Η γλώσσα ως έρως

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος για το in.gr – 10/06/2022

Εχω στη διάθεσή μου μια έξοχη ανθολόγηση των ποιημάτων του Εγγονόπουλου, μια διεισδυτική ανάγνωση της ποίησής του από τον ποιητή και ψυχίατρο Θανάση Χατζόπουλο, μια επίσης σημαντική φωνή της σύγχρονης ποίησής μας.

Οταν η κυβέρνηση Ελευθέριου Βενιζέλου διόρισε γενικό γραμματέα του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Κωστή Παλαμά, μετά το τέλος της ορκωμοσίας του ο τότε πρύτανης (απαξιώ να αναφέρω και το όνομά του) του είπε: «Συγχαρητήρια, κύριε Παλαμά. Τώρα, μετά την επίσημη κρατική θέση που κατέχετε, καλό θα είναι να πάψετε να γράφετε και ποιήματα»!

Μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη, όπου συχνά, αν ένας συνομήλικος σοβάρευε λιγάκι τη συζήτηση ή χρησιμοποιούσε μια γλώσσα ή μια λέξη που ξεπερνούσε το χιούμορ ή την πλάκα της παρέας, άκουγε τη φράση «μας φλόμωσες, ρε ποιητή»!

Πριν από περίπου 60 χρόνια, μετά τον Στρατό, είχα διοριστεί ως φιλόλογος στο Δημόσιο και με απόσπαση πήγα να διδάξω σε ένα γυμνάσιο στου Ζωγράφου. Μου ανέθεσαν τα Νέα Ελληνικά ανάμεσα στα άλλα μαθήματα. Ηταν ο μήνας και η χρονιά που ο Σεφέρης τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας (1963). Περιχαρής εκείνο το πρωί που ακούσαμε την είδηση, μπήκα σε μια τάξη εφήβων με τα Απαντα του ποιητή στο χέρι. Ανήγγειλα το γεγονός και άρχισα να διαβάζω μερικά από τα πρώτα ποιήματα του ποιητή. Η τάξη, εκτός από θόρυβο, στην πλειονότητά της γελούσε και άκουγα μέσα στα γέλια τη φράση «τι είν’ αυτά;». Για μία και μόνο στιγμή έπεσε σιωπή, όταν τους διάβασα την «Αρνηση», το γνωστό από τη μελοποίηση του Θεοδωράκη «Στο περιγιάλι το κρυφό». Κοιτάζονταν έκπληκτοι και θα πήγαινε ο νους τους σε ραντεβού με τις κοπέλες τους (όταν είπα έφηβοι, γύρω στα 17). Είχαν σιγοτραγουδήσει το τραγούδι που έπαιζαν τα μεγάφωνα στις ταβέρνες της Πλάκας. Τότε φάνηκε πως άρχισαν να προσέχουν ό,τι διάβαζα.

Αν αναφέρομαι σε αυτό το προσωπικό πνευματικό γεγονός, είναι γιατί μεγαλώσαμε σε μια εποχή, και δυστυχώς σε μια εκπαίδευση, που αγνοούσε και ως εκ τούτου αποστρεφόταν κυρίως τη μοντέρνα ποίηση. Είναι η εποχή που είχε γίνει νούμερο στην επιθεώρηση η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου και που έγινε αφορμή να μπει σε διαθεσιμότητα από καθηγητής Ζωγραφικής στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Είναι η εποχή, λίγα χρόνια μετά, που, όταν ήμουν καθηγητής στο Κρανίδι, ο γυμνασιάρχης, σε μια έξοδο με συναδέλφους σε ταβέρνα, αν και φιλόλογος, δήλωσε: «Ποίηση χωρίς ομοιοκαταληξία δεν είναι ποίηση»!

Είχα έναν φωτισμένο φιλόλογο πατέρα και είχα την τύχη να βρω, μαθητής ακόμη στην επαρχία, στη βιβλιοθήκη μας τη συλλογή του Εγγονόπουλου «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Είχα εκπλαγεί, αλλά με την επανάληψη της προσέγγισης των ποιημάτων είχα εκστασιαστεί για την απογείωση της γλώσσας σε χώρους έξω από τη συνήθεια της καθημερινότητας, αλλά και της ποιητικής παράδοσης. Πράγματι, αν στο σχολείο διδασκόσουν τον Πολέμη, τον Δροσίνη, αλλά και τον «Δωδεκάλογο του Γύφτου» του Παλαμά, ήταν δύσκολο να βαδίσεις ένα μονοπάτι που περνούσε από δύσβατες περιοχές και της γλώσσας, αλλά και της άλλης πραγματικότητας, για να θυμηθώ τον τίτλο μιας άλλης συλλογής: «Αυτή η πραγματικότητα και η άλλη»!

Η γνωριμία μου με την ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου έγινε πριν πληροφορηθώ για τον υπερρεαλισμό, και μάλιστα σε μια εποχή που ο υπερρεαλισμός ήταν νούμερο με τρελούς στην επιθεώρηση και στο λαϊκό σινεμά. Εγινε διάσημος ο φίλος Γιώργος Μιχαλακόπουλος, νέος τότε ηθοποιός, που γελοιοποιούσε στην ταινία «Ξύπνα, Βασίλη» έναν «μοντέρνο», αλλά ψώνιο ποιητή! Τον περίφημο Φανφάρα!

Πέρασαν πολλά χρόνια έκτοτε και νομίζω πως τώρα, ακόμη και στην εκ παραδόσεως συντηρητική εκπαίδευση, και κυρίως των συναδέλφων φιλολόγων, ποιητές όπως ο Εμπειρίκος, ο Σαχτούρης, ο Εγγονόπουλος όχι μόνο άνοιξαν τους ποιητικούς ορίζοντες των νέων παιδιών, αλλά νομιμοποίησαν και ως θέματα προς διαγωνισμό στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Ωριμάζουμε, παρ’ όλ’ αυτά μια μεγάλη ομάδα και εκπαιδευτικών και των δύστυχων μαθητών ή αγνοούν ή, το χειρότερο, αποστρέφονται την υπερρεαλιστική ποίηση, παρόλο που με τον πρώιμο Ελύτη πήρε το Νομπέλ.

Εχω στη διάθεσή μου μια έξοχη ανθολόγηση των ποιημάτων του Εγγονόπουλου, μια διεισδυτική ανάγνωση της ποίησής του από τον ποιητή και ψυχίατρο Θανάση Χατζόπουλο, μια επίσης σημαντική φωνή της σύγχρονης ποίησής μας. Στις εκδόσεις Υψιλον, με τον τίτλο «Οι φωταψίες του έρωτα», ο Χατζόπουλος ανθολογεί τα ερωτικά ποιήματα του Εγγονόπουλου που τώρα, συγκεντρωμένα σε αυτόν τον στίχο, εκπλήττουν για το πόσο βαθιά ερωτικός ήταν ο σπουδαίος εκείνος μάστορας του νεοελληνικού λόγου.

Η μεγάλη ποίηση είναι πανήγυρις της γλώσσας, γι’ αυτό είναι δύσκολο να μεταγγιστεί σε άλλη γλώσσα. Τελειώνω αυτό το θαυμαστικό αφιέρωμα στον Εγγονόπουλο με πράγματι αμετάφραστους στίχους και ως εκ τούτου βαθιά ελληνικούς: «Κύριε, τι οδυνηρό, τι φοβερό, τι μέγα πρόβλημα! Αραγες να ζηλεύουν οι θεοί; Δηλαδή, όχι αν οι θεοί ζηλεύουν ή δεν ζηλεύουν, αλλά αν «οι θεοί ζηλεύουν» ή «οι θεοί ζουλεύουν»»!

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *