Πως η εξωτερική πολιτική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατά τον Θ’ αι., «συνέδραμε» στην ίδρυση της ανόδου του Τσέχικου Κράτους

του Εμμανουήλ Πλουμή, Μεταπτυχιακού Φοιτητή Θεολογίας ΕΚΠΑ

Τα εδάφη της Κεντρικής Ευρώπης (Αυστρία, Τσεχία, Ελβετία) κατοικούντο από πολύ παλιά. Ιδιαιτέρως, όμως, σημαντικός ήταν ο πολιτισμός Hallstatt (750-400/300 π. Χ.), συνδεόμενος με ποικίλα Κέλτικα φύλα. Το Κέλτικο φύλο Boi θα δώσει το όνομά του στην βορειοδυτική περιοχή της Τσεχίας, την Βοημία. Ενώ Κέλτες της Βοημίας θα είναι κι οι ιδρυτές της Βαυαρίας (Baiuwarii, άνθρωποι απ’ τη χώρα Βάια-Boihohama). Τους Κέλτες θα διαδεχθούν τα Γερμανικά φύλα (Quadi και Marcomanni), ενώ στην συνέχεια θα αναρριχηθούν στο ιστορικό προσκήνιο οι Φράγκοι, Γότθοι, Βουργουνδίου κ. α. Πίσω απ’ τα γερμανικά έπονται κι οι πρώτοι Σλαβόφωνοι πληθυσμοί. Οι αρχαιολόγοι αναζητούν την ύπαρξη των παλαιοτέρων Σλαβικών οικισμών απ’ τα τέλη του Ε΄ αι. στην Ουκρανία. Είναι βέβαιο ότι περί το 530 μ. Χ., Σλαβικοί πληθυσμοί παρουσιάζονται στα βόρεια σύνορα (limes) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και σε σύντομο διάστημα (Στ΄-Ζ΄ αι.) απλώθηκαν στην Κεντρική κι Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια.

Το πρώτο, ιστορικά αποδεδειγμένο, ανεξάρτητο κράτος των Σλάβων ήταν της Μεγάλης Μοραβίας, το ιδρυθέν υπό τον Mojmir I΄ (830-846 μ. Χ.), στην σημερινή Νοτιοανατολική Τσεχία. Το κράτος αυτό θα αναπτυχθεί υπό την λαμπρή ηγεμονία των Rastislav (846–870 μ. Χ.) και κυρίως Svatopluk (870-885 και 885-894). Το 883 μ. Χ., η Βοημία προσαρτάται απ’ τον Svatopluk, ο οποίος όμως δεν διέθετε αρκετό αριθμό στρατευμάτων για να εξουσιάζει ο ίδιος την περιοχή αυτή. Για να λύσει το ζήτημα, όρισε τον Borivoj I΄ (867-889 μ. Χ.) απ’ τον οίκο των Přemyslids, επικεφαλής της Βοημίας. Σύντομα, ο Borivoj I΄ θα ιδρύσει στο Levý Hradec, τον πρώτο χριστιανικό ναό (στη Βοημία), προς τιμήν της Παναγίας, στο σημείο όπου ετελούσαν οι ειδωλολάτρες τις ιεροτελεστίες τους. Αργότερα, ο υιός του Spytihněv θα ιδρύσει ένα κάστρο πάνω σ’ έναν λόφο, το κάστρο της Πράγας.

Η άνοδος του κράτους της Βοημίας δεν θα ήταν πιθανή, άνευ του παραδείγματος και της στηρίξεως της Μεγάλης Μοραβίας. Το αναδυόμενο Τσέχικο κράτος, με κέντρο την Πράγα, ήδη απ’ τον Ι΄ αι., ήταν άμεσα συνδεδεμένο με εκείνο της Μοραβίας. Το δε κράτος της Μεγάλης Μοραβίας φέρει την σφραγίδα των Ρωμαίων αδελφών Κωνσταντίνου Φιλοσόφου και Μεθοδίου, οι οποίοι έδρασαν στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής του Μιχαήλ Γ’ και Πατριάρχη Φωτίου.

Η Μεγάλη Μοραβία ήταν ένα ισχυρό κράτος, αποτελούμενο από διάφορους οικισμούς-οχυρά (Μικούλσιτσε, Στάρε Μέστο, Ποχάνσκο, Μπρέκλαβ κ. α.). Κέντρο κάθε οικισμού ήταν τα λιγοστά εύφορα περιφερειακά εδάφη κι οι ποταμοί. Το κράτος διοικείτο από πρίγκιπες, που συσπειρώθηκαν υπό έναν ηγεμόνα. Τα παραπάνω οχυρά ήταν διοικητικά, στρατιωτικά και εκκλησιαστικά κέντρα. Η οικονομία του πριγκιπάτου εβασίζετο κυρίως στην συλλογή φόρων και λαφυραγωγία. Ούτως, ο ηγεμόνας συντηρούσε την στρατιωτική ακολουθία του, η οποία ήταν εξοπλισμένη κι εκπαιδευμένη. Πυρήνας του Μοραβικού στρατού ήταν το θωρακισμένο ιππικό, το οποίο πλαισιωνόταν από τάγματα πεζικού. Έδρα του στρατού ήταν συγκεκριμένοι οικισμοί, ορισμένοι απ’ τον ηγεμόνα. Παρά την σημαντική πολιτισμική και κρατική ανάπτυξη του κρατιδίου αυτού διαλύθηκε, συνέπεια των ανίσχυρων διαδόχων, εκκινόντως απ’ τον Mojmir II΄ (894-906 μ. Χ.).

Η κατάρρευση της Μεγάλης Μοραβίας, το 906 μ. Χ., ήταν τμήμα της γενικότερης αποσταθεροποίησης και κατάρρευσης της οργάνωσης της Ευρώπης του Καρλομάγνου. Η μέθοδος διακυβέρνησης, κληρονομημένη απ’ την Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την παρέχουσα στον ηγεμόνα απόλυτη εξουσία επί των υπηκόων του, υποχώρησε. Πλέον, την εξουσία είχε μια αριστοκρατία (state magistrates).

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *