Μία ἀπὸ τὶς βασικὲς σύγχρονες ἑρμηνεῖες τῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς τοῦ Ἰουλιανοῦ εἶναι ὅτι, ὡς «χριστιανομαθημένος» πρώην Χριστιανός, μετέφερε τὴ χριστιανικὴ νοοτροπία στὸν «Παγανισμό», ὄχι μόνο μὲ ἵδρυση παγανιστικῆς «ἐκκλησίας» καὶ ἱεραρχίας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν φανατικὸ ζῆλο του. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς θρησκευτικῆς συμπεριφορᾶς του. Ἡ ἄλλη σχετίζεται μὲ τὴν ἀντιπαράθεση στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ Παγανισμοῦ μεταξὺ μιᾶς παραδοσιακῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν μαντικὴ καὶ τὴν ἀρχαία θρησκεία, ἀπὸ τὴ μία, καὶ τῆς ἀντίληψης ποὺ εἶχαν οἱ θεουργοὶ τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ καὶ ὁ Ἰουλιανός, ἀπὸ τὴν ἄλλη γιὰ τὰ ζητήματα αὐτά.
Γιάννης Ταχόπουλος – 13/09/2026
Ὅπως διηγεῖται ὁ Εὐνάπιος (Βίοι Φιλοσόφων καὶ Σοφιστῶν, 7.10-14), ὅταν ὁ Ἰουλιανὸς πῆρε τὴν ἐξουσία, ἔστειλε πρόσκληση σὲ δύο φιλοσόφους, τὸν Μάξιμο καὶ τὸν Χρυσάνθιο, νὰ ἔρθουν στὴν αὐλή του. Καὶ οἱ δύο συμβουλεύτηκαν τοὺς θεούς προτοῦ πᾶνε. Οἱ οἰωνοὶ ὅμως ἦταν πολὺ σκληροὶ καὶ φοβεροί, δηλαδὴ προέβλεψαν ἄσχημο τέλος γιὰ τὴν προσπάθεια τοῦ Ἰουλιανοῦ γιὰ ἀνόρθωση τῆς παλιᾶς λατρείας. Ὁ Χρυσάνθιος, ποὺ ἦταν τῆς παραδοσιακῆς παγανιστικῆς ἀντίληψης, εἶπε τότε στὸν Μάξιμο, ποὺ ἦταν ὁπαδὸς τῆς θεουργίας καὶ τῆς θαυματοποιίας, ὅτι ὄχι μόνο δὲν πρέπει νὰ πᾶνε στὸν Ἰουλιανό, ἀλλὰ καὶ νὰ κρυφτοῦν. Ὁ Μάξιμος τοῦ ἀποκρίθηκε: «εἶναι καθῆκον τῶν πρώτων Ἑλλήνων καὶ μάλιστα τῶν μορφωμένων νὰ μὴν ὑποχωροῦν στὶς πρῶτες δυσκολίες ποὺ θὰ συναντήσουν, ἀλλὰ νὰ ἐξαναγκάζουμε τὶς θεϊκὲς δυνάμεις, μέχρι νὰ ἐνδιαφερθοῦν γιὰ τὸν ὑπηρέτη τους», δηλαδὴ μέχρι οἱ θεοὶ νὰ δώσουν νέο, θετικό, χρησμό. Ὁ Εὐνάπιος ἐπεξηγεῖ ὅτι «ὁ Μάξιμος ἐπέμενε νὰ δοκιμάζει τὰ πάντα, ὡσότου πετύχαινε αὐτὰ ποὺ ἤθελε καὶ λαχταροῦσε».
Ὁ Ἰουλιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκστρατεία στὴν Περσία ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ διάρκειά της, ἀγνόησε ἐπανειλημμένα τὶς ἑρμηνεῖες τῶν παραδοσιακῶν, θεσμικῶν, μάντεων ὅσον ἀφορᾶ τὴ σπλαχνομαντεία, καὶ δεχόταν τὶς ἑρμηνεῖες τῶν θεουργῶν παγανιστῶν φιλοσόφων. Γιὰ παράδειγμα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκστρατεία, ἔλαβε χώρα ἕνας σεισμὸς στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὅπως γράφει ὁ Ἀμμιανὸς Μαρκελλίνος (23.1.7), «οἱ εἰδικοὶ [στὴν μαντική] ἀνακοίνωσαν ὅτι αὐτὸς δὲν καλὸς οἰωνὸς γιὰ κάποιον ποὺ σκόπευε νὰ εἰσβάλει σὲ ξένη χώρα. Ἔτσι, πρόσπάθησαν νὰ μετεπείσουν τὸν Ἰουλιανὸ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἄκαιρο ἐγχείρημά του […] Στὸν Ἰουλιανὸ ἀναφέρθηκε, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ γράμμα, ὅτι τὰ βιβλία τῆς Σίβυλλας τὰ ὁποῖα εἶχε διατάξει νὰ τὰ συμβουλευτοῦν, ἔδωσαν τὴν κατηγορηματικὴ ἀπάντηση ὅτι ὁ αὐτοκράτορας δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθει τῶν συνόρων φέτος». Ὁ Ἰουλιανὸς δὲν ἄκουσε τοὺς εἰδικούς.
Οἱ Ἐτροῦσκοι μάντεις (haruspices), γράφει παρακάτω ὁ Ἀμμιανός (23.5.10-14), «ποὺ συνόδευαν τοὺς ἄλλους εἰδικοὺς στοὺς οἰωνούς, βρίσκοντας ὅτι οἱ συχνὲς ἀπόπειρές τους νὰ σταματήσουν τὴν ἐκστρατεία εἶχαν ἀποτύχει, ἔφεραν μαζί τους τὰ ἐγχειρίδια τῆς μαντικῆς σὲ καιρὸ πολέμου καὶ κατέδειξαν ὅτι αὐτὸ τὸ σημάδι συνιστοῦσε ἀπαγόρευση τῆς εἰσβολῆς, ἀκόμη κι ἂν τὸ δίκαιο ἦταν μὲ τὸ μέρος του [Ἰουλιανοῦ]. Ἀλλὰ τὴν προειδοποίησή τους τὴ σνόμπαραν οἱ φιλόσοφοι, ποὺ τότε τοὺς εἶχαν σὲ μεγάλη ἐκτίμηση, ἂν καὶ κάποιες φορὲς οἱ ἴδιοι ἔσφαλλαν καὶ ἐπέμεναν σὲ ζητήματα γιὰ τὰ ὁποῖα γνώριζαν λίγα». Σὲ μιὰ ἀκόμη περίπτωση, οἱ θεουργοὶ φιλόσοφοι, τοὺς ὁποίους ἐκτιμοῦσε πολὺ ὁ Ἰουλιανὸς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς μεταστροφῆς του στὴν ἀρχαία λατρεία, ἑρμήνευσαν ἕνα νέο σημάδι, ἕνα σύννεφο ποὺ ἔκρυψε τὸ φῶς τῆς νύχτας, καὶ κατόπιν μιὰ ἀστραπὴ ποὺ σκότωσε ἕνα στρατιώτη ὀνόματι Ἰοβιανός (ἀπὸ τὸ Jupiter, τὸν λατινικὸ Δία) ὡς ἑξῆς: «Δὲν σήμαινε τίποτε ἡ λάμψη αυτῆς τῆς ἱερῆς φωτιᾶς ποὺ ξαφνικὰ ἐμφανίστηκε στὸν οὐρανό. Ἦταν ἁπλῶς ἡ πορεία μιᾶς ἰσχυρότερης μάζας ἀέρα ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν αἰθέρα ἐξαιτίας κάποιας δύναμης. Ἂν προμήνυε κάτι, ἦταν ἡ αὔξηση στὴν φήμη τοῦ αὐτοκράτορα καθὼς ξεκινοῦσε τὴν ἔνδοξη ἐκστρατεία του», εἶπαν. Ἀντίθετα, οἱ παραδοσιακοὶ ἑρμηνευτὲς τέτοιων σημείων ὅταν ἐρωτήθηκαν, «διακήρυξαν μὲ πεποίθηση ὅτι αὐτὸς ὁ οἰωνὸς ἐπίσης ἦταν κατὰ τῆς ἐκστρατείας. Ἡ ἀστραπὴ ἦταν τοῦ «συμβουλευτικοῦ» τύπου, τὸ ὄνομα ποὺ δίνουν σὲ οἰωνοὺς ποὺ εἴτε ἀπαγορεύουν εἴτε συνιστοῦν μιὰ συγκεκριμένη πορεία. Ἰδιαίτερη προσοχὴ πρέπει νὰ δοθεῖ γιατὶ ὁ φονευθεὶς στρατιώτης εἶχε ἕνα τόσο δοξασμένο ὄνομα, καὶ τὰ βιβλία τὰ σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τῶν ἀστραπῶν λὲν πὼς κανεὶς δὲν πρέπει νὰ κοιτᾶ ἢ νὰ προχωρᾶ σὲ μέρη ποὺ χτυπήθηκαν ἀπὸ κεραυνό».
Μία μέρα (Ἀμμιανὸς Μαρκελλίνος, 25.2.3-7) προτοῦ ὁ Ἰουλιανὸς φονευτεῖ, εἶδε μέσα στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας τὸν προστάτη-δαίμονα τοῦ ρωμαϊκοῦ λαοῦ (Genii publici) νὰ φεύγει λυπημένος καὶ καλυμμένος μὲ πέπλο. Λίγο μετὰ, εἶδε ἕνα πεφταστέρι. Τρομοκρατήθηκε μὲ τὴ σκέψη ὅτι τὸ ἄστρο τοῦ Ἄρη εἶχε ἐμφανιστεῖ μπροστά του μὲ αὐτὴ τὴν ἐμφανῶς ἀπειλητικὴ διάθεση. «Οἱ Ἐτροῦσκοι μάντεις ἐκλήθησαν βιαστικὰ πρὶν ἀπὸ τὰ χαράματα καὶ ρωτήθηκαν τί προμήνυε τὸ πρωτοφανὲς αὐτὸ ἄστρο. Ἀπάντησαν ὅτι μεγάλη προσοχὴ πρέπει νὰ δοθεῖ ὥστε νὰ ἀποφευχθεῖ ὁποιαδήποτε νέα ἐπιχείρηση πρὸς τὸ παρόν, γιατὶ αὐτὸ ἔλεγαν τὰ Ταρκίτια προφητικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα στὸ κεφάλαιο περὶ σημείων ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (de rebus divinis) ἀπαγορεύουν τὴν ἐμπλοκὴ σὲ μάχη ἢ κάθε παρόμοια ἐνέργεια ὅταν ἕνα πύρινο ἀντικείμενο φανεῖ στὸν οὐρανό. Ὁ Ἰουλιανὸς δὲν ἔδωσε σημασία σὲ αὐτὸ ὅπως καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες προειδοποιήσεις, ἀλλὰ οἱ μάντεις τὸν ἱκέτευσαν τουλάχιστον νὰ ἀναβάλει τὴν ἀναχώρησή του γιὰ μερικὲς ὧρες. Δὲν ἀπέσπασαν οὔτε γι’ αὐτὸ τὴ συγκατάθεσή του, μιὰ ποὺ ὁ αὐτοκράτορας ἦταν ἐνάντιος σὲ ὅλη τὴν ἐπιστήμη (scienti) τῆς μαντικῆς», γράφει ὁ Ἀμμιανός.
Ἡ ἀντιπαράθεση αὐτὴ μεταξὺ παραδοσιακῆς παγανιστικῆς θρησκείας καὶ παγανιστικῆς θεουργικῆς θρησκείας εἶχε ξεκινήσει μιὰ-δυὸ γενιὲς πρίν, ὅταν ὁ παγανιστὴς Πορφύριος (σφοδρὸς πολέμιος τῶν Χριστιανῶν) εἶχε τσακωθεῖ μὲ τὸν παγανιστὴ Ἰάμβλιχο σχετικὰ μὲ τὸ ρόλο τῶν θεουργικῶν τελετῶν στὴν φιλοσοφικὴ πρόοδο τοῦ ἀτόμου. Ἀπὸ τὴ σύγκρουση ἐκείνη ἔχουμε σήμερα τὸ Περὶ Μυστηρίων, τοῦ δεύτερου, μιὰ σφοδρὴ ἀπάντηση στὶς ἀπόψεις τοῦ Πορφύριου. Ὁ Ἰουλιανὸς (ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πρίσκο) καὶ ὁ κύκλος του θεωροῦσαν τὸν Ἰάμβλιχο τρίτο σὲ ἀξία μετὰ τὸν Πυθαγόρα καὶ τὸν Πλάτωνα.
Τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς σπαρασσόταν ἀπὸ τὴ διαμάχη μεταξὺ τῶν ὑποστηρικτῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων τῆς Συνόδου τῆς Νίκαιας, ὁ Παγανισμὸς σπαρασσόταν ἀπὸ τὴν ἐμφύλια διαμάχη μεταξὺ τῶν Παγανιστῶν ποὺ φρονοῦσαν τὰ παραδοσιακά, ὅπως γιὰ παράδειγμα τὴν ἀποδοχὴ τῶν βιβλίων τῆς Σίβυλλας καὶ τῶν Ταρκίτιων βιβλίων, καὶ τῶν Παγανιστῶν ποὺ υἱοθετοῦσαν τὴ θεουργία ὡς τρόπο «ἐξαναγκασμοῦ τῶν θεῶν». Ὁ Ἀμμιανὸς Μαρκελλίνος γράφοντας μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰουλιανοῦ παίρνει τὸ μέρος τῶν πρώτων, ἐμμέσως πλὴν σαφῶς, καὶ ἐμμέσως πάλι ἀποδίδει τὴν καταστροφὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ στὴν περιφρόνηση ἐκ μέρους του τῆς παραδεδομένης παγανιστικῆς ἀντιμετώπισης τῶν σημείων τῶν θεῶν, τὴν ὁποία ἐξέφραζαν οἱ Ἐτροῦσκοι μάντεις. Ἴσως ἡ ἐποχὴ γιὰ τὴν ὁποία κάνουμε λόγο ἀντὶ γιὰ χαρακτηριστεῖ ἐποχὴ πρωτίστως ἢ μόνο τῆς σύγκρουσης Χριστιανισμοῦ καὶ παραδοσιακῆς λατρείας, ὅπως γίνεται, θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἐποχὴ δύο παράλληλων ἐμφυλίων στὸ ἐσωτερικὸ καθεμιᾶς θρησκείας, μιὰ ἐποχὴ πολέμου ὅλων μὲ ὅλους.






