Απόσπασμα από την ανακοίνωση του Πολυχρόνη Καρσαμπά στο πλαίσιο του 2ου Επιστημονικού Συμποσίου της «Ακαδημίας Κοσμοσυστημικής Γνωσιολογίας» που διεξήχθη 9-10 Δεκεμβρίου 2022 στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασός»
Ολόκληρη την ανακοίνωση του κ. Καρσαμπά μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΤΟΛΗ ΚΑΙ Η «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ»
Μετά από μήνυση δύο πολιτών για την διάπραξη των αδικημάτων της εσχάτης προδοσίας (άρθ. 134 του Ποινικού Κώδικα) και κατάχρησης εξουσίας (άρθ. 239 του Ποινικού Κώδικα), εναντίον όλων των επανεκλεγέντων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, που είχαν κυρώσει στις 25 Ιανουαρίου του 2019 στη Βουλή τη Συμφωνία των Πρεσπών και συγκεκριμένα εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, του πρώην Υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Κατρούγκαλου και πενήντα δύο εν ενεργεία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ο αρμόδιος εισαγγελέας, όπως όφειλε να πράξει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 86 του Συντάγματος, διαβίβασε την υπόθεση στην Βουλή, αφού σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 86 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για την διάπραξη ποινικών αδικημάτων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται, χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής, η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου».
Η υπόθεση εισήλθε προς συζήτηση και λήψη απόφασης κατά την συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής της 27ης Μαΐου 2020.
Οι εν λόγω αιτήσεις άρσης της βουλευτικής ασυλίας απορρίφθηκαν κατά πλειοψηφία και με 207 ψήφους στην Ολομέλεια της Βουλής, και συγκεκριμένα με τις ψήφους των βουλευτών από ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ και ΜεΡΑ25. Ειδικότερα, σε σύνολο 219 παρόντων βουλευτών, κατά της άρσης ασυλίας ψήφισαν 207 βουλευτές, ενώ 11 βουλευτές τάχθηκαν υπέρ και ένας δήλωσε «παρών».
Όλα τα κόμματα, πλην της Ελληνικής Λύσης, συμφώνησαν επίσης, κατά παράβαση των ορισμών του άρθρου 86 του Συντάγματος, ότι η εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν έπρεπε να στείλει στη Βουλή τη δικογραφία, αλλά να τη θέσει στο αρχείο, καθώς το θέμα είναι πολιτικό και όχι νομικό και αφορά την ελεύθερη γνώμη, έκφραση και ψήφο του βουλευτή, όπως προσδιορίζεται από το άρθρο 61 του Συντάγματος που φέρει τον τίτλο «Ανεύθυνο των Βουλευτών».
Κατά την συνεδρίαση αυτή ο Πρόεδρος της Βουλής Κ. Τασούλας, επί της διαβιβάσεως της υποθέσεως στη Βουλή δήλωσε τα εξής:
| «Έπρεπε η μήνυση να μην έρθει στην Ολομέλεια. Όχι γιατί έπρεπε να το λύσει η επιτροπή Δεοντολογίας, αλλά όφειλε να το λύσει η Δικαιοσύνη. Υπάρχει μια φράση στο Σύνταγμα που λέει ότι ο Άρειος Πάγος πριν διαβιβάσει τον φάκελο επιτελεί ένα είδος ελέγχου. Ο έλεγχος αυτός προφανώς δεν είναι επί της καλλιγραφίας των μηνύσεων. Είναι στοιχειώδης έλεγχος με τα νομικά επιχειρήματα που ευλόγως ακούστηκαν για το απαράδεκτο της εγκλήσεως. Αυτό έπρεπε να γίνει σε προγενέστερο στάδιο από την εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Πρέπει να σας πω ότι είμαστε στο ξεκίνημα της συζητήσεως για την αξιοποίηση του ελέγχου αυτού». |
Επίσης η απόφαση περί απόρριψης των αιτήσεων άρσης ασυλίας των 54 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, βασίστηκε στο άρθρο 61 §§1,2 του Συντάγματος, που φέρει το τίτλο «Ανεύθυνο των βουλευτών», στο οποίο ορίζεται ότι:
1. O βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.
2. O βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά το νόμο, ύστερα από άδεια της Bουλής. Aρμόδιο για την εκδίκαση είναι το Eφετείο. H άδεια θεωρείται ότι οριστικά δε δόθηκε, αν η Bουλή δεν αποφανθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Bουλής. Aν η Bουλή αρνηθεί να δώσει την άδεια ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη».
Εν προκειμένω ο Πρόεδρος της Βουλής Κ. Τασούλας, επί της απόρριψης των αιτήσεων άρσης της Βουλευτικής ασυλίας των 54 βουλευτών και του είδους της εντολής που λαμβάνουν οι βουλευτές εκλεγόμενοι δήλωσε τα εξής :
| «Η εντολή που λαμβάνουν οι βουλευτές δεν είναι επιτακτική από τους ψηφοφόρους. Είναι ελεύθερη εντολή. Αυτό σημαίνει ότι δεν παίρνει ο ψηφοφόρος το πρόγραμμα ενός κόμματος και λέξη προς λέξη του λέει να το υλοποιήσει. Εμπιστεύεται όχι μόνο το πρόγραμμα αλλά και την κρίση του προσώπου. Αυτή την τεράστια κρίση μην την βλέπετε με την έννοια του μαρτυρίου, αλλά της γοητείας, που προϋποθέτει βάσανο για το τι θα ψηφίσουμε. Αν το κατανοήσουμε τότε θα αποφύγουμε τις μηνύσεις . Δεν λύνονται με μηνύσεις τα πολιτικά ζητήματα. Λύνονται πολιτικά με πολιτικό κριτή τον ελληνικό λαό». |
Η πρακτική αυτή της ελεύθερης – μη δεσμευτικής εντολής προς τους αντιπροσώπους και της μεθάρμοσης της έννοιας της αντιπροσώπευσης θα εφευρεθεί από τους Ευρωπαίους απολυτάρχες (κοσμικούς και εκκλησιαστικούς)τον 13ο αιώνα, ενώ η σύμπασα η Ευρώπη βρίσκεται υπό δεσποτικό καθεστώς, είτε ιδιωτικής, είτε κρατικής δεσποτείας, προκειμένου να υποσκάψουν και αλλοιώσουν την έννοια της αντιπροσώπευσης και να αποδεσμευθούν από την ανάγκη έγκρισης της κρατικής πολιτικής και φορολογίας από τις αναδυθείσες αυτόνομες πόλεις/κράτη-Δήμουςκαι τις αποφάσεις των συνελεύσεών τους που λαμβάνονταν δημοκρατικά. Η απολυταρχική αυτή «εφεύρεση», που έμελε να αποτελέσει ένα από τα ουσιώδη θεμέλια του νεοτερικού πολιτεύματος, βασιζόταν στην αρχή που είχε διακηρύξει το 227 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αλέξανδρος Σεβήρος εν σχέσει με την αντιπροσώπευση, ότι δηλαδή εάν στην σχέση αντιπροσώπευσης ο αντιπρόσωπος είχε λάβει πλήρη αντιπροσωπευτική εντολή (plenampotestasagendi), αποδεσμευόταν από την σχέση εντολέως-εντολοδόχου και την δεσμευτικότητα της εντολής του εντολέας του, καθόριζε ο ίδιος το περιεχόμενο της εντολής καθιστάμενος ο ίδιος εντολέας και εντολοδόχος ταυτόχρονα και ως εκ τούτου δεν έφερε καμία ευθύνη για την διαχείριση της εντολής, ακόμα και εάν αυτή ήταν επιβλαβής για τον εντολέα!
Την πλήρη αντιπροσωπευτική εντολή (plenampotestasagendi) θα καθιερώσουν σταδιακά και τμηματικά οι απολυτάρχες μετά τον 13ο αιώνα, ενώ αυτή θα απογειωθεί στο κοινοβουλευτικό σύστημα της Αγγλίας, όπου οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι είχαν το ελεύθερο να νομοθετούν κατά το δοκούν, ενώ οι εκλογείς, μετά το πέρας της θητείας τους, έπρεπε να αποφασίσουν εάν θα τους επανεκλέξουν!! Αυτή είναι η Βρετανική «κοινοβουλευτική» κληρονομιά στο νεοτερικό πολίτευμα.
Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι το δικαίωμα της κοινωνίας να εκλέγει ανά τετραετία τους «αντιπροσώπους» της, με ελεύθερη – μη δεσμευτική εντολή, θεωρείται από τους συνταγματιστές – πολιτειολόγους της νεοτερικότητας, ως η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δημοκρατικών και μη δημοκρατικών πολιτευμάτων.
Τι είδους Αντιπροσώπευση όμως είναι αυτή που επαγγέλλεται το νεοτερικό πολίτευμα , όταν η κοινωνία δίνει «ελεύθερη» εντολή προς τους αντιπροσώπους της, οι οποίοι καθορίζουν οι ίδιοι το περιεχόμενο της εντολής και τους οποίους ο εντολέας δεν έχει την εξουσία ούτε να ελέγξει, ούτε να ανακαλέσει, πολλώ δε μάλλον να οδηγήσει στην δικαιοσύνη και να τους τιμωρήσει, ακόμα και όταν βλάπτουν τους εντολείς τους;
Και τι είδους «Δημοκρατία» είναι αυτή που επαγγέλλεται το νεοτερικό πολίτευμα, όταν ο πολίτης είναι υπήκοος, όταν η κοινωνία είναι θεσμικά εκτός πολιτικού συστήματος και δεν μετέχει σ’ αυτό, κατέχοντας της θέση του «ιδιώτη», , η οποία (κοινωνία) καλείται ανά τετραετία να εκλέξει τον «μονάρχη» της, είτε ως πρόεδρο, είτε ως πρωθυπουργό, και το συμβούλιό του-κοινοβούλιο, παρέχοντάς τους «ελεύθερη» εντολή»;
Τι είδους Δημοκρατία είναι αυτή, όταν ο εκλεγμένος μονάρχης ασκεί, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, και τις τρεις εξουσίες, την νομοθετική, διαθέτοντας την πλειοψηφία του κοινοβουλίου, την εκτελεστική συγκροτώντας την κυβέρνηση, και την δικαστική, καθορίζοντας την νομοθεσία και διορίζοντας την ηγεσία της δικαιοσύνης;
Τέλος , τί είδους Δημοκρατία είναι αυτή όταν ο εκλεγμένος μονάρχης, αποτελεί τον κάτοχο του πολιτικού συστήματος, μέσω της κατοχής του νομικού πλάσματος, που αποκαλείται κράτος;
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ «ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΝΗΣ» ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΣΤΟ ΝΕΩΤΕΡΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ
Η ειδική ρύθμιση περί «Ευθύνης Υπουργών» αποτελεί συνταγματική πρόβλεψη όλων ανεξαιρέτως των Ελληνικών Συνταγμάτων από το 1844 έως σήμερα και σε πρώιμη μορφή από το 1822 έως το 1844, με την ίδια πάνω – κάτω νομοτυπική μορφή.
Στόχος (ratio) της ειδικής αυτής Συνταγματικής πρόβλεψης και του ειδικού καθεστώτος που θεσπίστηκε για την περίοδο άσκησης υπουργικών καθηκόντων, κατά παράβαση της αρχής της ισότητάς και του κράτους δικαίου, φέρεται να είναι η προστασίας της υπουργικής λειτουργίας, από την υπαγωγή στην κοινή ποινική δικαιοδοσία, ώστε να αφεθούν απερίσπαστοι οι υπουργοί, κατά την διάρκεια της θητείας τους, να ασκούν τα καθήκοντά τους και να μην κινδυνεύουν να βρίσκονται διαρκώς κατηγορούμενοι και να εγκαταλείπουν τα υπουργικά τους καθήκοντα (ή να διστάζουν να τα ασκήσουν),παρουσιαζόμενοι ως κατηγορούμενοι στις ανακριτικές διαδικασίες και στα κοινά ποινικά δικαστήρια, προκειμένου να αμυνθούν κατά των ποινικών διαδικασιών, που εκκρεμούν εις βάρους τους.
Αφετέρου, δια της ειδικής αυτής συνταγματικής πρόβλεψης, αποτρέπεται ο κίνδυνος της εργαλειοποίησης της ποινικής διαδικασίας από την εκάστοτε αντιπολίτευση σε βάρος του κυβερνώντος κόμματος για επίτευξη των πολιτικών της στόχων και την αποδόμηση – απονομιμοποίηση, τόσο του κυβερνώντος κόμματος, όσο και του ίδιου του πολιτικού συστήματος.
Στο πλαίσιο της επίτευξης των ανωτέρω στόχων μάλιστα το εύρος των πράξεων που περιλαμβάνει το ειδικό καθεστώς περί «Ευθύνης Υπουργών», δεν περιορίζεται μόνο στις πράξεις, που συνδέονται με την άσκηση των καθηκόντων του Υπουργού, αλλά διευρύνθηκε, ώστε να καταλαμβάνει κάθε πράξη, υπαγόμενη ή μη στην υπουργική λειτουργία,που διαπράχθηκε στην χρονική περίοδο της άσκησης των υπουργικών καθηκόντων.
Έτσι,υπάγονται στο ειδικό καθεστώς, ακόμα και ποινικά κολάσιμες πράξεις που διαπράχθηκαν από Υπουργούςεπ’ ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων τους, όπως η παθητική δωροδοκία υπουργού προκειμένου να χορηγηθεί μια διοικητική άδεια, η πλαστογραφία εκ μέρους του προκειμένου να αφαιρέσει από κατάλογο προσώπων που έπρεπε να διαβιβάσει στον εισαγγελέα συγγενικό του πρόσωποκαι η παράβαση καθήκοντος, όταν σκόπιμα παραβιάζει έναν νόμο προκειμένου να ευνοήσει κάποιον ή κάποια ομάδα οργανωμένων συμφερόντων.
Το ειδικό αυτό καθεστώς «Υπουργικής Ασυλίας» έχει τρία βασικά χαρακτηριστικά:
1.Την συντομότατη παραγραφή της ποινικά κολάσιμης πράξης, της οποίας η διάρκεια μπορεί να περιοριστεί, περιοριζόμενη από «τυχαία γεγονότα» και σε μερικές εβδομάδες, γεγονός το οποίο έχει οδηγήσει ακόμα και σε πρόωρη διάλυση της Βουλής, με επίκληση ανύπαρκτων «Εθνικών Θεμάτων» και επανάληψη εκλογών, προκειμένου το «Υπουργικό Έργο» της προηγούμενης κοινοβουλευτικής περιόδου να υποπέσει σε παραγραφή.
2.Την άσκηση της ποινικής δίωξης, από πολιτικό όργανο, την Βουλή, και όχι από εισαγγελέα δικαστικό λειτουργό, η δε απόφαση της Βουλής να μην ασκήσει δίωξη, δεν υπόκειται σε έλεγχο από Ελληνικό δικαστήριο.
3.Η διάγνωση της ενοχής του κατηγορουμένου και η τιμωρία του έχουν ανατεθεί σε Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται αμιγώς από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.
Τέλος με την Συνταγματική αναθεώρηση του 2001 η σχετική ρύθμιση του Συντάγματος του 1975 έγινε από πολλές πλευρές αυστηρότερη.
Διπλασιάστηκε ο χρόνος μέσα στον οποίο μπορεί να επιληφθεί η Βουλή. Μέχρι το 2001 ο χρόνος αυτός ήταν η πρώτη σύνοδος της κοινοβουλευτικής περιόδου που ακολουθεί την τέλεση της πράξης. Τώρα ο χρόνος αυτός εκτείνεται μέχρι το τέλος της Β΄ τακτικής συνόδου.
Η Βουλή περιορίζεται τώρα στη διενέργεια προκαταρτικής εξέτασης, ενώ η ανάκριση και κυρίως η παραπομπή στο ακροατήριο ανατίθεται σε πενταμελές δικαστικό συμβούλιο, ενώ έως το 2001 αυτό γίνονταν με από προανακριτική επιτροπή της Βουλής και με απόφαση της Βουλής αντίστοιχα.
Ρυθμίστηκε η μεταχείριση των συμμέτοχων, έτσι ώστε αυτοί να μην μπορούν να διαφύγουν από τη δικαιοδοσία της κοινής ποινικής δικαιοσύνης.
Καταργήθηκαν οι κατήγοροι βουλευτές και η εισαγγελική αρμοδιότητα ανατέθηκε σε μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται.
Όλα αυτά υπερψηφίστηκαν το 2001 από τους 268 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Όταν όμως δύο χρόνια αργότερα ήλθε ο εκτελεστικός νόμος «Περί ευθύνης υπουργών» (νόμος 3126/2003) με εισήγηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης και νυν Προέδρου της Βουλής Φίλιππου Πετσάλνικου, αυτός υπερψηφίστηκε από τους βουλευτές και του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ.
Η λειτουργία του «Υπουργοδικείου» στο νεώτερο Ελληνικό κράτος είχε σαν αποτέλεσμα την κίνηση της διαδικασίας σε δεκαεπτά (17) συνολικά περιπτώσεις, εκ των οποίων οδηγήθηκαν σε εκδίκαση μόλις πέντε (5) υποθέσεις σε διάρκεια 200 χρόνων.
τέλος αποσπάσματος
Σημείωση C.T.: Καλό είναι να έχουμε υπόψιν μας, οι άνθρωποι που επιλέγονται για τα ανώτερα αξιώματα, το πως βλέπουν την κοινωνία και την θέση της στο πολιτικό σύστημα, ώστε όταν γίνουν αυτά που γίνονται επί δεκαετίες να μην πέφτουμε από τα σύννεφα.





