Ο μέγας στόλος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού – Α’ Μέρος

του Aυγουστίνου Κομπαγιάσι, ιστορικού

Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΕΠΙ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΤΕΛΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΤΟΝ 12Ο ΑΙΩΝΑ

Μετά την καταστροφική ήττα στο Ματζικέρτ το 1071, η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρέθηκε στη δυσχερή θέση να παλεύει για την επιβίωσή της. Η καρδιά της αυτοκρατορίας, η Μικρά Ασία, που τροφοδοτούσε την αυτοκρατορία με φορολογικά έσοδα και άνδρες για τον στρατό της, ήταν υπό τουρκική κατοχή. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, οι νομάδες της κεντρικής Ασίας, ήταν σε κίνηση αλλά δεν σκόπευαν την πλήρη εξαφάνιση της αυτοκρατορίας ακόμη. Δεν ήταν ούτε ενωμένοι, ειδικά μετά τον θάνατο του χαρισματικού ηγέτη τους, Αλπ Αρσλάν, στη μάχη. Αντί για μια ενωμένη αυτοκρατορία υπό τον έλεγχό του, εμφανίστηκαν πολλά τουρκικά εμιράτα. Εκμεταλλευόμενοι την πολιτική παράλυση στην Κωνσταντινούπολη, περισσότεροι Τούρκοι μετακινήθηκαν στα υψίπεδα της Ανατολίας και καταπάτησαν τα βυζαντινά εδάφη.

Μέσα σε δέκα χρόνια από το Ματζικέρτ, οι Τούρκοι στέκονταν ήδη στις ακτές του Αιγαίου και του Βόσπορου. Η πολιτική αναταραχή που μάστιζε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία επιτέλους έληξε όταν η ισχυρή οικογένεια των Κομνηνών πήρε την εξουσία το 1081. Το πρώτο μέλημα του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού ήταν η απόκρουση όλων των τριγύρω εχθρών και να ανακτήσουν τις χαμένες περιοχές, ειδικά τις οικονομικά ζωτικές περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου είχαν εγκατασταθεί.

Αντιμετώπιζε μία τριπλή τουλάχιστον απειλή: οι Νορμανδοί στην Ιταλία ήθελαν να περάσουν την Αδριατική: οι Πετσενέγκες και άλλοι εχθροί της αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια μαίνονταν τα σύνορα του Δούναβη: και οι Σελτζούκοι στη Μικρά Ασία δεν πρόκειται να σαλέψουν από τη θέση του. Ο Αλέξιος πέτυχε τελικά τους στόχους του, νικώντας τον έναν μετά τον άλλον από τους εχθρούς του. Η Δύση, ωστόσο, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του για σταυροφορία ξεκινώντας την Α’ Σταυροφορία. Αν και η ιδέα της Σταυροφορίας ήταν πολύ μακριά από αυτό που είχε ο Αλέξιος στο μυαλό του, επέτρεψε στους ιππότες της Δύσης να απωθήσουν τους Τούρκους και να ανακτήσει και άλλες περιοχές στην Ανατολή, μετατρέποντας έτσι αυτό που θα μπορούσε να αποτελέσει μια μεγάλη απειλή για την αυτοκρατορία του σε έναν διπλωματικό θρίαμβο.

Επίσης κατασκεύασε νέο στόλο και το βυζαντινό ναυτικό έγινε ξανά αξιοσέβαστο και ισχυρό. Συνέφερε αποφασιστικά στην ανάκτηση των παράκτιων περιοχών της Ανατολίας, που ήλεγχαν τις θαλάσσιες οδούς προς τις ακτές της Κιλικίας και της Λεβάντας. Ο Αλέξιος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις Σταυροφορίες ως ένα ακόμη πιόνι στην σκακιέρα, επειδή βασίζονταν αποκλειστικά στον στόλο του (και στον μηχανισμό εφοδιασμού του). Ωστόσο, ο στόλος δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να καλύψει όλα τα μέτωπα. Στη Δύση, ο Αλέξιος αποδέχτηκε πρόθυμα τη βοήθεια της Βενετίας, που κρατούσε τους Νορμανδούς υπό έλεγχο.

Ο διάδοχός του, Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1118-43), επίσης διατήρησε το ναυτικό για να αντιμετωπίσει τα εχθρικά λατινικά πριγκηπάτα της Έδεσσας και της Αντιοχείας (παράγωγα της Α’ Σταυροφορίας) και να διασφαλίσει τις θαλάσσιες επικοινωνίες. Ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (1143-80), εγγονός του Αλεξίου, ένας αυτοκράτορας που ήταν γνωστός για τα φιλοδυτικά αισθήματά του, κληρονόμησε αυτό το ναυτικό (είναι αυτός που παντρεύτηκε την πανέμορφη Μαρία της Αντιοχείας). Κατά τη βασιλεία του, ο βυζαντινός στόλος ήταν εντυπωσιακός, ο μεγαλύτερος μεταξύ των δυνάμεων της εποχής, ικανός να διατρανώσει την ισχύ της σεβάσμιας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Μικρογραφία χειρογράφου του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού και της αυτοκράτειρας Μαρίας της Αντιοχείας (Βιβλιοθήκη του Βατικανού, Ρώμη)


Ο Μεγάλος Στόλος του Μανουήλ

Ο Μανουήλ κληρονόμησε, ωστόσο, και τα προβλήματα που σχετίζονταν με την άμυνα και την ασφάλεια της αυτοκρατορίας. Αν και ήταν χρήσιμη στις προσπάθειες εκδίωξης των Σελτζούκων Τούρκων από τη Μικρά Ασία, η Σταυροφορία είχε φέρει τους άστατους Φράγκους και Νορμανδούς δίπλα στα ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Ήταν πολύ λίγο φιλικοί και η επεκτατική διάθεσή τους δεν γνώριζε όρια. Το 1144, ο Μανουήλ έπρεπε να δαμάσει τον Ραϋμόνδο του Πουατιέ, τον Πρίγκιπα της Αντιόχειας. Σύμφωνα με τον χρονικογράφο της εποχής, Ιωάννη Κίνναμο, το ναυτικό είχε αναλάβει έναν κρίσιμο ρόλο, δίνοντας την υπεροχή στους Βυζαντινούς. Ο Κίνναμο δεν ήταν ιστορικός, ειδικός στα ναυτικά θέματα, και επομένως, δεν κατέγραψε επιπλέον λεπτομέρειες, αλλά γνωρίζουμε ότι οι Βυζαντινοί απέκοψαν τη θαλάσσια επικοινωνία του Ραϋμόνδου με την Ευρώπη. Έτσι, ο Ραϋμόνδος, απομονωμένος καθώς ήταν, αδυνατούσε να γυρέψει βοήθεια, και αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει.

Η Μάχη για την Κέρκυρα

Αν και οι Βυζαντινοί είχαν ξεκάθαρα την υπεροχή στη θάλασσα, οι ναυτικές απειλές από τη Δύση ολόενα αυξάνονταν. Η Σταυροφορία τους έδωσε την ευκαιρία και την εμπειρία, παράλληλα με τη δικαιολογία, να πλεύσουν ανατολικά και να πολεμήσουν σε ξηρά και θάλασσα. Η πειρατεία ήταν σε άνοδο. Κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1140, τα δυτικά πλοία ήταν σε θέσε να εξαπολύουν επιδρομές ακόμη και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Πλέον παρεμπόδιζαν τη ζωτική σημασίας, για την αυτοκρατορία, θαλάσσια οδό από την Αδριατική στο Αιγαίο και από κει στον Βόσπορο.

Την άνοιξη του 1147, ο Ρογήρος Β΄, ηγεμόνας της νορμανδικής Σικελίας, έκανε μια τολμηρή κίνηση: επιτέθηκε και κατέλαβε την ανυπεράσπιστη Κέρκυρα, και στη συνέχεια έστειλε τον στόλο του γύρω από την Ελλάδα και λεηλάτησε την Κόρινθο, την Εύβοια και τη Θήβα, το μεγάλο κέντρο παραγωγής μεταξιού. Ενώ η κίνησή του αυτή δεν σήμαινε μια ολομέτωπη επίθεση, προκάλεσε τη βίαιη αντίδραση του Μανουήλ. Συνθηκολόγησε ακόμη και με τους Σελτζούκους Τούρκους του Ικόνιου, ενώ η Β΄ Σταυροφορία ήταν σε εξέλιξη, ερχόμενος σε αντιπαράθεση με τους δυτικούς συμμάχους του. Η ενετική βοήθεια επίσης διασφαλίστηκε μέσω της επέκτασης εμπορικών προνομίων, ήδη παραχωρημέων από τον Αλέξιο, συμπεριλαμβάνοντας τις αγορές της Κρήτης και της Κύπρου.

Ο Μανουήλ έκτισε έναν τεράστιο στόλο. Οι χρονικογράφοι, Ιωάννης Κίνναμος και Νικήτας Χωνιάτης, μιλούν για περισσότερα από χίλια πολεμικά πλοία και μεταγωγικά πλοία, που μετέφεραν δεκάδες χιλιάδες στρατιωτών, χωρί να προσμετρώνται οι Βενετοί σύμμαχοι. Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι τέτοιοι αριθμοί είναι υπερβολικοί: αλλά ακόμη και έτσι, ο πιθανός αριθμός τους είναι αρκετές εκατοντάδες. Επρόκειτο για ένα εκστρατευτικό σώμα, του οποίου το μέγεθος, κανένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπορούσε να κινητοποιήσει και να οργανώσει. Είχε ως σκοπό να εντυπωσιάσει τους βάρβαρους της Δύσης επιδεικνύοντας το μέγεθος και την ικανότητα της βυζαντινής πολεμικής μηχανής, αλλά την ίδια στιγμή προκάλεσε δριμεία κριτική εκ των έσω.

Αυτό το γιγαντιαίο εκστρατευτικό σώμα τέθηκε σε κίνηση την άνοιξη του 1148. Η επιχείρηση ήταν περίπλοκη, το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς, και από την αρχή δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο, συναντώντας προβλήματα που σχετίζονταν με την απειρία μέρους των Βυζαντινών ναυτικών διοικητών (αφού τα πλοία μπορούν να κατασκευαστούν σχετικά γρήγορα, όμως η δημιουργία έμπειρων διοικητών ήταν ένα άλλο ζήτημα). Στα αρχικά στάδια της επίθεσης, ο γενικός διοικητής, ο Μέγας Δούξ, σκοτώθηκε και ο Μέγας Δομέστικος έπρεπε να αναλάβει τη διοίκηση. Φιλονικίες ξέσπασαν ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Βενετούς, καθυστερώντας την όλη επιχείρηση.

Το κύριο καθήκον του βυζαντινού ναυτικού ήταν η απόβαση στρατευμάτων για την πολιορκία του κάστρου της Κέρκυρας. Δεν υπήρχε ισχυρή αντίσταση στη θάλασσα από τον εχθρό, αλλά το κάστρο μπρούσε να πολιορκηθεί μόνο από την ακτή. Έτσι μερικά πλοία λειτούργησαν ως πολιορκητικές μηχανές. Κάποια άλλα ήταν εφοδιασμένα με υγρό πυρ αν και δεν πρέπει να το χρησιμοποίησαν ποτέ κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, το ολιγάριθμο ναυτικό των Νορμανδών της Σικελίας, βγήκε εύκολα από τη μέση από τη συμμαχική αρμάδα Βυζαντινών και Βενετών.

Για τον Ρογήρο, η επίθεση στην Κέρκυρα αποσκοπούσε στην επίδειξη της πολεμικής ετοιμότητας του βασιλείου του και όχι στη διεξαγωγή ενός ολομέτωπου πολέμου. Έχοντας μόλις προάγει τον εαυτό του από Κόμη σε Βασιλιά της Σικελίας , προσπαθούσε ακόμη να συγκροτήσει το βασίλειό του στη Σικελία και τη νότια Ιταλία. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, από την πλευρά του, ήθελε να δώσει ένα μάθημα σε αυτόν τον σφετεριστή μεταχειρίζοντάς τον ως επαναστάτη ή πειρατή και δείχνοντάς του τι μπορούσε να κάνει μια πραγματική αυτοκρατορία.

Δυστυχώς για τον Ρογήρο, από τη στιγμή που η επιθετική εξωτερική πολιτική του είχε προκαλέσει ακόμη σοβαρότερες διενέξεις με τους Άραβες της Βόρειας Αφρικής, έπρεπε να επικεντρωθεί σε αυτό το ζήτημα. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη βυζαντινή αντεπίθεση, της οποίας το μέγεθος ξεπερνούσε κάθε προσδοκία, μπορούσε να διαθέσει μόλις 40 πλοία προς ενίσχυση των δυνάμεών του στην Κέρκυρα. Αυτό ο στόλος ήταν πολύ μικρός για να πετύχει οτιδήποτε, οπότε τον έστειλε εναντίον της Κωνσταντινούπολης ελπίζοντας στη δημιουργία αντιπερισπασμού. Αν και η επιδρομή προκάλεσε κάποια αναταραχή στη βυζαντινή πρωτεύουσα, λίγο μπόρεσε να εκτρέψει την προσοχή των βυζαντινών επιχειρήσεων στην Κέρκυρα. Εκεί, οι δυνάμεις του Μανουήλ ήταν δυσκίνητες αλλά, στο τέλος, η αριθμητική υπεροχή τους ανάγκασε τους Νορμανδούς της Σικελίας να παραδοθούν το θέρος του 1149.

Ο Μανουήλ τότε αποφάσισε να προχωρήσει σε γενικό πόλεμο, εισβάλλοντας από κοινού στη νότια Ιταλία και τη Σικελία, συνεπικουρούμενος από τον Κονράδο Γ΄, τον αυτοκράτορα των Γερμανών, για να αποτελειώσει μια και καλή την απειλή των Νορμανδών (που αποτελούσαν μάστιγα για την αυτοκρατορία από το 1071). Ωστόσο, κείνη τη στιγμή, η διπλωματία του Ρογήρου απέδωσε, καθώς η Ουγγαρία και η Σερβία ξεκίνησαν εκ νέου τις επιθέσεις τους ενάντια στην αυτοκρατορία, αναγκάζοντας τον Μανουήλ και τον Κονράδο να εγκαταλείψουν τον πόλεμο στην Ιταλία. Ο στόλος, επίσης, απαιτήθηκε να σταλθεί επειγόντως στα παραδουνάβια σύνορα.

Ο Ρογήρος Β΄ πέθανε το 1154. Η επόμενη φάση του πολέμου ξεκίνησε τον επόμενο χρόνο. Χωρίς την ικανή ηγεσία του και με τις εξεγέρσεις εναντίον των Νορμανδών να εξαπλώνονται, αρχικά έχασαν εδάφη στην Ιταλία, αλλά ο διάδοχός του, Γουλιέλμος Α΄, αποδείχθηκε ικανός στρατηγός, απωθώντας τους Βυζαντινούς στη θάλασσα. Έτσι, ο πόλεμος δεν απέδωσε οφέλη για τους Βυζαντινούς αλλά, τουλάχιστον, εξάντλησε τους Νορμανδούς που έκαναν σύμφωνο ειρήνης με την αυτοκρατορία. Δεν θα έκαναν την εμφάνισή τους μέχρι το 1185, μετά τον θάνατο του Μανουήλ. Υπό αυτή την έννοια, η έκβαση του πολέμου μπορεί να θεωρηθεί ως επιτυχής, τουλάχιστον, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Μανουήλ. Για τους χρονικογράφους, ωστόσο, ο πόλεμος ήταν μια τεράστια σπατάλη, οικονομική και υλική, με μικρά κέρδη (π.χ. οι εργάτες μεταξουργίας των Θηβών, που κρατούνταν ως όμηροι από τους Νορμανδούς, ποτέ δεν ελευθερώθηκαν). Κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί, επίσης πιστεύουν ότι ο Μανουήλ σχεδιάζε την ανασύσταση της αρχαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επιδιώκοντας μη ρεαλιστικούς στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους, πέρα από την πραγματική δύναμη της αυτοκρατορίας στον πολυπολικό κόσμο που πύκνωνε με επικίνδυνους γείτονες.

Επιστολή του Μανουήλ Α΄Κομνηνού στον Πάπα Ευγένιο Γ΄για το θέμα των σταυροφοριών (Κωνσταντινούπολη, 1146, Μυστικά Αρχεία Βατικανού)
Επιστολή του Μανουήλ Α΄Κομνηνού στον Πάπα Ευγένιο Γ΄για το θέμα των σταυροφοριών (Κωνσταντινούπολη, 1146, Μυστικά Αρχεία Βατικανού)


Προκαταλαμβάνοντας τον Σαλαντίν

Η προσοχή του Μανουήλ στράφηκε ξανά στην ανατολή. Το 1169, ο Μανουήλ έστειλε έναν στόλο εναντίον της Αιγύπτου με πάνω από 200 πλοία υπό την ηγεσία του νέου Μεγάλου Δούκα, Ανδρόνικου Κοντοστέφανου. Η οικογένεια των Κοντοστέφανων είχε ισχυρές διασυνδέσεις και ήταν δυνατή αποκτώντας ακόμη περισσότερη ισχύ την περίοδο των Κομνηνών. Πολλά μέλη της οικογένειας αυτής διατήρησαν τη θέση του Μεγάλου Δούκα, που είναι αντίστοιχη με αυτή του Ναυάρχου.

Η Αίγυπτος ήταν υπό την ηγεμονία του σιϊτικού χαλιφάτου των Φατιμιδών. Ήταν μια δύναμη σε διαδικασία παρακμής, της οποίας το ναυτικό ήταν κατώτερο των Ενετών και των Νορμανδών. Στις απαρχές της Α΄ Σταυροφορίας, οι Μουσουλμάνοι ανασυγκροτούνταν κάτω από την αναζωογονητική ηγεσία του Σαλαντίν. Έκτιζε τη νέα βάση ισχύος του στην Αίγυπτο, εις βάρος των Φατιμιδών. Όταν αυτό ολοκληρώθηκε, ήταν φανερό ότι σύντομα θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για τα σταυροφορικά κράτη στο εγγύς μέλλον (πράγματι, ο Σαλαντίν θα νικούσε τις δυνάμεις του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ στο Χαττίν το 1187). Οι Σταυροφόροι ανυπομονούσαν να κατακτήσουν την Αίγυπτο πριν συμβεί αυτό και ο Μανουήλ αποφάσισε να επιδείξει την αλληλεγγύη του στους ιερούς πολεμιστές.

Και ο Χωνιάτης και ο Κίνναμος άσκησαν κριτική στον Μανουήλ για αυτή την προσωπική του φιλοδοξία. Ωστόσο, ο Μανουήλ σκεφτόταν με όρους ισχυροποίησης της σκληρά κατακτημένης ναυτικής κυριαρχίας στην Ανατολή και σκόπευε να αναλάβει τον ρόλο του προστάτη της Λατινικής Ανατολής. Η αιγυπτιακή εκστρατεία αποσκοπούσε στην επίδειξη της ικανότητας και θέλησης της αυτοκρατορίας να δρα σε μεγάλη κλίμακα. Ο Μανουήλ στην πραγματικότητα ήθελε να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική κυριαρχία, δηλαδή, τον κυριάρχο στόχο της δυναστείας των Κομνηνών από την εποχή του Αλέξιου Α΄.

Το 1168, οι Σταυροφόροι επιτέθηκαν στην Αίγυπτο. Η Αλεξάνδρεια πυρπολήθηκε από τους Φατιμίδες σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καθυστερήσουν την προέλαση των Σταυροφόρων. Ενθαρρυμένος απ’ αυτές τις εξελίξεις, ξεκίνησε κοινή επιχείρηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και του Aμαλαρίχου, βασιλιά της Ιερουσαλήμ, τον Ιούλιο του 1169. Η εκστρατευτική δύναμη αποβιβάστηκε στην αιγυπτιακή ακτή με ευκολία και πολιόρκησε τη σημαντική πόλη-λιμάνι της Δαμιέττης τον Οκτώβριο. Ωστόσο, λόγω της έλλειψης συντονισμού με τους Σταυροφόρους, τα βυζαντινά στρατεύματα ξέμειναν από εφόδια, ενώ ο Αμαλαρίχος ακύρωσε την εκστρατεία φτάνοντας σε συμφωνία με τον Σαλαντίν. Οι αηδιασμένοι Βυζαντινοί αποχώρησαν. Ο Μανουήλ θα προσπαθούσε ξανά, σε μικρότερη κλίμακα, λίγα χρόνια αργότερα, αλλά χωρίς αποτελέσματα. Λίγο αργότερα, ο Σαλαντίν καταλάμβανε οριστικά την Αίγυπτο και τα σχέδια του Μανουήλ για την Αίγυπτο κατέρρευσαν.

Απεικόνιση ναυμαχίας σε μικρογραφία βυζαντινού χειρογράφου

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κόλιας, Τ. Γ. (Ed.). (2005). Ναυμαχικά. Αθήνα.

Καργάκος, Σ. Ι. (2007). Το Βυζαντίνο Ναυτικό. Αθήνα.

Ahrweiler, H. (1966). Byzance et la Mer. A Marime de Guerre la Politique et les Institutions Maritimes de Byzance anx VIIe-XVi siecle. Paris.

Casson, L. (1971). Ships and Seamanship in the Ancient World. Baltimore and London.

Choniatae, N. (1975). Historia. (J. L. Dieten, Ed.) Walter de Guyer.

Comnena, A. (1969). The Alexiad of Anna Comnena. (E. R. Sewter, Trans.) London.

Eustathios of Thessaloniki. (1988). The Capture of Thessaloniki. (J. R. Jones, Trans.) Australian Association for Byzantine Studies.

Houben, H. T. (1997). Roger II of Sicily. A ruler between east and west. (G. A. Loud, & D. Milburn, Trans.) Cambridge.

Kinamos, J. (1976). Deed of John and Manuel Comnenus. (C. M. Brand, Trans.) New York.

Laiou, A. (Ed.). (2008). The Economic History of Byzantium (3 vol. set). Dumbarton Oaks Research Library and Collection.

Lyons, M. C., & Jackson, D. (1985). Saladin. The Politics of the Holy War. Cambridge.

Magdalino, P. (2002). The Empire of Manuel I Komnenos, 1143-1180. Cambridge.

Ostrogorsky, G. (1969). History of the Byzantine State. New Brunswick, New Jersey.

Pryor, J. H., & Jeffreys, E. M. (2006). The Age of Δρομων: the Byzantine Navy ca500-1204. Leiden and Boston.

Villehardouin, G. (1908). Memoirs of the Fourth Crusade and the conquest of Constantinople. (F. T. Marzials, Trans.) London.

historical-quest.com

, , , , , ,

1 thought on “Ο μέγας στόλος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ Κομνηνού – Α’ Μέρος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.