Η μετεωρική άνοδος του Σαντάμ Χουσεΐν

του Σωτήρη Ρούσσου,*

Η πορεία του Σαντάμ Χουσεΐν στην προεδρία του Ιράκ στα μέσα Ιουλίου του 1979 ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών εξελίξεων στη χώρα που ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και σημαντικών αλλαγών στον περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων. Μέχρι περίπου το 1968 την κυριαρχία στην πολιτική είχαν ομάδες στρατιωτικών που με διαδοχικά πραξικοπήματα καταλάμβαναν την εξουσία, με πιο σημαντικά αυτό των Ελευθέρων Αξιωματικών (1958) με επικεφαλής τους Αμπντ αλ-Καρίμ αλ-Κάσεμ και Αμπντ αλ-Σαλάμ Αρεφ και αυτό του Φεβρουαρίου 1963, όταν ο Αρεφ ανέτρεψε τον Αλ-Κάσεμ. Το πραξικόπημα όμως στις 30 Ιουλίου 1968 που ανέτρεψε τον Αρεφ είχε καίρια σημασία για την πορεία του Ιράκ, καθώς σήμανε την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία του κόμματος Μπάαθ, που διήρκεσε μέχρι την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003. Το πραξικόπημα αυτό οργανώθηκε από αξιωματικούς που προέρχονταν από την περιοχή Ραμάντι, οι οποίοι είχαν σημαντικές θέσεις κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Αρεφ, αλλά στην πορεία έχασαν την εσωτερική μάχη εξουσίας από τους μπααθικούς αξιωματικούς. Οι συσσωματώσεις εντός του στρατού και εντός του Μπάαθ σε τοπικιστική ή συγγενική (φυλή – γένος) βάση ήταν χαρακτηριστικό των καθεστώτων όχι μόνο στο Ιράκ, αλλά και σε άλλες αραβικές χώρες (Συρία, Τυνησία κ.λπ.).

Οι γεωπολιτικές αλλαγές ενισχύουν το Μπάαθ

Στη δεκαετία του 1960 υπήρξε μια βαθιά πολιτική και οργανωτική ανασυγκρότηση του Μπάαθ. Το ιρακινό Μπάαθ δεν ήταν απλώς εργαλείο του καθεστώτος ή πολιτικό «κτήμα» της ομάδας των στρατιωτικών που καταλάμβανε την εξουσία. Απέκτησε αυτόνομη θεσμική λειτουργία και μετατράπηκε σε κόμμα «πρωτοπορίας» λίγων σχετικά μελών. Ακόμη και στο οργανωτικό του απόγειο, το 1978, δεν ξεπέρασε τα 50.000 μέλη, οργανωμένα σε ένα συμπαγές σχήμα σε πυρήνες, τομείς, κλαδικές και περιφερειακές οργανώσεις. Το 1970 κατάφερε να επιβάλει τη δική του θέση για το Σύνταγμα του Ιράκ, που ανακήρυσσε τη χώρα σε Λαϊκή Δημοκρατία αφοσιωμένη στον αραβικό σοσιαλισμό και στο Ισλάμ. Ο γενικός γραμματέας του, Αχμάντ Χασάν αλ-Μπακρ, έγινε το 1968 πρόεδρος, πρωθυπουργός και αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων του Ιράκ. Παρά τη ρητορική τους, η νέα γενιά στελεχών του ανασυγκροτημένου Μπάαθ έδινε λιγότερη έμφαση στην παναραβική, σοσιαλιστική ιδεολογία και περισσότερη στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς και στην ειδική σχέση με το Ισλάμ. Η συμμαχία με το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ δεν διήρκεσε για μεγάλο διάστημα. Τελικά η σύγκρουση του Κομμουνιστικού Κόμματος με το Μπάαθ οδήγησε στην πολιτική περιθωριοποίηση του πρώτου και στη φυσική εξόντωση πολλών σημαντικών στελεχών του με την ανοχή της ΕΣΣΔ.

Η επιρροή του Μπάαθ αυξήθηκε σημαντικά με την απόφαση για εθνικοποίηση του πετρελαϊκού πλούτου το 1972. Ειδικά στα τρία πρώτα χρόνια μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, τα έσοδα από το πετρέλαιο θα οκταπλασιαστούν. Το καθεστώς του Μπάαθ είχε πια τη δυνατότητα να προχωρήσει σε μεγάλα έργα υποδομών και κοινωνικής προστασίας και να εδραιώσει ένα ευρύ πελατειακό δίκτυο μέσα από τις θέσεις εργασίας στον δημόσιο τομέα. Οι εργαζόμενοι στον στενό δημόσιο τομέα αυξήθηκαν από 27.000 το 1957 σε 261.000 το 1973, ενώ το 1978 το 20% της εργατικής δύναμης 
απασχολείτο από το κράτος.

Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από σημαντικές αλλαγές στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Η ήττα των Αράβων και ειδικά της νασερικής Αιγύπτου στον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967 τραυμάτισε σοβαρά το κύρος και την επιρροή του παναραβικού νασερισμού στην περιοχή με αποτέλεσμα την ενίσχυση των τοπικών αραβικών εθνικισμών (συριακού, ιρακινού κ.ά.) και ενταφίασε σχέδια για ομοσπονδιακές ή συνομοσπονδιακές ενώσεις Αιγύπτου, Συρίας και Ιράκ. Η προσέγγιση Αιγύπτου – Ισραήλ και η μεταξύ τους συμφωνία ειρήνης του Καμπ Ντέιβιντ το 1978 επέτεινε την τάση αυτή και οδήγησε σε ad hoc συμμαχίες μεταξύ αραβικών κρατών που δεν είχαν κατ’ ανάγκη σχέση με την αραβοϊσραηλινή διαμάχη.

Σταδιακός έλεγχος κόμματος και κράτους

Στο ανωτέρω πλαίσιο συνέβη η μετεωρική άνοδος του Σαντάμ Χουσεΐν στην κορυφή του Μπάαθ και του κράτους του Ιράκ. Ο Σαντάμ γεννήθηκε το 1937 στο Τικρίτ του κεντρικού Ιράκ. Ηδη από το 1957 εντάχθηκε στο Μπάαθ και πήρε μέρος σε όλες τις απόπειρες του κόμματος να καταλάβει την εξουσία συγκρουόμενο με τους στρατιωτικούς το 1959 και το 1963. Η συμμετοχή αυτή του κόστισε αρκετά χρόνια εξορίας στην Αίγυπτο και στη Συρία και φυλακίσεων έως το 1968 και την οριστική κατάληψη της εξουσίας από το Μπάαθ. Είχε σπουδάσει νομικά στο Κάιρο και δεν είχε καμία σχέση με τον στρατό παρά τις στρατιωτικές στολές που συχνά φορούσε (ήταν στολές του παραστρατιωτικού Μπάαθ και όχι του τακτικού ιρακινού στρατού).

Οικογενειακά δίκτυα

Η έντονη και επιτυχημένη συμμετοχή του στη σύγκρουση και στις εκκαθαρίσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και στην άγρια καταστολή των κουρδικών εξεγέρσεων στη δεκαετία του 1970 τον ανέβασε στις υψηλές θέσεις στην Περιφερειακή Κεντρική Επιτροπή του Μπάαθ, το ανώτατο όργανο του κόμματος. Θα περιμένει όμως αρκετά χρόνια για να καταλάβει την εξουσία. Στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της δεκαετίας του 1970 προετοίμασε με μεγάλη προσοχή τη βάση υποστήριξής του στο κόμμα. Κατάφερε να χρησιμοποιήσει πόρους από τα άφθονα πετρελαϊκά έσοδα και να χτίσει το δικό του δίκτυο στηριζόμενος σε τέσσερις οικογένειες που όλες προέρχονταν από τη γενέτειρά του, το Τικρίτ, και είχαν καίριες θέσεις στο Μπάαθ και στον στρατό: τους Μπακρ, τους Αλ-Μετζίντ, τους Τάλφα και τους Ιμπραήμ. Πέρα όμως από τη συνηθισμένη αυτή στρατηγική, ο Σαντάμ Χουσεΐν χρησιμοποιούσε τους κρατικούς πόρους για να προσελκύσει στο δίκτυό του σημαντικούς και πολλά υποσχόμενους υποστηρικτές που δεν ανήκαν σε αυτές τις οικογένειες, διευρύνοντας αποφασιστικά τη βάση υποστήριξής του.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο Σαντάμ Χουσεΐν απέκτησε τον έλεγχο των μυστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών ασφαλείας του Ιράκ είτε απευθείας είτε μέσω των οικογενειακών δικτύων του και είχε έτσι τη δυνατότητα να εξουδετερώσει κάθε πιθανή εσωτερική απειλή για την κυριαρχία του και στον στρατό και στο Μπάαθ. Το 1976 ο Σαντάμ πέτυχε τον ορισμό του Τάχα Ραμαντάν αλ-Τζαζράουι, ενός μέλους του δικτύου του, στη θέση του αρχηγού του Λαϊκού Στρατού, ο οποίος μάλιστα διπλασιάστηκε. Από εκείνη τη στιγμή κανείς στο Μπάαθ δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τον Σαντάμ Χουσεΐν. Το 1977 ανέλαβε την ευθύνη του πετρελαϊκού τομέα εξασφαλίζοντας τον πλήρη έλεγχο του βασικού εθνικού εισοδήματος.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν με τον πρόεδρο του Ιράκ Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακρ, τον οποίο αντικατέστησε εξοντώνοντας στη συνέχεια όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Φωτ. ASSOCIATED PRESS
Ιανουάριος 1981. Ο Σαντάμ απευθύνει λόγο σε επίλεκτες δυνάμεις στο μέτωπο του πολέμου με το Ιράν. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Βάναυση καταστολή κάθε αντίδρασης και εκκαθαρίσεις

Το κίνημα διαμαρτυρίας και η εξέγερση των σιιτών του Ιράκ το 1977 και το 1979 έδωσαν στον Σαντάμ τη δυνατότητα να δείξει την ετοιμότητά του να καταστείλει με βαναυσότητα κάθε αντίσταση στο μπααθικό καθεστώς. Παράλληλα πρόσφερε την ευκαιρία να εξουδετερώσει ένα μεγάλο μέρος των αντιπάλων του στα υψηλά κλιμάκια του κόμματος και να τους αντικαταστήσει με ανθρώπους του δικτύου του. Για να ισορροπήσει την καταστολή εναντίον του σιιτικού Ισλάμ ο Σαντάμ στράφηκε προς το σουνιτικό Ισλάμ προωθώντας το πρότυπο του ευσεβούς μουσουλμάνου. Το 1978 έγινε ο αρχιτέκτονας μιας, απροσδόκητης για πολλούς, προσέγγισης του Ιράκ με τη Συρία. Αν και οι δύο χώρες και τα κόμματα Μπάαθ σε αυτές είχαν μια ανταγωνιστική σχέση, η έξοδος της Αιγύπτου από τον ενδοαραβικό περιφερειακό συσχετισμό τις οδήγησε σε στενή συνεργασία. 

Ιούνιος 1986. Το πορτρέτο του Ιρακινού ηγέτη ζωγραφισμένο σαν σκιάχτρο έξω από την πρεσβεία της Βρετανίας στη Βαγδάτη. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Σε αυτό το εσωτερικό και περιφερειακό πλαίσιο ο Σαντάμ Χουσεΐν έδωσε το τελειωτικό κτύπημα στον Αλ-Μπακρ. Στα μέσα Ιουλίου 1979 ο Αλ-Μπακρ ανακοίνωσε την παραίτησή του για λόγους υγείας και ο Σαντάμ ανέλαβε αμέσως την προεδρία. Λίγες μέρες αργότερα οι μυστικές υπηρεσίες ανακάλυψαν συνωμοσία εναντίον του καθεστώτος, στην οποία, σύμφωνα με τις κατηγορίες, συμμετείχαν όλοι οι πιθανοί εσωκομματικοί αντίπαλοι του Σαντάμ. Τους μετέφεραν σε μια μεγάλη αίθουσα στη Βαγδάτη όπου ο Σαντάμ διάβαζε τα ονόματα των «προδοτών», οι οποίοι μεταφέρονταν εκείνη τη στιγμή στον τόπο της εκτέλεσής τους. Την ίδια στιγμή ο Σαντάμ δάκρυζε για την προδοσία των πρώην συντρόφων καπνίζοντας ένα μεγάλο πούρο. Σε λίγους μήνες θα ξεκινούσε τον φονικότερο πόλεμο μεταξύ κρατών στη σύγχρονη ιστορία της Μέσης Ανατολής, εισβάλλοντας στο Ιράν της Ισλαμικής Επανάστασης.

9.8.1979. Τις εκτελέσεις των αντιπάλων του Σαντάμ Χουσεΐν προβάλλει η «Κ». 

* Ο κ. Σωτήρης Ρούσσος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών 
και Ισλαμικών Σπουδών. Το βιβλίο του «Επανάσταση και εξέγερση στη Μέση Ανατολή» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg.

Επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου 

kathimerini.gr

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *