Μια συνέντευξη του Φώτη Κόντογλου το 1937

Σήμερα θα σάς μεταφέρουμε ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη που είχε δώσει ο Κόντογλου στον Άλκη Αγγέλογλου τον καιρό που νέος ακόμη έγραφε τα κείμενα του βιβλίου του ΦΗΜΙΣΜΕΝΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΚΑΙ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟΙ (1937). Μια συνέντευξη εξομολογητική και αποκαλυπτική και για τον ίδιο και για τη δουλειά του, γι’ αυτό και χρησίμευσε ως εισαγωγή στα γραφτά του, με τη βεβαιότητα ότι θα βοηθήσει τον αναγνώστη να γνωρίσει το έργο αλλά και τον δημιουργό του.

Σελίδα Facebook Fotis Kontoglou Original – Φώτη Κόντογλου Αρχείο
ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ, 29/09 και 13/10/2026

Γράφει ο Άλκης Αγγέλογλου:

“…Σα δρασκέλισα πια την πόρτα συγκινημένος, βρέθηκα σε ένα θέαμα μοναδικό, που απόμεινε σταμπαρισμένο μέσα στο νου μου ζωηρό και ανεξίτηλο. Δεξιά μου και ζερβά μου και γύρω στους τοίχους, χιλιάδες αγριάνθρωποι, φοβεροί και ακατανόητοι, χειρονομούσαν και μιλούσαν μια γλώσσα που ήταν αδύνατον να εννοήσω. Πράγματα και θάματα. Ο Κόντογλου μού έδειξε μια καρέκλα κα πήγα και ζάρωσα εκεί έντρομος και φοβισμένος. Ένα τάγμα από αγίους με βυζαντινές μορφές, καμωμένες από το χέρι του Κόντογλου, με κοίταζαν από κει αμίλητοι και στοχαστικοί. Ένοιωθα μια ζωηρή, μια πρωτοδοκίμαστην αίσθηση. Μείναμε έτσι ώσπου να συνηθίσω στο θέαμα, να συνέλθω. Ο ίδιος ο Κόντογλου ζουγράφιζε εκεί στο βάθος και μου μιλούσε μαζί. Κουβέντιαζε ζωηρά, συνέχεια για χίλια δυο πράγματα. Μού φάνηκε από την πρώτη στιγμή απλός, εξαιρετικά απλός, χωρίς επιτηδεύσεις και χωρίς καμώματα. Ένας άνθρωπος της καρδιάς, φουριόζος, έντονος.

Είπε:

-Αυτά που βλέπεις και ζουγραφίζω εδώ, είναι η μακέτα για το Δημαρχείο. Είναι οι 12 ιωνικές πόλεις που πάνε στην Αθήνα, τη μητρόπολη, τα δώρα τους. Ως τα σήμερα καταπιανόμουν με βυζαντινά θέματα και τώρα πολεμώ να συλλάβω αρχαία, ελληνικά σύμβολα. Ας είναι…

-Τη χαρήκαμε, λέω, πάρα πολύ αυτή την εκλογή να διαλέξουν σάς γι΄αυτή τη δουλειά. Ο κ. Μυριβήλης και ο κ. Βενέζης, που μέ στέλνουν σπίτι σας με τις ευχές τους και τις ευλογίες τους, μού μιλούσαν γι’ αυτά σα νάτανε δική τους η χαρά.

– Ας είναι καλά ο κόσμος, λέει ο Κόντογλου. Και γω τους αγαπώ. Ξέρεις εμένα κανένας δεν με λογάριασε ως τώρα. Έγινα αγιογράφος. Καταλαβαίνεις; Ζούσα σε ένα υπόγειο. Αλλά είμαι από την πάστα των ανθρώπων που δεν παρακαλεί και δεν τσακίζεται. Θα μπορούσα να γράψω παιδί μου, και να δώσω πολλά και σπουδαία πράγματα, αν δεν ήταν αυτή η σκληρόκαρδη βιοπάλη που ξεραίνει τον τεχνίτη. Ευτυχώς που πήρα μια γυναίκα ίδια σαν κι εμένα που με καταλαβαίνει και που μου στάθηκε η ηθικώτερη ενίσχυση σ’ ότι έδωσα ως τώρα.

-Γιατί, λεω εγώ, όσοι καταλαβαίνουν σάς εχτιμούν και σάς αγαπούν. Κι εγώ ο ίδιος έχω διαβάσει μ’ αγάπη το έργο σας.

Σωπαίνουμε. Ο Κόντογλου ζουγραφίζει. Γυρίζει και μου λέει:

– Βλέπω με μεγάλη χαρά και παραξενεύομαι μάλιστα πώς τόσοι πολλοί άνθρωποι, προ πάντων νέοι, (που πάντα οι νέοι σαν νέοι που είναι, θα θέλανε φανταχτερά πράγματα, θεωρίες κλπ) να μ΄αγαπούν και νάρχονται να με δουν ενώ μεταχειρίστηκα τα πιο απλά μέσα για να κάνω τέχνη. Και τα πράγματα για τα οποία μιλώ δεν είναι ούτε προβλήματα κοινωνικά ούτε φιλοσοφίες, παρά από πού φυσάει ο Βοριάς και τέτοια.

Μικρή παύση. Κατόπι

-Λοιπόν το να κερδίσεις τους ανθρώπους με τόσο ταπεινά πράματα είναι παράξενο και με χαροποιεί. Ό,τι έκανα τόκανα στο όνομα της απλότητας. Είανι λοιπόν πιο ωραίο πράμα απ’ τη νίκη της απλότητας; Όταν μιλά κανείς για τους σημερινούς ανθρώπους, όπως και να το κάνει, λίγο πολύ θα συγκινήσει τους άλλους, αλλά όταν μιλά για παλιού ουρανού χαλάσματα, για τον Πέντρο ντι Κάντια και για τους Σπανιόλους που πήγανε μια φορά κι έναν καιρό να βρούνε το Περού, ποιον να συγκινήσεις με αυτά τα παραμύθια; Και όμως μπόρεσα κι έκανα τους άλλους να ενδιαφερθούν πιο πολύ για δαύτους παρά για τα προβλήματα και για τους μοντέρνους. Κα να πεις ότι τα θέματά μου είναι παμπάλαια μα η Τέχνη είναι μοντέρνα! Εκείνη δα είναι που είναι του παλιού καιρού.

Ο Κόντογλου σωπαίνει.

Εδώ αντίκρυ μου, πάνω από την πόρτα είναι μια τοιχογραφία καμωμένη από τον ίδιο, όπως κι όλα αυτά που είναι ένα γύρω. Είναι ολάκαιρη η οικογένεια. Απ’ τη μια μεριά ο Κόντογλου, στη μέση η Δεσπούλα, η κόρη του, κι από την άλλη η γυναίκα του η Μαρία Κόντογλου. Πιάνω και διαβάζω από κάτω:

“Τούτη η τοιχογραφία ιστορήθη από το Φώτη Κόντογλου απ’ τ’ Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Γίνηκε με το παλιό σύστημα που δουλεύανε οι μαστόροι στα μέρη της Ανατολής πλην σήμερα περιφρονημένο επειδή οι τωρινοί ανθρώποι χάσανε τη γέψη της απλής Τέχνης”.

Δεξιά είναι οι “Ολλαντέζοι στο Κάστρο Μπούκα Ρούα απάνου στο νησί Τσάλτα στον Μέγα Ωκεανό”. Αριστερά είναι “Ο φτυχισμένος Κονέκ-Κονέκ ο βασιλιάς της Ισπροβάνας συλλογίζεται το τι είναι ο άνθρωπος”

Απομένουμε κάμποση ώρα αμίλητοι. Σηκώνουμε σιγά και πλησιάζω τον Κόντογλου, που ζουγραφίζει τις κοπέλες που πάνε τα δώρα τους. Ξαφνικά γυρίζει κι αρχινά ζωηρά και γρήγορα κατά το συνήθιο του.

– Θαρρώ, λέει, πως ο άνθρωπος και στη μούρη ακόμη, αλλάζει αναλόγως την ψυχή του και την δουλειά που κάνει. Δηλαδή και η μύτη του και τ’ αυτιά του και το σαγόνι του πλάθουνται σύμφωνα με τις ιδέες του και τα αισθήματά του. Οι πιο πολλοί άνθρωποι έχουν ξεραθεί από την πολλή αξιοπρέπεια γιατί κάνουν αξιοπρεπή επαγγέλματα. Γι’ αυτό βλέπουμε έναν τσομπάνο με τις φουστανέλλες νάναι ίδιος ο Δίας, επειδή κάνει μια δουλειά αρχαία δηλαδή φυλάγει πρόβατα, ενώ ο γιός του που κατέβηκε στην πρωτεύουσα και κάνει άλλο επάγγελμα, προ πάντων κανένα μοντέρνο επάγγελμα, δε μοιάζει καθόλου με τον πατέρα του, πέφτουνε τα μαλλιά του, αλλάζει η μύτη του, τα μάτια του, τ’ αυτιά του, κάθε γωνιά δυνατή κι εκφραστική στρογγυλεύει, σαν να πάρθηκε με τη ράσπα, η φάτσα του γίνεται συνηθισμένη χωρίς τίποτα ξεχωριστό.

Ο Κόντογλου έχει πάρει μια χαριτωμένη φόρα και μιλά με κέφι και με μιαν απίστευτη ζωηράδα. Κι εγώ χαίρουμαι που τον ακούω. Χαίρουμαι.

– Και σε αυτό, συνεχίζει, φταίει η ζωή που κάνει. Πολλοί θέλουν να κάνουν τέχνη. Βρε φουκαρά, αφού έχεις υποθερμία, θέλεις να ζεστάνεις άλλον! Αξιοπρέπεια και πάλι αξιοπρέπεια. Ο μεγάλος εχτρός τους είναι η απλότητα, τη μισούν σαν τον διάβολο. Κι όμως ευτυχία χωρίς απλότητα δεν γίνεται. Και η τέχνη είναι ευτυχία. “Τέχνη εστί τέρψις” λέγανε οι αρχαίοι. Ενώ οι πιο πολλοί από εμάς είμαστε στριμμένοι, κακοί, μόλις ξημερώνει η μέρα αρχίζουν τα πάθια να μάς βασανίζουν. Η ζούλια και ο φθόνος μάς τρώει, μέσα στο ακουαφόρτε κολυμπάμε. Πολλές φορές περπατώ μέσα στο βουνό και συλλογίζουμαι κι απορώ, πώς διάβολο ζούνε οι άνθρωποι με την κακία, ενώ είναι εύκολο πράγμα ναναι καλοί κι ευτυχισμένοι;

“Είστε απ’ τ’ Αϊβαλί κ. Κόντογλου, ε;

Ναι, γεννήθηκα στ’ Αϊβαλί, σ’ ένα περίεργο βουνό, μια χερσόνησο που ήτανε άν αντάμ μπού μπαντάμ χτήμα μας.

*********************************************************************

Ο Κόντογλου τελείωσε τη δουλειά της μακέτας (σημ. την μακέττα για το Δημαρχείο με τις 12 ιωνικές πόλεις που πάνε στην Αθήνα, την μητρόπολη, τα δώρα τους). Την απιθώνει σε δύο καρέκλες και την προσέχουμε. Είναι μια ολοζώντανη δουλειά κι οι κοπέλλες “πλαστικές” και ελληνικώτατες και τα χρώματα γλυκά και πρωτότυπα. Προσέχω την Σάμο, που είναι μια όμορφη κοπέλλα, απ’ αυτές που σώζονται ακόμα κάτω στο νησί και που κρατά στα χέρια της μια κούπα μουσκάτο. Δε χορταίνω να την βλέπω και να την χαίρουμαι.

– Οι πιο πολλοί, μού λέει, απ’ όσους κάνουν Τέχνη, είναι άνθρωποι συνηθισμένοι, της σειράς. Πρέπει νάχεις ύφος και χωρίς να γράψεις, ώστε αν λάχει να γράψεις, να γίνεις συγγραφέας. Μα θέλει και ρώτημα πως για να κάνεις τέχνη, πρέπει νάχεις κατιτίς ιδιαίτερο ως άνθρωπος; Σε κάθε μέρος που πάω, θα βρω ένα δυό πρωτότυπους ανθρώπους. Αυτοί μπορούν να κάνουν τέχνη. Ας είναι αγράμματοι. Ανάμεσα σε τόσους πρωτότυπους που ξέρω, ξέρω κι έναν παπά που είναι πολύ μεγάλο πράμα. Λένε πως εγώ έχω ύφος. Εκεί να ιδείς ύφος. Εκεί να ιδείς “θαύμα θαυμάτων” όπως λέει κι ο ίδιος. Με τέτοιους κάνω παρέα. Μπορεί να μιλά για τα πιο συνηθισμένα πράματα. Τι ζωντάνια είναι, τι πάθος, τι μανία ποιητική! Εμείς βιαζόμαστε στην κουβέντα μας να πούμε το κάθε τι που μάς συμβαίνει στη ζωή, με δυο λόγια ξερά, χωρίς ουσία, σαν αγκαριά. Σα να γράφουμε τηλεγράφημα. Όλοι φορούνε κορσέ. Άλλοι στο μυαλό τους κι άλλοι στη μέση τους. Αυτός για να σου πει πως πήγε στην Κοκκινιά κι είδε τα μαγαζιά, τους ανθρώπους κ.τ.λ., πως αλλη φορά μπήκε στο βαπόρι και πήγε στη Θεσσαλονίκη και τέτοια, δίνει τέτοια σημασία σε αυτά τα συνηθισμένα, τέτοιες χάρες έχει το στόμα του, που απορείς πού βρίσκεται τόση ποίηση, τόσο κέφι για τη ζωή. Κι οι χειρονομίες του, η ματιά του που αλλάζει κάθε τόσο, τα μουστάκια του, όλα, όλα βοηθάνε. Αυτός είναι απ’ τη Μαύρη Θάλασσα, από κείνες τις ράτσες που έχουνε βαθύ ύφος και φλόγα. Τα αρχαία ελληνικά ανακατωμένα με τούρκικα και με καινούργια ελληνικά, κάνουν φράσεις που η πρωτοτυπία τους είναι καταπληχτική. Άκου λόγια του παπά: “Άλλοι μεν ονομάζουν τους άρχοντες μακάριους δια τον πλούτον και τα φήμας όπου τους δίνουν καθημερινώς, τα οποία είναι ενύπνια. Αμή εγώ μακαρίζω την φιλανθρωπίαν”. Μια μέρα ήθελε να μού μιλήσει πώς γνώρισε έναν μεγαλόσωμο Αϊβαλιώτη που ξέπεσε στο χωριό που είναι παπάς. Μου λέει: “Βλέπω άνθρωπον γίγαντα, ως εκεί απάνω ήτο, αντρειωμένος ήτο, ώμοι τέτοιοι , κεφαλή ζωηρή. Τον ερωτώ από πού είναι (στου Φωτάκου το καφενείο ήτο), μού λέγει από την Σύρον. Εγώ δεν επίστευσα, είπα Σύρος νησί είναι. Τέτοιος άνθρωπος από νησί δεν γίνεται, από μεγάλη στεριά είναι”. Άλλη μια φορά, που λες, έβλεπε τον καιρό που ήτανε λιακάδα και μου είπε: “Πώς μ’ αρέσει αυτός ο καιρός, είναι σαν τον καλόν τον άνθρωπο.” Είμαι περήφανος γιατί τους έχω φίλους. Με διαβάζουν άνθρωποι καπετανέοι στα βαπόρια που δενπιασανε ποτές άλλο βιβλίο, μάγεροι, εργάτες, μηχανικοί, άνθρωποι που αδιαφορούσαν ολότελα για τα βιβλία και τα είχανε για τους δασκάλους.

Απάνω σ’ αυτά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει αθόρυβα ένας καλόγηρος. Είχα την εντύπωση πως κατέβηκε σιωπηλός απ’ τους τοίχους, από καμμιάν εικόνα βυζαντινή και πήρε άξαφνα σάρκα και οστά, εκεί μέσα στο σπίτι.

Ο Κόντογλου τον δέχτηκε με χαρά, με ανυπόκριτη χαρά, που προδίνει πόση αληθινή φιλία και πόσο αίσθημα τους δένει. Μου τον συστήνει. Είναι ο πατήρ Ισίδωρος Καυσοκαλυβίτης, καλόγηρος της ιεράς σκήτης Καυσοκαλυβίων, που είναι ριζωμένη εκεί στ’ ακρωτήρι του γέρο – Άθωνα. Τότες ο Κόντογλου πιάνει και μου διηγιέται τον καιρό που ήτανε εκεί στ’ Άγιον Όρος. Είχε αφήσει γένια και μουστάκα και ψαρεύανε στ’ άγρια κύματα της θάλασσας του Άθωνα, κι έπειτα σαν έπεφτε το βράδυ, ψέλνανε στην αγρυπνία. Όλοι τον αγαπούσαν εκεί κι αυτός τους αγαπούσε και προ πάντων ο υποτακτικός του πατέρα Ισίδωρου, που ήτανε ένας θαλασσοδαρμένος φουΐστρος στα βαπόρια, 70 χρονών και που του έχει αφιερώσε ένα ολάκαιρο κομμάτι μέσα στη Βασάντα. Το θυμάται και ο πάτερ Ισίδωρος και κουνάει το κεφάλι καλόβολα.

– Η ερημιά. λέει ο Κόντογλου, δε είναι τόσο μεγάλη δυστυχία όσο νομίζουνε οι άνθρωποι. Μάλιστα είναι καλή. Ο άνθρωπος βλέπει και καταλαβαίνει πράγματα που δεν τάβλεπε πριν. Ύστερα για μένα η θρησκεία είναι αληθινή ποίηση.

Ο πατήρ Ισίδωρος ξετυλίγει μέσα από μια εφημερίδα μιαν εικόνα με σκαλισμένο ξύλο και την δίνει μ’ εμπιστοσύνη στα χέρια του Κόντογλου. Τόνε βλέπω που κρέμεται από το στόμα του. Είναι ο Απόστολος Παύλος, που μιλάει στους Αθηναίους για τον καινούργιο θεό της Αγάπης και της Συγγνώμης.

Ο Κόντογλου την προσέχει καλά κι ύστερα λέει:

-Σού ξέφυγε λίγο ο ώμος. Ύστερα τα δάχτυλα να τα κρατάς λίγο, να μη τα λεπταίνεις τόσο. Αυτή η κορνίζα δεν είναι για τους ανθρώπους που καταλαβαίνουν. Ας είναι. Είναι μια λεπτοδουλειά πολύ καλή.

Αμέσως κατόπι πάει και φέρνει ένα κιβώτιο και βάζεται να ψάχνει.

-Θέλω να βρω ένα γράμμα που μού έστειλες κάποτε, λέει στον πάτερ Ισίδωρο.

Κείνος γελά αγαπημένα.

– Νάτο, λέει ο Κόντογλου κι αρχίζει να διαβάζει.

“Εν Ιερά Σκήτη των Καυσοκαλυβίων τη 27 Μαρτίου 1928.

Αγαπητέ μου Φώτη,

Τα πάντα σβύνουν και χάνονται, μέσα σ’ ένα αχανές διαλύονται και τίποτε πλέον. Η δόξα τσαλαπατιέται, ο πλούτος κατρακυλά, η νεότης ζαρώνει σ’ ένα παραγώνι και μετανοεί δια τα περασμένα της έργα. Μόνον η φιλία μένει γραμμένη και ριζωμένη και στον άλλον κόσμο σμίγει και ανταμώνεται και αγιάζει. Έτσι και μεις, με την αγνή αγάπη, θα μένουμε αχώριστοι κι εδώ κι εκεί και εις τους αιώνες των αιώνων. Εύχομαι ό,τι καλόν και Χριστός Ανέστη εις την σύζυγόν σας και την κόρην σας ομοίως.Εις την σκήτην όλοι σε αγαπούν και θέλουν να σε ιδούν, διότι είσαι Καυσοκαλυβίτης. Ο γέρο-καπετάνιος ζει και βασιλεύει σαν γλάρος στα θαλασσινά νερά. Κι όλο για σένα λεει. Πρόσφερε τα δέοντα στον Κύριον Ιούλιο Ιταλιάνο και λοιπούς και λοιπούς. Όταν έρθεις με το καλό φέρε μου δύο-τρεις πάστες κινέζικης μελάνης, απ’ αυτήν που είχες μαζί σου.

Σε εύχομαι ο αδελφός σου

Ισίδωρος μοναχός Καυσοκαλυβίτης”

***********************************************************************

Ο Κόντογλου σωπαίνει. Η έντονη φυσιογνωμία του είναι απλωμένη μέσα στο σπίτι με τις παράξενες ζουγραφιές κυριαρχική κι απόλυτη. Γω δεν μιλώ, μήτε ο καλός πατήρ Ισίδωρος. Μέσα στη σιωπή τ’ ακούω που όλα μιλούν μια μυστική φωνή. Οι ζουγραφιές, οι Ολαντέζοι με τα μεγάλα καπέλλα και τις μακριές σπάθες που σέρνονται στη γης κι αυτός ο βασιλιάς Κονέκ – Κονέκ, που είναι συλλογισμένος, αφάνταστα συλλογισμένος. Απομένω να βλέπω μια καλλιτεχνική φωτογραφία που είναι κει πάνω στο μεσιανό τραπέζι. Είναι μια μικρή κοπέλλα με μεγάλα μάτια, που ακινητούν σιωπηλά και γλυκά. Με κοιτάζουν από κει με παιδική καλωσύνη και ηρεμία. Είναι η κόρη του Κόντογλου η Δεσπούλα.

Ο Κόντογλους είναι καθισμένος σταυροπόδι πάνω στο ντιβάνι κατά το ανατολιτικό συνήθιο. Δίπλα του είναι ένας ναργιλές, όμως τούτες τις μέρες, λέει ο Κόντογλους, τού σώθηκε το τουμπεκί και δεν φρόντισε να πάρει. Είναι, μας λέει, σε όλα Ανατολίτης και μόνο υπομονή δεν έχει.

– Λοιπόν, να μας πείτε κάτι κύριε Κόντογλου πάνω στο “πώς δουλεύετε”.

– Στο κάθε τι που γραφω είτε ζωγραφίζω απάνω στο χαρτί, στο πανί και στο ξύλο βάζω ένα σταυρό πάντα. Κατόπι γράφω με μεγάλη ευκολία, αλλά τ’ αλλάζω όλα ώσπου να βρω το καλύτερο. Αν δεν βρω το καλύτερο δεν ησυχάζω. Μια φράση μπορώ να τη γρλαψω με είκοσι τρόπους. Κατόπι τις παίρνω χωριστά τις φράσεις αυτές και τις δένω τη μια με την άλλη, κι αλλάζω πάλι τη θέση τους αυτή ίσαμε να βρω το καλύτερο… Πολλές φορές τυχαίνει μια φράση που ήταν στην αρχή να πάει στο τέλος και μια που ήταν στο τέλος να πάει στην αρχή. Συχνά, μισή φράση κολλάει με μια άλλη μισή που δεν είχε καμία σχέση όταν τις πρωτόγραφα και το κάνω όχι για να κάνω το γράψιμό μου παράξενο (εξ άλλου αυτό θα φαινότανε, αλλά μόνο και μόνο γιατί το θέλει ο νόμος της Τέχνης.

Η δύναμη από ένα γράψιμο δε βγαίνει από τα εσωτερικά του χαρίσματα, αλλά από κάτι μυστηριώδη και άπιαστα πράγματα που δεν αναλύονται. Ο τεχνίτης που έχει ευκολία στην τέχνη του (δεξιοτεχνία), αν δεν την σιχαθεί αυτήν την ευκολία και δεν την πολεμήσει, δε θα γίνει αληθινός τεχνίτης ποτέ. Γι’ αυτό ο δεξιοτέχνης, ο βιρτουόζος, δεν μπορεί νάναι βαθύς τεχνίτης. Από τη μέρα που θα το καταλάβει αυτό μπορεί να χάνει τον κόσμο, τους ανθρώπους, αλλά θα αρχίσει να βρίσκει τον αληθινό εαυτό του. Η τέχνη θέλει δουλειά πολλή. Υπομονή κι όχι ελαφρότητα “και ζητώ την χαράν πότε δω, πότε κει”.

Έφυγα απ’ το σπίτι φχαριστημένος, γεμάτος εντυπώσεις. Σα βρέθηκα μέσα στους άφκιαχτους δρόμους της εξοχικής συνοικίας, ανάμεσα στα δέντρα, γύρισα κι αγνάντεψα το σεμνό σπίτι του που φαίνονταν έτσι λιτό, όπως εστάθηκε κι ολόκαιρη η ζωή του Κόντογλου, που είναι ένας άνθρωπος που απόφυγε να δημιουργήσει φασαρία γύρω στ’ όνομά του. Ο πνευματικός άνθρωπος, μου είχε πει ο ίδιος, είναι ένας μύστης.

Εδώ τελειώνει η συνέντευξη που έδωσε ο Κοντογλου στον Άλκη Αγγέλογλου.

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 7   +   2   =