Διαβάζοντας την Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (Μέρος Α’)

Αλέκος Παπαδόπουλος. Από το ιστολόγιο Οι Γραφές του αύριο

Μπροστά στον Καθρέφτη και τι είδε η Αλίκη εκεί
Διαβάζοντας την Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου

Η πρώτη φορά που έμαθα ότι υπάρχει ένα πολύτομο βιβλίο που λέγεται «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» πρέπει να ήταν όταν ήμουν 17 χρονών, πριν 25 χρόνια περίπου, γύρω στα 1985, λίγο μετά που είχε κυκλοφορήσει ο 10ος τόμος. Από τότε ήταν ένα από τα βιβλία που με παρενοχλούσε σε όχι αραιά χρονικά διαστήματα: πάρε με. διάβασέ με. ρούφηξέ με. μάθε με. Η ερωτική χροιά δεν μου είχε διαφύγει, ίσως γι αυτό αντιστεκόμουν τόσα χρόνια.

Αποφάσισα να ενδώσω τώρα (2010) που η εφημερίδα Το Βήμα αποφάσισε να επανεκδώσει σταδιακά ολόκληρο το έργο. Ίσως γιατί αυτή η περιοδικότητα βοηθά στο να μην το αντιμετωπίσω σαν έναν ογκόλιθο που θα πρέπει «κάποτε» να βρεθώ σε «κατάλληλη» διάθεση και να έχω τον «ανάλογο» χρόνο για να το διαβάσω από την αρχή  μέχρι το τέλος. Βοηθά στο να το κάνω κομμάτι της καθημερινότητάς μου για κάποιο χρονικό διάστημα, κεφάλαιο το κεφάλαιο, παράλληλα με τις άλλες δραστηριότητες της ζωής μου -μιας και έτσι το έγραψε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ως ένα έργο για να βαθύνει η ανάσα μας, κι όχι για να αποτραβηχτεί η διάνοιά μας: δεν είναι επιστημονικό σύγγραμμα,  έστω και μόνο γιατί δεν έχει υποσημειώσεις. Δεν  είναι εγκυκλοπαιδικό λεξικό -ο  συγγραφέας δεν συσσωρεύει και αποδελτιώνει πληροφορίες, αλλά ερμηνεύει, συνδέει, κρίνει και σχολιάζει, δηλαδή συνθέτει, και άρα τολμάει. Και το κάνει με μια αδιανόητα προσιτή γλώσσα -κάτι που με οδηγεί στο να ανασύρω με χαρά μια διάκριση που κανείς άλλος εκτός από μένα δεν φαίνεται να αποδέχεται: ο Π. Κανελλόπουλος γράφει ως φιλόσοφος και όχι ως διανοούμενος.

Πώς τα γνωρίζω όλα αυτά; Διάβασα ήδη τους πρόλογους του συγγραφέα και το 1ο κεφάλαιο, και τολμώ κι εγώ να προβλέψω. Αλλά επειδή ως συγγραφέας έχω την ανάγκη να εκτίθεμαι γράφοντας, κάθε κεφάλαιο της Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πνεύματος (είναι εκατοντάδες) θα γεννά μια ανάρτηση στο blog, και θα υπάρχει σελίδα που θα τα συγκεντρώνει όλα μαζί. ‘nough said. Και ιδού.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Οι μεταγενέστεροι πρόλογοι  -του 1966 και του 1976- είναι κυρίως ενημερωτικοί. Διαβάζω, αναμένω.  Είναι στον πρώτο πρόλογο του συγγραφέα (αυτόν που συνόδευε την έκδοση των  2 πρώτων τόμων,  το 1941 και 1947), όπου αρχίζουν οι ανατριχίλες: «Ο χρόνος στην ιστορία του πνεύματος είναι κάτι αλλιώτικο από τον χρόνο στην  ιστορία της πολιτικής ζωής, των πολέμων και των κοινωνικών θεσμών. Ο δεύτερος φθείρει· ο πρώτος διαιωνίζει». Διαισθάνομαι ότι αυτό που θα αντιμετωπίσω στις χιλιάδες σελίδες που θα ακολουθήσουν είναι μια καθαρότητα νοημάτων που στις μέρες μας θεωρείται αφελής. Γιατί τότε νιώθω ότι με ανακουφίζει; Λίγο παρακάτω, τα πράγματα χειροτερεύουν: «Μήπως δεν θα έπρεπε να επιχειρηθεί διόλου η συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου;  Υπεύθυνη για τη συγγραφή είναι η σύλληψή του· κι η σύλληψη έγινε μέσα μου σαν  ένα αίτημα πνευματικό και ηθικό· δεν μπορούσα λοιπόν να κάμω αλλιώς· το βιβλίο αυτό ήμουν αναγκασμένος να το γράψω«. Μου θύμισε φράση από ένα δοκίμιο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, «έτσι κάνω γιατί έτσι είμαι· έτσι είμαι γιατί έτσι μόνο μπορώ να είμαι» -να αποδέχεσαι τη φύση σου και να την κάνεις επιλογή, και άρα να αποδέχεσαι και  τις συνέπειες… Πώς είναι δυνατόν να νιώθω μια τέτοια ψυχολογική συγγένεια με έναν άνθρωπο που ήταν 65 χρονών όταν γεννήθηκα; Το ευρωπαϊκό πνεύμα θα φταίει.

Ο Π. Κανελλόπουλος αφήνει συνειδητά εκτός του βιβλίου του την ιστορία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, διότι «η Ελλάς βρίσκεται πριν από την Ευρώπη»«η έννοια της Ευρώπης προϋποθέτει την Ελλάδα» και «η Ευρώπη είναι ακριβώς ο καρπός της Ελλάδος». Ανησυχώ: θα έχω να αντιμετωπίσω στη συνέχεια έναν, ίσως ειλικρινή, ίσως ειρηνικό, αλλά ταυτόχρονα και εμετικό παροξυσμό προγονολατρείας σε αντίστιξη με ‘αυτούς τους τύπους που τρώγανε ακόμη βαλανίδια όταν εμείς είχαμε ήδη κουραστεί από τα μεγάλα και σπουδαία’; Ελπίζω όχι, αλλιώς το βιβλίο θα πάει απευθείας στην ανακύκλωση. Τώρα αρνούμαι να προβλέψω, και γυρνάω τη μοιραία σελίδα: Κεφάλαιο 1ο. Ένα ταξίδι 17 αιώνων, χωρίς επιστροφή.

1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ: Η  μετάβαση από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο στον  ευρωπαϊκό. Η σημασία της παρουσίας του Αυγουστίνου. Το κλασικό και το ρομαντικό στοιχείο  στην πνευματική ζωή.

«Η γένεση και η ουσία του ευρωπαϊκού κόσμου δεν μπορεί να γίνει νοητή, αν δεν την  αναγάγουμε στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, στη ρωμαϊκή πολιτειακή παράδοση και νομοθεσία, στον Χριστιανισμό και στο βάρβαρο και ακμαίο αίμα των λαών του Βορρά».

Στη συνέχεια ο Π. Κανελλόπουλος  θα προσπεράσει τη συμβολή των Ρωμαίων (που δεν αφορά τόσο την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή) και θα επικεντρωθεί στις άλλες τρεις συνισταμένες, τις εξής δύο: την αρχαία Ελλάδα που προσέφερε το λεγόμενο «κλασικό» στοιχείο, και τον «θαυμαστό συνδυασμό» του Χριστιανισμού και του Βορρά, που προσέφερε ότι ονομάζουμε «ρομαντικό» στοιχείο… Ανοίγουν οι πρώτοι λογαριασμοί που δεν ξέρω πώς και αν θα κλείσουν κάποια στιγμή αργότερα: αν η εκδοχή του χριστιανισμού που συνκαθόρισε το ευρωπαϊκό πνεύμα είναι αυτή που προήλθε από τη μίξη του με τους βόρειους λαούς της Ευρώπης, δεν είναι ειρωνικό το ότι ο τόπος που προσέφερε το άλλο θεμέλιο, η Ελλάδα, διατήρησε τον «άλλο» χριστιανισμό, αυτόν της Ανατολής; Και πώς διάβολο συνεισφέρει στο ευρωπαϊκό πνεύμα το Βυζάντιο (με το οποίο ασχολείται εκτενώς ο συγγραφέας στα επόμενα κεφάλαια); Cliff-hangers σε φιλοσοφικό σύγγραμμα –έχω να το ζήσω αυτό από την «Ιστορία της Τρέλας» του Φουκώ.

Ακολούθως ο συγγραφέας τολμά να συμπυκνώσει τη συνεισφορά της αρχαίας Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πνεύμα σε ένα και μοναδικό στοιχείο: «Οι Έλληνες πρώτοι στον κόσμο ανακάλυψαν τι θα πει ‘διάκριση’, δηλαδή ανακάλυψαν το φως». Άρα «φωτισμένο πνεύμα» είναι αυτό που μπορεί να «διακρίνει το καθετί από το καθετί». Μετά από πολλά χρόνια ο Π. Κανελλόπουλος με συμφιλιώνει με τη λέξη και την έννοια του φωτός: προτιμώ και θα προτιμώ τη νύχτα και το σκότος, αλλά πλέον όταν θα διαβάζω τη λέξη «φως» δεν θα με πιάνει αμέσως αλλεργία στη σκέψη όλων των εγκλημάτων που έχουν διαπραχθεί στο όνομά του (τουλάχιστον η νύχτα και το σκοτάδι δεν κρύβουν τις θηριώδεις προθέσεις τους). «Φως» δεν σημαίνει σοφία, καλλιέργεια, πνευματική ανωτερότητα: «φως» σημαίνει ορατότητα και άρα δυνατότητα διάκρισης και διαχωρισμού. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την έννοια του φωτός στον χώρο του πνεύματος με την ίδια ακριβώς έννοια που έχει και στη φύση.

Ησυχάζω από το άγχος του Προλόγου:  Ο συγγραφέας δεν θεωρεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες «όντας ανώτεροι έδωσαν τα φώτα» και άρα οι απόγονοί τους θα έπρεπε να συνεχίζουν να εισπράττουν πνευματικά δικαιώματα δύο χιλιάδες χρόνια μετά, αλλά έχει πλήρη επίγνωση της ιστορικής τυχαιότητας –που ακολούθως βέβαια γίνεται αναπόσπαστο παρελθόν: «H Ελλάς, αφού έτυχε μια φορά να ανατείλει, έγινε, σαν ανατολή και φως, κάτι το αναπότρεπτο για τον κάθε Ευρωπαίο».

Προφανώς, μέσα σ’ όλη αυτή την ενδοσκοπική αναμπουμπούλα δεν πολυ-καίγομαι για το –πειστικό– επιχείρημα ότι παρά τον φιλόσοφο Ιουστίνο, τον Κλήμη Αλεξανδρείας και τον Ωριγένη που προηγήθηκαν, είναι ο Άγιος Αυγουστίνος (Augustine of Hippo, 354-430) που πρέπει να θεωρηθεί ως «ο πρώτος Ευρωπαίος» : «μόνο με τον Αυγουστίνο βλέπουμε την προσωπικότητα του ανθρώπου να θραύεται, να μας το λέει μάλιστα ότι θραύεται· και για πρώτη φορά απευθύνεται στον άνθρωπο το αίτημα να ανασυνθέσει τα αντίθετα στοιχεία, τα σκόρπια κομμάτια του εαυτού του ή του κόσμου». Σιγά μην περίμενε ο Αυγουστίνος τον Χέγκελ και τον Φρόυντ.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Prove your humanity: 3   +   1   =