Ο Μ. Χάιντεγκερ, οι Εβραίοι μαθητές του και ο ναζισμός

του Σπύρου Κουτρούλη,

Α’

Το πρώτο βιβλίο του Ρ.Γουόλιν , που εκδόθηκε στην χώρα μας ονομαζόταν “Η γοητεία του ανορθολογισμού-το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό από τον Νίτσε στον μεταμοντερνισμό”(μετάφραση Μαρία Φιλιππακοπούλου, θεώρηση-μετάφραση-επιμέλεια Δήμητρα Τουλάτου, εκδόσεις Πόλις , Αθήνα 2007) και επιχειρούσε να ερμηνεύσει την επίδραση της σκέψης του Νίτσε κυρίως στην Γαλλία αλλά και να στεγάσει κάτω από τον αρνητικά φορτισμένο όρο του ανορθολογισμού στοχαστές με διαφορετικές αφετηρίες και στοχεύσεις όπως ο Γκάνταμερ, ο Μπλανσό,ο Μπατάιγ,ο Ντερριντά, ο Φουκώ.

Στο βιβλίο αυτό εξετάζει τις πολιτικές περιπέτειες του Μ.Χάιντεγκερ, οι οποίες αποτελούν έναν αναπάντητο αίνιγμα που τροφοδοτεί διαρκώς νέους προβληματισμούς. Προφανώς αν η τοποθέτηση του ήταν ξεκάθαρη δεν θα ήταν ανάγκη να γραφούν τόσες μελέτες. Αλλά αν δεν ήταν ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του προηγούμενου αιώνα με μεγάλη επιρροή επίσης δεν θα ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος.

Δεν είναι ασυνήθιστο οι φιλόσοφοι να γοητεύονται από τους ισχυρούς της ημέρας. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο Hegel που όταν αντίκρισε τον Ναπολέοντα στην Ιένα πίστεψε ότι είδε την ενσάρκωση του αιωνίου πνεύματος.

Πως όμως συνδέεται ο δυσπρόσιτος και βαθύς φιλοσοφικός λόγος του Χάιντεγκερ με μια ιδεολογία όπως ο εθνικοσοσιαλισμός ολοκληρωτική και μονολιθική; Η εννεάμηνη πρυτανεία στο Φράϊμπουργκ προϋπόθεσε την ουσιώδη συνάφεια της φιλοσοφίας του με τον ναζισμό ή αυτή αποδίδεται σε άλλους λόγους;

Για τις πολιτικές επιλογές του Χάιντεγκερ εκτός των άλλων έχουμε να συμβουλευθούμε τα έργα: Martin Heidegger : Η συνέντευξη στο Spiegel (μετάφραση, σχόλια Κώστας Γεμενετζής, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1989), George Steiner Χάιντεγκερ (μετάφραση Ασημίνα Καραβάντα, επιμέλεια Γκόλφω Μαγγίνη, εκδ.Πατάκη 2009), Μ.Α.Λεβύ, Ο αιώνας του Σάρτρ (μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια, εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2004),Νικήτας Σινιόσογλου: Μαύρες διαθήκες-Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής ( εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018).

Το παράδοξο με τον Μ.Χάιντεγκερ ήταν ότι ο δάσκαλός του, ο μέντορας του υπήρξε ο Γερμανοβραίος φιλόσοφος , θεμελιωτής της φαινομενολογίας Έντμουντ Χούσσερλ. Σε αυτόν αφιέρωσε το σημαντικότερο έργο του “Είναι και Χρόνος”( η αφιέρωση υπάρχει σε όλες τις εκδόσεις και στην ελληνική βέβαια εκτός από αυτή που έγινε στην διάρκεια του β’ παγκοσμίου πολέμου που αφαιρέθηκε με πρωτοβουλία του εκδότη του). Η πιο αγαπημένη μαθήτρια του η Χάνα Άρεντ υπήρξε Γερμανοεβραία που αναγκάστηκε να καταφύγει στις ΗΠΑ αλλά διατήρησε μια βαθιά, ειλικρινή σχέση μαζί του, μέχρι τα ύστατα χρόνια του. Όπως Γερμανοεβραίοι ήσαν όλοι οι σπουδαίοι στοχαστές που μνημονεύει ο Ρ.Γουόλιν.

Για τον Στάινερ και τον Μ.Α.Λεβύ (και οι δύο επίσης εβραϊκής καταγωγής) το συμπέρασμα που καταλήγουν είναι ασφαλές : ο Μ.Χάιντεγκερ δεν ήταν αντισημίτης. Ο Ρ.Γουόλιν ενώ συμφωνεί ότι δεν κατέχεται από τον βιολογικό αντισημιτισμό των Ναζί, πιστεύει ότι παρακινείται από έναν πολιτιστικό αντισημιτισμό. Όμως κάτι τέτοιο μπορεί να έχει κάλλιστα αντιχριστιανικά χαρακτηριστικά.

Ένα δεύτερο παράδοξο που διαβάζουμε στο βιβλίο του Μ.Α.Λεβύ είναι πως επηρέασε όλη την σημαντική αριστερή σκέψη της Γαλλίας(όλη!). Τον μόνο που δεν μνημονεύει, αλλά είχε σημαντική διανοητική σχέση μαζί του είναι ο Κ.Αξελός( πολύ δραστήριος στην μεταπολεμική εκείνη εποχή , εκδότης του περιοδικού Arguments και μεταφραστής στα γαλλικά του έργου του Γ.Λούκατς “Ιστορία και ταξική συνείδηση”). Όμως μνημονεύει τον Σάρτρ, τον Φουκώ, τον Λακάν, τον Ντερριντά , τον Μπάρτ, τον Σαρ, τον Αλτουσέρ, τον Λεβινάς, τον Μπωφρέ (στον οποίο απευθύνεται η “Επιστολή για τον Ανθρωπισμό”). Από όλους αυτούς, αυτός ο οποίος απέρριψε μαχητικά και με τον πιο αδιάλλακτο τρόπο την ταύτιση του Χάιντεγκερ με τον ναζισμό υπήρξε ο Ντερριντά.

Ο Ρ.Γουολίν θεωρεί ότι οι Γερμανοεβραίοι μαθητές του είχαν αφομοιωθεί στην γερμανική κοινωνία για αυτό επηρεάστηκαν από την φιλοσοφία του. Βεβαίως όλοι αυτοί όταν εκδιώχθηκαν από τους Ναζί ανακάλυψαν και επέδειξαν και πάλι την εβραϊκή τους ταυτότητα. Το γεγονός αυτός αποδεικνύει ότι η εβραϊκή τους ταυτότητα μπορεί να είχε επιμελώς καλυφθεί όμως παρέμενε αναλλοίωτη και ενεργή και συνεπώς ο ισχυρισμός του Ρ.Γουολίν είναι αθεμελίωτος.

Όμως φαίνεται το αίνιγμα Χάιντεγκερ σε μια πρώτη προσέγγιση να απαντάται : υπήρξε μαθητής Γερμανοεβραίου (του Χούσσερλ) και πολλοί σημαντικοί μαθητές του ήταν Γερμανοεβραίοι . Οι επιρροές του στην μεταπολεμική Γαλλία υπήρξαν στους κορυφαίους στοχαστές της αριστεράς (όπως συνέβη και με τον Κ.Σμίτ), ενώ υπήρξε πολύ δύσπεπτος και αχώνευτος για την μεταπολεμική ακροδεξιά που ανέδειξε άλλους καθαρόαιμους ναζιστές (όπως τον Ιούλιο Έβολα και την Σαβίτρι Ντέβι βαθύτατα αντιχριστιανοί και αντισημίτες με επιρροές από τον ινδουϊσμό ).

Ο Λυσιέν Γκολντμάν μας έχει υποδείξει την συσχέτιση του Χάιντεγκερ με τον Μάρξ και τον Λούκατς.

Σύμφωνα με τον George Steiner η θεωρία του Χάιντεγκερ για το ξερίζωμα και την αποξένωση του ανθρώπου αντλεί στοιχεία συγχρόνως από δύο παραδόσεις. Η μια αποτελείται από τους Αυγουστίνο , Λούθηρο , Πασκάλ , Κίργκεγκωρ. Η άλλη από στοχαστές σαν τον Ντυρκάιμ και τον Μάρξ. Όπως έχουν δείξει «οι Ρ. Μάουερ και Λ.Γκόλντμαν ,οι χαιντεγκεριανές γνώσεις σχετικά με τον μαρξισμό είναι εκτενείς ακόμα και εκεί όπου , ή ιδιαίτερα εκεί όπου , είναι έντονα αντίθετος με αυτόν , ακόμα και επιθετικός .Είναι δύσκολο να φανταστούμε κάποιες από τις πιο αντιπροσωπευτικές σελίδες του Χάιντεγκερ που αφορούν στην αποπροσωποποίηση του αστικού ανθρώπου του 20ου αιώνα ή στην επεκτατική , κατ’ ουσίαν ιμπεριαλιστική κίνηση της δυτικής επιστήμης και τεχνολογίας , χωρίς το άμεσο προηγούμενο του Das Kapital και την καταδίκη της βιομηχανικής βαρβαρότητας από τον Engels.Με τη σειρά του , το έργο του Χάιντεγκερ , ακόμα και στα σημεία που χαρακτηρίζεται σκοταδιστικό ή και ακόμα χειρότερα , θα επηρεάσει έντονα ολόκληρη τη νεομαρξιστική κριτική της ηθικής της κατανάλωσης , της σκλαβιάς του ανθρώπου από την τεχνολογία και της καταβρόχθισης της ατομικότητας από το «μοναχικό πλήθος».Ο «μονοδιάστατος άνθρωπος » του Marcuze είναι μια παραλλαγή της ακόμα πιο μεγαλόπνοης χαιντεγκεριανής έννοιας των «πολλών». Η βασική ιδέα του Lucacs ,αυτή της κατάληξης από τον κλασσικό ρεαλισμό – το αυθεντικό βίωμα της αλήθειας και του κόσμου – στην αδύναμη αποδοχή του μηχανιστικού ντετερμινισμού , στο «νατουραλισμό» , μαρτυρεί έναν στενό παραλληλισμό με τη χαιντεγκεριανή διάκριση ανάμεσα σε αυθεντική και αναυθεντική κοσμικότητα. .Το νεομαρξιστικό ιδανικό μιας καινούργιας «εξανθρωπισμένης τεχνολογίας », μιας επιστροφής στην αρμονική σύμπτωση ανάμεσα στις ανθρώπινες ανάγκες και στους νόμους της παραγωγής ,είναι αμιγώς χαιντεγκεριανό. Και ο Χάιντεγκερ αξιώνει μια «τεχνολογία της ευθύνης » , για μια επιστροφή στο κλασικό μέτρο του ανθρώπινου προσώπου .Ακόμα και εκεί όπου ο Χάιντεγκερ απαρνείται έντονα το μαρξισμό , και υποστηρίζει « μια ακόμα πιο ριζική σύλληψη της ανατροπής » ( δηλαδή της κατάρριψης της δυτικής μεταφυσικής και της επιστροφής στην ανάμνηση του Είναι ), είναι στενά εναρμονισμένος με τον αναθεωρητισμό , μεσσιανικό εν μέρει μαρξισμό του 1920 .Οι αναλογίες ανάμεσα στο Είναι και Χρόνος και στα έργα , αφενός , του Ernst Bloch και , αφετέρου , των «μετα-μαρξιστών»της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι υπαρκτές. Ο νεαρός Lucacs επίσης αντλεί από τον Kierkegaard . Ένα κοινό κλίμα αγωνίας και ουτοπίας είναι εδώ αποφασιστικής σημασίας “[1].

Η Γκόλφω Μαγγίνη στα σχόλια της ελληνικής έκδοσης του έργου του Μ. Χάιντεγκερ «Φαινομενολογικές ερμηνείες στον Αριστοτέλη» επισημαίνει: « είναι σκόπιμο να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο ότι μελετητές, όπως ο Ζ. Γκροντέν, συσχετίζουν τη χαϊντεγκεριανή κριτική του «καθενός» στο πλαίσιο της ερμηνευτικής της γεγονικότητας με τη μαρξική κριτική της αλλοτρίωσης. Η επίδραση της κριτικής αυτής στους εκπροσώπους της σύγχρονης μαρξιστικής θεωρίας είναι σαφής, όπως γίνεται τουλάχιστο φανερό από την όλως ιδιαίτερη περίπτωση του Χ.Μαρκούζε»[2].

Οι παραπάνω σκέψεις φαίνεται να αθωώνουν το έργο του Χάιντεγκερ από τις κατηγορίες για συνάφεια με τον ναζισμό που εγείρουν παλαιότερα έργα όπως του Φαρίας και το παρόν έργο του Ρ.Γουολίν. Όμως ο Χάιντεγκερ είναι μια περισσότερο σύνθετη περίπτωση που θα εξακολουθήσει να μας απασχολεί, ένα ερώτημα, παρά μια απάντηση.

Ο Μπερνάρ Ανρί Λεβύ μας θυμίζει την εμπλοκή του Χάιντεγκερ με τους ναζιστές με αρκετά περιστατικά. Όμως συγχρόνως επισημαίνει: «είναι γενικά αποδεκτό ότι ο Χάιντεγκερ δεν υπήρξε αντισημίτης… Και η ιδέα ακόμα του «βιολογισμού» του είναι ξένη επιμένουν. Δεν μπορεί παρά να του είναι ξένη, αφού προέρχεται εννοιολογικά από το χώρο του «μεταφυσικού υποκειμενισμού», που αποτελεί τον κυριότερο ιδεολογικό εχθρό του. Ολόκληρος ο Νίτσε του εξάλλου, ολόκληρος αυτός ο τεράστιος στοχασμός, τον οποίο επιδόθηκε από το 1936 ως το 1941, έχει ακριβώς ως αντικείμενο την καταγγελία της «βιολογίζουσας» αυτής τάσης , στην οποία είχε υποκύψει ο συγγραφέας της Βούλησης για δύναμη και στην οποία δεν παρέλειψαν να στηριχτούν οι ναζιστές»[3].

Επίσης ως εξαίρεση στα παραστρατήματα του αναφέρεται η διάσωση δύο διαπρεπών Εβραίων καθηγητών του Τανχάουζερ και του φόν Χέβεσυ. Βεβαίως μέσα στο απρόβλεπτο μεσοπόλεμο του ολοκληρωτισμού ο Τ.Αντόρνο – ο σημαντικότερος μαζί με τον Χορκχάιμερ εκπρόσωπος της Σχολής της Φρανκφούρτης- θα κατηγορηθεί γιατί το 1934 δημοσίευσε στο Die Musik, την επιθεώρηση της νεολαίας του ναζιστικού κόμματος κείμενο με το οποίο «υποστήριζε την ιδέα ενός «νέου ρομαντισμού» που ετίθετο ρητώς υπό την εξουσία του «ρομαντικού ρεαλισμού» του Γκαίμπελς»[4]. Αλλά και στην «Ομιλία στους εργάτες» ακολουθώντας τον μαρξικό λόγο, ο Χάιντεγκερ, προτείνει στους πανεπιστημιακούς να αφιερωθούν ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην διανοητική και χειρωνακτική εργασία»[5]. Σε επιστολή προς τον ισραηλίτη ερευνητή Σ.Ζεμάχ τον Μάρτιο του 1968 γράφει ότι οι φιλοναζιστικές αναφορές του, ήταν οι ελάχιστες παραχωρήσεις που μπορούσε να κάνει στην ολοκληρωτική εξουσία ώστε να του επιτρέψει να συνεχίσει τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις ( όπως έγραφε «σ’ αυτούς ανθρώπους έπρεπε κανείς πότε πότε να πετάει ένα ξεροκόμματο, για να διατηρήσει την ελευθερία της διδασκαλίας και του λόγου») [6].

Ο Μ.Α.Λεβύ ερμηνεύει τελικά το πρόβλημα Χάιντεγκερ με τον εντοπισμό της αντιφατικότητας μέσα στην ίδια την φιλοσοφία του ανάμεσα σε μια απαισιόδοξη και μια αισιόδοξη τάση. Γράφει: « από τη μια μεριά, είναι ο πεσιμιστής, ο τρομακτικά σκοτεινός Χάιντεγκερ, που πιστεύει στην ανήκουστη παρακμή και δεν είναι προφανώς έτοιμος, εφόσον δεν υπάρχει διέξοδος, να παράσχει κάποιο προνόμιο στο ένα ή στο άλλο καθεστώς της Ιστορίας και της σκέψης. Η πλανητική ανάπτυξη της τεχνικής αποτελεί απλώς, γι’ αυτόν τον Χάιντεγκερ, το προ του τέλους αποτέλεσμα μιας μεταφυσικής της υποκειμενικότητας που αρχίζει με τον Πλάτωνα και ολοκληρώνεται, προσωρινά, με τον εθνικοσοσιαλισμό ο οποίος αποτελεί με τη σειρά του το αποτέλεσμα του αποτελέσματος αυτού, τον τελευταίο χρονικά κρίκο της αλυσίδας. Ο εν λόγω εθνικοσοσιαλισμός πολύ θα ήθελε να είναι μια «ελληνική νέα αρχή». Αλλά να. Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική αρχή. Πώς να υπάρξει λοιπόν νέα αρχή; Ο ναζισμός είναι λοιπόν μια απλή μεταμόρφωση, η τελευταία ίσως, ίσως και όχι όμως, της αιωνόβιας λήθης του Είναι»[7] .

Όμως « και από την άλλη πλευρά, είναι ένας Χάιντεγκερ πιο θετικός, πιο αποφασισμένος και ο οποίος δεν σκύβει πια, ξαφνικά, το κεφάλι στην αιωνιότητα αυτή της παρακμής, την οποία έχει διαπιστώσει…Ο Χάιντεγκερ γίνεται ναζιστής όταν είναι αισιόδοξος. Συνδέεται με το χιτλερισμό όταν αρχίζει να πιστεύει ότι η παρακμή είναι αναστρέψιμη, ότι μπορούμε να βαδίσουμε προς τα πίσω τη διαδρομή της καταστροφής, όταν γίνεται δηλαδή προοδευτικός»8.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1966 ο Χάιντεγκερ έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό Spiegel , με σκοπό να μιλήσει για την συνεργασία του με τους Ναζί, η οποία δημοσιεύθηκε αμέσως μετά τον θάνατό του. Η συζήτηση ξεκινά με την αναφορά στην παραίτηση του προηγούμενου πρύτανη του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ , του σοσιαλδημοκράτη von Mollendorf διότι αρνήθηκε να αναρτήσει στον πανεπιστημιακό χώρο την «αφίσα των Εβραίων». Ο von Mollendorf μαζί με τον προπρύτανη Sauer όπως και νεότεροι συνάδελφοι του, ζήτησαν από τον Χάιντεγκερ να αναλάβει πρύτανης , πράγμα το οποίο έγινε. Παρά τις πιέσεις από τα Τάγματα Εφόδου ο Χάιντεγκερ δεν ανάρτησε την αντισημιτική αφίσα. Αναφέρει ότι «τις επανειλημμένες προτροπές να απομακρύνω τα βιβλία των Εβραίων συγγραφέων, δεν τις ακολούθησα. Άνθρωποι που έλαβαν μέρος στις σεμιναριακές μου ασκήσεις μπορούν σήμερα να μαρτυρήσουν ότι όχι μόνο κανένα βιβλίο Εβραίου συγγραφέως δεν απομακρύνθηκε, αλλά ότι αυτοί οι συγγραφείς προπάντων ο Husserl, αναφέρονταν και συζητούνταν όπως και πριν από το 1933»[9].

Ο ίδιος δηλώνει «την καύση βιβλίων, η οποία επρόκειτο να γίνει μπροστά στο πανεπιστημιακό κτίριο, την απαγόρευσα»[10]. Επίσης στην ίδια συνέντευξη θα αναφερθεί στην εβραϊκής καταγωγής Helene Weis η οποία στο πρόλογο του διδακτορικού της γράφει ότι η εργασία της κατέστη δυνατή χάρη στις αδημοσίευτες ερμηνείες του M.Heidegger για την Ελληνική Φιλοσοφία. Μάλιστα ισχυρίζεται « εδώ βλέπετε ένα αντίτυπο με ιδιαίτερη αφιέρωση της συγγραφέως. Επισκέφτηκα πολλές φορές ακόμα την Dr. Weiss στις Βρυξέλλες πριν από το θάνατό της»[11](ό.π. σελ.30,31). Στην συνέχεια αναφέρει ότι η αφιέρωση του, στον Husserl, στο πρόλογο του «Είναι και Χρόνος», στην έκδοση του 1941 παραλήφθηκε με πρωτοβουλία του εκδότη ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοσή του , υπό τον όρο ότι θα παρέμεινε στη σημείωση της σελίδας 38(η αφιέρωση στον Husserl ως «εκδήλωση σεβασμού και φιλίας» περιλαμβάνεται στην ελληνική έκδοση του «Είναι και Χρόνος»(πρόλογος, μετάφραση, σχόλια Γιάννη Τζαβάρα, εκδόσεις Δωδώνη , Αθήνα 1978), ενώ παρόμοια εκδήλωση φιλίας και σεβασμού περιλαμβάνεται στο έργο του Μ.Χάιντεγκερ «Από μια συνομιλία για την γλώσσα (ανάμεσα σε έναν Ιάπωνα και έναν Ερωτώντα)»(μετάφραση-σχόλιο-επίμετρο Κώστας Γεμενετζής, εκδόσεις Ρόπτρον, Αθήνα 1991).

Ο Χάιντεγκερ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν σε παραίτηση από πρύτανης τον Φεβρουάριο του 1942 και τον περιορισμό του στα εκπαιδευτικά του καθήκοντα. Αφενός υπήρξε δυσαρέσκεια διότι είχε προωθήσει στην διοίκηση του Πανεπιστημίου φοιτητές, αφετέρου είχε σχηματισθεί μια ομάδα πανεπιστημιακών ναζί οι οποίοι ήταν εναντίον του. Ως αφορμή στάθηκε η άρνηση του να αποδεχθεί την εντολή των Ναζί να αντικαταστήσει τους Κοσμήτορες της Νομικής και της Ιατρικής. Στη συνέχεια ήταν υπό επιτήρηση, ιδιαίτερα στις διαλέξεις του για τον Νίτσε, μάλιστα το συγκεκριμένο πρόσωπο (ο Dr. Hanke) σε κάποια στιγμή τον ενημέρωσε για την αποστολή του. Έργα του όπως «ο λόγος του Πλάτωνα για την αλήθεια δεν επιτρεπόταν να συζητηθούν, ενώ η διάλεξη για τον Χαίντερλιν που έδωσε στο Γερμανικό Ινστιτούτο της Ρώμης « υπέστη κακοήθη επίθεση από το περιοδικό της χιτλερικής νεολαίας Θέληση και Δύναμη. Την πολεμική εναντίον μου, η οποία ξεκινά το καλοκαίρι του 1934 στο περιοδικό του E.Krieck Λαός εν τω γεννάσθαι θα έπρεπε να την διαβάσουν οι ενδιαφερόμενοι»[12].

Ο Χάιντεγκερ θα αναφερθεί ως ένδειξη της δυσμένειας που είχε περιπέσει από το ναζιστικό καθεστώς, στον αποκλεισμό του από διάφορα διεθνή συνέδρια, ενώ σταδιακά περιορίστηκε η κυκλοφορία ορισμένων των δοκιμίων του «Τι είναι Μεταφυσική;», «Για την ουσία της αλήθειας», όπως και ο πρυτανικός λόγος του. Το τελευταίο έτος του πολέμου, αν και πολλοί διανοούμενοι απαλλάχτηκαν από πολεμικές υπηρεσίες, εστάλη πέρα από το Ρήνο για την κατασκευή οχυρωματικών έργων. Οι διαλέξεις της ίδια εποχής για τον Νίτσε θα θεωρηθούν ως έμμεση κριτική του ναζιστικού καθεστώτος. Παράλληλα ο Χάιντεγκερ θα έχει εντελώς εγκαταλείψει μια ρητορική για την οποία κατηγορήθηκε, ήδη από τον Φεβρουάριο του 1934.
Στην συνέχεια η συνομιλία θα επικεντρωθεί σε μία φράση από το έργο του «Εισαγωγή στη Μεταφυσική»[13]. Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο που δόθηκε υπό μορφή διαλέξεων το θερινό εξάμηνο του 1935 στο Φράιμπουργκ και επανεκδόθηκε το 1953. Με ένα τρόπο πρόωρο, ίσως και προφητικό θέτει το ζήτημα της Τεχνικής, την θέση της Ευρώπης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ρωσία, του ξεριζώματος του ανθρώπου, αλλά συγχρόνως συζητά με ρηξικέλευθο τρόπο για τον τραγικό λόγο, τον Παρμενίδη και τον Ηράκλειτο. Η επίμαχη φράση, που μπορεί να ερμηνευθεί διπλά ως θεωρητική δικαίωση μιας υποκειμενικής ερμηνείας του εθνικοσοσιαλισμού αλλά και αποδοκιμασίας της πρακτικής του εκδοχής είναι η ακόλουθη: «Στα 1928 εξεδόθη το πρώτο μέρος μιάς βιβλιογραφίας επάνω στην έννοια της αξίας. Χωρίς αμφιβολία, εν τω μεταξύ έγιναν χίλια. Όλα τούτα ονομάζονται φιλοσοφία. Αυτό που σήμερα προσφέρεται ως φιλοσοφία του εθνικοσοσιαλισμού, αλλά δεν έχει τίποτε το κοινό με την εσωτερική αλήθεια και το μεγαλείο αυτού του κινήματος (δηλαδή τη συνάντηση της οικουμενικά καθωρισμένης τεχνικής με τον σύγχρονο άνθρωπο), έχει ψαρέψει στα θολά νερά αυτών των «αξιών» και των «ολοτήτων». Ωστόσο αυτό που δείχνει πόσο ήταν ριζωμένη η ιδέα της αξίας κατά τον 19ο αιώνα, το βλέπουμε από το γεγονός ότι κι’ αυτός ο Νίτσε, και ειδικώς αυτός, σκέφτεται εντελώς μέσα από την προοπτική της έννοιας της αξίας»[14].

Άραγε πρόκειται για μια αφελή κατανόηση του ναζισμού ή από τα «ξεροκόμματα» που έδινε στο καθεστώς ώστε να έχει την ησυχία του; Πάντως στην συζήτηση στο Spiegel ρίχνει το βάρος στην θεώρηση της Τεχνικής ως διαδικασίας που «όλο και περισσότερο αποσπά και ξεριζώνει τον άνθρωπο από τη γη»[15] , ενώ επικαλείται παρόμοιες σκέψεις του Γάλλου αντιστασιακού ποιητή Ρενέ Σαρ. Τελικά “«κάθε τι το ουσιαστικό και το μεγάλο γεννήθηκε μόνον από το γεγονός ότι ο άνθρωπος είχε μια πατρίδα και ήταν ριζωμένος σε μια παράδοση»[16]. Με αμφίσημο τρόπο δηλώνει «μόνον ένας θεός μπορεί πια να μας σώσει. Σε μας απομένει η μια και μοναδική δυνατότητα, με τη Σκέψη και με την Ποίηση να προετοιμάσουμε μια ετοιμότητα είτε για την εμφάνιση του θεού είτε για την απουσία του θεού στο χαμό: ότι χανόμαστε ενώπιον του απόντος θεού»(σελ.53). Την θεμελιώδη σχέση του ανθρώπου με την πλανητική Τεχνική, ο Εθνικοσοσιαλισμός απέτυχε να συλλάβει αφού «αυτοί οι άνθρωποι ήταν υπερβολικά άπειροι στη Σκέψη για να μπορέσουν να κερδίσουν μια πραγματικά εκπεφρασμένη σχέση προς αυτό που συμβαίνει σήμερα και που βρίσκεται εδώ και τρεις αιώνες καθ’ οδόν»[17] (σελ. 60).

Η συνέντευξη στο Spiegel αποτελεί μια σαφή άρνηση του ναζισμού από τον Μ.Χάιντεγκερ και από αυτή άντλησαν επιχειρήματα όσοι όπως ο Τ. Στάινερ αποτίμησαν τελικά θετικά το έργο του Χάιντεγκερ. Όμως δεν έπεισε όσους έχουν ταχθεί εναντίον του. Είναι όμως βέβαιο ότι το εκπαιδευτικό-διοικητικό αξίωμα του Πρύτανη είχε διάρκεια κάποιους μήνες, ενώ ποτέ φυσικά δεν κατείχε κάποιο κομματικό αξίωμα. Οι ναζιστές δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν, ούτε πολύ περισσότερο να γοητευθούν από την φιλοσοφία του, όπως ίσως αφελώς κάποτε πίστευσε. Για αυτό τον αντιμετώπισαν αδιάφορα ή και εχθρικά.

Πλέον έχουμε στην ελληνική γλώσσα ένα κρίσιμο ντοκουμέντο, τον περίφημο πρυτανικό λόγο που επιγράφεται «Αυτοκατάφαση του γερμανικού πανεπιστημίου» μεταφρασμένο από τον Δημήτρη Τζωρτζόπουλο[18] . Εκφωνήθηκε στις 27 Μαίου 1933, όμως έγινε ευρύτερα γνωστός από την έκδοση του 1983 που επιμελήθηκε ο υιός του Μ.Χάιντεγκερ και περιλάμβανε ένα απολογητικό άρθρο του τελευταίου για την ανάληψη της Πρυτανείας.

Στο πρυτανικό λόγο περιλαμβάνονται επιγραμματικά πολλά από τα θέματα που εξέτασε αναλυτικά στο υπόλοιπο έργο του. Αλλά και το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί αποτελεί επανάληψη της συνήθους ύφους του, ακόμη και του πιο αινιγματικού και δυσνόητου. Βέβαια το πιο επιλήψιμο σημείο, από πλευράς κράτος δικαίου, είναι ο χαρακτηρισμός της ακαδημαϊκής ελευθερίας ως κίβδηλης, ως αρνητικής ελευθερίας, που «σήμαινε κατά κύριο λόγο απραγμοσύνη, αυθαιρεσία προθέσεων και διαθέσεων, αποχαλίνωση σε πράξεις και συμπεριφορές»[19].

Β’

Ο Ρ.Γουόλιν περιγράφει όλο το διανοητικό κλίμα μέσα από το οποίο τελικά αναδείχθηκε ο Μ.Χάιντεγκερ ως κυρίαρχη μορφή. Περιπλανιέται στην συντηρητική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τον Ερνστ Γιούνγκερ, τον Κ.Σμίτ και τον Ο.Σπένγκλερ, στέκεται σε μια πρώιμη εβραϊκή πνευματική αναγέννηση από τον Μ.Μπούμπερ και τον Φ.Ρόζεντσβαϊγκ αλλά και στον Λέο Στράους. Καταλήγει στην σύντομη μαθητεία του Εμμανουέλ Λεβινάς στον Μ.Χάιντεγκερ, την παρακολούθηση από αυτόν του διαλόγου που διεξήχθη την άνοιξη του 1929 στο Νταβός ανάμεσα στον νεοκαντιανό Ε.Κασσίρερ και τον Μ.Χάιντεγκερ.

Ο Λεβινάς και ο Χάιντεγκερ επηρεάστηκαν από την κριτική του Φ.Ντοστογιέφσκι στην Δύση «που αντιπροσώπευε μια ποταπή και άκαρδη ωφελιμιστική προσέγγιση της ζωής»[20]. Συμμερίζονται από κοινού την σκέψη του Φ.Νίτσε ότι η βούληση για γνώση είναι μια μορφή της βούλησης για ισχύ. Τελικά ο Λεβινάς θα διατυπώσει ένα φιλοσοφικό λόγο όπου «το «πρόσωπο του Άλλου» μας παρουσιάζει μια ηθική προσταγή οντολογικά και κανονιστικά πρότερη των αξιώσεων του λογικού συλλογισμού τον οποίο απορρίπτει θεωρώντας ότι απλώς ευνοεί ένα ήθος ηγεμονικού ελέγχου του κόσμου»[21].

Στην Βόρεια Αμερική η κριτική στην εργαλειακή ορθολογικότητα, στην νεωτερικότητα, στην αλλοτρίωση εν ονόματι του Είναι και της ποίησης κατέληξε σε ένα φιλοσοφικό ρεύμα «χαϊντεγκεριανών ντεριντιανών ή ντεριντιανών χαϊντεγκεριανών»[22].

Ανάμεσα σε αυτούς που επισκέφτηκαν μεταπολεμικά τον Χάιντεγκερ στην περίφημη καλύβα του στο Μέλανα Δρυμό, υπήρξε ο σημαντικός Εβραίος ποιητής επιζών του Ολοκαυτώματος Πάουλ Τσελάν, που σύμφωνα με τον Γουόλιν υπήρξε μια αρνητική εμπειρία για αυτόν. Ο Γουόλιν ενώ θεωρεί ότι ο Χάιντεγκερ επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη για το Ολοκαύτωμα από την ναζιστική ιδεολογία στην τεχνική και στον λόγο δεν δυσκολεύεται να παραδεχθεί ότι το «Είναι και Χρόνος» είναι ένα φιλοσοφικό αριστούργημα που είχε άμεσο και εκτεταμένο αντίκτυπο και ανανέωσε εκ θεμελίων την φιλοσοφική ορολογία[23].

Ο Γουόλιν επικρίνει λανθασμένα την Χ.Άρεντ για το κλασσικό της έργο για τον Ολοκληρωτισμό γράφοντας «η ανάλυση της περιείχε κραυγαλέες αδυναμίες, που προκάλεσαν σύγχυση στις επόμενες γενιές των μελετητών»[24]. Πρόκειται για μια από τις αδυναμίες του βιβλίου που δείχνουν προκατάληψη εναντίον της που πρέπει να αποδοθεί στην ερωτική σχέση ανάμεσα στην Άρεντ και τον Χάϊντεγκερ αλλά και το σύνολο της πολυκύμαντης συνεργασίας τους. Νομίζω ότι το ερώτημα του βιβλίου που ο συγγραφέας ανεπιτυχώς επιχειρεί να απαντήσει διατυπώνεται με τα παρακάτω: «κάποιοι σχολιαστές έχουν επισημάνει το φλερτ του Χάιντεγκερ με την Άρεντ, σε συνδυασμό με τις εγκάρδιες σχέσεις το με άλλους Εβραίους φοιτητές, ως απόδειξη μιας φιλοεβραϊκής πτυχής του χαρακτήρα του»[25]. Επιπλέον η Άρεντ ενώ θα επικρίνει σε ορισμένα σημεία της την φιλοσοφία του Χάιντεγκερ, θα τον υπερασπιστεί απέναντι στον Αντόρνο ενώ συμπεραίνει ότι ο πρυτανικός λόγος του 1993 ήταν «κάθε άλλο παρά έκφραση ναζισμού»[26]. Έτσι όλο το κεφάλαιο αναλώνεται σε μια αθεμελίωτη επίθεση στο έργο της Χάνα Άρεντ, που όμως χαίρει την καθολική αναγνώριση της δυτικής ακαδημαϊκής κοινότητας. Μάλιστα φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι αυτό «αποκαλύπτει μια αντιδημοκρατική μεροληψία που περιορίζει τη διαγνωστική της αξία για το παρόν της πολιτικής»[27]Βεβαίως για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του έργου της Άρεντ γνωρίζει ότι οι ισχυρισμοί αυτού του είδους είναι αστειότητες.

Θετικά αντιμετωπίζει, ο Γουόλιν, το έργο και την προσωπικότητα ενός άλλου μαθητή του Χάιντεγκερ, του Κάρλ Λέβιτ. Ο βασικός λόγος για τον κατήφορο της Ευρώπης, σύμφωνα με την ερμηνεία του, είναι πνευματικός, οφείλεται στην αποδοχή του ευρωπαϊκού μηδενισμού που κατά την νιιτσεϊκή φράση «από το να μην πιστεύει τίποτα, πίστευε στο τίποτα». Σε ορισμένες περιπτώσεις ο μηδενισμός έλαβε την μορφή του ανθρωποκεντρισμού. Στοιχεία αυτού του ρεύματος ανιχνεύονται τόσο στον Νίτσε όσο και στον Μαρξ. Όμως η πολιτική θεωρία του –παρότι ο Γουόλιν δεν το αναφέρει- φέρει την σφραγίδα του Κ.Σμίτ, γράφει: «ο Λέβιτ ενστερνίστηκε τη λεγόμενη «θεωρία της εκκοσμίκευσης», σύμφωνα με την οποία οι θεμελιώδεις κατηγορίες της νεωτερικής ιστορικής συνείδησης ήταν απλώς εκκοσμικευμένες εκδοχές θεολογικών θέσεων»[28]. Βεβαίως τελικά ο Γουόλιν συμπεραίνει ότι ο Λέβιτ συμμεριζόταν «ουσιαστικά τις χαρακτηριστικές γενεακές (και, όπως θα δούμε, ομολογιακές) προκαταλήψεις του ίδιου του Χάιντεγκερ κατά του νεωτερικού κόσμου και των κυρίαρχων πολιτικών του μορφών: ατομικισμού, φιλελευθερισμού, συνταγματισμού, κοινής γνώμης κ.ο.κ.»[29]. Αναφέρεται δε αναλυτικά στο δοκίμιο του Λέβιτ «Οι πολιτικές συνέπειες του υπαρξισμού του Χάιντεγκερ», το οποίο έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Με ιδιαίτερη οξύνοια συγκρίνει το Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, ενώ συμπεραίνει ότι ο τελευταίος διαμόρφωσε μια δική του εκδοχή ολοκληρωτικής ιδεολογίας:

«Στις διαλέξεις του, ο Χάιντεγκερ «φιλοσοφούσε κρατώντας ένα σφυρί», όπως ο Νίτσε στο Λυκόφως των Ειδώλων, χωρίς ωστόσο την απαστράπτουσα ψυχολογική οξύνοια του τελευταίου. Και ενώ ο Νίτσε διατηρούσε μιαν αντιπολιτευτική στάση έναντι του Ράιχ του Βίσμαρκ, η «ύψιστη ελεύθερη» απόφαση της Rektoratsrede φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ έδωσε το ύψιστο όνομα του «πεπρωμένου» στο factum brutum των σύγχρονων γερμανικών γεγονότων. Η μικροαστική ορθοδοξία του κόμματος ήταν καχύποπτη απέναντι στον Εθνικοσοσιαλισμό του Χάιντεγκερ επειδή σ’ αυτόν έπαιζαν ρόλο οι εβραϊκές και ρατσιστικές αναλύσεις. Το Είναι και Χρόνος ήταν αφιερωμένο στον Εβραίο Χούσσερλ, το περί Καντίου βιβλίο του στον κατά το ήμισυ Εβραίο Σέλερ και στα μαθήματά του στο Φράιμπουργκ δίδασκε Μπέρξον και Σίμμελ. Τα πνευματικά του ενδιαφέροντα δεν φαίνονταν να συμμορφώνονται με εκείνα της «Βόρειας ράτσας» που πολύ λίγο τα αφορούσε το Angst μπροστά στο τίποτα.
Αντιστρόφως, ο καθηγητής Η.Νaumann δεν δίσταζε να ερμηνεύσει τη γερμανική μυθολογία με τη βοήθεια εννοιών από το Είναι και Χρόνος , ανακαλύπτοντας «ενδιαφέρον» για τον Οντίν και το «Αυτοί» μέσα στο Μπαλντούρ. Παρ’ όλα αυτά, ούτε η ανωτέρω αναφερόμενη απαξία ή επιδοκιμασία των εθνικοσοσιαλιστικών του διαπιστευτηρίων είναι υπολογίσιμες καθ’ εαυτές. Η απόφαση του Χάιντεγκερ για τον Χίτλερ πήγαινε πέρα από την απλή συμφωνία με την ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος. Ήταν και παρέμεινε ένας εθνικοσοσιαλιστής όπως ο Έρνστ Γιούγκερ, ο οποίος σίγουρα ήταν στο περιθώριο απομονωμένος, αλλά οπωσδήποτε όχι χωρίς να ασκεί επιρροή. Η επιρροή του Χάιντεγκερ ασκήθηκε μέσω του ριζοσπαστισμού πάνω στον οποίο βάσιζε την ελευθερία του πλέον ιδιωτικού υποκειμένου καθώς και του γερμανικού Dasein κατά την εκδήλωση του τίποτα(des Nichts)»[30].

Τα πορίσματα αυτά έχουν δύο προβλήματα. Πρώτα η ολοκληρωτική ιδεολογία είναι από την σύσταση μονολιθική και δεν ανέχεται αιρέσεις, διαφορετικές ερμηνείες, η αποδοχή μέρους αυτής. Κάθε απομάκρυνση από το αρχικό πρότυπο θεωρείται ως προδοσία και ο φορέας της εκλαμβάνεται ως εχθρός. Η φιλοσοφία του Μ.Χάιντεγκερ παρέμεινε αντικείμενο αυστηρά εκείνης της ακαδημαϊκής κοινότητας που διέθετε ιδιαίτερη φιλοσοφική παιδεία και διαδρομή σε όλη την εξέλιξη της , ενώ είχε στοιχειώδη γνώση του ιδιαίτερου λεκτικού της. Είναι βέβαιο ότι αν ξέφευγε από τα πλαίσια αυτά, και ενδιέφερε μεγαλύτερα πλήθη το καθεστώς δεν θα είχε την ίδια αδιάφορη στάση. Δεύτερον ο Χάιντεγκερ αφομοιώθηκε χωρίς δυσκολία από τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, ενώ ο περισσότερο πολιτικός Ε.Γιούγκερ ξεπέρασε τον μεσοπολεμικό δογματισμό του, αναγνωρίστηκε ως ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους συγγραφείς και βραβεύθηκε τελικά από τον Γάλλο σοσιαλιστή πρόεδρο Φ.Μιττεράν.

Ο Ν.Σινιόσογλου επισημαίνει πως ο Χάιντεγκερ ήδη στα 1933/1934 παρατηρούσε πώς «σήμερα μπορούμε ήδη να μιλάμε για έναν εκχυδαϊσμένο εθνικοσοσιαλισμό», ενώ «οι ναζί δεν σκοτίζονταν για τη φιλοσοφική μυθολογία του Χάιντεγκερ» ώστε τελικά «είναι ένας λαθρεπιβάτης του ναζισμού, που έχει την απαίτηση να ορίζει κιόλας την πορεία του πλοίου»[31]. Ο Χάιντεγκερ δεν είχε τις προϋποθέσεις να παίξει τον μέντορα του τυράννου, ευτυχώς για τον ίδιο και όλους τους υπόλοιπους.
Ο Γουόλιν ορθά γράφει ότι «η σαρωτική απόρριψη της δυτικής σκέψης από τον Χάιντεγκερ προοικονομεί την καταγγελία της δυτικής φιλοσοφίας ως «λογοκεντρικής» από τον Ντεριντά»[32].

Ο Χάνς Γιόνας είναι άλλος ένας φιλόσοφος μαθητής του Χάιντεγκερ που συμπεραίνει ότι «ο νεωτερικός μηδενισμός ήταν εν πολλοίς παραφυάδα της νεωτερικής επιστήμης»[33] ενώ η κοσμοθεωρία του Γνωστικισμού όπως και η νεωτερική επιστήμη νοσούν «από θεμελιακή κρίση νοήματος που οδήγησε σε βαθύτατο αίσθημα ανεστιότητας»[34]. Η κατάληξη της φιλοσοφίας του είναι μια περιβαλλοντική ηθική ορθολογική και ανθρωποκεντρική που στέκεται μακριά από «ποικίλους οικολογικούς φανατισμούς»[35].

Στο κεφάλαιο για τον Χ.Μαρκούζε τονίζεται ότι «ήταν εμφανώς συνεπαρμένος από τις ομοιότητες μεταξύ μαρξιστικής και χαϊντεγκεριανής περιγραφής της ιστορικότητας»[36], ενώ «εξ αιτίας της κριτικής της μη αυθεντικότητας στο Είναι και Χρόνος, ο Μαρκούζε ένιωσε δικαιωμένος που κατανοούσε τον Χάιντεγκερ σαν μαρξιστή συνοδοιπόρο»[37]. Όμως στο ίδιο κεφάλαιο παρατίθεται η ομολογία του Γ.Λούκατς για την διανοητική του συγγένεια με τον Χάιντεγκερ που περιλαμβάνεται στον πρόλογο του Ιστορία και ταξική συνείδηση[38]. Ο Μαρκούζε συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει συγγένεια ανάμεσα στην φιλοσοφία του Χάιντεγκερ και τον ναζισμό για αυτό ο συγχρωτισμός μαζί του αποτελεί «μια πράξη διανοητικής αυτοπροδοσίας μάλλον παρά μια λογική προέκταση του φιλοσοφικού του γενικού πλαισίου»[39].

Ο Γουόλιν παραπέμπει επιπλέον στην κριτική που διατύπωσε ο σημαντικός νεοκαντιανός φιλόσοφος Ερνστ Κασσίρερ στην φιλοσοφία του Χάιντεγκερ[40].
Περισσότερο αναλυτικός στέκεται ο Λυσιέν Γκολντμάν στο δοκίμιο του που συγκρίνει τα στοιχεία που συναντούνται η φιλοσοφία του Λούκατς με αυτή του Χάιντεγκερ[41].
Τελικά ο Γουόλιν συμπεραίνει ότι «ο Χάιντεγκερ δεν ήταν ποτέ ναζί μέχρι το κόκαλο. Αντίθετα ήταν πεπεισμένος ότι η «εθνική επανάσταση» της Γερμανίας ήταν ανάγκη να τεθεί σε οντολογική μάλλον παρά βιολογική βάση» ενώ «πίστευε ότι κατανοούσε τον ναζισμό καλύτερα απ’ ό,τι οι ναζί κατανοούσαν τον εαυτό τους»[42].

Το 1947 ο Μ.Χάιντεγκερ στέλνει στον Jean Beaufret την «Επιστολή για τον Ανθρωπισμό»[43]. Στο δοκίμιο αυτό περιέχονται ορισμένες σημαντικές σκέψεις όπως ότι η «γλώσσα είναι ο οίκος του Είναι. Ο άνθρωπος ζει κάτω από τη στέγη της. Οι στοχαστές και οι ποιητές είναι οι φύλακες αυτής της στέγης»[44] αλλά και «ο άνθρωπος είναι ο ποιμήν του Είναι»[45]. Η έλλειψη πατρίδας «που πρέπει να νοηθεί με αυτό τον τρόπο, συνίσταται στην εγκατάλειψη του Είναι από το όν. Είναι η ένδειξη της λήθης του Είναι. Εξαιτίας της παραμένει η αλήθεια του Είναι ανέγγιχτη από τη σκέψη»[46]. Όμως με αυτόν τον τρόπο συναντά την σκέψη του Μάρξ: « η έλλειψη πατρίδας γίνεται παγκόσμιο πεπρωμένο. Οφείλουμε επομένως να σκεφτούμε αυτό το πεπρωμένο οντολογικοϊστορικά. Ό,τι ο Marx, αφορμώμενος από τον Hegel, αναγνώρισε με ένα ουσιαστικό και σημαντικό τρόπο ως την αποξένωση του ανθρώπου, έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν έχει πατρίδα. Η έλλειψη αυτή προκαλείται από το πεπρωμένο του Είναι με τη μορφή της μεταφυσικής, εδραιώνεται μέσω της μεταφυσικής και συγχρόνως συγκαλύπτεται ως τέτοια από τη μεταφυσική. Επειδή ο Marx, βιώνοντας την αποξένωση, εισέρχεται σε μια ουσιώδη διάσταση της ιστορίας , γι’ αυτό η μαρξική αντίληψη της ιστορίας είναι ανώτερη από κάθε άλλη φιλοσοφία της ιστορίας»[47].

Αυτές δεν είναι παρά ορισμένες από τις σκέψεις του Μ.Χάιντεγκερ που μπορούν να τροφοδοτήσουν τον στοχασμό ώστε είναι ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται να πάψει να μας απασχολεί στο προβλεπτό μέλλον.

Το έργο του Ρ.Γουόλιν είναι μια τίμια και ολοκληρωμένη προσπάθεια να απαντηθεί η αινιγματική σχέση του Μ.Χάιντεγκερ με τον ναζισμό. Η παροδική ανάληψη για μερικούς μήνες του αξιώματος του πρύτανη του Φράιμπουργκ εν μέσω ναζιστικής κυριαρχίας δεν τεκμαίρει την ταύτιση του με το καθεστώς. Δεν υπήρξε αντισημίτης, ούτε αποδεχόταν τον βιολογικό ρατσισμό του ναζισμού. Ήταν κοντά στην «συντηρητική επανάσταση» των Ερνστ Γιούνγκερ, Ο.Σπένγκλερ, Κ.Σμίτ . Η μεταπολεμική γαλλική διανόηση με αριστερή κατεύθυνση φέρει την σφραγίδα της φιλοσοφίας του. Οπωσδήποτε συναντάται με την μαρξική –χεγκελιανή σκέψη της αποξένωσης σε μια διεισδυτική κριτική του δυτικού πολιτισμού, της τεχνικής, εργαλειακής ορθολογικότητας. Η άποψη του Μ.Α.Λεβύ ότι υπάρχει ένας αισιόδοξος Χάιντεγκερ που τον οδήγησε κοντά στον ναζισμό και ένας απαισιόδοξος Χάιντεγκερ που περιέχει ότι σημαντικό και ενδιαφέρον από το έργο του, είναι εύλογο και αποτυπώνει τον αντιφατικό χαρακτήρα του, διόλου σπάνιο άλλωστε σε πολλούς μεγάλους στοχαστές από τον Πλάτωνα, ως τον Νίτσε και τον Μάρξ.

Τελειώνοντας ας δούμε την ανάμνηση του Έλληνα μαθητή, του Κώστα Αξελού που επισφραγίζει την θετική του αποτίμηση από το δοκίμιο «ο Χάιντεγκερ και το πρόβλημα της φιλοσοφίας»:

«Στο 1955 περνούσα τις διακοπές των Χριστουγέννων με το Χάιντεγκερ στο Μέλανα Δρυμό. Κάναμε μεγάλους περιπάτους μέσα στα χιόνια και τ’ απογεύματα συζητούσαμε στο μικρό σαλέ του. Το τελευταίο βράδυ, του υπέβαλα ένα σύνολο ερωτημάτων σχετικών με το τι θα μπορούσε να συνεχίσει τη σκέψη του, ξεπερνώντας την, και ξεπερνώντας ταυτόχρονα την παραδοσιακή φιλοσοφία. Και, πράγμα μοναδικό, είδα έναν άνθρωπο, ένα μεγάλο στοχαστή, να υψώνεται πάνω απ’ την ίδια του τη σκέψη και να δίνει ένα ύψιστο μάθημα βαθιάς ταπεινότητας, να φέρνει μέχρι τη γλώσσα την ήττα που στέφει κάθε ανθρώπινο εγχείρημα, το ίδιο και τη δική του προσπάθεια, να υποδεικνύει τι μπορεί να την περιλάβει για να την ξεπεράσει, απαιτώντας να σταματήσει η φλυαρία περί του Είναι. Μέχρι τότε δεν είχα την ευκαιρία να συναντήσω παρά δασκάλους που πάντα ήθελαν να έχουν δίκιο και ήθελαν να επιβάλουν –δημοκρατικότατα είναι η αλήθεια- τη μικρή τους άποψη αποσιωπώντας κάθε επικίνδυνο θέμα, εμποδίζοντας να φανερωθεί ό,τι δεν τους άρεσε. Αντ’ αυτού, βρισκόμουν να συνδιαλέγομαι μ’ έναν άνθρωπο που γερνούσε και που ζητούσε από ένα νεότερο να μην τον επαναλάβει, αλλά να προσπαθήσει να σκεφθεί μέσα στη διάσταση της αλήθειας του Είναι, του ορίζοντα του Χρόνου και του ανοίγματος του Κόσμου, ανοιγόμενος διάπλατα στην τεχνική και στο μέλλον⸱ ήταν ένας άνθρωπος που ζητούσε να εγκαταλειφθεί η χρήση της χαϊντεγκεριανής γλώσσας, ένας στοχαστής που προσπαθούσε να δει τους στόχους μιας μέλλουσας σκέψης. Ήταν ένας στοχαστής κι ένας άνθρωπος που έκανε υποδείξεις ενόψη αυτού που πρέπει να πάει μακρύτερα από εκείνον, κάποιος που ήξερε πολλά για το πεπρωμένο που δένει με απόλυτα δεσμά την αλήθεια και την πλάνη, το φως και τα ερέβη, την παρουσία και την απουσία, αυτό που καλείται επιτυχία κι αυτό που ονομάζεται αποτυχία, και μιαν εμπειρία του είναι –μηδέν του όλου- τίποτα, σαν παιχνιδιού»[48].

[1]George Steiner, Χάιντεγκερ, μετάφραση Ασημίνα Καραβάντα, επιμέλεια Γκόλφω Μαγγίνη, εκδόσεις Πατάκη, σελ.221,222.
[2] Μ.Χάιντεγκερ, Φαινομενολογικές ερμηνείες στον Αριστοτέλη, μετάφραση Γ.Ηλιόπουλος, εισαγωγή-επιμέλεια-σημειώσεις Γκόλφω Μαγγίνη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009, σελ.264.
[3] Μ.Α.Λεβύ, Ο αιώνας του Σάρτρ (μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια, εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2004, σελ. 143
[4] Ό.π. σελ.147
[5] Ό.π.σελ.150.
[6]Ό.π. σελ.152.
[7] Ό.π. σελ.163.
[8] Ό.π.σελ.163,164.
[9] Ένας στοχαστής στο σύγχρονο κόσμο- ο Martin Heidegger για τη σχέση του με τον Ναζισμό- η συνέντευξη στον Spiegel, Μετάφραση,σχόλιο Κώστας Γεμενετζής, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1989, σελ. 29,30.
[10] Ό.π. σελ.29.
[11] Ό.π. σελ.30,31.
[12] Ό.π. σελ.42,43.
[13] Μ. Χάιντεγκερ, Εισαγωγή στη Μεταφυσική, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια-επιλεγόμενα Χρήστου Μαλεβίτση εκδόσεις Δωδώνη Αθήνα 1973
[14] Ό.π. σελ.231,232.
[15] Ένας στοχαστής στο σύγχρονο κόσμο- ο Martin Heidegger για τη σχέση του με τον Ναζισμό- η συνέντευξη στον Spiegel, Μετάφραση,σχόλιο Κώστας Γεμενετζής, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1989, σελ. 51.
[16] Ό.π. σελ.52.
[17] Ό.π. σελ.60.
[18] Μ.Χάιντεγκερ, Περί πολιτικής, περί αλήθειας, περί τεχνικής, εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Δημήτρης Τζωρτζόπουλος, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2011, σελ.13.
[19] Ό.π.σελ.126.
[20] Ρ.Γουόλιν, Τα παιδιά του Χάϊντεγκερ: Χ.Άρεντ, Κ.Λέβιτ,Χ.Γιόνας και Χ.Μαρκούζε, μετάφραση Μάνος Βασιλάκης, επιστημονική επιμέλεια Περικλής Βαλλιάνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019, σελ II.
[21] Ό.π. σελ.IIV.
[22] Ό.π.IXXII.
[23] Ό.π. σελ. 23.
[24] Ό.π.σελ.45.
[25] Ό.π.σελ.50.
[26] Ό.π. σελ.71.
[27] Ό.π. σελ.93.
[28] Ό. π. σελ.103.
[29] Ό.π. σελ. 109.
[30] Κ. Λέβιτ(Karl Lowith), Οι πολιτικές συνέπειες του υπαρξισμού του Χάιντεγκερ, μετάφραση Στέφανου Ροζάνη, εκδόσεις Έρασμος, Αθήνα 1991, σελ.26.
[31] Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες Διαθήκες-δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής,εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ.132.
[32] Ρ.Γουόλιν, Τα παιδιά του Χάϊντεγκερ: Χ.Άρεντ, Κ.Λέβιτ,Χ.Γιόνας και Χ.Μαρκούζε, μετάφραση Μάνος Βασιλάκης, επιστημονική επιμέλεια Περικλής Βαλλιάνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019, σελ 129.
[33] Ό.π. σελ.152.
[34] ό.π. σελ. 152.
[35] Ό.π. σελ.163.
[36] ό.π. σελ. 200.
[37] Ό.π. σελ.201.
[38] ό.π. σελ.204.
[39] ό.π. σελ.229,230.
[40] Στον σχετικό προβληματισμό συμβάλλουν δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Έρμα: Ernst Cassirer – Martin Heidegger: η διαμάχη στο Νταβός (μετάφραση-επίμετρο Χρήστος Μαρσέλλος) και Hannah Arendt : Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είναι ογδόντα χρονών (μετάφραση Στέφανος Ροζάνης, επίμετρο Αλέξανδρος Σχισμένος).
[41] Lucien Goldmann, Εισαγωγή στον Λούκατς και στον Χάιντεγκερ, μετάφραση Μανώλη Λαμπρίδη, εκδόσεις Έρασμος, β’ έκδοση, Αθήνα 2009.
[42] Ρ.Γουόλιν, Τα παιδιά του Χάϊντεγκερ: Χ.Άρεντ, Κ.Λέβιτ,Χ.Γιόνας και Χ.Μαρκούζε, μετάφραση Μάνος Βασιλάκης, επιστημονική επιμέλεια Περικλής Βαλλιάνος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2019, σελ 251..
[43] M. Heidegger, Επιστολή για τον Ανθρωπισμός, μετάφραση-εισαγωγή Γιώργου Ξηροπαϊδη, εκδόσεις Ροές, Αθήνα 1987.
[44] Ό.π. σελ.45.
[45] ό.π. σελ.89.
[46] ό.π. σελ.109.
[47] ό.π. σελ.111.
[48] Κώστας Αξελός, Προς την Πλανητική σκέψη, μετάφραση Λίλα Σκάμη, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1985, σελ.290,291.

koutroulis-spyros.blogspot.com

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.