Ο Γιώργος Μαυρογορδάτος για το θεσμό της Βασιλείας στη Νεότερη Ελλάδα

«Ο θεσμός της Βασιλείας στην Ελλάδα, δεν ήταν ξενόφερτος, ξενόφερτη ήταν στο ξεκίνημα η δυναστεία και αυτό ήταν μοιραίο, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν Έλληνες που θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί από τους άλλους Έλληνες, ως βασιλείς. Η Βασιλεία όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ξενόφερτη» ανέφερε μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα 91,6 και 105,8 και στην εκπομπή «Πρωινές Διαδρομές στο Πρώτο» με την Μαρία Γεωργίου και τον Βασίλη Αδαμόπουλο, ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΕΚΠΑ, Γιώργος Μαυρογορδάτος.

«Αν εξαιρέσουμε την αθηναϊκή δημοκρατία και τις άλλες πόλεις-κράτη, στην κλασική αρχαιότητα που είχαν καταργήσει την κληρονομική βασιλεία, όλο το υπόλοιπο των τριών χιλιάδων ετών κυριαρχείται από τη βασιλεία. Βασιλεία στη Σπάρτη που ουδέποτε καταργήθηκε. βασιλεία στους Μακεδόνες, βασιλεία βέβαια στο Βυζάντιο και βασιλεία βέβαια και στις περιόδους κατάκτησης, όπως ήταν η Ρωμαϊκή πρώτα, οι Φράγκοι ύστερα, η Οθωμανική μετά. Άρα το να λέμε ότι η βασιλεία ως θεσμός είναι ξενόφερτη είναι μία ανοησία. Είναι σαν να πετάμε όλη την ιστορία του Ελληνισμού» συμπλήρωσε ο ίδιος.

Ο κ. Μαυρογορδάτος, ανατρέχοντας στην νεώτερη ελληνική ιστορία του 19ου αιώνα, μετά την Ελληνική Επανάσταση και σε σχέση με το κατά πόσο η μοναρχία ήταν ζήτημα επιλογής ή όχι, επισήμανε ότι η βασιλεία και λόγω των συγγενικών δεσμών που έχουν συνήθως οι εστεμμένοι στη νεότερη και στην παλαιότερη εποχή με άλλους βασιλικούς οίκους, αποτελεί ένα είδος παράλληλης διπλωματίας.

«Άλλωστε και γι’ αυτό το λόγο τη θέλαμε από το 1824. Δηλαδή είναι ανοησία αυτό που λέγεται ότι αν δεν είχε δολοφονηθεί ο Καποδίστριας, δεν θα είχαμε ποτέ βασιλεία. Η απόκτηση βασιλέα είχε δρομολογηθεί από το 1824 με διάφορους υποψηφίους και από αυτή την πρώτη κίνηση μπήκαν τα σπέρματα για τα λεγόμενα ξενικά κόμματα. Γιατί άλλον υποψήφιο ήθελαν οι γαλλόφιλοι, άλλον θέλανε οι ρωσόφιλοι, άλλο ήθελαν οι αγγλόφιλοι» εξήγησε ο καθηγητής.

Περιγράφοντας συνοπτικά την ιστορική διαδρομή που οδήγησε στο δημοψήφισμα του 1974, σημείωσε πως το πρώτο δημοψήφισμα περί βασιλείας έγινε το 1863. Εκεί αυτοί που ψήφισαν αβασίλευτο πολίτευμα ήταν 93 σε σύνολο 240.000.

«Άρα τότε η αποδοχή της βασιλείας στο πρόσωπο μάλιστα του δευτερότοκου γιου της Βικτώριας, του Αλφρέδου, ήταν σχεδόν καθολική. Από εκεί και πέρα αρχίζει μία πορεία, η οποία φτάνει στην κορύφωσή της το 1912-1913, όπου δικαιώνεται και ο Γεώργιος Α΄ ως βασιλέας και ο Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα Κωνσταντίνος Α΄, ως πρώτα διάδοχος, στρατηλάτης και μετά βασιλέας, σε σύμπραξη βέβαια με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, χάρη στον οποίο έγινε αυτό το θαύμα, διότι χωρίς τον Ελευθέριο Βενιζέλο η Ελλάδα δεν θα είχε πάρει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και τα σύνορά μας θα ήταν στην Ελασσόνα.

Αλλά χάρη στην προσαρμοστικότητα του Γεωργίου του Α΄, συνεργάστηκε με τον Βενιζέλο, οικοδομήθηκε η διπλωματική και στρατιωτική προσπάθεια που απέδωσε στους Βαλκανικούς Πολέμους. Από εκεί και πέρα ο Κωνσταντίνος Α΄, για διάφορους λόγους, που είναι αρκετά σύνθετοι από το 1915 και μετά, ακολούθησε μία πορεία καταστροφική και για τη χώρα και για τη δυναστεία και για τη Βασιλεία. Ακόμα και το φθινόπωρο του 1915 ο Βενιζέλος ήταν ανοικτός σε μία συμβιβαστική μεταβατική κατάσταση, ήταν διατεθειμένος να ανεχθεί ακόμα και βασιλικές κυβερνήσεις, μολονότι αυτός διατηρούσε την πλειοψηφία στη Βουλή.

Εκείνος που έσπασε οριστικά κάθε περίπτωση συνεννόησης ήταν ο Κωνσταντίνος Α΄, παρασυρμένος και από κάποιους συμβούλους, με πρώτο και χειρότερο τον Γούναρη. Το ίδιο το καλοκαίρι του 1916 πάλι ο Βενιζέλος ήταν διατεθειμένος να βρει μία συμβιβαστική λύση με τον Κωνσταντίνο και τους βενιζελικούς και πάλι ο Κωνσταντίνος το τορπίλισε» ανέφερε ο κ. Μαυρογορδάτος.

Μιλώντας για τον τέως βασιλιά της χώρας μας, τον εκλιπόντα Κωνσταντίνο, ο κ. Μαυρογορδάτος, με αφορμή, είπε, ένα άρθρο του κ. Σταματόπουλου «που όπως είναι γνωστό, είναι ιστορικός αφιερωμένος στη βασιλική οικογένεια και στη Βασιλεία, ο οποίος στο άρθρο του στην Καθημερινή πάλι χθες πετάει και μία σπόντα ότι ήταν (σ.σ. ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος) και απροετοίμαστος και ίσως δεν είχε και τα προσόντα». «Μπορεί κάποιος να μην έχει τα προσόντα, αλλά να έχει την ικανότητα να διακρίνει συμβούλους» πρόσθεσε ο κ. Μαυρογορδάτος.

«Ο Παύλος είχε αφιερώσει πολύ προσπάθεια στην εκπαίδευση του γιού του. Αυτή είναι η τραγική ειρωνεία. Ότι η εκπαίδευση του Κωνσταντίνου του τελευταίου δεν ήταν μόνο στις στρατιωτικές σχολές, ήταν και η εκπαίδευση στο συνταγματικό δίκαιο, τον έπαιρνε μαζί του, τον είχε μαζί του σε πολλές ακροάσεις για να μαθαίνει. Άρα ο καημένος ο Παύλος είχε κάνει ό, τι μπορούσε για να προετοιμάσει τον διάδοχό του. Ο Σταματόπουλος γράφει για έλλειψη προσόντων. Εγώ θα χρησιμοποιούσα και μία χειρότερη έκφραση, αστοχία υλικού» είπε ακόμα ο καθηγητής.

Τέλος, σε σχέση με το δημοψήφισμα του 1974 που έβαλε τέλος στον θεσμό της βασιλείας, ο κ. Μαυρογορδάτος, επισήμανε ότι είναι το πιο αδιάβλητο από όλα όσα έγιναν περί βασιλείας. «Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αντιπροσώπευε την πραγματική βούληση του ελληνικού λαού μετά την εμπειρία των Ιουλιανών, της αποστασίας και της χούντας. Όποτε έπρεπε να κλείσει το θέμα και να κλείσει οριστικά. Να προσθέσω εδώ και άλλη μια παρέκβαση, ότι εμείς με βάση το Σύνταγμα μας θέλαμε σώνει και καλά ο διάδοχος, να είναι αρσενικός. Αν είχαμε τη δικλείδα να είναι η πρωτότοκη, θα είχαμε αποκτήσει βασίλισσα τη Σοφία. Τα πράγματα θα ήταν πιθανότατα διαφορετικά με τη Σοφία βασίλισσα» επισήμανε τέλος ο καθηγητής του ΕΚΠΑ.

ΕΡΤ

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *