Γιατί το 1880 τα διαζύγια μεταξύ των Ρωμιών της πόλης ήταν 150 φορές περισσότερα από ό,τι στη Βικτοριανή Αγγλία
Χρήστος Μιχίδης – 04/10/2026 – Voria
Η Μαρία Αθανασίου είχε παντρευτεί χωρίς την ευχή του πατέρα της. Είχε διαλέξει μόνη της τον Δημήτριο Τάκο και είχε φύγει μαζί του, πιθανότατα με λίγα μόνο ρούχα και χωρίς την προίκα που θα συνόδευε έναν εγκεκριμένο από την οικογένεια γάμο. Τώρα, όμως, στεκόταν κλαίγοντας μπροστά στους δημογέροντες της Θεσσαλονίκης και τους έλεγε πως η ζωή μαζί του είχε γίνει αφόρητη.
Στην αίθουσα δεν υπήρχαν δικηγόροι, εισαγγελείς και έγκριτοι δικαστές. Απέναντί της κάθονταν έμποροι και κτηματίες, εκλεγμένοι από τους ορθόδοξους κατοίκους της πόλης, επιφορτισμένοι να διαχειρίζονται τις υποθέσεις της κοινότητας. Επικεφαλής τους ήταν ο μητροπολίτης. Σκοπός τους δεν ήταν τόσο να καταδικάσουν κάποιον όσο να συγκρατήσουν έναν γάμο που διαλυόταν ή, όταν αυτό δεν ήταν πλέον δυνατό, να ρυθμίσουν τον χωρισμό, τη διατροφή, την προίκα και την τύχη των παιδιών.
Η ιστορία της Μαρίας είναι μία από τις πραγματικές υποθέσεις που παρουσιάζει ο συγγραφέας, Δρ. Οικονομικών επιστημών του ΑΠΘ, Ευάγγελος Χεκίμογλου, στη μελέτη του «Μία κόρη προς παραλαβήν – Οικιακή αρμονία, προίκες και διαζύγια στη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα».

Εκατόν πενήντα φορές περισσότερα διαζύγια
Τα στοιχεία που παραθέτει ο Χεκίμογλου ανατρέπουν αρκετές από τις βεβαιότητες για τη θέση της γυναίκας στην οθωμανική Θεσσαλονίκη. Το 1880 εκδόθηκαν σε ολόκληρη την Αγγλία 300 διαζύγια. Την ίδια χρονιά στη ρωμαίικη κοινότητα της Θεσσαλονίκης εκδόθηκαν 30.
Ο απόλυτος αριθμός ήταν δέκα φορές μικρότερος. Η Αγγλία, όμως, είχε πληθυσμό περίπου 1.500 φορές μεγαλύτερο από εκείνον της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Έτσι, σύμφωνα με τον υπολογισμό του ερευνητή, η αντιστοιχία των διαζυγίων ανά κάτοικο ήταν στη Θεσσαλονίκη 150 φορές υψηλότερη.

Μία εξήγηση βρίσκεται στην οικονομική θέση των γυναικών. Στη Βρετανία η παντρεμένη γυναίκα απέκτησε μόλις το 1870 δικαίωμα ιδιοκτησίας στα χρήματα που κέρδιζε. Στη Θεσσαλονίκη, αντίθετα, ήδη από τον 18ο αιώνα καταγράφονται γυναίκες που κατείχαν σπίτια και καταστήματα ή δάνειζαν χρήματα με τόκο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ζούσαν σε ένα περιβάλλον ισότητας και ελευθερίας. Σημαίνει, όμως, ότι ορισμένες διέθεταν οικονομικά στηρίγματα που τους επέτρεπαν να διεκδικήσουν την έξοδο από έναν αποτυχημένο γάμο.
Η κόρη που γύρισε στον πατέρα της
Η Μαρία Αθανασίου δεν είχε αυτή την οικονομική ασφάλεια. Μπροστά στη δημογεροντία περιέγραψε τη συμβίωσή της με τον Δημήτριο Τάκο ως «αφόρητη», εξαιτίας της φτώχειας και της συμπεριφοράς του. Τα πρακτικά δεν εξηγούν τι ακριβώς έκρυβε αυτή η προσεκτική διατύπωση. Ο Τάκος παραδέχτηκε μόνο ότι ορισμένες φορές της μιλούσε αυστηρά, επειδή εκείνη εγκατέλειπε το σπίτι και περιφερόταν από εδώ και από εκεί, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενά του.
Ο ίδιος υποστήριζε πως έκανε όποια δουλειά έβρισκε και έδινε όλα τα χρήματά του για τις ανάγκες του σπιτιού. Δεν ήταν, έλεγε, ούτε μέθυσος ούτε σπάταλος. Η Μαρία επέμενε ότι δεν πρόσφερε φαγητό στο σπίτι και της φερόταν άσχημα. Χωρίς μάρτυρες και με δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις, οι δημογέροντες στράφηκαν στον πατέρα της.
Του ζήτησαν να προσλάβει τον γαμπρό του στο καπηλειό που διατηρούσε. Εκείνος αρνήθηκε οργισμένος, χαρακτηρίζοντας τον Τάκο οκνηρό και καταστροφέα του σπιτιού του. Θα δεχόταν πίσω την κόρη του μόνο αν εκείνη απομακρυνόταν από τον σύζυγό της.
Η δημογεροντία επέβαλε τελικά «επ’ αόριστον τοπικόν χωρισμόν». Το ζευγάρι δεν θα έμενε πλέον κάτω από την ίδια στέγη και ο πατέρας υποχρεώθηκε να παραλάβει τη Μαρία. Δεν ήταν ακόμη οριστικό διαζύγιο, αλλά ένα καθοριστικό βήμα προς αυτό. Ο έρωτας που είχε αρχίσει χωρίς την οικογενειακή συγκατάθεση και χωρίς προίκα τελείωνε με την κόρη να επιστρέφει στο πατρικό σπίτι.

Η Ελένη, ο Βόσνιος και η μισή κατοικία
Το 1879 η Ελένη Δημητρίου παντρεύτηκε τον Μιχαήλ Στεφάνοβιτς, έναν άνδρα από τη Βοσνία που είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη. Η προίκα της ήταν το μισό σπίτι της μητέρας της, μαζί όμως με ένα ενυπόθηκο χρέος. Στο άλλο μισό εξακολουθούσε να κατοικεί η πεθερά.
Ο Στεφάνοβιτς ήθελε να πουληθεί το σπίτι, να εξοφληθεί το χρέος και το ζευγάρι να μετακομίσει στη Βοσνία. Η Ελένη και η μητέρα της αρνήθηκαν. Η σχέση άρχισε γρήγορα να καταρρέει και ο άνδρας έκρυψε τα προσωπικά αντικείμενα της συζύγου του για να την εμποδίσει, όπως ισχυριζόταν, να εγκαταλείψει το σπίτι.
Όταν η υπόθεση επέστρεψε στη δημογεροντία, η Ελένη προχώρησε σε πολύ σοβαρότερες καταγγελίες. Ανέφερε ότι ο σύζυγός της την κακοποιούσε και ότι της είχε μεταδώσει σύφιλη χωρίς να φροντίσει για τη θεραπεία της. Οι δημογέροντες αποφάσισαν ότι έπρεπε να εκδοθεί διαζύγιο σε βάρος του, αφού πρώτα πλήρωνε τα έξοδα της θεραπείας. Μέχρι τότε επέβαλαν χωριστή διαμονή και μηνιαία διατροφή 90 γρόσια, ποσό υψηλότερο από το συνηθισμένο.
Ο Στεφάνοβιτς δεν πλήρωσε, καθώς σύντομα οδηγήθηκε στη φυλακή για άγνωστη αιτία. Έναν χρόνο αργότερα η Ελένη εμφανίστηκε ξανά, αυτή τη φορά με ένα παιδί. Η δημογεροντία όρισε επιπλέον διατροφή 50 γρόσια τον μήνα και παρενέβη στο οθωμανικό κτηματικό γραφείο για να αποτρέψει πιθανή πώληση της προικώας κατοικίας. Η προίκα δεν ήταν απλώς μια οικογενειακή παροχή. Ήταν περιουσία της γυναίκας, την οποία ο άνδρας διαχειριζόταν χωρίς να μπορεί νόμιμα να την οικειοποιηθεί.
Ο Γερμανός πιανίστας και μία γνωστή οικογένεια της πόλης
Μία ακόμη υπόθεση συνδέεται απροσδόκητα με δύο σημαντικές μορφές των γραμμάτων και των τεχνών. Το 1877 η Ελένη Ιωαννίδου παντρεύτηκε τον Γερμανό καθηγητή μουσικής Αδόλφο Γκεμπάουερ. Ο γάμος γιορτάστηκε με χορό που κράτησε μέχρι το πρωί και δύο χρόνια αργότερα γεννήθηκε η κόρη τους Μαρία.
Η εικόνα της οικογενειακής ευτυχίας δεν κράτησε. Η Ελένη προσέφυγε στη δημογεροντία κατηγορώντας τον σύζυγό της για ανάρμοστη συμπεριφορά και κακές συνήθειες, ενώ έκανε λόγο ακόμη και για απειλή κατά της ζωής της. Αρχικά ζήτησε ακύρωση του γάμου επειδή ήταν μικτός. Οι δημογέροντες απέρριψαν το αίτημα, φοβούμενοι ότι θα δημιουργούσαν προηγούμενο για όλους τους γάμους Ορθοδόξων με αλλόδοξους.

Η Ελένη επανήλθε και ζήτησε κανονικό διαζύγιο. Ο Γκεμπάουερ δεν αντέκρουσε τις κατηγορίες, εφόσον εκείνη ήταν έτοιμη να τις βεβαιώσει ενώπιον της κοινότητας. Ο γάμος λύθηκε και ο πιανίστας έφυγε αργότερα από τη Θεσσαλονίκη για να διδάξει στη Φιλιππούπολη.
Η κόρη τους Μαρία παντρεύτηκε τον φαρμακοποιό Γαβριήλ Πεντζίκη. Ανάμεσα στα τέσσερα παιδιά τους ήταν η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη και ο συγγραφέας και ζωγράφος Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Πίσω από δύο εμβληματικές προσωπικότητες της νεότερης Θεσσαλονίκης βρισκόταν, λοιπόν, η ιστορία μιας γυναίκας που στα τέλη του 19ου αιώνα τόλμησε να καταγγείλει τον σύζυγό της και να ζητήσει τη λύση του γάμου της.
Οι γυναίκες που δεν έμειναν σιωπηλές
Τα αρχεία που μελέτησε ο Χεκίμογλου δεν παρουσιάζουν μια κοινωνία σύγχρονη ή απαλλαγμένη από τις ανισότητες. Η γυναίκα παρέμενε δεμένη με την οικογένεια, την προίκα, την οικονομική δυνατότητα των συγγενών και την κρίση μιας αρχής αποτελούμενης αποκλειστικά από άνδρες. Η δημογεροντία προσπαθούσε συχνά να διατηρήσει τον γάμο, ακόμη και όταν η εμπιστοσύνη είχε χαθεί.

Ωστόσο, οι γυναίκες δεν εμφανίζονται ως σιωπηλές φιγούρες. Η Αναστασία Πολύζου από τον Χορτιάτη εξασφάλισε διαζύγιο όταν αποδείχθηκε ότι ο σύζυγός της είχε εξαφανιστεί επί επτά χρόνια, αφήνοντάς την με ανήλικα παιδιά. Η Θεοφανώ Αναστασίου, την οποία ο Κώστας Χρήστου άφησε έγκυο και κατόπιν εγκατέλειψε, έλαβε απόφαση για αποζημίωση 1.000 γρόσια. Άλλες γυναίκες διεκδίκησαν διατροφές, σπίτια, χαμένα ενοίκια και την επιστροφή της προίκας τους.
Πίσω από τα επίσημα πρακτικά διακρίνονται δάκρυα, καβγάδες, άδεια σπίτια, κρυμμένα υπάρχοντα και παιδιά που περίμεναν μια απόφαση. Διακρίνεται όμως και μια Θεσσαλονίκη πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα που συχνά έχουμε για τον 19ο αιώνα. Μια πόλη όπου ο γάμος μπορούσε να ραγίσει και μια γυναίκα μπορούσε να περάσει την πόρτα της δημογεροντίας, να πει τη δική της εκδοχή και να απαιτήσει να ξαναπάρει στα χέρια της την περιουσία και τη ζωή της.






