Oι εκκλησίες της Μικράς Ασίας (Α’ ΜΕΡΟΣ)

του Χρήστου Χατζηλία,

H Βασιλική του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.
Στη θέση όπου τάφηκε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρείται στις βυζαντινές πηγές ότι ανέβλυζε ιερά σκόνη από την αναπνοή του κοιμισμένου Αποστόλου. ‘Μαρτύριο’ (μικρός λατρευτικός ναός) πάνω από τον τάφο του υπήρχε ήδη από τα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου. Το ‘μαρτύριο’ αυτό ήταν ερειπωμένο ήδη τον 6ο αιώνα και ο Ιουστινιανός έχτισε μεγαλύτερο ναό στη θέση του. Η σημασία της βασιλικής του Ευαγγελιστή Ιωάννη φαίνεται από τα γεγονός ότι ο ναός αυτός αποτέλεσε το πρότυπο για τον αυτοκρατορικό ναό των Αγίων Αποστόλων στη Βασιλεύουσα. Ως αυτοκρατορικό μνημείο αναφέρεται ότι είχε πλήθος ιερών κειμηλίων, σεβάσμια προσκυνήματα για προσκυνητές από ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπως το χιτώνα του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ή την πορφυρή μαρμάρινη πλάκα όπου, σύμφωνα με την παράδοση, εσμυρνίσθη το σώμα του Χριστού. Η πρόσβαση στον ναό γινόταν από ένα μνημειακό πρόπυλο στα νότια με τρεις αψίδες, που στηρίζονταν σε τέσσερις κίονες. Ο νάρθηκας ενωνόταν με τον κυρίως ναό με πέντε θύρες και πέντε διαδρόμους που στεγάζονταν είτε με τρούλους είτε με επικλινή στέγη.

Το συνολικό μήκος της βασιλικής, περιλαμβανομένου και του αιθρίου, ήταν 130 μέτρα. Το κεντρικό κλίτος στεγαζόταν με έξι ογκώδεις τρούλους, από τους οποίους ο κεντρικός – πάνω από τον τάφο του Ευαγγελιστή Ιωάννη- ήταν ο μεγαλύτερος. Οι τρούλοι στηρίζονταν σε πεσσούς κατασκευασμένους από μάρμαρο και πλίνθους, κάποιοι από τους όποιους έχουν αναστηλωθεί. Ανάμεσα στους πεσσούς υπήρχαν κίονες που στήριζαν τον άνω όροφο του ναού. Σε αυτούς τους κίονες σώζονται χαραγμένα τα μονογράμματα του Ιουστινιανού και της συζύγου του Θεοδώρας, ικανή απόδειξη για την αυτοκρατορική χρηματοδότηση της κατασκευής.

Στο κεντρικό κλίτος, μπροστά από το ιερό βήμα σώζονται θραύσματα του μαρμάρινου άμβωνα, όπως και του κιβωρίου. Σε αυτή τη θέση ανασκαφτήκαν τρεις τάφοι, από τους οποίους ο ένας θεωρείται ότι είναι ο τάφος του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι κίονες και ο γλυπτός διάκοσμος του ιερού βήματος ανήκουν σε ανακατασκευή που έγινε κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο (10ος- 12ος αιώνας).

Εφαπτόμενο με το βόρειο τοίχο της βασιλικής βρίσκεται το σκευοφυλάκιο, το οποίο μετατράπηκε τον 10ο ή 11ο αιώνα σε παρεκκλήσι, ίσως ταφικό. Οι τοιχογραφίες της αψίδας σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση, κυρίως οι μορφές του Χριστού, του Ιωάννη και ενός αταύτιστου αγίου. Δυτικά του σκευοφυλακίου/ παρεκκλησίου βρίσκεται το βαπτιστήριο. Χτίστηκε μαζί με την προϊουστινιάνεια βασιλική και ανακατασκευάστηκε επί Ιουστινιανού. Σε αυτή τη φάση ανήκει και η νέα κολυμβήθρα, η οποία ήταν αρχικά ρωμαϊκή σαρκοφάγος, και ξαναλαξεύτηκε για την καινούργια χριστιανική της χρήση. Στην αψίδα του βαπτιστηρίου σώζεται η μαρμάρινη Αγία Τράπεζα, χρονολογημένη στον 12ο αιώνα. Το μνημειακό αίθριο, διαστάσεων 34 επί 47 μέτρα, στηρίζεται σε θολωτές κατασκευές, απαραίτητες λόγω του επικλινούς εδάφους. Στις τρεις πλευρές του αίθριου υπήρχαν τρεις θολωτές στοές, που πρόσφεραν στους προσκυνητές θέα προς την πόλη της Εφέσου και το λιμάνι. Από τις στοές αυτές σώζονται κάποιοι από τους κίονες που έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα.

Ο πλούσιος εικονογραφικός διάκοσμος της βασιλικής του Ευαγγελιστή Ιωάννη, ενός μνημείου αυτοκρατορικού, μάς είναι γνωστός κυρίως από τις γραπτές πηγές και όχι από τα ελάχιστα ευρήματα των ανασκαφών (κυρίως σπαράγματα τοιχογραφιών και ψηφίδες).

Γύρω από τη βασιλική αναπτύχθηκε ο βυζαντινός οικισμός, ο οποίος μάλιστα πήρε και το όνομα ‘Θεολόγος’, από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη.

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΝΙΚΑΙΑΣ
Η Αγία Σοφία είναι ο τύπος της βασιλικής, γνωστός στήν Μικρά Ασία από τόν 5ο αιώνα. Η διακόσμηση πού εκάλυπτε τό εσωτερικό του ναού ήταν ίσης σπουδαιότητας μέ τήν αρχιτεκτονική του. Υψηλοί κίονες από πορφύρα, λευκό καί πρασινωπό διάστικτο μάρμαρο επίσης στην εκκλησία αυτή πραγματοποιήθηκαν η 1η και 7η Οικουμενικές Σύνοδοι.Το 1065 κατεστράφη από σεισμό και ξαναχτίστηκε 1.40 μ. ψηλότερα, το 1331 κατεστράφη από τον Ορχάν και το 1402 από τον Ταμερλάνο. Οι διάφορες οικοδομικές φάσεις του κτηρίου που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης της Νίκαιας είναι αποτυπωμένες στις αλλεπάλληλες επισκευές που διακρίνονται στους εναπομείναντες τοίχους. Πρόκειται για μια τρίκλιτη επιμήκη βασιλική με σημερινές διαστάσεις 30×22 μ. περίπου· στις διαστάσεις όμως της αρχικής (πιθανότατα παλαιοχριστιανικής) βασιλικής πρέπει να συνυπολογίσουμε και το νάρθηκα, με τον οποίο το μήκος του ναού θα έφτανε στα 37 μ. περίπου.

Έχει κεντρικό κλίτος με μια μεγάλη αψίδα και πλευρικά κλίτη που καταλήγουν μετά τη μεσοβυζαντινή μετασκευή σε μικρά διαμερίσματα που στεγάζονται με τρούλο χωρίς ανατολικές αψίδες. Ο νάρθηκας που υπήρχε αρχικά στη δυτική πλευρά είχε βάθος περίπου 6,50 μ. και άνοιγε απευθείας στην οδό, καθώς, εξαιτίας της θέσης του ναού επάνω στη διασταύρωση, δεν υπήρχε αίθριο στη δυτική πλευρά του νάρθηκα.

Η σημερινή εμφάνιση του κτηρίου είναι το αποτέλεσμα πολλαπλών φάσεων επιδιορθώσεων και ανακατασκευών που έχουν ερμηνευτεί με ποικίλους τρόπους. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι το αρχικό κτήριο κτίστηκε στο χαμηλότερο επίπεδο κοντά στη θεμελίωση με κανονικούς μαρμάρινους δόμους (οι οποίοι φαίνονται ακόμη καλά σε διάφορα σημεία του κτηρίου) και στα ψηλότερα σημεία με πλίνθους. Αυτή η πρώτη φάση αποδίδεται στον 5ο ή 6ο αιώνα. Είναι πιθανό να πρόκειται για τον ίδιο ναό που αναφέρεται σε σχέση με τον σεισμό του 740, που λέγεται ότι μόνο μία εκκλησία σε όλη την πόλη άφησε όρθια. H εκκλησία αυτή δεν κατονομάζεται αλλά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζουμε, δεν επιβίωσε κανένας άλλος πρωτοβυζαντινός ναός στη μέση και ύστερη βυζαντινή περίοδο.

Η παλαιοχριστιανική εκκλησία χωριζόταν σε τρία κλίτη με δύο κιονοστοιχίες με μαρμάρινους κίονες, που θα προέρχονταν από το πλούσιο υλικό που παρείχαν τα αρχαιότερα ρωμαϊκά κτίρια της πόλης. Το κεντρικό φαρδύ κλίτος κατέληγε στο ανατολικό του άκρο σε μια μεγάλη ημικυκλική και εξωτερικά τρίπλευρη αψίδα με σύνθρονοπου σηκωνόταν σε μεγάλο ύψος , αντίθετα τα δύο πλευρικά φαίνεται ότι κατέληγαν σε τοίχους και όχι σε μικρότερες αψίδες , Από την πρώτη φάση αυτή μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμη τα ανοίγματα των κατώτερων παραθύρων στους δύο πλευρικούς τοίχους, βόρειο και νότιο, τα οποία ήδη από τη μέση βυζαντινή εποχή έχουν φραχθεί και εν μέρει καταχωθεί. Τέλος, ένα παρεκκλήσι που γνωρίζουμε ανασκαφικά στη νότια πλευρά του ναού, και σε επαφή με το νότιο τοίχο, πρέπει να το χρονολογήσουμε και αυτό στην πρώτη οικοδομική περίοδο του ναού.

Υποστηρίζει ότι η παλαιοχριστιανική βασιλική χτίστηκε στη θέση κάποιου αρχαίου ιερού. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι στους τοίχους της ενσωματώνει μεγάλη ποσότητα αρχαιότερου υλικού, καλά κατεργασμένους μεγάλους λιθόπλινθους και επιπλέον από το ότι καταλαμβάνει περίοπτη θέση στον αστικό ιστό, μια θέση που κέρδισε σίγουρα εις βάρος κάποιου άλλου προγενέστερου σημαντικού κτηρίου.

ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ.
Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Νίκαια της Βιθυνίας ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς με τρούλο, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό αποτελεί μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στην ιουστινιάνεια βασιλική με τρούλο και στους χαρακτηριστικούς βυζαντινούς τύπους του σταυροειδούς εγγεγραμμένου και του οκταγωνικού ναού. Αποτελεί, επομένως, βασικό σταθμό στη γενική εξέλιξη της βυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής, η οποία, προσπαθώντας να εκφράσει με λειτουργικό τρόπο τις αλλαγές στην αντίληψη για τον λατρευτικό χώρο και για τον τρόπο που πρέπει να τελείται η λατρεία, αρχίζει αρκετά νωρίς να εγκαταλείπει τον τύπο του επιμήκους λατρευτικού κτηρίου (βασιλικής), που είχε επικρατήσει σε όλη τη Μεσόγειο κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ως ο κυρίαρχος τύπος του βασικού λατρευτικού κτηρίου.

Στο λατρευτικό τυπικό της Ανατολής οι μακρές και επιμήκεις πομπές των ιερέων, που απαιτούσαν επίσης επιμήκη λατρευτικά κτήρια, αντικαταστάθηκαν σχετικά γρήγορα από πομπές κυκλικές, από «περιφορές», που απαιτούσαν διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς τύπους ναών. Η αλλαγή αυτή συμβάδιζε με ανάλογες αλλαγές στην οργάνωση των θεολογικών προτάσεων, που καθόριζαν πώς πρέπει να διαρθρώνεται το λατρευτικό κτήριο. Έτσι, στο Βυζάντιο ήδη από τον 6ο αιώνα ο μακρόστενος τύπος εκκλησίας, μολονότι δεν εξαφανίζεται εντελώς, υποχωρεί σημαντικά, και κερδίζει έδαφος το «περίκεντρο» λατρευτικό κτήριο, δηλαδή αυτό που στην ουσία απλώνεται γύρω από έναν τετράγωνο κεντρικό πυρήνα, ο οποίος στεγάζεται με τρούλο. Για να το πούμε με μια φράση: ο κεντρικός, καλυμμένος με τρούλο, χώρος γίνεται η αιτία ύπαρξης όλου του κτηρίου. Οι ιδεολογικές ζυμώσεις της εποχής της Εικονομαχίας (726-843) όχι μόνο συμβάδισαν με αυτούς τους προβληματισμούς, αλλά και τεκμηρίωσαν θεωρητικά τις σχετικές εξελίξεις.

Περιγραφή του ναού και βασικά χαρακτηριστικά του τύπου.
α) Τέσσερις ισχυροί πεσσοί κυριαρχούν και αγγίζουν τις γωνίες ενός κεντρικού τετράγωνου πυρήνα.
β) Από τις πλευρές του κεντρικού αυτού τετραγώνου προεκτείνονται τέσσερις μικροί παραλληλόγραμμοι χώροι με το ίδιο περίπου βάθος μεταξύ τους, οι οποίοι, μαζί με το κεντρικό τετράγωνο, σχηματίζουν σταυρό.
γ) Τέσσερις μικρότεροι πεσσοί, δύο από κάθε πλευρά, δημιουργούν δύο τοξοστοιχίες που οδηγούν σε δύο πλάγια διαμερίσματα (πλάγια κλίτη). Δύο ακόμη διαμερίσματα, στις δύο άλλες πλευρές του κεντρικού τετραγώνου, χρησιμεύουν ως νάρθηκας και ιερό βήμα αντίστοιχα.
δ) Τα τέσσερα διαμερίσματα στεγάζονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Τα τρία από αυτά (τα δύο πλάγια κλίτη και ο νάρθηκας) φέρουν υπερώα (δεύτερος όροφος), τα οποία στεγάζονται επίσης με ημικυλινδρικές καμάρες. Πάνω από τον κεντρικό τετράγωνο πυρήνα υψώνεται, με τη βοήθεια σφαιρικών τριγώνων («λοφίων»), ένα τύμπανο με λίγα μόνο παράθυρα, το οποίο φέρει τον τρούλο.
ε) Τέσσερα μικρότερα διαμερίσματα ολοκληρώνουν το συνολικό κτήριο στις γωνίες του: δύο δεξιά και αριστερά του νάρθηκα, και δύο δεξιά και αριστερά του ιερού βήματος (παραβήματα). Τα διαμερίσματα αυτά εγγράφονται πλήρως στη συνολική τετράγωνη κάτοψη του ναού (ένα από αυτά, το διακονικό, στεγάστηκε κατά το 19ο αιώνα με πρισματικό τρουλίσκο, ο οποίος δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο). Στον κάτω όροφο, όλοι οι χώροι έχουν άμεση πρόσβαση στους γειτονικούς τους μέσω μικρότερων ή μεγαλύτερων ανοιγμάτων.
στ) Τόσο το ιερό βήμα όσο και τα παραβήματα απολήγουν σε ημικυκλικές εσωτερικά (ημιεξαγωνικές εξωτερικά)αψίδες.
ζ) Τα δύο πλάγια κλίτη, καθώς και τα τρία υπερώα, επικοινωνούν μέσω τοξοστοιχιών με τον κεντρικό πυρήνα του κτηρίου και μόνο ο νάρθηκας απομονώνεται με τοίχο που φέρει μία πόρτα. Λόγω αυτού ακριβώς του χαρακτηριστικού, το οποίο δημιουργεί την εντύπωση ότι ο κεντρικός πυρήνας του κτηρίου, τόσο στο ισόγειο όσο και στον όροφο, περιβάλλεται από στοές, ο όρος «ναός με περίστωο» χρησιμοποιείται καμιά φορά αντί του όρου «σταυροειδής με τρούλο».

ΑΓΙΟΣ ΚΛΥΜΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ
Αυτή η ορθόδοξη εκκλησία φέρει την επωνυμία του Αγίου Κλήμη επισκόπου της Άγκυρας που μαρτύρησε επί εποχής του ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Αυτή διέθετετ αρχιτεκτονικό ρυθμό της βυζαντινής ναοδομίας “εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο ”, μια τυπική αρχιτεκτονική της βυζαντινής αυτοκρατορίας.Η ημερομηνία της ανέγερσης της εκκλησίας αποτελεί σημείο τριβής για τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους που την τοποθετούν ανάμεσα στον 5ο και τον 9ο αι.μ.Χ.. Η εκκλησία ανοικοδομήθηκε τον 9ο αι. σε θέση όπου προυπήρχε τόπος χριστιανικής λατρείας.Όπως αναφέρει η ίδια ο Άγιος Κλήμης βρίσκεται στους πρόποδες του λόφου με το κάστρο και θεωρείται ότι ανηγέρθηκε στον τόπο που αποκαλείται ‘cryptus’, όπου ο Άγιος Κλήμης μαρτύρησε επί Διοκλητιανού (284-305) και ετάφη μαζί μ΄έναν από τους διακόνους του. Σήμερα, όπως δείχνουν και η φωτογραφίες που δημοσίευσαν οι Τούρκοι, σώζεται ένας από τους τρούλους της εκκλησίας ενώ τα τοιχία που ακόμα στέκονται όρθια έχουν, πάντα σύμφωνα με τις τουρκικές πληροφορίες, ύψος 4-4,5 μέτρα. Σε κάποιο μέρος των βορεινών τοιχίων διαγράφεται η θέση ενός μεγάλου παραθύρου ενώ σώζονται κάποια μάρμαρα από την άλλοτε επίστρωση των δαπέδων του ναού.

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι image-25.png

ΑΓΙΟΣ ΑΒΕΡΚΙΟΣ
Η εκκλησία του Αγίου Aβερκίου δίπλα στα νερά του μαρμαρά χρονολογείται στην εποχή των Κομνηνών, δηλαδή στον 11ο ή 12ο αιώνα.Η εκκλησία ανεγέρθηκε στα λείψανα μιας παλαιότερης εκκλησίας, η οποία ήταν πιθανώς μια μικρή βασιλική του 5ου ή 6ου αιώνα.Πρόσφατες ανασκαφές αποκάλυψαν ερείπια της παλαιότερης εκκλησίας στη βόρεια πλευρά του παρόντος κτιρίου.

Όλα τα κύρια αρχιτεκτονικά στοιχεία της Κομνήνιας εκκλησίας δείχνουν εκείνη την ημερομηνία: την άρθρωση της δυτικής πρόσοψης, του τυμπάνου, του αγκάθιου και των αψίδων, του οποίου ο ένας προεξέχει περισσότερο από τους πλευρικούς. Υπάρχουν επίσης λίγες αποδείξεις σχετικά με τη χρονολόγηση αυτής της εκκλησίας. Η εκκλησία του Αγίου Αβερκίου είναι εύστοχα ταυτισμένη με το μοναστήρι της Θεοτόκου του Ήλιου Μπούμι ή του Ελέγμιου. Είναι γνωστό ότι ένα μοναστήρι με την αφοσίωση αυτή αναδιοργανώθηκε από τον Νικηφόρο Μυστικό , Υπό τον Μανουήλ Κομνηνό. Ο Νικηφόρος παρείχε επίσης το μοναστήρι με ένα τυπικό, που χρονολογείται στο 1162 και διατηρείται στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με αρ. 265.5 Επίσης, μια κατεστραμμένη μαρμάρινη πλάκα, η οποία φέρει επιτάφιο, βρέθηκε κάτω από την καμάρα και χρονολογήθηκε το 1196. Ενώ στην πρόθεση βρέθηκαν δύο ανέπαφα τζάμια, που χρονολογούνται στην ύστερη εποχή των Κομνηνών

MΑΥΡΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Η Μαύρη Εκκλησία όπως αναφερεται είναι μια εκκλησία στην Ελενούπολη (Çiftlikköy Yalova) δίπλα στην θάλασσα του μαρμαρά. Εκτιμάται ότι ο ναός χρησιμοποιήθηκε ως λουτρό τον 6ο αιώνα και ως εκκλησία του 8ου και 9ου αιώνα. Στα νότια του ανατολικού και δυτικού κλάδου του σταυρού, υπάρχουν γωνιακοί θάλαμοι. Ο ανατολικός θάλαμος έχει τρεις πόρτες στα ανατολικά, το ανατολικό τμήμα του σταυρού και το ναό. Η αίθουσα στα δυτικά έχει πόρτες που ανοίγουν προς τη δυτική και τη δυτική πλευρά του σταυρού, αλλά τώρα τα ερείπια της εκκλησίας έχουν καταστραφεί σε μεγάλες αναλογίες.

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα Μύρα της Λυκίας
Μετά το θάνατό του ο τάφος του στα Μύρα απετέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα προσκυνήματα έως το 1087 και την κλοπή του σκηνώματος του από Ιταλούς εμπόρους από το Bari. Στα Μύρα χτίστηκε μεγαλοπρεπής ναός προς τιμήν του αγίου Νικολάου. Πρόκειται για μια εκκλησία υψίστης αρχιτεκτονικής και θρησκευτικής σημασίας. Είναι βασιλική μετά τρούλου, της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, και κτίστηκε το 520 μ.Χ. πάνω στα ερείπια παλαιότερου πρωτοχριστιανικού ναού, στον οποίο λειτουργούσε ο Άγιος Νικόλαος ως επίσκοπος Μύρων, τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Θεωρείται από τους ειδικούς το τρίτο σε σπουδαιότητα βυζαντινό κτίσμα της Ανατολίας. Η σημασία της οφείλεται κυρίως στις αξιόλογες τοιχογραφίες, που απεικονίζουν μεταξύ άλλων και τον κύκλο του θαυματουργού βίου του Αγίου Νικολάου. Είναι το πρώτο και μοναδικό δείγμα του είδους στην Μικρά Ασία και κρίνεται σημαντικότατο για την εξέλιξη της βυζαντινής τοιχογραφίας. Από τον 6ο έως τον 11ο αιώνα μ.Χ. η μνήμη του Αγίου Νικολάου –προστάτη των απλών και αδύναμων ανθρώπων– τιμήθηκε εξαιρετικά από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και ο περιβάλλων χώρος της, χαρακτηρίστηκαν ως αρχαιολογικό μνημείο υψίστης σημασίας από το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού και συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο των αρχαιολογικών χώρων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

, , , , ,

1 thought on “Oι εκκλησίες της Μικράς Ασίας (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.