Ρούμελη, για δε χαίρεσαι, για δεν βαρείς παιγνίδια;

Όποιος και αν είσαι, άνοιξε
Την ιστορίαν, και ίδε
Τ’ήτον η Γραίκια μια φορά,
Και άκουσε τ’είναι τώρα.
Που το τύρρανος μου ερήμαξε
Το γένος των Ρωμαίων;”

Chrysoloras X @AlYunan00 07/05/2026

1797, δύο πράκτορες απο την Κορσική σταλμένοι απο τον Βοναπάρτη βρίσκονται στον πύργο του Τζανέτου Γρηγοράκη (Τζανέτμπεη). Έρχονται με αποστολή να βολιδοσκοπήσουν τις συνθήκες στο Μοριά, για να ξεσηκωθεί πάλι σε περίπτωση που ο Ναπολέοντας αποφάσιζε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του στην Ελλάδα, όπως τον καλούσαν πολλοί ντόπιοι παράγοντες.

Οι δύο πράκτορες – ταξιδιώτες όμως απο την Κορσική δεν ήταν ξένοι, ήταν ο Δήμος (Démétrius Stephanopoli de Comnène) και ο αδελφός του Νικολός Στεφανόπουλος, απόγονοι των Μανιατών που έναν αιώνα πριν είχαν μετεγκατασταθεί στην Κορσική, στο Cargese.

Στο Μαραθονήσι, όπως έλεγαν το Γύθειο τότε, στο πυργόσπιτο του Γρηγοράκη, βρέθηκαν μαζί με έναν Αθηναίο, έναν Μακεδόνα, τρεις Κρητικούς και έναν Ηπειρώτη. Εκεί οι Κορσικανοί Μανιάτες άκουσαν την πανελλήνια παρέα τους να τραγουδάνε έναν τοπικό θούριο ύμνο, το “Τραγούδι της Ρούμελης”, σε μορφή διαλόγου, που συγκλονίζει με την ενέργειά του.

Οι Στεφανόπουλοι θα υποσχεθούν οτι ο Βοναπάρτης θα τους βοηθήσει να φυτέψουν το δέντρο της ελευθερίας στην Πόλη, ενώ μέχρι τότε οι Έλληνες πρέπει να μείνουν ενωμένοι. Φεύγοντας αναφώνησε και αυτός, τρεις δεκαετίες πριν το 21′, το “Ελευθερία ή Θάνατος”.

“Ο ξένος της Ρούμελης: 
-Όλος ο κόσμος χαίρεται 
Όλοι βαρούν παιγνίδια 
Η Ρούμελη και τα νησιά 
Στέκουνε πικραμμένα. 
Ρούμελη, για δε χαίρεσαι, 
Για δεν βαρείς παιγνίδια; 
Η Ρούμελη του ξένου: 
-Εις την σκλαβιάν που με θωρείς, 
Στα σίδηρα του Τούρκου, 
Μπρε να μου’πης να χαιρεθώ 
Πως σε βαστά η καρδιά σου; 
Μην είσαι ξένος και έφθασες, 
Και ακόμη δεν ηξεύρεις 
Τι γίνεται στην Ρούμελη, 
Και τι περνά εις την Πόλιν; 
Μην είσαι φίλος των Γραικών, 
Και απεθυμάς να μάθης 
Το τι έχω και δεν χαίρομαι, 
Διατί είμαι λυπημένη; 
Όποιος και αν είσαι, άνοιξε 
Την ιστορίαν, και ίδε 
Τ’ήτον η Γραίκια μια φορά, 
Και άκουσε τ’είναι τώρα. 
Που το τύρρανος μου ερήμαξε 
Το γένος των Ρωμαίων; 
Που είναι η Αθήνα μου, 
Που είναι κείνη η Αθήνα, 
Που ο κόσμος εθαμάστηκε, 
Και σέβεται ακόμη; 
Εκεί επρωτοφάνηκε 
Η ελευθερία εις τον κόσμον 
Εκεί διαλάλησε ο Σόλων 
Των Αθηναίων τους νόμους, 
Εκεί έτρεχαν να φωτισθούν 
Της Ευρώπης τα έθνη, 
Και, από τα πέρατα της γής, 
Έρχουντον στην Αθήνα 
Των βασιλέων τα παιδιά 
Στερηάς και του πελάγου, 
Άλλα να ιδούν τα εργόχειρα 
Των θαυμαστών τεχνήτων 
Άλλα να σμίξουν τους σοφούς, 
Να μάθουν επιστήμαις 
Ν’ακούσουν παραδείγματα 
Από τους φιλοσόφους. 
Εκείνη η Αθήνα που αγροικάς 
Που έλαβε τόσης φήμην, 
Τώρα η σκλαβιά την έφαγε, 
Τώρα δεν είναι πλέον. 
Τώρα οι διαβάταις που περνούν, 
Οι ξένοι που διαβαίνουν 
Άλλον εκεί δεν βρίσκουνε, 
Άλλον εκεί δεν βλέπουν 
Παρά ένα έρημον χωριόν 
Κει που ήτον η Αθήνα 
Και έναν φιλάργυρον Αγάν 
Στον τόπο του Αρεοπάγου. 
Και ποιος ν’αράξη στο Μωρηά, 
Και δάκρυα να μην χύση; 
Και όποιος είχε τον ιδεί 
Στον καιρόν των Ελλήνων, 
Πρι του παρά να σκλαβωθή, 
Έπρεπεν να πιστεύση 
Τον είχαν κτίσει οι θεοί 
Δια μιαν στολήν του κόσμου, 
Και τώρα είναι άγριος και έρημος, 
Και άγρια θερία θρέφει. 
Όπου ρίξω το βλέμμα μου, 
Όπου γυρίσω, βλέπω 
Σκλαβιά, χηράδες, και αρφανά, 
Και Τούρκους ματολαύταις. 
Στην Ρούμελην κάθε πασάς, 
Στον τόπον όπου ορίζει 
Έστοντας εφταξούσιος, 
Ό,τι του ορμήση κάμνει. 
Γδύνει, αχανίζει φαμελιαίς, 
Και χόρτασιν δεν έχει, 
Όσον που να ιδή τον ραγιά 
Γυμνόν και πεινασμένον 
Και αν είν’κανένας πλούσιος, 
Μαύρη, κακή του μοίρα! 
Να χάση πλούτη και ζωήν 
Κάθε ώρα κινδυνεύει. 
Και τα καΰμένα τα νησιά 
Ανάπαυσιν δεν έχουν, 
Ποτέ δεν λείπουνε απ’εκεί 
Οι κλέπτες της θαλάσσης, 
Τούρκοι, Φράγκοι, και Βάρβαροι, 
Όλοι τα κατατρέχουν 
Και ποιος να ιδή την Έγριπον 
Να μην κακοκαρδίση; 
Την Ρόδο να μην λυπηθή, 
Την Κρήτην να μην κλάψη; 
Και τα επίλοιπα νησιά 
Να μην αναστενάξη; 
Βγαίνει και ο Καπετάν πασάς, 
Μια φορά τον χρόνον, 
Με αρμάδα στο Αρχιπέλαγο 
Τον γύρον του να κάμη, 
Τρομάρα πιάνει τα νησιά, 
Σαν μάθουνε πως φθάνει 
Με χρυσά δώρα τρέχουνε 
Να τον συναπαντήσουν. 
Έτσι και δεν τους ωργισθή 
Και δεν τους αφανίζει, 
Και ακόμη όλα δεν τα’ακουσες 
Όσα οι Ρωμαίοι παθαίνουν, 
Κάθε Τούρκος και τύρρανος, 
Κάθε Ρωμαίος και σκλάβος, 
Ο Τούρκος δέρνει τον Ρωμηόν, 
Και ποίος να του μιλήση; 
Και να σκοτώση ένα ραγιά, 
Ποιος πάει να τον καλέση; 
Να μην θαρρής τι ένας Ρωμαιός 
Από φοβέρα αφίνει 
Να κτυπήθη του βάρβαρου, 
Που τρέχει να τον δείρη! 
Ρωμηός εις τα’άρματα ποτέ 
Τούρκον δεν εφοβήθη, 
Μα πρέπει να έχη απομονή, 
Ότι αν βαρέση Τούρκον, 
Μπορεί να πάρη τα βουνά, 
Και ας πάν να τον γυρεύουν! 
Μα οι Τούρκοι που δεν σύγχωρουν 
Ρωμαίου που να βαρέση, 
Πέφτουν και κάνουν αθεσιά 
Απάνω εις τους δικούς του. 
Νάσουν ποιαίς είναι των Τουρκών 
Η κρίσες στον Λεβάντε. 
Πόλι μου , που είν’τα κάλλη σου; 
Πόλι δυστυχισμένη, 
Πόλι μου, φως που εφώτιζες 
Ανατολή και Δύσι!
Και τώρα είσαι η κατοικιά 
Βαρβαρωτάτου γένους 
Και βλέπεις την Άγιαν Σοφιά 
Στου Αγαρηνού τα χέρια 
Να κάθεται και ο Μάωμεθ 
Εις των Γραικών τον θρόνον, 
Να θρέφη τα Ρωμαιόπουλα 
Με της σκλαβιάς το γάλα. 
Ευρώπη, και τι σου έκαμα, 
Και χαίρεσαι να βλέπης 
Ένα θεριό στον θρόνον μου, 
Που δεν χορταίνει αίμα; 
Μ’ένα σημάδι του χεριού 
Χίλια κεφάλια πέφτουν! 
Και εγ’όλα ταύτα βλέπω τα, 
Και μαύρα δάκρυα χύνω 
Και που να’πω τα πάθη μου, 
Κανένανε δεν έχω. 
Κανένας δεν ευρέθηκε 
Να με παρηγορήση 
Φαρμάκι ωσάν τι επότισα 
Όλην την οικουμένην, 
Και όλοι μ’αλησμονήσανε, 
Κανείς δε με λυπάται, 
Και οι Μόσκοβες, οι φίλοι μου, 
Η μοναχή μου ελπίδα, 
Και τι καλό μου εκάμανε
Σαν ήλθαν στον Λεβάντε; 
Να μ’αφανίσουν τα νησιά, 
Και να με παραιτήσουν 
Και πάλιν με τον τύρρανον 
Να κάμουν την αγάπην. 
Νάσου σε τι ακατάστασιν 
Μ’ήφερεν η σκλαβία, 
Σκλαβία τόσο σκληρή 
Στον κόσμο δεν εφάνη, 
Και ελπίδα από καμμιά μεριά 
Να λυτρωθώ δεν έχω. 
Και συ μου λέγεις να χαρώ 
Παιγνίδια να βαρέσω, 
Που αλλού, παρά στα δάκρυα μου, 
Παρηγοριά δεν βρίσκω.”

Πηγή: Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grèce : pendant les années V et VI (1797 et 1798) – d’après deux missions, dont l’une du Gouvernement français et l’autre du général en chef Buonaparte. [Volume 2], Stephanopoli de Comnène, Dimo (1729-1802), 1799, σ.74.
ΑΝΕΜΗ

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 8   +   6   =