωθυπουργό και ο Άγγλος Πρέσβης, ο οποίος τον μάλωσε γιατί έδωσε διαταγή να χορηγηθούν τρίμηνες άδειες στους φαντάρους που γυρνούσαν από μάχες κι έφυγε θυμωμένος.  Όλα αυτά μαζί και με τα αεροπλάνα που βομβάρδιζαν τον Ναύσταθμο και τον Πειραιά, στεναχώρησαν αφάνταστα  τον Πρωθυπουργό, ο οποίος  όταν έφτασε στο σπίτι του αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά, κρατώντας ένα εικόνισμα της Παναγίας.

Ο Μαρίνος Βελής έφυγε  από το μοναστήρι, μαζί μ’ έναν Σκωτσέζο λοχία τον  Ντάγκλας Μακ Ντάγκαλ και τους άντρες του. Δεν παραδόθηκαν στους Γερμανούς και προχώρησαν φτάνοντας σ’ ένα χωριό, όπου τα σπίτια ήταν κλειστά και άνθρωπος δεν φαινόταν. Όμως όταν έφτασαν στην πλατεία του χωριού, που ήταν και η εκκλησία βρήκαν κι άλλους στρατιώτες, όπου ο συνταγματάρχης τους είχε αυτοκτονήσει με μια σφαίρα στην καρδιά, γιατί ήξερε ότι τους έφερε στο στόμα του λύκου. Οι Γερμανοί τους περίμεναν μπροστά στην πύλη της εκκλησίας και όλοι προχώρησαν με υψωμένα τα χέρια. Όσοι είχαν όπλα, τους τα πήραν και όλοι τώρα ήταν αιχμάλωτοι των Γερμανών. Διέταξαν μάλιστα τους τραυματίες να βγουν μπροστά και τους εκτέλεσαν. Όταν ο Βελής διαμαρτυρήθηκε στους Γερμανούς, γιατί τους σκότωσαν, του απάντησαν ότι έπρεπε να τους ευγνωμονούν, γιατί σίγουρα θα υπέφεραν και θα πέθαιναν στον δρόμο, γιατί η πορεία θα ήταν πολύ μεγάλη και δύσκολη.

Στο Χαϊδάρι τον Κυριάκο τον ξύπνησαν τουφεκιές. Ένας δεκανέας του φώναξε πως γίνεται κίνημα και ότι κάποιοι αξιωματικοί επαναστάτησαν και πάνε στην Αφρική να πολεμήσουν, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Αυγουστής.  Ο κόσμος που περιφερόταν στους δρόμους της Αθήνας έμοιαζε σαν να μην ενδιαφερόταν για ό,τι συνέβαινε, όμως οι φυσιογνωμίες ήταν ξαναμμένες, οι κουβέντες ασυνάρτητες, που έδιναν την εντύπωση πως μια δυνατή ομαδική έξαψη κι ένας ψυχικός αναβρασμός κατείχε την Αθήνα. Ο Θρασύβουλος Δράκος δεν συμφωνούσε ούτε με αυτούς που εύχονταν να έρθουν οι εχθροί και να τελειώνουν μια ώρα αρχύτερα, αλλά ούτε και με το φευγιό σε άλλη χώρα, όπως υποστήριξε ο Αυγουστής, που πήγε στην Αίγυπτο.  Πρέπει όμως να κάνουν κάτι, να οργανωθούν και να μαζέψουν όπλα, γιατί μια καινούρια ιστορία αρχίζει.

Την επομένη τα ραδιόφωνα μετέδιδαν την διακοπή της κίνησης στην Αθήνα, στον Πειραιά, στα προάστεια  έλεγαν επίσης, πως τα καταστήματα έπρεπε να παραμείνουν κλειστά  και οι άνθρωποι να παραμένουν στα σπίτια τους, παίζοντας συνεχώς και τον Ύμνο στην Ελευθερία.

Ξαφνικά στην Αθήνα, εμφανίζεται στο δρόμο ένα γερμανικό θωρακισμένο αυτοκίνητο με το κανόνι στημένο. Προχωρεί αργά στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Ακολουθεί κι ένα άλλο όμοιο και τα συνοδεύουν μοτοσικλετιστές. Ο συνταγματάρχης φον Χέρτεμπουργκ  διευθύνει την πορεία και δίνει οδηγίες με το ασύρματο τηλέφωνο. Άνθρωπος δεν φαίνεται πουθενά, έπεσε κι αυτή η πρωτεύουσα της Ευρώπης. Ο βαρόνος φον Χέρτεμπουργκ στέκεται σε στάση προσοχής, χαιρετά χιτλερικά και λέει τηλεφωνικά στον Χίτλερ, πως αυτήν την ώρα μπήκαν στην Αθήνα και ύψωσαν την γερμανική σημαία στην Ακρόπολη και στο Δημαρχείο.

Στον δεύτερο τόμο:

Ο Μαρίνος Βελής φαίνεται πως τα κατάφερε να δραπετεύσει από τους Γερμανούς, πήγε στη Μέση Ανατολή  πολέμησε κι εκεί, μα όταν τραυματίστηκε αφιερώθηκε για ένα διάστημα στο Άγιον Όρος, όπου κατέγραψε τα βιώματά του, όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά μόνο επειδή το ένιωθε σαν ανάγκη ψυχής, γιατί πίστευε πως με το γράψιμο αυτών των γεγονότων που έζησε θα ελευθερωνόταν η ψυχή του, γιατί άθελά του ξυπνούσαν μέσα του με τρόπο τυραννικό τα γεγονότα που έζησε και ήταν σαν να τα ξαναζούσε.

Περισσότερα από δέκα χρόνια ήταν που αποτραβήχτηκε από τα εγκόσμια και βρέθηκε στην ευλογημένη χερσόνησο, που κοσμείται από πολλές Ιερές  Μονές.

Έγινε μοναχός με το όνομα Τιμόθεος και πήρε το διακόνημα του βιβλιοθηκάριου κι έτσι του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες της Εκκλησίας, γιατί ήθελε να αιστανθεί τη ζωντανή τους πίστη.

Είναι Απρίλης και του έρχονται όλες οι αναμνήσεις, που είχε έρθει αντιμέτωπος με τους Γερμανούς. Είδε και έζησε την σκληρότητά τους, την αλαζονεία τους, την εκδικητικότητά τους, τις δολοφονίες των συνανθρώπων του και ήθελε  να βρεθεί στον πόλεμο, για να τους πολεμήσει, γι’ αυτό πήγε στην Αφρική, γιατί αν δεν είχε συναντήσει τους Γερμανούς, που ήρθαν και ποδοπάτησαν την πατρίδα του, θα γύριζε στην Αθήνα να βρει την Θεανώ του, που τόσο πολύ την αγαπούσε.

Οι καταγραφές του ξεκινούν από τότε που τα κατάφερε  και το έσκασε από τους Γερμανούς που τον είχαν αιχμάλωτο. Όταν λοιπόν το έσκασε κατάφερε και πήγε στη Θεσσαλονίκη κι εκεί έμαθε για την μάχη στην Κρήτη, και την πτώση της στα χέρια των Γερμανών κι αμέσως   ξύπνησε  μέσα του η πολεμική μανία. Καθώς περιπλανιόταν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης συνάντησε τον παλιό συμπολεμιστή του τον Σκωτσέζο λοχία Ντάγκλας Μακ Ντάγκαλ, ο οποίος του είπε πως βρίσκεται σ’ επαφή  με μία  μυστική οργάνωση, που συγκεντρώνει και διοχετεύει στην Αίγυπτο τους στρατιωτικούς συμμάχους, που είχαν ξεφύγει από την αιχμαλωσία και κρύβονται. Η διαταγή ήταν να διευκολύνουν και Έλληνες αρκεί να έχουν καλές συστάσεις. Του είπε ότι και ο ίδιος θα πήγαινε, οπότε αν ήθελε θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο Μαρίνος δέχτηκε κι έτσι αφού τον εφοδίασαν με τα απαραίτητα έγγραφα και ντυμένος σαν ψαράς, για να μη δίνει στόχο, έφτασε στο Άγιον Όρος. Ο σύνδεσμός του ήταν ο πατήρ Στέφανος  ο οποίος του όρισε ένα κελί για να μένει μέχρι που θα ‘ρχόταν η ώρα να φύγει. Όταν ήταν όλα έτοιμα επιβιβάστηκε σ’ ένα μικρό πλοιάριο όπου έφτασε στην Παλαιστίνη. Εκεί του δόθηκε η άδεια από τις Βρετανικές  αρχές, για να πάει στην Αίγυπτο. Όταν έφτασε στην Αίγυπτο μπήκε στον στρατό. Το στρατόπεδο ήταν στην έρημο. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη και η άμμος της ερήμου του γέμιζε το στόμα, τα μάτια, τ’ αυτιά και τη μύτη, ενώ ο ιδρώτας έτρεχε από την κορφή του έως τα νύχια. Παρ’ όλες αυτές τις κακουχίες δεν έπαψε λεπτό να σκέφτεται την Θεανώ και μάλιστα αισθανόταν, ότι κάτι κακό της συνέβαινε και παρακαλούσε το Χριστό να τη βοηθήσει.

Ξεκινώντας από το μηδέν η εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση αγωνιζόταν να στήσει ταξιαρχίες, γι’ αυτό μάζευε ό,τι εύρισκε μπροστά της. Όλα αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία το αρχηγείο προσπαθούσε να τα συγκολλήσει και να τα οργανώσει. Έτσι σχηματίστηκε η πρώτη Ταξιαρχία, όπου ο Μαρίνος βρέθηκε στη διοίκηση αυτής της Ταξιαρχίας σαν διαγγελέας αξιωματικός. Οι Άγγλοι μπορεί να ξόδευαν για να τους συντηρούν, όμως συνέχεια τους κατασκόπευαν και δεν ξεκαθάριζαν τι ήθελαν από την Ελλάδα. Όμως κάποια στιγμή τους χρειάστηκαν, τους κάλεσαν και η Ταξιαρχία δέχτηκε μ’ ένα ξέσπασμα χαράς και υπερηφάνειας. Για πρώτη φορά μετά τον Απρίλη του 1941, οι Έλληνες  σήκωσαν κεφάλι και μπήκαν  στην μάχη του Αλαμέιν. Η Ταξιαρχία βρέθηκε στο νότιο μέρος του στενού μετώπου, στην πελώρια γούβα της ερήμου που την σκέπαζαν βάλτοι. Βρίσκονταν στο σημείο που συνδέονταν οι Γερμανοί με τους Ιταλούς. Κάθε μονάδα είχε τριγύρω της μια ζώνη από νάρκες κι από πάνω έρχονταν συχνά εχθρικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα.

Η Ταξιαρχία ενεργεί δύσκολες νυχτερινές επιδρομές, πιάνει αιχμαλώτους κι ενοχλεί σοβαρά την εχθρική γραμμή που την αποτελούν μεγάλα ναρκοπέδια και δυνατές εστίες από πολυβόλα και αντιαρματικά κανόνια. Οι άντρες μες στα χαρακώματα παλεύουν σαν θεριά και με την υποχώρηση αρχίζει η φωτιά με κανόνια, όλμους και πολυβόλα. Κανένας δεν μελετά τον θάνατο, μόνο θέλει να παλέψει για να νικήσει. Όμως η Ταξιαρχία χρειάζεται αυτοκίνητα, γιατί αν νικήσουν δεν έχουν αυτοκίνητα για όλους για να γυρίσουν πίσω, άραγε θα τους βοηθούσαν οι Άγγλοι ή θα τους άφηναν πίσω άδοξα, ν’ ακολουθούν λαχανιασμένοι σαν περιττοί και ασήμαντοι.

Εντωμεταξύ εκεί ο Μαρίνος γνώρισε και τον Φρίξο  Αυγουστή, που τον είχε ανθυπολοχαγό ο Κυριάκος στο Χαϊδάρι, όμως επειδή έβλεπε στο ύφος του κάτι αλλόκοτο δεν τον συμπάθησε, όπως και όλη η Ταξιαρχία. Ήταν όμως πολύ καλός αξιωματικός και είχε αποδείξει πως ήταν γενναίος. Κάποια στιγμή όμως ο Μαρίνος Βελής διαπίστωσε, πως ο Αυγουστής  βρέθηκε σε παράκρουση  κι αναγκάστηκαν να τον πάνε στο νοσοκομείο, όπου ευτυχώς αυτή η ψυχική κρίση του πέρασε ξαφνικά, έτσι όπως του ήρθε.

Ο Ρόμμελ η Αλεπού της Ερήμου, εξακολουθούσε να νικά και  ο στρατηγός Μοντγκόμερι  ήταν στεναχωρημένος, γιατί  αυτοί στους οποίους  είχε αναθέσει  τις δύσκολες επιχειρήσεις, δεν είχαν καταφέρει τίποτα. Έτσι επισκέφτηκε την  Ελληνική Ταξιαρχία και ζήτησε τη βοήθειά της. Τους έδωσε διαταγή να πάνε όπως μπορούν στο ύψωμα 103. Πράγματι ξεκίνησε η Ταξιαρχία και ανάμεσα στους αξιωματικούς ήταν και ο Μαρίνος Βελής. Το έδαφος ήταν σκληρό και απότομο, με πολλές φυσικές λακκούβες. Όταν έφτασαν στο ύψωμα είδαν στον απέναντι λόφο κάποια κίνηση του εχθρού. Είδαν αμέτρητα αυτοκίνητα που έτρεχαν προς τα νότια, σαν να ήθελαν να ξεφύγουν από κάποια κύκλωση που διαγραφόταν από τον Βορρά. Φαινόταν πως ήθελαν να γλιτώσουν παίρνοντας μαζί τους όλα τα μηχανοκίνητα μέσα που είχαν από το μέτωπο του Αλαμέιν. Ο Ταξίαρχος τότε έδωσε αμέσως σήμα στο πυροβολικό να χτυπήσει. Κάποια τμήματα του εχθρού άρχισαν να ρίχνουν, όπου οι οβίδες καθώς έσκαγαν στο έδαφος τίναζαν χώματα, πέτρες και μέταλλο. Εκεί τραυματίστηκε ο Βελής στον αριστερό μηρό. Ευτυχώς στο πρόχειρο νοσοκομείο που βρέθηκε σώθηκε το πόδι του και δεν χρειάστηκε να του το κόψουν. Εκεί τον επισκέφτηκε και ο συναγωνιστής του ο Σκωτσέζος, που του μετέφερε ένα  νέο, για να χαρεί.  Του είπε πως οι ακατάδεχτοι Εγγλέζοι, που δεν επαινούν εύκολα, αυτούς τους εκτίμησαν ιδιαίτερα με τ’ ανδραγαθήματα, που έκαναν στη Μάρσα, στο Ματρούχ, στο Τομπρούκ, στην Αγκετάμπια και στην Αλαγκέιλα και τους επαίνεσαν. Κατόπιν ο Βελής μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας, όπου διαπιστώθηκε πως το θραύσμα από την οβίδα που τον χτύπησε του θρυμμάτισε το κόκκαλο και του προκάλεσε μερική διατομή του ισχιακού νεύρου, οπότε θ α είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί μπαστούνι, γιατί θα κουτσαίνει σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Οι δύο μεγάλες ήττες του Χίτλερ στο Αλαμέιν και στο Στάλιγκραντ έδειξαν καθαρά στον κόσμο, πως η πορεία του πολέμου είχε αλλάξει.

Στην Ελλάδα άρχισαν να γίνονται ιδεολογικές ζυμώσεις. Ο Κυριάκος Κωστακαρέας είχε γίνει δραστήριο μέλος του ΕΑΜ και είχε υπεύθυνο ρόλο στο αριστερό αντιστασιακό κίνημα. Ο φίλος του ο Θρασύβουλος Δράκος είχε γίνει μαχητικό στέλεχος του αντικομουνιστικού ΕΔΕΣ.

Ο Μαρίνος Βελής παραπονιόταν που, η Θεανώ δεν του έγραφε, όμως μάθαινε από αυτούς, που την έβλεπαν στο θέατρο, ότι είχε φτάσει στον ανώτατο βαθμό της απόδοσής της. Μάλιστα στο Ηρώδειο πήγαινε πλήθος κόσμου, γιατί έβρισκε στη φωνή της μία λύτρωση, επειδή η μεγάλη τραγική ποίηση της Ελλάδας ηχούσε σαν πρόκληση στη χυδαία βαναυσότητα, στην τυραννική αδικία και στην ταπείνωση, που ταλάνιζαν  το Έθνος. Η Θεανώ στο τέλος της παράστασης μες στον ενθουσιασμό του λαού, φάνταζε σαν ζωντανό σύμβολο της αιώνιας Ελλάδας. Τις παραστάσεις βέβαια τις έβλεπαν και Γερμανοί, μόνο, που αυτοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι σήμαιναν οι Τραγωδίες εκείνη τη στιγμή για τους υπόδουλους Έλληνες και χειροκροτούσαν πετώντας λουλούδια.

Ο Μαρίνος Βελής λόγω της αναπηρίας του έπαψε να είναι μάχιμος και αποσπάστηκε στη ραδιοφωνική υπηρεσία της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, στο Κάιρο. Το 1945 του δόθηκε άδεια να γυρίσει στην Ελλάδα, που είχε ελευθερωθεί από τους Γερμανούς, όμως υπήρχε ο εμφύλιος.  Ο Μαρίνος όταν πήγε στο σπίτι του Θρασύβουλου, έμαθε πως αυτός είχε πεθάνει και η γυναίκα του η Μαριέττα, που είχε και δυο παιδιά να αναθρέψει ήταν απαρηγόρητη. Του είπε πως σκοτώθηκε στους Αμπελοκήπους πολεμώντας εναντίον του ΕΑΜ στο πλευρό των Άγγλων. Κατόπιν του έφερε ένα γράμμα που ήταν γραμμένο από την Θεανώ, που του εξηγούσε τα πάντα. Η Μαριέττα του εξήγησε, ότι η Θεανώ, από τότε που έμεινε μόνη χωρίς αυτόν είχε περάσει πολύ δύσκολα. Η καλοσύνη της και η βοήθεια, που πρόσφερε στους συνανθρώπους της, την οδήγησαν στον θάνατο, γιατί για να τους σώσει είχε ζητήσει τη βοήθεια του Ταγματάρχη των Ες Ες Έρνστ Χίλλεμπραντ, με τον οποίο και αναγκάστηκε να κάνει παρέα για να επιτευχθεί ο σκοπός. Έτσι παρεξηγήθηκε κυρίως από τους οπαδούς του ΕΑΜ, παρόλο που έσωσε κι έναν δικό τους τον Κυριάκο Κωστακαρέα, την θεώρησαν προδότρια και την τουφέκισαν. Όμως εκείνη ποτέ δεν πρόδωσε. Ίσα ίσα που εξυπηρέτησε και τους Άγγλους λίγο πριν φύγουν οι Γερμανοί, που κατάφερε τον Έρνστ να της δώσει πληροφορίες για αποθήκες με πολεμοφόδια. Μάλιστα είχε γνωρίσει η Θεανώ και τον Έλληνα διερμηνέα του Έρνστ, που ήταν ο Βαρδέκης, ο οποίος της είχε πει, πως ο λαός δεν φταίει για τα λάθη που έγιναν, αλλά ήταν από την ηγεσία τους και από τους Άγγλους, οι οποίοι στην ουσία εμπαίζουν τους Έλληνες, γιατί λένε πως είναι φιλέλληνες, ενώ η αλήθεια είναι πως τους αντιπαθούν. Ο Έρνστ Χίλλεμπραντ ήταν σκηνοθέτης. Από τις παραστάσεις που έβλεπε τη Θεανώ να παίζει την ερωτεύτηκε πολύ και ήταν έτοιμος να της κάνει οποιαδήποτε χάρη ήθελε. Όταν η Θεανώ τον είχε ρωτήσει πώς και ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο, της απάντησε πως πίστεψαν σ’ έναν άνθρωπο, έσφιξαν τα δόντια και τον ακολούθησαν κι αμέσως της ζήτησε να τον βοηθήσει, γιατί και αυτός έδειχνε πως δεν άντεχε τόση κακοποίηση. Της εξήγησε επίσης ότι οι Γερμανοί δεν είχαν τίποτα με τους Έλληνες, αλλά βρέθηκαν εκεί να βοηθήσουν τους Ιταλούς.

Η Θεανώ από τα λεγόμενά του κατάλαβε πως η ψυχή του έτρεφε δύο πρόσωπα, που εκείνη τη στιγμή πάλευαν και το ένα από τα δύο ζητούσε βοήθεια. Τώρα που στάθηκε ο ένας απέναντι στον άλλον κατάλαβε η Θεανώ πως και αυτός ήταν ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, που τον έσερναν όμως  γεγονότα ανώτερα από τη θέλησή του. Τελικά είχε αποδειχτεί  ανώτερος άνθρωπος, γιατί τη σεβόταν, είχε μία ευλάβεια για εκείνη κι έκανε ό,τι του ζητούσε. Είχε αναθαρρήσει, που χωρίς να δίνει τίποτε θα μπορεί να ελευθερώνει τους συνανθρώπους της, όμως τα ξαφνικά απειλητικά τηλεφωνήματα και τα χαρτιά κάτω από την πόρτα της, που την απειλούσαν και που την έβριζαν, την είχαν μπερδέψει και δεν ήξερε τι να κάνει. Ακόμα και ο Κυριάκος που τον ελευθέρωσε την κατηγόρησε, που τον έσωσε, μάλιστα της είπε ότι καλύτερα θα ήταν να μην τον έσωνε, οπότε τώρα θα πρέπει να σταματήσει να κάνει παρέα με τον Γερμανό και να κρυφτεί για λίγο, γιατί έχει παρεξηγηθεί από κάποιους οι οποίοι θα της κάνουν κακό. Και ο Βαρδέκης την ειδοποίησε λέγοντάς της πως το ΕΑΜ την έχει στη μαύρη λίστα. Η Θεανώ ένιωθε άσχημα, γιατί η αδικία ήταν κατάφορη. Ο Βαρδέκης της εξήγησε ότι ξέρει πως δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο ανάμεσα σ’ αυτήν και τον Έρνστ, γιατί αυτός είναι φίλος του και του τα λέει όλα και τη συμβούλευσε ότι μιας και οι Γερμανοί σε λίγο θα έφευγαν καλό θα ήταν να προσφέρει κάτι στη συμμαχική παράταξη για να την βγάλουν από την κατηγορία. Η Θεανώ δεν ήξερε τι να κάνει και ζήτησε βοήθεια από τον εξάδελφό της τον Ανδρέα Γαλάτη, οποίος αντί να τη βοηθήσει της έδωσε ένα χαστούκι και την έδιωξε από το σπίτι του.

Παραμονή Χριστουγέννων  το ΕΑΜ άρχισε να μαζεύει πολίτες που τους θεωρούσαν αντιφρονούντες ή εχθρούς, για ανάκριση στο τμήμα της πολιτοφυλακής. Μάζεψαν πολλούς, ανάμεσά τους τον συμπρωταγωνιστή της Θεανώς τον Παντελίδη και τη Θεανώ φυσικά. Τους πήγαν σ’ ένα υπόγειο ενός κινηματογράφου στο Περιστέρι και αφού απήγγειλαν τις κατηγορίες, που ήθελαν στην Θεανώ τη σκότωσαν έξω από τον κινηματογράφο μαζί με κάποιους άλλους. Οι κατηγορίες ήταν ότι εξευτέλισε την τέχνη, ντρόπιασε τις Ελληνίδες, πρόδωσε την πατρίδα της, το λαό της κι έγινε πόρνη του εχθρού.

Ο Βελής όταν έμαθε το τέλος της Θεανώς, δεν τον κρατούσε τίποτε να μείνει στην Αθήνα και αποφάσισε και πήγε στο Άγιον Όρος,  όπου έγινε μοναχός με το όνομα  Τιμόθεος.

Η Αθήνα είχε γίνει τόπος φρίκης. Μορφές σκελετωμένες, ορθά πτώματα με πρόσωπο ρουφηγμένο, κιτρινωπό, με τα μάτια μαύρα βάδιζαν κι έξαφνα σωριάζονταν αναίσθητα στα πιο κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας και κάρα με άλογα κουβαλούσαν τους πεθαμένους από την πείνα. Ο Κυριάκος συζητούσε με τον φίλο του τον Μαλέα, πως αυτά που συμβαίνουν στην Αθήνα είναι συνέπειες του πολέμου και ότι τα περισσότερα θα περάσουν, εκτός από την πείνα, η οποία θα παραμείνει αν δεν καταργήσουν τα βαθύτερα αίτια που την γενούν. Η πείνα εξευτελίζει την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια και προσβάλει την ύπαρξη του ανθρώπου, γι’ αυτό πρέπει να μιλήσουν στους ανθρώπους, για να τους φέρουν με το μέρος τους, ώστε να βοηθήσουν κι αυτοί, για να την καταργήσουν μια για πάντα, για να μπορούν αληθινά να σέβονται τον εαυτό τους.  Ο Μαλέας μιλούσε ψυχρά, όμως ο Κυριάκος του απάντησε, πως δυστυχώς οι έχοντες και κατέχοντες δεν θα τους αφήσουν, παρά  μόνο αν θα κατάφερναν να πάρουν τη δύναμη απ’ αυτών τα χέρια, διότι η συνείδηση της κατοχής ξεραίνει την ψυχή του ανθρώπου, τη διαφθείρει και την εκφαυλίζει και μόνο αν ο άνθρωπος γίνει ακτήμονας, θα βρει την αληθινή του φύση και την αρετή του.

Ο Κυριάκος έγραφε στον Μαρίνο, όμως δεν είχε τη δύναμη να γράψει κάτι για τη Θεανώ. Του έγραφε πως μέσα στην ομάδα του ΕΑΜ που είχε ενταχθεί ένιωθε ένα αίσθημα εσωτερικής λευτεριάς, που δεν το είχε ξαναζήσει, γιατί όλοι είχαν  ελευθερωθεί από κάθε συμφέρον, κάθε ματαιότητα και κάθε ιδιαίτερη φροντίδα για τον εαυτό τους.

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944 κάποιοι Γερμανοί στρατιώτες, έκαναν μία σύντομη στρατιωτική τελετή στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, παρουσίασαν όπλα, κατέθεσαν στεφάνι και ο αξιωματικός τους παρέδωσε την πόλη των Αθηνών στον δήμαρχο της Αθήνας. Ταυτόχρονα έγινε και η υποστολή της  γερμανικής σημαίας. Οι Γερμανοί αποχώρησαν και ο λαός των Αθηνών που βρέθηκε εκεί γονάτισε και κράτησε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των πεσόντων. Όσοι Γερμανοί είχανε μείνει ακόμα στον Πειραιά έκαναν μεγάλες καταστροφές  στο λιμάνι πριν αποχωρήσουν.

Το επόμενο πρωί γίνονταν ατέλειωτες διαδηλώσεις, που ήταν μια επιβλητική επίδειξη της δύναμης του ΕΑΜ, φωνάζοντας  Ζήτω η Λαοκρατία. Η λαοθάλασσα αυτή πέρασε μπροστά από τα γραφεία του ΕΔΕΣ, που συνάντησε τους οπαδούς αυτούς να έχουν τα όπλα στραμμένα καταπάνω της. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και  ο Θρασύβουλος Δράκος, ο φίλος του Κυριάκου. Το βράδυ ο Κυριάκος επισκέφτηκε τον Θρασύβουλο στο σπίτι του, που τον υποδέχθηκε με ανοιχτές αγκάλες. Ο Κυριάκος του είπε πως είναι στο χέρι τους να μην γίνει εμφύλιος και ότι θα μπορούσαν να συνεννοηθούν. Του πρότεινε να κρατούσαν την Κυβέρνηση της Εθνικής Ενότητας, να έκαναν Εθνικό Στρατό και να προκήρυτταν ελεύθερες εκλογές, για να γίνει αυτό που θα ήθελε ο λαός. Ο Θρασύβουλος πρότεινε να παρατήσουν τους φανατισμούς και οι δύο παρατάξεις, να σταματήσουν οι ανεύθυνες εξάρσεις και τα τυφλά πάθη. Μάλιστα του είπε ότι μέσα στη μάχη που ακόμα μάχονταν με τους Γερμανούς το ΕΔΕΣ πρότεινε στο ΕΛΑΣ εκεχειρία προσωρινή, για ν’ αντιμετωπίσουν μαζί τον εχθρό, μα το ΕΛΑΣ αρνήθηκε και χτύπαγε μια τον εχθρό και μια το ΕΔΕΣ. Όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί είχαν χάσει τον πόλεμο και θα έφευγαν, οπότε το ΕΛΑΣ έπρεπε να συντρίψει το ΕΔΕΣ, για να μείνει η Ελλάδα στα χέρια του. Μάλιστα εκεί που πολέμαγαν όλοι,  οι Γερμανοί έκαψαν ένα ορεινό νοσοκομείο του ΕΔΕΣ, με όλους τους τραυματίες, που ήταν μέσα. Επίσης εκείνη τη νύχτα ο Θρασύβουλος έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ, γιατί ενώ οι Γερμανοί είχαν αποσυρθεί από την περιοχή είχαν μείνει οι δύο αντάρτικες ελληνικές ομάδες που πολεμούσαν μεταξύ τους. Ευτυχώς δεν τον σκότωσαν, όμως τον έδεσαν και τον έσερναν μαζί τους. Επίσης συνάντησε και τον Μαλέα, που υπέφερε από φυματίωση. Ο Κυριάκος του πρότεινε να πάει με την δική του παράταξη, όμως ο Θρασύβουλος είπε πως είχε δώσει όρκο και ήθελε να τον κρατήσει.

Εντωμεταξύ η μητέρα του Κυριάκου πέθανε μη μπορώντας ν’ αντέξει αυτήν την νέα κατάσταση που εμφανίστηκε στον τόπο. Είναι Χριστούγεννα και το ΕΛΑΣ ανταλλάσσει πυροβολισμούς με τους Άγγλους. Είχε διαδοθεί πως θα επισκεπτόταν την Αθήνα ο Τσώρτσιλ. Εκεί στα οδοφράγματα των Εξαρχείων άκουσε ο Κυριάκος για τη σύλληψη της Θεανώς και ότι υπεύθυνος ήταν ο φίλος του ο Μαλέας, που ενεργούσε από μέρους της Κεντρικής Επιτροπής. Ο Κυριάκος τότε πήγε και συνάντησε τον Μαλέα προσπάθησε να το πείσει ώστε να σωθεί η Θεανώ, όμως ήταν ανένδοτος στην απόφασή του, γιατί το αμάρτημά της ήταν που έκανε παρέα με τον Γερμανό, που ήταν εχθρός της πατρίδας. Τότε ο Κυριάκος ένιωσε μία θλίψη για τη γυναίκα αυτή. Τον έπιασε ίλιγγος και όλα αυτά που είχε πιστέψει, άρχισαν να διαλύονται. Δεν ξαναείδε τον Μαλέα. Έμαθε πως ύστερα από τη διάλυση του ΕΛΑΣ, πέρασε τα σύνορα κι έμεινε ένα διάστημα στη Γιουγκοσλαβία. Γύρισε όταν άρχισε ο καινούριος εμφύλιος και σκοτώθηκε το 1949 στη μάχη του Γράμμου. Ο Κυριάκος δεν ξαναπολέμησε, ούτε ανακατεύτηκε σε καμία πολιτική κίνηση, μόνο παντρεύτηκε τη γυναίκα του Θρασύβουλου, τη Μαριέττα, που ήταν χήρα, αφού είχε πεθάνει ο Θρασύβουλος  και είχε  δυο παιδιά να αναθρέψει. Αφού υπέγραψε δήλωση μετανοίας, για να αποχρωματιστεί, ξαναπήρε το βαθμό του στη Δημόσια υπηρεσία, όπου έφτασε στο βαθμό του Διευθυντή. Η Μαριέττα διηύθυνε τη γραμματεία μιας μεγάλης ασφαλιστικής Εταιρίας, εκεί όπου ο Βαρδέκης είχε θέση εντεταλμένου συμβούλου και την υποστήριζε. Ο Βαρδέκης βρέθηκε στην απελευθέρωση, να είναι πράκτορας των Άγγλων και όχι συνεργάτης των Γερμανών, όπου ήταν διερμηνέας του Ταγματάρχη των Ες Ες, Χίλλεμπραντ, αλλά ότι πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στους Άγγλους κλέβοντας μυστικά από τους Γερμανούς. Οι Άγγλοι μάλιστα τον παρασημοφόρησαν σε επίσημη τελετή. Ο Βαρδέκης δεν είχε μόνο αυτήν την δουλειά σ’ αυτήν την εταιρία, είχε τον έλεγχο πολλών άλλων εταιριών, εμπορικών, βιομηχανικών και τουριστικών. Έφερνε κεφάλαια από το εξωτερικό ταξιδεύοντας πολύ. Τελευταία είχε αγοράσει στην Ύδρα ένα μεγάλο αρχοντικό. Ο Βαρδέκης λέει πως είχε όσφρηση, ικανότητα και προσαρμογή, γιατί η μεγάλη υπεροχή του κεφαλοκρατικού  συστήματος είναι ότι παραδέχεται τους ανθρώπους τέτοιους που είναι με τις αδυναμίες τους, τις μικρότητές τους, τα λάθη τους, τα στραβοπατήματά τους και αφού είναι σύστημα ελαστικό, συμβιβαστικό, γεμάτο πείρα και κατανόηση, τους συγχωρεί τις αμαρτίες που σαν άνθρωποι έκαναν και τους δέχεται στα σπλάχνα του. Το σύστημα άλλωστε δεν ζητά από κανέναν να είναι τέλειος. Ζητά να επιτύχουν, γιατί η επιτυχία είναι το ζητούμενο. Έτσι ο Βαρδέκης ήξερε να μανουβράρει σαν καλός καπετάνιος. Μπορεί να είχε πέσει χαμηλά, όμως τώρα όλα τα ξεχνά, γιατί όλοι τον σέβονται και τον τιμούν. Οι Πρωθυπουργοί του τείνουν το χέρι και οι πρέσβεις μεγάλων κρατών του δίνουν τιμητική θέση. Όσο για το ανακαινισμένο σπίτι στην Ύδρα, που είναι ένας πολυτελής πύργος, είναι έτοιμος να δεχτεί πριγκιπικά ζευγάρια, αστέρες διάσημους, πρωθυπουργούς μεγάλων κρατών και βασιλιάδες πετρελαίων.

Δυστυχώς η Θεανώ, που από τους Γερμανούς και συγκεκριμένα από τον Χίλλεμπραντ πριν φύγει από την Αθήνα, του πήρε κάποια μυστικά στοιχεία με μεγάλη αξία σχετικά με τις ανατινάξεις και με κρυφές αποθήκες πολεμοφοδίων, που τα έδωσε στους Άγγλους, αντί να παρασημοφορηθεί σκοτώθηκε από ελληνικά χέρια, σαν προδότρια. Ο εξάδελφος της Θεανώς, έγινε στρατηγός και κάποια μέρα, που συνάντησε την Μαριέττα και μίλησαν για την Θεανώ, της είπε πως μετάνιωσε που δεν την στήριξε, παρ’ όλο που τη θεωρούσε σαν αδελφή του, αλλά εκείνο που δεν μπορούσε να καταλάβει, ήταν γιατί την σκότωσαν.

Ο Χίλλεμπραντ  είπαν πως σκοτώθηκε στη μάχη του Βερολίνου, όμως η Μαριέττα, που ασχολείτο με το εμπόριο και βρέθηκε στο σταθμό του Μιλάνου, τον συνάντησε. Της ήταν αδύνατο να τον αναγνωρίσει, γιατί ήταν ρακένδυτος. Όμως την αναγνώρισε αυτός και της έδωσε γνωριμία μιλώντας της στα γαλλικά. Την ρώτησε για τη Θεανώ και όταν άκουσε πως Έλληνες την σκότωσαν δεν μπορούσε να πιστέψει, πώς Έλληνες σκότωσαν την ιέρεια της ποίησης, το σύμβολο της Ελλάδας. Παραδέχτηκε επίσης πως πρόδωσε την πατρίδα του για να σώσει τη Θεανώ. Της παρέδωσε στρατιωτικά μυστικά, για να τα μεταφέρει στους εχθρούς τους, για να την σώσει, γιατί ήξερε πως κινδύνευε και πως ο εχθρός εξαιτίας του την είχε στο μάτι. Υποστήριξε επίσης ότι εκείνη δεν το ήθελε, όμως εκείνος την ανάγκασε, γιατί της είπε πως αν δεν τα έπαιρνε θα σκοτωνόταν μπροστά της. Επίσης της είπε πως μπορεί να καλέσει και την αστυνομία να τον παραδώσει σαν εγκληματία πολέμου, όμως του απάντησε πως δεν ήταν καταδότρια.

Ο Σκωτσέζος Ντάγκλας Μακ Ντάγκαλ, παντρεύτηκε την Αμαλία, που ήταν σερβιτόρα σ’ ένα ζυθεστιατόριο στο Χαϊδάρι και μαζί ίδρυσαν στην πόλη του Εδιμβούργου ένα κέντρο με αέρα καλλιτεχνικό και ελληνικούς μεζέδες. Το κατάστημα το ονόμασαν «Κόρη των Αθηνών»

Ο Ανθυπολοχαγός Φρίξος Αυγουστής, φεύγοντας από την Αίγυπτο, πήγε στην Κέρκυρα, γιατί εκεί είχε ένα κτήμα. Τυχαία μια μέρα συναντήθηκε με μια Αμερικανίδα την Ντόροθι και δέχτηκε να την ακολουθήσει. Αυτή είχε μεγάλα συμφέροντα στα πετρέλαια της Καλιφόρνιας. Όταν παντρεύτηκαν εγκαταστάθηκαν στο Λος Άτζελες. Εκεί η γυναίκα του με τις γνωριμίες της τον τοποθέτησε σε μια από τις σπουδαιότερες κινηματογραφικές εταιρίες. Την αγάπησε αυτή τη δουλειά και με τη φαντασία του βάλθηκε να ανασυνθέτει την Αρχαιότητα. Έγραφε κείμενα και τα συνεργεία των σεναριογράφων δεν τον πρόφταιναν. Η εταιρεία πήρε την εργασία του στα σοβαρά και η φήμη του έφτασε σε πρόσωπα πολύ υψηλά ιστάμενα. Έτσι καθιερώθηκε στο Χόλυγουντ ο Φρίξος Αυγουστής ως Felix August.

Ο πατήρ Τιμόθεος κατά κόσμον Μαρίνος Βελής, αποχαιρετά τον ηγούμενο της Μονής Ιωάσαφ. Θέλει να γυρίσει στον κόσμο, που ζούσε πριν. Στην εφημερίδα που εξέδιδε και στην πολιτική ζωή, γιατί θέλει να βοηθήσει τον κόσμο. Ο ηγούμενος προσπαθεί να τον πείσει να μείνει, γιατί είχε προσαρμοστεί τέλεια στην ασκητική ζωή, όμως ο Τιμόθεος ήταν ανένδοτος. Του εξηγεί πως αυτό που του συμβαίνει είναι μια ορμή ψυχής τόσο δυνατή και επίμονη που δεν αμφιβάλλει ότι του την στέλνει ο Κύριος. Τελικά φεύγει αποχαιρετώντας όλους τους μοναχούς.

Τώρα που κατάλαβε τι είναι η πίστη, βλέπει ολοκάθαρα από τι υποφέρει ο κόσμος. Έχασε την πηγή της αγάπης. Όσο μακριά, όσο ψηλά κι αν τον φέρει η άμετρη φιλοδοξία του, όσες τέχνες κι αν δοκιμάσει, όποιο σύστημα ζωής κι αν εφαρμόσει, χωρίς αγάπη δεν θα βρει πια άλλο τίποτα παρά το κενό, τον φόβο και την κόλαση.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 7   +   7   =