To ανάκτορο του Μπάρι: Μια βυζαντινή νησίδα στην λομβαρδική θάλασσα

Η κάθοδος των Λομβαρδών στη Νότια Ιταλία: Η κάθοδος των Λομβαρδών στη Νότια Ιταλία και η εγκατάστασή τους στο Benevento, υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες για την ιστορία της περιοχής της Απουλίας, η οποία αποσπάστηκε από τους Βυζαντινούς που είχαν εγκατασταθεί εκεί στο τέλος του ελληνογοτθικού πολέμου (535–555 μ.Χ.). Η σταθερή παρουσία αυτού του πληθυσμού στην περιοχή του Benevento επέτρεψε την εγκαθίδρυση δεσμών με την Απουλία και την Καλαβρία αφού από εκεί εξαπλώθηκαν στην Απουλία, καταλαμβάνοντας το Brindisi το 663, τον Taranto και το Otranto το 675, και το Bari το 690.

γράφει ο Χρήστος Χατζηλίας, νηπιαγωγός και μεταπτυχιακός φοιτητής βυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διατήρησε τον έλεγχο του Salento, της Καλαβρίας και της Σικελίας, αλλά σε άλλες περιοχές οι βυζαντινοί αξιωματούχοι εκδιώχθηκαν και οι πόλεις εξέλεξαν τους δικούς τους δούκες και κυβερνήτες, με την υποστήριξη του Πάπα. Η λομβαρδική κατάκτηση φαίνεται ότι ακολουθήθηκε από σημαντική μετανάστευση στην Καμπανία και την Απουλία, με αποτέλεσμα την εισαγωγή ορισμένων λομβαρδικών νόμων , εθίμων καθώς και ενός ισχυρού λατινόφωνου στοιχείου που παρέμεινε και μετά την βυζαντινή ανακατάληψη των περιοχών αυτών. Το Δουκάτο του Benevento, θα διατηρούσε την ανεξαρτησία του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Λίγο πριν από την πτώση της Παβίας το 774, ο τελευταίος λομβαρδός βασιλιάς Δεσιδέριος είχε εγκαταστήσει τον γαμπρό του Αρέκη ως ηγεμόνα του Δουκάτου, προκειμένου να το συνδέσει στενότερα με το βασίλειο.

Στα επόμενα χρόνια, όμως, η κυριαρχία δεν περιορίστηκε στο Benevento, ο Αρέκης ίδρυσε νοτιότερα, στο Salerno, μία δεύτερη κατοικία, η οποία από το 849, με τη Divisio ducatus Beneventani, έγινε πρωτεύουσα ενός αυτόνομου δουκάτου, την ίδια περίοδο ιδρύθηκε η πόλη της Capua, έδρα ενός τοπικού λοβαρδού ηγεμόνα. Το 900 ο κόμης της Capua Ατενόλφος κατόρθωσε να επεκτείνει την εξουσία του στην περιοχή του Benevento, Ο ανιψιός του Πανδόλφος Α΄ Capodiferro ένωσε το 978 ολόκληρο το Πριγκιπάτο,έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι, η πόλη της Capua κατέστη κατά τον 10ο αιώνα, υπό τον Ατενόλφο και τον Πανδόλφο, το πολιτικό κέντρο της Langobardia minor.

Το 1058, τέλος, οι Λομβάρδοι της περιοχής υποτάχθηκαν στους Νορμανδούς και περίπου είκοσι χρόνια αργότερα το 1076 έγινε το ίδιο και στο Salerno1 .

Το 827 ο εμίρης της Τυνησίας άρχισε την κατάκτηση της Σικελίας και οι Μουσουλμάνοι σύντομα ήλεγχαν σχεδόν ολόκληρο το νησί. Από εκεί, αλλά και από την Αφρική, κάνανε επιδρομές στις ακτές της νότιας Ιταλίας, κατέλαβαν το Οτράντο το 838 καθώς και το Μπρίντιζι, τον Τάραντα και τις γύρω περιοχές. Το Μπάρι καταλήφθηκε το 848 και κατέστη σημαντικό μουσουλμανικό κέντρο, η πόλη παρέμεινε υπό μουσουλμανική κυριαρχία έως ότου ανακαταλήφθηκε το 871, με βενετική και βυζαντινή υποστήριξη, από τον αυτοκράτορα Λουδοβίκο Β’. Μετά τον θάνατο του το 875 το Μπάρι πέρασε εκ νέου στη βυζαντινή κυριαρχία.

Η αυτοκρατορία ενίσχυσε την κυριαρχία της στη νότια Ιταλία, τοποθετώντας βυζαντινούς αξιωματούχους για να αντικαταστήσουν τους τοπικούς άρχοντες και διαιρώντας την επικράτειά τους στα δύο θέματα της Λογγοβαρδίας και της Καλαβρίας, καθένα από τα οποία διοικούνταν από στρατηγό. Ο στρατηγός Γρηγόριος του Otranto μετέφερε την έδρα του στο Μπάρι το 876 κι έτσι ο στρατηγός του Μπάρι κατέστη ο ανώτατος βυζαντινός αξιωματούχος στην Ιταλία.

Διοικητικός χάρτης της Ν.Ιταλίας.

Η νότια Ιταλία συνέχισε να ταράσσεται από συγκρούσεις μεταξύ Βυζαντινών και Λομβάρδων, από επιδρομές των Σαρακηνών, όπως επίσης και την προσπάθεια των Γερμανών να διεισδύσουν και να ελέγξουν την περιοχή. Η εισβολή του Όθωνα Α΄ το 968 είχε περιορισμένη επιτυχία και η ειρήνη του 970, είχε ως αποτέλεσμα ο Όθωνας να διατηρήσει την Capua και το Benevento, ενώ η Βυζαντινή Αυτοκρατορία την Απουλία και την Καλαβρία. Μια δεύτερη απόπειρα του Όθωνα Β΄ τον οδήγησε σε ήττα από τα βυζαντινά στρατεύματα το 982.

Η ίδρυση του Κατεπανάτου του Μπάρι σηματοδότησε την ενοποίηση της στρατιωτικής και διοικητικής εξουσίας σε ολόκληρη την Απουλία και σε τμήματα στα Βασιλικάτα και στην Καμπανία, ενώ η Καλαβρία υπήχθη σε αυτό το νέο διοικητικό σχήμα.

Παράλληλα με τις διοικητικές μεταβολές, ιδιαίτερη σημασία απέκτησε η εκκλησιαστική οργάνωση, η οποία λειτούργησε ως βασικό εργαλείο πολιτικής επιρροής. Στην Απουλία, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές, διατηρήθηκε το λατινικό εκκλησιαστικό τυπικό, γεγονός που έγινε ανεκτό από τη βυζαντινή διοίκηση. Οι Βυζαντινοί δεν επιδίωξαν συστηματικά την επιβολή του ελληνικού λειτουργικού τυπικού , αλλά την εγκαθίδρυση ενός λατινικού κλήρου πιστού στην Κωνσταντινούπολη και όχι στη Ρώμη.

Η ανύψωση επισκοπών σε μητροπόλεις και αρχιεπισκοπές από τη μία ή την άλλη πλευρά δεν είχε μόνο θρησκευτική σημασία, αλλά λειτουργούσε ως μέσο ελέγχου αμφισβητούμενων περιοχών. Η ίδρυση λομβαρδικής μητρόπολης στο Benevento αποτέλεσε η απάντηση του Πάπα στην βυζαντινή κυβέρνηση στην Απουλία, ενώ οι δεύτεροι αντέδρασαν με την αναβάθμιση σημαντικών εδρών, της Απουλίας επιχειρώντας να περιορίσουν την επιρροή της Ρώμης στο εσωτερικό της επαρχίας.

Στο πλαίσιο αυτό, οι επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι αναδείχθηκαν σε καίριους πολιτικούς παράγοντες. Τα εκκλησιαστικά πρόσωπα διαχειριζόταν νομικές πράξεις, συμβόλαια και πράξεις μεταβίβασης περιουσιών, ενώ η αστική διοίκηση ήταν σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη γύρω από τον επίσκοπο. Κατά τον 11ο αιώνα, η έλευση και η σταδιακή επικράτηση των Νορμανδών όξυνε περαιτέρω τις εσωτερικές εντάσεις.

Στις μεγάλες πόλεις της Απουλίας αναπτύχθηκαν αντίπαλες παρατάξεις, φιλοβυζαντινές, φιλοπαπικες ή σταδιακά φιλονορμανδικές. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες βρέθηκαν στο επίκεντρο αυτών των συγκρούσεων, άλλοτε ως διαμεσολαβητές και άλλοτε ως ενεργοί πολιτικοί παράγοντες, συμμετέχοντας σε εξεγέρσεις, διαπραγματεύσεις και διπλωματικές αποστολές2

Τα γλυπτά του βυζαντινού ανακτόρου του Μπάρι

Στο Μπάρι κάτω από τον καθεδρικό του Άγιου Νικόλαου, ο οποίος χτίστηκε κατά τη νορμανδική περίοδο, βρισκόταν στα χρόνια της βυζαντινής κυριαρχίας το παλάτι του βυζαντινού κυβερνήτη. Ανασκαφές γύρω από την περίμετρο του Αγίου Νικολάου έχουν αποκαλύψει χώρους του πρώην παλατιού, δείχνοντας ότι επρόκειτο για ακρόπολη με δημόσια, οικιακά, θρησκευτικά και βιομηχανικά κτήρια κατασκευασμένα από τα τέλη του 9ου αιώνα έως τις αρχές του 11ου αιώνα. Είχε τα δικά της νεκροταφεία και εργαστήρια για μεταλλουργία και άλλες τέχνες. Η ακρόπολη περιείχε πέντε εκκλησίες, αφιερωμένες στην Αγία Σοφία, στον Άγιο Βασίλειο, στον Άγιο Γρηγόριο, στον Άγιο Ευστράτιο και στον Άγιο Δημήτριο.

Μεγάλο μέρος των κιονοκράνων που κοσμούσαν το παλάτι βρίσκονται σήμερα στην κρύπτη του καθεδρικού, η μία ομάδα δημιουργήθηκε τον 6ο αιώνα και σχετίζονται κυρίως με την ανατολική Μεσόγειο, μία άλλη είναι διακοσμημένα με ζεύγη του κέρατος της Αμάλθειας , κέρατα κατσίκας που ξεχειλίζουν με άνθη και καρπούς ως σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας, και είναι παρόμοια στο ύφος με το γλυπτό που βρέθηκε από την εκκλησία του Αγίου Πολυεύκτου του 6ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, ένα άλλο παράδειγμα φέρει πλέγμα καλάθου, το συγκεκριμένο μοτίβο απαντά σε βυζαντινά κιονόκρανα από τον 4ο έως τον 10ο αιώνα, αλλά ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο στην ύστερη αρχαιότητα.

Είναι πιθανό αυτά τα spolia να συλλέχθηκαν από τον βυζαντινό διοικητή του Μπάρι, τον Μεσαρδονίτη, ή από τους άλλους κυβερνήτες, από τους εμπόρους που τα διακινούσαν στην αγορά της πόλης με σκοπό να επαναχρησιμοποιηθούν στα παρεκκλήσια του παλατιού. Άλλη ομάδα βυζαντινών κιονοκράνων σμιλεύτηκαν τον 10ο ή 11ο αιώνα με διαταγή του Μεσαρδονίτη ή άλλων βυζαντινών αξιωματούχων, αλλά αντέγραψαν το ύφος αυτών του 6ου αι. για να προσαρμοσθούν ίσως στα spolia που είχαν συλλεχθεί. Ενδιαφέρον προκαλεί μία ανάγλυφη πλάκα από μία φτερωτή μορφή καθήμενη σε πτυσσόμενο κάθισμα που πιθανολογείται πως είναι η απεικόνιση της έννοιας της του Θεού Σοφίας ή Αγίας Σοφίας.3

Συνθέτοντας αυτά τα διάσπαρτα στοιχεία, είναι φανερό ότι οι βυζαντινοί αξιωματούχοι που έζησαν σε αυτό το ανακτορικό συγκρότημα το έβλεπαν ως ένα μικρό κομμάτι της Κωνσταντινούπολης, ακόμη και ως μία εκδοχή του Μεγάλου Παλατίου. Αυτό εκδηλωνόταν ακόμη και στον προσανατολισμό της πύλης προς την ανατολή, κοιτάζοντας πίσω προς την Κωνσταντινούπολη και όχι προς την πόλη του Μπάρι, διότι οι βυζαντινοί αξιωματούχοι αποστέλλονταν εκεί μόνο για σύντομες περιόδους και η πόλη θεωρούνταν πρωτίστως ένα μακρινό φυλάκιο.

Στον καθεδρικό του Αγίου Νικολάου επίσης ήρθαν στο φως spolia της ύστερης αρχαιότητας που χρησιμοποιήθηκαν από τους αρχιεπισκόπους της πόλης Βυζάντιο και Νικόλαο κατά την ανέγερση του ναού. Αυτά τα spolia εισήχθησαν από την ανατολική μεσόγειο όπως ακριβώς συνέβη και με το παλάτι. Μια κολόνα που έχει βρεθεί, φέρει κιονόκρανο του 5ου ή 6ου αιώνα με ύφος που απαντά στην περιοχή της Αδριατικής, της Ελλάδας και της Σικελίας. Επίσης οι βάσεις των κιόνων στην νότια πύλη του ναού, είναι spolia του 6ου αιώνα τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα της Κωνσταντινούπολης στην εποχή του Ιουστινιανού

Στο Μουσείο της βασιλικής του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι φυλάσσεται ένα σύνολο γλυπτών, το οποίο έχει ως κοινό χαρακτηριστικό τη στενή προσήλωση σε βυζαντινά πρότυπα. Η σπουδαιότητα του υλικού δεν έγκειται μόνο στον αριθμό αυτών, αλλά και στη μορφολογική τους συνοχή.

Ως προς τη χρονολόγηση, το μεγαλύτερο μέρος των γλυπτών αποδίδεται από τους μελετητές σε περίοδο που εκτείνεται από τα τέλη του 10ου έως τον 11ο αιώνα. Πρόκειται, δηλαδή, για τη φάση κατά την οποία το Μπάρι λειτουργεί ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της βυζαντινής παρουσίας στη νότια Ιταλία. Η τέχνη στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν εμφανίζεται ως «περιφερειακή» , αλλά ως προϊόν ενός περιβάλλοντος που έχει επαφή με τα βυζαντινά κέντρα.4

Η διάταξη κατανέμεται σε τρεις βασικές ομάδες μέσα στο σύνολο των γλυπτών. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται θωράκια όπου το διακοσμητικό θέμα συγκροτείται από γεωμετρικά μοτίβα που σχηματίζονται με πλεκτή ταινία. Πρόκειται ουσιαστικά για τη γλυπτική, όπου η ταινία πλέκεται και διασταυρώνεται δημιουργώντας κόμβους και θηλιές, και κατόπιν οργανώνει το πεδίο σε τετράγωνα, ρόμβους ή κύκλους, τα συγκεκριμένα μοτίβα απαντούν και στον Ελλαδικό χώρο (Μικρή Μητρόπολη Αθηνών, Άγιος Λουκάς Φωκίδας, Μεσσήνη).

Η δεύτερη ομάδα χαρακτηρίζεται από τη χρήση μιας πλατιάς, επίπεδης ταινίας με δύο παράλληλες εγχαράξεις στα πλάγια, που δημιουργούν την εντύπωση τριμερούς πλέγματος. Πάνω σε αυτήν δομούνται γεωμετρικά σχήματα (ρόμβοι, κύκλοι, τετράγωνα), μέσα στα οποία εντάσσονται σταυροί, ρόδακες ή φυτικά μοτίβα. Ενδεικτικά αναφέρονται συγκρίσεις ακόμη και με κιονόκρανα της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη, στοιχείο που λειτουργεί ως επιπλέον στήριγμα της χρονολόγησης . Στην τρίτη ομάδα εντάσσονται επιστύλια και εικονοστάσια ,οι άμεσες συγκρίσεις προέρχονται από την Σμύρνη, την Ρόδο, την Μεσσήνη και την Άρτα, με χρονολογήσεις κυρίως 11ου–12ου αιώνα.5

Παραδείγματα βυζαντινών γλυπτών από το ανάκτορο

Μερικά αρχαιολογικά παραδείγματα είναι τα κάτωθι ανάγλυφα που βρέθηκαν: θωράκιο με σύνθεση κύκλων και φυτικών μοτίβων.

Το θωράκιο αποτελείται από δύο μεγάλες τετράπλευρες ενότητες που ορίζονται από ταινία πλέγματος τριών στοιχείων. Κάθε ενότητα περιλαμβάνει τέσσερις κύκλους εφαπτόμενους και δεμένους μεταξύ τους και με το περιθώριο. Από τους κόμβους αναδύονται κρίνα, ενώ στον κεντρικό άξονα αναπτύσσεται στιλιζαρισμένο δενδρύλλιο που καταλήγει επίσης σε απόληξη κρίνου . Το αριστερό εξωτερικό περιθώριο φέρει έλικες ακάνθου, ενώ στο δεξιό τετράπλευρο εμφανίζονται αντικριστές παλαμέτες προσαρμοσμένες στην καμπύλη των κύκλων.

Το θωράκιο είχε αποδοθεί στον 11ο αιώνα, ωστόσο προτείνεται σχεδόν άμεση σύγκριση με άλλο στην κρύπτη του καθεδρικού του Otranto , ο οποίο χρονολογείται στον 9ο αιώνα, οι συγκρίσεις που παρατίθενται (Santa Cecilia εποχής Πασχάλη Α΄, Santa Eufemia στο Spoleto, αλλά και παραδείγματα «πέρα από τις Άλπεις») οδηγούν στην ερμηνεία ότι το τεμάχιο σχετίζεται με καλλιτεχνικά περιβάλλοντα του Βορρά, και όχι με το αυστηρά βυζαντινό πλαίσιο. (εικ.1)

Εικ.1 (Αρ. 6: θωράκιο με σύνθεση κύκλων και φυτικών μοτίβων.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Θραύσμα θωρακίου με σταυρό και ρόδακες

Το θραύσμα αυτό φέρει στο κέντρο ελληνικό σταυρό, ενώ στις άνω γωνίες υπάρχουν δύο εξάφυλλοι ρόδακες, ο ένας εγγεγραμμένος σε εξάγωνο. Ο σταυρός σχηματίζεται από πλεκτή ταινία δύο στοιχείων που δημιουργεί συμπαγές πλέγμα με καθορισμένες θηλιές και κομβία, ενώ τα άκρα ενισχύονται με πρόσθετο πλέγμα που τα διευρύνει προς τα έξω σχηματίζοντας δεύτερο σταυρό. Η χρονολόγηση τοποθετείται στο δεύτερο μισό 10ου – πρώτο μισό 11ου αιώνα. Οι συγκρίσεις με το Bomarzo και την Ravenna, αλλά και η παρατήρηση για απηχήσεις χρυσοχοΐας της εποχής των Βησιγότθων και τον Μεροβίγγειων Φράγκων , δείχνουν ότι το μοτίβο μπορεί να ανήκει σε ευρύτερο ύφος που κινείται μεταξύ βυζαντινής παράδοσης και δυτικών θεμάτων. (Εικ.2)

Εικ.2 (Αρ. 7: Θραύσμα θωρακίου με σταυρό και ρόδακες.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Πλέγματα τριπλής ταινίας και σταυροί

Η διακόσμηση οργανώνεται σε δύο πλαίσια από τριπλή πλεκτή ταινία, με σταυρό πλέγματος στο εσωτερικό, επίσης από τριπλή ταινία και με ενισχυμένα άκρα. Η σύγκριση με θραύσμα στο τύμπανο της Παναγίας στη Μονή του Αγίου Λουκά (λίγο πριν από το 950) και με πλάκα σε μουσείο της Κωνσταντινούπολης ενισχύει την ένταξη του τύπου στο μεσοβυζαντινό ύφος με χρονολόγηση στο β’ μισό 10ου έως το α’ μισό 11ου αιώνα. (εικ.3)

Εικ.3 (Αρ. 8–9: Πλέγματα τριπλής ταινίας και σταυροί.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Το άλλο ανάγλυφο παρουσιάζει σταυρό σχηματισμένο από πλεκτή ταινία και ενισχυμένα άκρα, η πλαστικότητα της απόδοσης οδηγεί σε σχετικά πρώιμη χρονολόγηση, και πάλι στο β’ μισό 10ου έως α’ μισό 11ου αιώνα.

Λατινικοί σταυροί

Εδώ είναι απεικονισμένος λατινικός σταυρός με σφαιρικές απολήξεις και εσωτερική διακόσμηση παλαιοχριστιανικής παράστασης. Η περιορισμένη διάδοση του τύπου, αλλά και η σύγκριση με κιονόκρανο της Αγίας Σοφίας στο Κίεβο, οδηγεί σε χρονολόγηση στον 11ο αιώνα. Το δεύτερο είναι επίσης λατινικός σταυρός, με κυρτά άκρα που καταλήγουν σε σταγονοειδείς έλικες η χρονολόγηση είναι γύρω στον 11ο αιώνα. (Εικ.4)

Εικ.4 (Λατινικοί σταυροί.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Φανταστικό ζώο

Εδώ συνδυάζει φανταστικό ζώο και φυτικό μοτίβο με σώμα κοντό και εύσωμο , σχηματοποιημένα άκρα, χαράξεις στα φτερά, ουρά που καταλήγει σε κεφαλή (πιθανώς ιχθύος), καθώς και πρόσωπο με κόμη αποδοσμένη με χαραγμένα τόξα, Το φυτικό μοτίβο οργανώνεται γύρω από ρόμβο και φύλλα που κατέρχονται. Εδώ έχει σημασία ότι το συγκεκριμένο γλυπτό είχε παλαιότερα αποδοθεί στον 4ο–5ο αιώνα, τελικά προτείνεται η χρονολόγηση στον 11ο αιώνα, με συγκρίσεις από Abruzzo, την Κωνσταντινούπολη και την Σόφια. (Εικ.5)

Εικ.5 (φανταστικό ζώο.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Κιονόκρανο με μονόγραμμα και ελληνικό σταυρό

Το κιονόκρανο έχει μορφή ανεστραμμένης πυραμίδας και διακόσμηση σε τρεις όψεις, στη μία ελληνικός σταυρός με διευρυμένα άκρα, στις άλλες με μονογράμματα, που αναγράφονται ως «πατρικίου» και «Λέον Ποτώ». Το τεμάχιο πιθανότατα ανήκε σε εικονοστάσιο, η σημασία του έγκειται στο ότι συνδέεται τον ο Λέοντα Πόθο που μαρτυρείται ως Κατεπάνω στο Μπάρι (περί το 1027) και σχετίζεται με πληροφορίες για ανέγερση εκκλησίας το 1032 από αυτόν, για τον αρχιεπίσκοπο Βυζάντιο. (Εικ.6)

Εικ.6 (κιονόκρανο με μονόγραμμα και ελληνικό σταυρό.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Πρόσοψη σαρκοφάγου με τόξα, σταυρούς και επιγραφή (1075)

Η πρόσοψη οργανώνεται σε τρία τμήματα με παραστάδες και δύο κίονες με κιονόκρανα ανεστραμμένης πυραμίδας που επιστεφανώνονται από τόξο. Στα τρία πεδία εμφανίζονται ελληνικοί σταυροί, ενώ τα επιμέρους τετράγωνα/κυκλικά πεδία περιέχουν μικρούς σταυρούς, ρόδακες, αστέρια, τετράλοβα άνθη και φύλλα κισσού που «αγγίζουν» τα βραχέα σκέλη του. Το τεμάχιο χρησιμοποιήθηκε ως πρόσοψη σαρκοφάγου το 1075 για τον Βασίλειο, τοποτηρητή από τη Μερσίνη της Κιλικίας, δηλαδή η πλάκα αυτή είχε ήδη κατασκευαστεί ή τουλάχιστον ήταν διαθέσιμη για επαναχρησιμοποίηση πριν από το 1075.6 (Εικ.7)

Εικ.7 (Πρόσοψη σαρκοφάγου με τόξα, σταυρούς και επιγραφή.) (M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina).

Η κρύπτη του αγίου Νικολάου χτίστηκε στον χώρο του πρώην βυζαντινού παλατιού, γεγονός με έντονο συμβολισμό. Η χρήση spolia από το παλάτι και η τοποθέτησή τους περιφερειακά του χώρου υποδηλώνει μια συνειδητή στρατηγική. Τα παλαιότερα βυζαντινά στοιχεία δεν καταστράφηκαν πλήρως, αλλά μετατοπίστηκαν στα όρια της νέας σύνθεσης, ενώ στο κέντρο δεσπόζουν τα κιονόκρανα της δεκαετίας του 1080. Τα θέματα των κιονόκρανων της κρύπτης συνιστά ένα συνεκτικό πρόγραμμα, το οποίο αντλεί από παλαιοχριστιανικά πρότυπα και δίνει μια παράσταση του παραδείσου. Φυτικά μοτίβα, κώνοι πεύκου, γρύπες, παγώνια και φανταστικά ζώα συγκροτούν μια εικονογραφική σύνθεση που παραπέμπει σε κήπο αφθονίας και σωτηρίας. (Εικ.8)

Εικ.8 (Τα κιονόκρανα 14 και 18 ,κρύπτη αγίου Νικολάου, Μπάρι)
(C. VERNON, From Byzantine to Norman Italy).

Το κιονόκρανο 9, με την άμπελο διαρθρωμένη σε σπειροειδή διάταξη, παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιότητα με το μωσαϊκό της αψίδας του San Clemente στη Ρώμη. Το μωσαϊκό του Αγίου Κλήμεντος συνδέεται με παλαιοχριστιανικά πρότυπα, όπως το βαπτιστήριο του Λατερανού, και η επιγραφή του τονίζει τη νίκη του σταυρού επί του νόμου. Η αναβίωση της παλαιοχριστιανικής παράδοσης αποτέλεσε βασικό ιδεολογικό άξονα της Γρηγοριανής Μεταρρύθμισης. (Εικ.9)

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα παγώνια και η κρήνη με τον κώνο πεύκου, που ανακαλούν το αίθριο του αγίου Πέτρου στην Ρώμη. Το κουκουνάρι ως σύμβολο νέας ζωής και τα παγώνια ως έμβλημα αθανασίας συνθέτουν μια εικόνα παραδείσου, τοποθετημένη στο κέντρο του λατρευτικού χώρου. Η έμφαση στην παλαιοχριστιανική εικονογραφία, η επιλογή αγίου του 4ου αιώνα και η επιθυμία μίμησης του αρχικού ιερού στα Μύρα αντανακλούν μια συνειδητή επιστροφή στις απαρχές του Χριστιανισμού. Η renovatio, όπως τη διατύπωσαν οι μεταρρυθμιστές, στόχευε στην αποκατάσταση της «καθαρότητας» των πρώτων αιώνων.

Το σύνολο των γλυπτών του Μουσείου του Αγίου Νικολάου στο Μπάρι επιβεβαιώνει ότι, κατά τα τέλη του 10ου και τον 11ο αιώνα, στην Απουλία διαμορφώνεται ένα περιβάλλον όπου η βυζαντινή γλυπτική εφαρμόζεται συστηματικά. Η τυπολογία των τριών ομάδων δείχνει ποικιλία , ενώ η σύγκριση με την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη δεν καθιστά την περιοχή απλώς ως ένα περιφερειακό μέρος που απλά αντιγράφει τις περιοχές της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, αλλά διαμορφώνεται ανάλογα με την αισθητική των πληθυσμών που φιλοξενεί και διαμορφωθεί κάτι νέο αλλά πάντα με ένα βυζαντινό υπόβαθρο. Τέλος θα μπορούσε να προστεθεί πως η Απουλία λειτουργεί ως ένα δίκτυο μορφών, τεχνικών και πιθανών μετακινήσεων τεχνιτών ή προτύπων.

Η κατάκτηση του Μπάρι από τους Νορμανδούς το 1071 συνιστά ένα καίριο σημείο καμπής στην ιστορία της πόλης και, ευρύτερα, της Απουλίας. Η πτώση της τελευταίας βυζαντινής κτήσης στην ιταλική χερσόνησο δεν σηματοδότησε απλώς μια αλλαγή κυριαρχίας, αλλά εγκαινίασε μια σύνθετη διαδικασία αναδιαμόρφωσης της αστικής ταυτότητας, των εκκλησιαστικών δομών και των πολιτισμικών αναφορών.

Η κατεδάφιση του βυζαντινού παλατιού και η ανέγερση “λατινικής” ουσιαστικά εκκλησίας στη θέση του συνιστούν μια σαφή δήλωση αλλαγής. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη μεταβολή, στην οποία η τοπική λομβαρδική και εμπορική κοινότητα διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, διεκδικώντας την αυτονομία και τη διεθνή προβολή της πόλης. Το εγχείρημα της μεταφοράς των λειψάνων του αγίου Νικολάου από τα Μύρα και η οικοδόμηση νέου ναού προς τιμήν του συνιστούν πράξεις με ισχυρό πολιτικό, θεολογικό και οικονομικό περιεχόμενο. Η επιλογή του αγίου ως νέου προστάτη της πόλης υπήρξε καθοριστικής σημασίας. Μέχρι τότε, ο άγιος Σαβίνος αποτελούσε τοπική λατρεία, συνδεδεμένη με την Κανόζα και περιορισμένη σε περιφερειακή εμβέλεια. Αντιθέτως, ο άγιος Νικόλαος είχε ήδη καταστεί ένας από τους πλέον διαδεδομένους αγίους της μεσαιωνικής Ευρώπης. Η λατρεία του ήταν εδραιωμένη τόσο στον βυζαντινό κόσμο όσο και στη Δύση, ενώ η φήμη του ως θαυματουργού και προστάτη των ναυτικών προσέδιδε ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια παραθαλάσσια εμπορική πόλη όπως το Μπάρι. Η μεταφορά των λειψάνων το 1087 εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ανταγωνισμού μεταξύ ιταλικών πόλεων για την απόκτηση ιερών κειμηλίων.

Η τουρκική κατάκτηση των Μύρων είχε καταστήσει το ιερό ευάλωτο, προσφέροντας στους Δυτικούς τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν τη μεταφορά των λειψάνων σε ασφαλέστερη περιοχή. Η άφιξη των λειψάνων στο Μπάρι δεν συνοδεύτηκε από άμεση ομοφωνία. Οι πηγές μαρτυρούν έντονη διαμάχη μεταξύ του αρχιεπισκόπου Ούρσου και του Ηλία, ηγουμένου του μοναστηριού του San Benedetto. Η αντιπαράθεση αφορούσε τόσο τον έλεγχο των λειψάνων όσο και την τοποθέτησή τους στον καθεδρικό ή σε νέο οικοδόμημα. Οι Νορμανδοί ηγεμόνες δεν εμφανίζονται ως άμεσοι πάτρωνες του έργου. Παρείχαν τη συγκατάθεσή τους και ενίσχυσαν την πρωτοβουλία.7

Βιβλιογραφία

Τ.Garton, EarlyRomanesqueSculptureinApulia, New York, Garland Publishing ,1984.

C. Vernon, From Byzantine to Norman Italy, London,I. B. Tauris, 2023.

Αρθρογραφία

M. Slavatore & N. Lavermicocca, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina 1980.

G.berteli et all,Sulle trace dei Longobardi in Puglia: Alcune testimoniantze 2010.

Σημειώσεις

1 G.BERTELI ET ALL,Sulle trace dei Longobardi in Puglia: Alcune testimoniantze 2010 ,343-344.

2 GARTON, Early Romanesque Sculpture in Apulia, 16-24

3 M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina 1980, 15-16 & 19 & C. VERNON, From Byzantine to Norman Italy, 2023, 14-20.

4 M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina ,1980, 29,93-96.

5 M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina 1980, 95-97.

6 M. SLAVATORE & N. LAVERMICOCCA, Sculture altomedievali e bizantine nel museo di S. Nicola di Bari. Note sulla topografia di Bari bizantina 1980, 100-105

7 C. Vernon, From Byzantine to Norman Italy, 2023,, 58-63, 75-6, 78-80

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 0   +   10   =